Διάφορα > ΠΑΣατέμπος (για να περνά η ώρα)

Ηπειρώτικη μουσική

(1/1)

fon7:
«Lament from Epirus»: Ένας Αμερικανός ερευνητής καταγράφει το μεγαλείο της ηπειρώτικης μουσικής
Η πιο παλιά παραδοσιακή μουσική που έχει επιβιώσει απαράλλαχτη και η οδύσσεια για τη μελέτη της σε ένα συναρπαστικό χρονικό στα χωριά της Ηπείρου



Η ιστορία ξεκινάει κάπως έτσι: τo 2009 ο Αμερικανός συλλέκτης δίσκων και μηχανικός ήχου Christopher King ήταν διακοπές στην Κωνσταντινούπολη, όπου αγόρασε «τυφλά» μια στοίβα δίσκους 78 στροφών. Δεν ήξερε τίποτα γι' αυτούς, μόνο ότι οι ετικέτες ήταν γραμμένες στα ελληνικά. Όταν γύρισε σπίτι του δέκα μέρες αργότερα κι έβαλε να παίξει ο πρώτος δίσκος έζησε μια μοναδική μουσική εμπειρία που δεν είχε ξαναβιώσει.

«Δεκαετίες ακρόασης αλουστράριστης προπολεμικής μουσικής –"Delta blues" του Charlie Patton και δίσκοι με βιολί των Carter Brothers and Son‒ δεν με είχαν προετοιμάσει γι' αυτό που άκουσα όταν ακούμπησα τη βελόνα στον δίσκο.

Επίμονα μονότονες φωνές και όργανα ξεπετάχτηκαν, το ένα κόντρα στο άλλο. Μια φωνή προσπαθούσε να ξεχωρίσει ανάμεσα στα όργανα, ενώ μια άλλη τραγουδούσε ακριβώς τα ίδια με τον βασικό τραγουδιστή, αλλά μία οκτάβα κάτω. Η μουσική έφτασε σε μια κορύφωση, κατέρρευσε και μετά άρχισαν ξανά τα ίδια... Ακουγόταν λες και κάποιος κουνούσε ένα τεράστιο μεταλλικό δοχείο με μέλισσες και το είχε ανοίξει μπροστά μου».

«Η μουσική με άγγιξε βαθιά» λέει. «Αισθάνθηκα λες και κάποιος με αποσυναρμολόγησε και με έφτιαξε ξανά, αλλά η αίσθηση ήταν ευχάριστη, μια απαραίτητη κάθαρση. Ήταν έρωτας με την πρώτη ακρόαση»


Η πόλη της Άρτας και τα περίχωρά της σε γκραβούρα του Edward Lear από το βιβλίο του Journals of a Landscape Painter in Albania, &c., 1851. Yale University

Η μουσική που περιείχαν οι συγκεκριμένοι δίσκοι, φτιαγμένοι από shellac, ήταν τραγούδια της Ηπείρου και της νότιας Αλβανίας, ηχογραφημένα τις δεκαετίες του '20 και του '30.

«Η μουσική με άγγιξε βαθιά» λέει. «Αισθάνθηκα λες και κάποιος με αποσυναρμολόγησε και με έφτιαξε ξανά, αλλά η αίσθηση ήταν ευχάριστη, μια απαραίτητη κάθαρση. Ήταν έρωτας με την πρώτη ακρόαση». Το τραγούδι που είχε ακούσει ήταν «Μοιρολόι Αρβανίτικο» από τον δίσκο του Κίτσου Χαρισιάδη, ένα 78άρι του 1928, το οποίο χαρακτηρίζει «πνευματική εμπειρία».

Γοητευμένος από τη μουσική της Ηπείρου, επικοινώνησε με τον Ηλία και τον Βασίλη Μπαρούνη, δύο αδέρφια από την Αθήνα που είχαν στην κατοχή τους μια εντυπωσιακή συλλογή δίσκων 78 στροφών ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Με αρκετό δισταγμό τού πούλησαν κάποιους για εκατοντάδες δολάρια τον καθένα.

Όταν ο Βασίλης πέθανε, το 2011, ο Ηλίας πούλησε ολόκληρο το αρχείο της ηπειρώτικης μουσικής στον King, ο οποίος είχε στο μεταξύ καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του και να γίνει στενός φίλος του. Είδε ότι δεν θα μπορούσε να βρει πιο παθιασμένο άνθρωπο γι' αυτό το πολύτιμο αρχείο που ήταν ολόκληρη πολιτιστική κληρονομιά.

Ο King γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βιρτζίνια και, εκτός από συλλέκτης, είναι παραγωγός που έχει βραβευτεί με Grammy για τη δουλειά του. Έχει κάνει remaster κι έχει διασώσει χιλιάδες τραγούδια από αυθεντικούς δίσκους 78 στροφών, μεταξύ αυτών και κομμάτια από blues του Μισισιπή, cajun, gospel και sacred harp μουσικής (την ιερή χορωδιακή μουσική της Νέας Αγγλίας).

Οι ανορθόδοξες μέθοδοί του για να «περάσει» τους δίσκους από το shellac στο ψηφιακό αρχείο του περιγράφονται από τη μουσικοκριτικό Amanda Petrusich ως εκπληκτικές: «Το πικάπ στο στούντιο που είχε ο Κινγκ στο σπίτι του ήταν φορτωμένο με ένα σωρό περίεργα κομματάκια ‒σπιρτόξυλα, ξυλάκια με τα οποία πιέζουν τη γλώσσα οι γιατροί, πλαστικά κουταλάκια για παγωτό‒ τα οποία χρησιμοποιούσε για να δώσει βάρος στον βραχίονα, βασισμένος στις υποθέσεις που είχε κάνει ή σε πράγματα που είχε μάθει και αφορούσαν συγκεκριμένα στούντιο και session ηχογραφήσεων. Λάμβανε υπόψη παράγοντες όπως η υγρασία της ατμόσφαιρας ή η κλίση στη σανίδα του πατώματος ή κάτι που απέσπασε την προσοχή του τεχνικού την ώρα που ηχογραφούσε».


Ο Christopher King στους Καλαρρύτες. Φωτο: Steva Stowell Hardcastle

Η συλλογή με τα ηπειρώτικα που κυκλοφόρησε το 2015 «Why the mountains are black» στη Third Man Records (ανήκει στον frontman των White Stripes, Jack White) προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον και μέχρι τώρα έχει κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ –σχεδόν δέκα ώρες‒ με επιλογές κομματιών από τη συλλογή του από δίσκους 78 στροφών της Βόρειας Ελλάδας και της "νότιας Αλβανίας" (εννοεί την Βόρεια Ήπειρο). Πριν από περίπου έναν μήνα κυκλοφόρησε και το πρώτο του βιβλίο «Lament from Epirus», στο οποίο περιγράφει την οδύσσεια, όπως την ονομάζει, που έζησε αναζητώντας τη μουσική της περιοχής, την ιστορία της και τα μυστικά που θεωρεί ότι περιέχει.

Ο King πιστεύει ότι έχει βρει στην ηπειρώτικη μουσική την πιο παλιά λαϊκή μουσική της Ευρώπης, μουσική που ξεκινάει από τις προ-ομηρικές κουλτούρες και μέχρι πρόσφατα δεν είχε αλλάξει καθόλου. Στο βιβλίο του αποκαλύπτει τις ρίζες της και περιγράφει με συναρπαστικό τρόπο το χρονικό της αναζήτησης και, πέρα από φιλοσοφικός στοχασμός πάνω στο νόημα της μουσικής, είναι κι ένα ταξιδιωτικό ημερολόγιο όπου αναφέρει με αστείο τρόπο πώς έγινε «ντόπιος».

«Το πρώτο πράγμα που προσέχει κανείς στην ηπειρώτικη μουσική από το '20 και το '30», γράφει, «είναι ότι είναι ωμή. Κι αυτό δεν οφείλεται στην κακή ποιότητα των ηχογραφήσεων. Το τραγούδι είναι στεντόρειο και παθιασμένο, τα όργανα θρηνούν σαν λύκοι ή φτερουγίζουν και ορμούν σαν κολιμπρί.

Το επίμονο γρατζούνισμα και το ρυθμικό χτύπημα, οι τόνοι από τα πετάλ, το βουητό από τα έγχορδα και οι φωνές που τα συνοδεύουν ταρακουνιούνται με μια αρχέγονη ενέργεια. Κάποια σημεία της μουσικής μοιάζουν με bluegrass ή free jazz, με Velvet Underground ή τη μουσική carnatic της νότιας Ινδίας. Αλλά και πάλι, κάτι ακούγεται λάθος, τα όργανα δεν είναι αρκετά συντονισμένα και δεν παίζουν ακριβώς την ίδια μελωδία, είναι άναρχα, και ο σκοπός ή το μέτρο σε ένα τραγούδι που είναι φτιαγμένο για χορό είναι τόσο γρήγορα που πιθανόν να μην μπορεί να συμβαδίσει κάποιος με αυτό.

https://soundcloud.com/long-gone-sound/epirotiko-mirologi-alexis-zoumbas

Μετά από αυτή την πρώτη εντύπωση, ωστόσο, οι διαστάσεις της μουσικής γίνονται ξεκάθαρες. Πολλά ηπειρώτικα τραγούδια έχουν απλές μελωδίες, οι οποίες επιτρέπουν «στόλισμα» και αυτοσχεδιασμό. Τα βασικά μέρη παίζονται με βιολί και κλαρίνο, με τη συνοδεία λαούτου και ντεφιού. Οι παίκτες του κλαρίνου και του βιολιού ειδικά κάνουν επίδειξη δεξιοτεχνίας με γρήγορες αλλαγές της κλίμακας, λαρυγγισμούς και μεγάλα μεσοδιαστήματα που δίνουν στο στυλ ένα από τα πιο ξεχωριστά χαρακτηριστικά του.

Ακόμα και όταν διπλασιάζεται μια μελωδία με το βιολί, το κλαρίνο περίτεχνα προσθέτει φιοριτούρες και περίπλοκα γυρίσματα. Οι λέξεις και το ηχόχρωμα της μουσικής μιμούνται το βραχώδες τοπίο της περιοχής και την πανίδα του: οι φράσεις μιμούνται ήχους που βρίσκεις στη φύση: το τραγούδι του αηδονιού, το κελάρισμα του ρυακιού, τα βελάσματα και τα γαβγίσματα των ζώων, την οργή της θύελλας».

Ο King δίνει έμφαση σε δύο είδη ηπειρώτικων τραγουδιών, τον σκάρο και το μοιρολόι. Και τα δύο παίζονται σε ελεύθερο ρυθμό και έχουν αυτοσχεδιασμούς από το κλαρίνο και το βιολί. Ο σκάρος παίρνει το όνομά του από τη λέξη που περιγράφει τη βοσκή των προβάτων τη νύχτα, οπότε λέγεται ότι έχουν μεγαλύτερη όρεξη.

Πιστεύεται ότι ο σκάρος, παραλλαγές του οποίου υπάρχουν σε όλα τα Βαλκάνια, ξεκίνησε από τη μουσική που έπαιζαν οι βοσκοί στο φλάουτο, για να μεταφέρουν συγκεκριμένες οδηγίες στα κοπάδια τους. Κάποιοι ακόμα χρησιμοποιούν μουσική για να επικοινωνήσουν μαζί τους. «Οι ακροατές που είναι επικεντρωμένοι στον σκάρο πέφτουν σε έκσταση, σε μια κατάσταση χαλαρότητας» γράφει ο King.


Η συλλογή με τα ηπειρώτικα που κυκλοφόρησε το 2015 «Why the mountains are black» στη Third Man Records (ανήκει στον frontman των White Stripes, Jack White) προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον.

Η λέξη «μοιρολόι» αναφέρεται τυπικά σε φωνητικούς θρήνους. Υπάρχουν εκδοχές τους στον Όμηρο και σε αρχαίες επιτάφιες επιγραφές. Σε ορισμένα μέρη της επαρχιακής Ελλάδας οι γυναίκες τραγουδούν μοιρολόγια δίπλα στους τάφους των μελών της οικογένειάς τους κάθε μέρα για χρόνια, μέχρι που τα κόκαλα των νεκρών ξεθάβονται και μπαίνουν στα οστεοφυλάκια του χωριού. Η Ήπειρος είναι το μόνο μέρος όπου τα μοιρολόγια παίζονται με όργανα και οι μουσικοί διατηρούν το πένθιμο κλίμα των τραγουδισμένων εκδοχών των άλλων περιοχών της Ελλάδας.

Ο King περιγράφει την Ήπειρο ως μια δύσκολη περιοχή με άγριο καιρό και λίγη καλλιεργήσιμη γη. «Η ζωή ήταν πάντα σκληρή στα βουνά. Όλα ήταν πάντα αβέβαια» του λέει ένας Ηπειρώτης και στη συνέχεια αναφέρει ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως εδώ, στον ποταμό Αχέροντα, ήταν η είσοδος για τον Άδη, τον κόσμο των νεκρών. «Προσκυνητές που ήλπιζαν να συναντήσουν τα φαντάσματα των νεκρών αγαπημένων τους επισκέπτονταν το Νεκρομαντείο, έναν ναό που βρισκόταν στη σπηλιά κοντά στον Αχέροντα».

«Παρόλο που ο πληθυσμός της Ηπείρου έχει μειωθεί δραστικά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή οι κάτοικοι μετακόμισαν στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας ή πήγαν στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αυστραλία ή στη Γερμανία, οι Ηπειρώτες έχουν στενούς δεσμούς με την περιοχή τους» γράφει ο King.


Γυναικείος χορός στην Ήπειρο, αρχές του περασμένου αιώνα. Φωτογραφία του Κώστα Ζήσση. Courtesy of Christopher C. King.

«Πολλοί επιστρέφουν κάθε χρόνο για να δουν την οικογένειά τους και να συμμετέχουν σε καλοκαιρινά φεστιβάλ που ονομάζονται "πανηγύρια". Ο αριθμός των κατοίκων κατά τη διάρκεια αυτών των φεστιβάλ μπορεί να αυξηθεί από λίγες δεκάδες σε χιλιάδες».
 
Τα ηπειρώτικα είναι η μόνη παλιά μουσική απ' όσες έχει ασχοληθεί που εξακολουθεί να μένει απαράλλαχτη μέσα στον χρόνο. Όλες οι υπόλοιπες έχουν εκσυγχρονιστεί ή αλλοιωθεί και κινδυνεύουν να χαθούν μαζί με τους φθαρμένους δίσκους όπου είναι καταγεγραμμένες. Έτσι είχε μεγάλο ενδαφέρον για τον King να καταγράψει την ιστορία της μουσικής «που ξέχασε ο χρόνος».

Δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόσκληση ενός φίλου του να πάει στην Ήπειρο και, όπως οι ικέτες που πήγαιναν στο Νεκρομαντείο, ήλπιζε να συναντήσει τους νεκρούς – συγκεκριμένα τον Κίτσο Χαρισιάδη και τον Αλέξη Ζούμπα, δύο μουσικούς από την Ήπειρο που ηχογράφησαν πριν από 90 χρόνια. Είχε σκοπό να βρει περισσότερα για τη ζωή τους από τους Ηπειρώτες που τους θυμούνταν ή τους είχαν γνωρίσει. Αυτό που ανακάλυψε ήταν πέρα από κάθε προσδοκία.


Τα πανηγύρια διαρκούν όλη τη νύχτα, με πολύ φαγητό, αλκοόλ, μουσική και χορό.

«Η κουλτούρα της Ηπείρου αγκαλιάζει το ίδιο τους ζωντανούς και τους νεκρούς και το παρόν περιείχε μια ζωτικότητα που ήμουν σίγουρος ότι είχε εξαφανιστεί» γράφει. Περιγράφει την εμπειρία της πρώτης του γνωριμίας με την κουλτούρα της Ηπείρου με τρόπο πνευματώδη και αυτοσαρκαστικό. Τον βλέπουμε να μεταμορφώνεται από έναν «προστατευμένο μισάνθρωπο συλλέκτη δίσκων» σε έναν «μοντέρνο Έλληνα χωριάτη» καθώς ερωτεύεται τα ήθη, τα έθιμα, τα τελετουργικά και το φαγητό της Ηπείρου.

Ιδιαίτερα σαγηνεύτηκε από το τσίπουρο, το οποίο λέει ότι «έχει γεύση από τα αγγελικά υγρά που παράγονται όταν οι άγγελοι... γαμιούνται». Μαθαίνει πώς να το αποστάζει και περιγράφει τις ψυχοτρόπες ιδιότητές του. Γράφει για τα αξιοθέατα και την ιστορία της Ηπείρου. Αυτό που περιγράφει όμως πιο ζωντανά και πιο γλαφυρά απ' οτιδήποτε άλλο είναι τα καλοκαιρινά πανηγύρια της.

«Τα πανηγύρια διαρκούν όλη τη νύχτα, με πολύ φαγητό, αλκοόλ, μουσική και χορό. Οι μπάντες στήνονται στο κέντρο της πλατείας του χωριού, περιτριγυρισμένες από χωρικούς, που με τα χέρια ενωμένα χορεύουν με περίπλοκους βηματισμούς σε ομόκεντρους κύκλους γύρω από τους μουσικούς». Κάπως έτσι, περιγράφοντας το περιβάλλον, θυμάται πώς έγινε «επίτιμος» κάτοικος της Βίτσας:

«Τα κλαρίνα ηχούσαν διονυσιακά από το κέντρο του χωριού σαν υπνωτικά φλάουτα γητευτών φιδιών, καπνός έβγαινε από τα καλαμάκια που ψήνονταν κατά δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι περιστρέφονταν γύρω από τους μουσικούς, θυμάμαι την παράξενη αύρα των πάντων».

Εκείνη τη νύχτα λυποθύμησε και όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί βρήκε τον εαυτό του καλυμμένο με αίματα και τα γυαλιά του τρία κομμάτια. Δεν θυμόταν τίποτα, είχε καταρρεύει από το ποτό και την ένταση, αλλά οι πληγές του έγιναν έμβλημα τιμής και ήταν η μύηση για να γίνει κάτοικος Βίτσας. «Βιτσάνιος από υιοθεσία» γράφει.


Ο Christopher King έχει κυκλοφορήσει έξι άλμπουμ –σχεδόν δέκα ώρες‒ με επιλογές κομματιών από τη συλλογή του από δίσκους 78 στροφών της Βόρειας Ελλάδας και της νότιας Αλβανίας.



Ο Ζούμπας, ο βιολιτζής, έφυγε από την Ήπειρο το 1910 για να πάει στην Αμερική, παίζοντας σε ελληνικά και τούρκικα κλαμπ στο «κύκλωμα της φέτας», τις κοινότητες των μεταναστών στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια και στο Γκάρι στην Ιντιάνα

Στο μεταξύ, αρχίζει να αναζητά γεγονότα και ιστορίες για τον Κίτσο Χαρισιάδη και τον Αλέξη Ζούμπα και στη συνέχεια την επίδραση των Τσιγγάνων στα ηπειρώτικα. Ο Χαρισιάδης, σπουδαίος κλαριντζής, έζησε στην Ήπειρο όλη του τη ζωή και έκανε μόνο 24 ηχογραφήσεις, όλες μεταξύ 1929 και 1931. Δεκατέσσερις από αυτές συμεριλήφθηκαν στην τελευταία κυκλοφορία του King «Lament in a deep style».

Παρόλο που η μουσική στην Ήπειρο περνάει από τη μία γενιά στην επόμενη, δεν συμβαίνει το ίδιο με την τεχνική, και κάθε μουσικός αναπτύσσει έναν ιδιοσυγκρασιακό τρόπο παιξίματος. Ο Χαρισιάδης, για παράδειγμα, παρέδιδε μαθήματα, ενώ καθόταν στη μία πλευρά του φαραγγιού, με τον μαθητή του να βρίσκεται απέναντι για να μη βλέπει τα δάχτυλα του δασκάλου του να κινούνται. Έτσι έπρεπε να βρει τρόπο να μιμηθεί τους ήχους που άκουγε.

Ο Χαρισιάδης, όπως ανακάλυψε ο King από τους ανθρώπους που τον ήξεραν, είχε τη φήμη ότι ήταν άγιος. Είχε μόνο μία επιθυμία, να θεραπεύσει τους ανθρώπους με τη μουσική του. Λέγεται ότι έπαιζε για ώρες κάθε μέρα στους εργάτες στο ορυχείο μαρμάρου στην Κληματιά, το χωριό απ' όπου καταγόταν. «Η τεχνική του», αναφέρει ο King , «θυμίζει τον Τζον Κόλτρεϊν».

Ο Ζούμπας, ο βιολιτζής, έφυγε από την Ήπειρο το 1910 για να πάει στην Αμερική, παίζοντας σε ελληνικά και τούρκικα κλαμπ στο «κύκλωμα της φέτας», τις κοινότητες των μεταναστών στη Νέα Υόρκη, στη Φιλαδέλφεια και στο Γκάρι στην Ιντιάνα. Ηχογράφησε αρκετά κομμάτια στη Νέα Υόρκη και στο Σικάγο τη δεκαετία του 1920, αλλά τις πιο πολλές ηχογραφήσεις του τις έκανε μετά το 1929.


Ο Χαρισιάδης, σπουδαίος κλαριντζής, έζησε στην Ήπειρο όλη του τη ζωή και έκανε μόνο 24 ηχογραφήσεις, όλες μεταξύ 1929 και 1931.

«Ο τρόπος που έπαιζε ήταν βαθύς και θρηνώδης, εξέφραζε τον πόνο της ξενιτιάς και τη νοσταλγία για την πατρίδα που είχαν όλοι οι εμιγκρέδες. Και είχε αισθανθεί βαθιά τι σημαίνει ξενιτιά: επέστρεψε στην Ελλάδα μόνο μία φορά και αγωνίστηκε να τα βγάλει πέρα στην Αμερική, πεθαίνοντας απένταρος στο Ντιτρόιτ το 1946». Την πρώτη φορά που ο King άκουσε το «ηπειρώτικο μοιρολόγι» του άλλαξε η ζωή του για πάντα...

Τα εξώφυλλα των δίσκων όπως και το εξώφυλλο του βιβλίου έχει κάνει ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή εικονογράφους και σχεδιαστές κόμικ του αμερικάνικου underground, o Robert Crumb (R. Crumb).

Info:
To βιβλίο του Christopher King «Ηπειρώτικο Μοιρολόι. Οδοιπορικό στηνν αρχαιότερη ζωτανή δημώδη μουσική της Ευρώπης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα.

https://soundcloud.com/long-gone-sound
lifo.gr

fon7:
Christopher King: «Στην Αμερική ακολουθούσα τη συνήθεια, στην Ελλάδα ερωτεύτηκα τη ζωή»

Ο βραβευμένος με Grammy Αμερικανός εθνομουσικολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» μοιράζεται με τη LiFO τους μεγάλους σταθμούς του ταξιδιού του: από ένα μικρό χωριό της Βιρτζίνια μέχρι την Κόνιτσα και από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Αθήνα.


Έχω ελληνικό διαβατήριο, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πόσο Έλληνας είμαι. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Γεννήθηκα το 1971 σε ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Hot Springs, στην αγροτική περιοχή Bath της Πολιτείας της Βιρτζίνια, ένα εντελώς απομονωμένο και ερημικό μέρος. Η οικογένειά μου ήταν πολύ φτωχή: ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος μουσικής και έβγαζε ελάχιστα, η μητέρα μου δεν δούλευε και επειδή μεγάλωσε σε αγρόκτημα με πολλά αδέλφια, φερόταν σε μένα και τα αδέλφια μου σαν να ήμασταν άγρια ζώα, σαν αγελάδες ή κοτόπουλα. Μεγάλωσα κυρίως εξερευνώντας δάση και σπηλιές, ψάχνοντας για αιχμές από βέλη σε καταυλισμούς Ινδιάνων. Ήμασταν τυπική οικογένεια των Απαλαχίων, δηλαδή ανεξάρτητοι ‒ οι άνθρωποι εκεί επιβιώνουν μόνοι τους, δεν βασίζονται σε άλλους ανθρώπους. Ο παππούς και η γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου δεν έβγαλαν ποτέ λεφτά, δεν πλήρωσαν ποτέ φόρους, γιατί τα έκαναν όλα στο αγρόκτημά τους. Καλλιεργούσαν το φαγητό τους, είχαν το δικό τους γάλα, τα δικά τους λαχανικά, τα πάντα. Έτσι, κάθε πρωί με ξύπναγε ο παππούς μου, τσεκάραμε τις παγίδες για να δούμε αν είχαν πιαστεί ζώα και τα φέρναμε στο σπίτι για να τα μαγειρέψουν. Συχνά τρώγαμε ρακούν.

• Ο πατέρας μου ήταν πολύ καλύτερος συλλέκτης από μένα. Συνέλεγε τα πάντα, φιλμ 16 mm, μουσικά κουτιά, φωνόγραφους, δίσκους, αντίκες, γλυπτά, κομμάτια από σύρμα. Όλες οι αναμνήσεις που έχω από τον μπαμπά μου είναι να βγαίνουμε με το αυτοκίνητο και να ψάχνουμε στα σκουπίδια μήπως κάποιος πέταξε κάτι πολύτιμο και να το φέρνουμε στο σπίτι. Από αυτόν μού κόλλησε η ιδέα να σώζω πράγματα.

Η μουσική είναι όπως το νερό που τρέχει: περνάει πρώτα από μια μαύρη πέτρα, μετά από μια λευκή ή μια γκρίζα, αλλά η σειρά δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία. Έτσι και στην Αμερική, αυτό που ονομάζουμε μπλουζ μουσική, δεν είναι εφεύρεση ενός αλλά πολλών ανθρώπων.

• Μουσική άρχισα να συλλέγω όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών. Βοηθούσα τον παππού μου να αδειάσει μια καλύβα που είχαμε στο αγρόκτημα γιατί ήθελε να την κάψει και να μεγαλώσει τον κήπο και μέσα εκεί βρήκα ένα παλιό πικάπ Victrola και ένα κουτί με δίσκους, όλοι γραμμοφώνου, ηχογραφημένους πριν από το 1930. Ο πατέρας μου με βοήθησε να τους καθαρίσω και, όταν τους έπαιξα, άκουσα για πρώτη φορά στη ζωή μου πρώιμη κάντρι, μπλουζ, πρώιμη γκόσπελ, hillbilly μουσική και κέιτζουν. Όταν άκουσα Ουάσινγκτον Φίλιπς, τις θλιμμένες κέιτζουν μπαλάντες των Τζο και Κλεόμα Φάλκον και το «Dark was the night» του Μπλάιντ Γουίλι Τζόνσον, συνειδητοποίησα ότι για μένα δεν υπήρχε πλέον τίποτε άλλο στον κόσμο, το μόνο που ήθελα ήταν να ακούω αυτήν τη μουσική και να τη συλλέγω. Ήξερα από τότε ενστικτωδώς ότι η μουσική είναι ιερή και κάθε μέρα ανακαλύπτω κάτι νέο και μαζεύω τεκμήρια για να αποδείξω ότι η μουσική μπορεί να είναι πιο ιερή από το εσωτερικό μιας εκκλησίας, πιο ιερή απ’ την αγάπη, αν και ακόμα δεν γνωρίζω τι ακριβώς είναι και πώς λειτουργεί. Υπάρχουν κλίμακες, νότες, κανόνες, αλλά ο τρόπος που οι νότες ενορχηστρώνονται για να σε κάνουν να κλάψεις είναι κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω, το πώς ένα κομμάτι του Μπαχ μπορεί να σε κάνει να δακρύσεις όπως και ένα μοιρολόι από την Ήπειρο. Για τη μουσική ξέρουμε όσα και για το ανθρώπινο μυαλό, που δεν είναι και πολλά. Είναι αστείο, αλλά μερικές φορές αισθάνομαι ότι ξέρω λιγότερα για τη μουσική τώρα από ό,τι πριν από έντεκα χρόνια. Ακούς κάτι για πρώτη φορά και νομίζεις ότι το ξέρεις, αλλά μετά από χιλιάδες ακροάσεις καταλαβαίνεις ότι δεν το ξέρεις καθόλου.

• Δεν είχα καν εφηβική ηλικία, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι φόραγα γυαλιά, είχα μια τσιριχτή φωνή και έψαχνα παλιούς δίσκους κάτω από τις σκάλες σε διάφορα σπίτια. Πάντα κάτι έβρισκα και αυτός είναι ο λόγος που αγάπησα από την πρώτη στιγμή την Ελλάδα, γιατί οι άνθρωποι εδώ έχουν πολλούς παλιούς δίσκους από πατεράδες και παππούδες. Συλλέγω μουσική που γυρνάει την πλάτη της στην πόλη, μουσική της εξοχής, κάντρι μουσική, όχι μόνο αμερικανική αλλά μουσική και από τα νότια Βαλκάνια, από παντού.


Πήρα την απόφαση να έρθω να ζήσω εδώ, στην Ήπειρο, το 2019, επειδή είχα ανακαλύψει ότι μπορούσα να βγάλω τα προς το ζην μιλώντας για τη μουσική, ερευνώντας και συλλέγοντας μουσική, αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή ερωτεύτηκα τη ζωή στην Ελλάδα. Στην Αμερική ακολουθούσα τη συνήθεια, κάθε μέρα τα ίδια, ξύπναγα, δούλευα και κοιμόμουν, εδώ κάθε μέρα ήταν μια απόλυτη πρόκληση. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Όταν ήμουν παιδί ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να γίνω αρχαιολόγος, επειδή μου άρεσε η ιδέα να ανακαλύπτω πράγματα, να καταλαβαίνω το γενικό πλαίσιο και έπειτα να μοιράζομαι όλα αυτά με άλλους ανθρώπους. Αυτό κάνει ένας αρχαιολόγος. Ο αρχαιολόγος και ο συγγραφέας πάντα πάλευαν μέσα μου. Όταν ήμουν οκτώ χρονών έχασα τη φωνή μου, για ενάμιση χρόνο δεν μπορούσα να μιλήσω ‒ είχα υποστεί μπούλινγκ από άλλα παιδιά γιατί ήμουν nerd. Το μπούλινγκ με έκανε να τραυλίζω, έκανα δεκαπέντε λεπτά να πω μια πρόταση, και επειδή το καταλάβαινα αυτό και αισθανόμουν πολύ άσχημα, σταμάτησα να μιλάω εντελώς. Ο σχολικός ψυχολόγος με βοήθησε να μιλήσω ξανά, με δίδαξε πώς να μιλάω. Για να είμαι ακριβής, περισσότερο από το πώς να μιλάω έμαθα πώς να γράφω, να απομνημονεύω όσα γράφω και μετά να τα λέω. Έτσι, έμαθα να σκέφτομαι «γραπτώς», πάντα γράφω τι θα πω πριν το πω. Μετά, επειδή η οικογένειά μου ήταν πολύ θρήσκα κι εγώ ακόμα πολύ νέος, ήθελα να γίνω ιεροκήρυκας. Όλα άλλαξαν όταν πήγα στο πανεπιστήμιο και ανακάλυψα τα κορίτσια. Επέλεξα να σπουδάσω το πιο προκλητικό αντικείμενο σε εκείνη την ηλικία, που ήταν η φιλοσοφία. Πάντα ήταν η αγάπη της ζωής μου, και είναι ακόμα: το να μη σκέφτομαι το ποιος, το τι, το πότε, το πού, αλλά το γιατί και το πώς. Αυτές για μένα είναι οι πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Έτσι προσεγγίζω και τη μουσική. Γιατί φτιάχνουμε μουσική; Πώς φτιάχνουμε μουσική; Πώς σχετίζεται μαζί της οτιδήποτε άλλο;

• Η πρώτη φορά που είχα την εμπειρία της ελληνικής μουσικής ήταν πριν από περίπου έντεκα χρόνια, όταν πήγα στην Κωνσταντινούπολη. Ίσως είχα ακούσει τη μουσική που ξέρουν οι τουρίστες, αλλά δεν είχα ακούσει ποτέ αληθινή ελληνική μουσική, μέχρι που έπεσα πάνω σε μια στοίβα με δίσκους στην Πόλη. Ήμουν παντρεμένος, είχα ένα κοριτσάκι και περνούσα μια πολύ δύσκολη περίοδο, προσπαθώντας να εξισορροπήσω τη ζωή μου, γιατί πάντα έβαζα τους δίσκους πριν από οτιδήποτε άλλο και αυτό κατέστρεφε τον γάμο μου. Έτσι αποφάσισα να πάω στην Κωνσταντινούπολη, επειδή η γυναίκα μου ήθελε να δει τον Λέοναρντ Κόεν που τραγουδούσε εκεί. Δεν τον είχα ακούσει ποτέ, αλλά δούλευα στη μουσική βιομηχανία και είχα κάποιους φίλους που κανόνισαν να βρω εισιτήρια, έτσι κλείσαμε το ταξίδι. Ο δικός μου σκοπός ήταν, μόλις βρεθώ εκεί, να ψάξω για δίσκους. Διασχίσαμε οικογενειακώς τον Βόσπορο για να πάμε σε ένα μέρος που ονομάζουν «ο δρόμος με τα γραμμόφωνα», ένα παζάρι μόνο με γραμμόφωνα και δίσκους γραμμοφώνου. Οτιδήποτε έβρισκα ήταν για μένα σκουπίδια, κυρίως ποπ μουσική του ’40 και του ’50, αλλά υπήρχε κι ένα μαγαζάκι που ήταν κλειστό γιατί ο ιδιοκτήτης του είχε πάει για προσευχή. Περίμενα υπομονετικά να επιστρέψει και όταν ήρθε ο Μουσταφά μου έδειξε μια μικρή παρτίδα δίσκων που είχε λάβει την προηγούμενη μέρα. Ήταν αλβανικοί και ελληνικοί δίσκοι, ανάμεικτοι. Είχα κάνει κάποια μαθήματα αρχαίων ελληνικών και ήξερα λίγο γραμματική και μερικές λέξεις, αλλά δεν αρκούσαν για να καταλάβω τι εννοούσαν οι τίτλοι, δεν ήξερα τι είναι το μοιρολόι ή ο σκάρος. Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις επιστρέψαμε στο σπίτι μας στην Αμερική ήταν να πλύνω τους δίσκους και να τους ακούσω. Η επιφάνειά τους ήταν γρατζουνισμένη και έπαιζαν με πολύ θόρυβο, αλλά αυτό που άκουσα με συγκλόνισε. Ήταν η μουσική που πάντα αγαπούσα, ωμή και αλουστράριστη, από τα δάση, ωστόσο δεν καταλάβαινα ποια ήταν η χρησιμότητά της, τον σκοπό της. Με τις περισσότερες μουσικές χορεύεις ή ακούς τους στίχους τους, αλλά αυτή η μουσική ήταν διαφορετική, είχε μια ξεχωριστή τελεολογία που δεν ήξερα τι είναι. Έτσι έπρεπε να το ανακαλύψω, και αυτό κάνω τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής μου.

• Πρώτη φορά ήρθα στην Ελλάδα αφού ανακάλυψα αυτούς τους επτά δίσκους και άρχισα να τους ερευνώ. Είμαι συλλέκτης και ψυχαναγκαστικός, θέλω να τα έχω όλα, έτσι από επτά δίσκους σήμερα έχω φτάσει να έχω δυόμισι χιλιάδες, επειδή θέλω να καταλάβω ολόκληρο το γενικό πλαίσιο για όλους αυτούς. Έτσι, όταν ανακάλυψα ότι είναι από την Ήπειρο, στα βορειοδυτικά σύνορα της Ελλάδας με τη νότια πλευρά της Αλβανίας, αποφάσισα να έρθω εδώ και να ψάξω σε αυτά τα μέρη.


Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Η πρώτη συλλογή με ελληνική μουσική που επιμελήθηκα λεγόταν χιουμοριστικά «Five days married & other laments: Song & dance from Northern Greece, 1928-1958» («Πέντε μέρες παντρεμένος & άλλα μοιρολόγια»). Ήταν με μουσική απ’ την Ήπειρο, ήθελα να δείξω όλο το φάσμα της, το τεκτονικό τραγούδι, τον σκάρο, το μοιρολόι, τη χορευτική μουσική, σαν στιγμιότυπα που συμπληρώνουν τη μεγαλύτερη εικόνα. Κάθε χρόνο βγάζω μια μουσική συλλογή για να εξερευνήσω περιοχές ή καλλιτέχνες και να κατανοήσω τη μουσική αυτή φιλοσοφικά. Αυτό κάνω, προσπαθώ να εξερευνώ μέσω της μουσικής φιλοσοφικά θέματα, την ιδέα της ταυτότητας, αυτό που κάνουν άλλοι με τη λογοτεχνία. Αποκαλείς τον εαυτό σου Έλληνα και μπορείς να πεις ότι αυτή η μουσική είναι «ελληνική μουσική», αλλά τι σημαίνει αυτό; Όχι απαραίτητα ότι τραγουδιέται από Έλληνες ή παίζεται από Έλληνες ή ορθόδοξους στο θρήσκευμα ανθρώπους. Κανείς δεν μπόρεσε να εκφράσει την ανθρώπινη απόγνωση καλύτερα από τον Αλέξη Ζούμπα, τόσο βαθυστόχαστα, αλλά πώς το έκανε αυτό μόνο με τον ήχο κάποιος που δεν είχε επίσημη εκπαίδευση;

• Πήρα την απόφαση να έρθω να ζήσω εδώ, στην Ήπειρο, το 2019, επειδή είχα ανακαλύψει ότι μπορούσα να βγάλω τα προς το ζην μιλώντας για τη μουσική, ερευνώντας και συλλέγοντας μουσική, αλλά, πάνω απ’ όλα, επειδή ερωτεύτηκα τη ζωή στην Ελλάδα. Στην Αμερική ακολουθούσα τη συνήθεια, κάθε μέρα τα ίδια, ξύπναγα, δούλευα και κοιμόμουν, εδώ κάθε μέρα ήταν μια απόλυτη πρόκληση. Τα πάντα είναι δύσκολα εδώ, στ’ αλήθεια τα πάντα είναι σχεδόν αδύνατα, αλλά μου αρέσει αυτό, η ιδέα ότι κάθε μέρα είναι ένας αγώνας με το αδύνατο που πρέπει να αντιμετωπίσω. Κάπως έτσι αποφάσισα να μετακομίσω στην Ήπειρο. Τότε, όμως, συνέβησαν δύο τρομερά πράγματα, ο κορωνοϊός και ο Τραμπ. Αυτός ο συνδυασμός δημιούργησε μια θύελλα, η οποία είχε ως αποτέλεσμα πολιτικές κινήσεις και αντιδράσεις, καμιά φορά βίαιες, από το ΜeΤoo μέχρι τον υποβιβασμό της ελεύθερης έκφρασης. Όλα αυτά καλλιεργήθηκαν από τον Τραμπ και τον κορωνοϊό, δύο διαφορετικές «ασθένειες» που είχαν την ίδια συνέπεια. Έγραφα δύο διαφορετικά βιβλία όσο ήμουν στην Αμερική και επίσης έκανα παραγωγή σε ένα πρότζεκτ προφορικού λόγου. Και τα τρία ξεκίνησαν το 2019 και μέχρι τα μέσα του 2020 είχαν ακυρωθεί, κι ας μου τα είχαν παραγγείλει. Αγαπάω την Αμερική, είμαι Αμερικανός και αντιλαμβάνομαι ότι το να είσαι Αμερικανός σημαίνει ότι έχεις μια ηθική, την ιδέα που σου έχει καλλιεργηθεί ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα –μπορώ να νικήσω τον Χίτλερ, μπορώ να νικήσω τον Μουσολίνι, μπορώ πάντα να νικάω‒, έχουμε αυτή την νοοτροπία. Και ξαφνικά σου λένε ότι, συν τοις άλλοις, δεν έχεις πλέον την ελευθερία έκφρασης που είχες κάποτε. Κάπως έτσι καταρρέει ένας ολόκληρος κόσμος γύρω σου ‒ κι αυτό με λύπησε πάρα πολύ. Η Αμερική δεν έχει πλέον δημοκρατία, δεν έχει σχέση με τη δημοκρατία αυτό που επικρατεί εκεί, είναι μια χώρα που δεν αναγνωρίζω, γι’ αυτό και αποφάσισα να φύγω. Στην Ελλάδα αισθάνομαι μεγαλύτερη ασφάλεια.

• Δούλευα ένα βιβλίο που ανιχνεύει πολύ προσεκτικά την αμερικανική ιδέα περί φυλής και τις ρίζες της μουσικής. Ανακάλυψα πως το τι σημαίνει το να είσαι λευκός και τι μαύρος δεν απασχολούσε τους μουσικούς, ούτε καν τους καταναλωτές. Όλο αυτό ξεκίνησε από τις δισκογραφικές εταιρείες, γιατί αυτές το αποφάσισαν και έπειτα έδρασαν ορίζοντας τη μουσική φυλετικά: μαύρη μουσική είναι αυτή που κάνουν οι μαύροι και λευκή αυτή που κάνουν οι λευκοί. Έξι μήνες αφού είχα ολοκληρώσει το βιβλίο και έφτασε στα χέρια του εκδότη μου, η Αμερική είχε πλημμυρίσει από λέξεις που δεν είχα ακούσει ποτέ, όπως «ευαισθησία» και «δικαιωματισμός», και το πρόσωπο που διάβασε το βιβλίο, όχι με κριτικό μάτι, και θα έκρινε αν οι ιδέες μου ήταν λάθος, ή σωστές, ή απαίσιες, ένας sensitivity reader, είπε «αυτό το βιβλίο δεν λαμβάνει υπόψη τον πόνο της μιας πλευράς γιατί δεν είναι ίδιος με τον πόνος της άλλης». Έτσι το βιβλίο μου δεν βγήκε ποτέ. 


Αγαπάω την Αμερική, είμαι Αμερικανός και αντιλαμβάνομαι ότι το να είσαι Αμερικανός σημαίνει ότι έχεις μια ηθική, την ιδέα που σου έχει καλλιεργηθεί ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα –μπορώ να νικήσω τον Χίτλερ, μπορώ να νικήσω τον Μουσολίνι, μπορώ πάντα να νικάω‒, έχουμε αυτή την νοοτροπία. Και ξαφνικά σου λένε ότι, συν τοις άλλοις, δεν έχεις πλέον την ελευθερία έκφρασης που είχες κάποτε. Κάπως έτσι καταρρέει ένας ολόκληρος κόσμος γύρω σου ‒ κι αυτό με λύπησε πάρα πολύ. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Η μουσική είναι όπως το νερό που τρέχει: περνάει πρώτα από μια μαύρη πέτρα, μετά από μια λευκή ή μια γκρίζα, αλλά η σειρά δεν έχει στ’ αλήθεια σημασία. Έτσι και στην Αμερική, αυτό που ονομάζουμε μπλουζ μουσική, δεν είναι εφεύρεση ενός αλλά πολλών ανθρώπων. Είναι όπως τα έργα του Ομήρου, που αποδίδονται μόνο σ’ αυτόν, αλλά οι πιο πολλοί μελετητές τώρα λένε ότι δεν υπάρχει ένα μόνο ιστορικό πρόσωπο που ονομάζεται Όμηρος αλλά ομηρική παράδοση, ολόκληρες γενιές ανώνυμων βάρδων που αυτοσχεδίαζαν με την ομηρική ποίηση και με τα χρόνια οι αφηγήσεις παγιώθηκαν σε μία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα μπλουζ, με τα hillbilly, με κάθε αμερικανική μουσική που προέρχεται από πολλούς ανθρώπους, πολλές εθνικότητες, πολλά χρώματα, πολλά φύλα.

• H ζωή μου στην Kόνιτσα είναι όμορφη, αγαπάω τους γείτονές μου και όλοι νοιάζονται για μένα. Δεν με αποκαλούν «Κρις» αλλά «Κρις μου», λένε «ο Κρις μας» κι αυτό σημαίνει πολλά για μένα, γιατί δεν είμαι ξένος, είμαι πλέον μέρος του χωριού. Κι έχω ένα περίπλοκο πρόγραμμα που προσαρμόστηκε στις ντόπιες συνήθειες: ξυπνάω νωρίς, φτιάχνω τον καφέ μου, κάνω τις ασκήσεις μου, έπειτα κάνω έναν μεγάλο κύκλο στο χωριό για να επισκεφτώ το σπίτι της Χάμκως και στη συνέχεια ασχολούμαι με τις καθημερινές αγγαρείες μου: γράφω για δυο-τρεις ώρες, φροντίζω τον κήπο μου. Πλέον κάνω ό,τι και οι υπόλοιποι Έλληνες, δουλεύω μέχρι να κουραστώ και μετά κάνω σιέστα. Όταν ξυπνάω από τη σιέστα φτιάχνω καφέ και συνεχίζω να δουλεύω. Είναι σαν να ζω δύο μέρες, όχι μία. Είναι τέλεια.

• Έχω ελληνικό διαβατήριο, αλλά η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πόσο Έλληνας είμαι. Έχω έναν φίλο στην Αμερική που είναι Έλληνας, με καταγωγή από την Άρτα, από τους πιο διακεκριμένους χειρουργούς εγκεφάλου στην Αμερική. Βασίλης Καρυώτης είναι το όνομά του, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς κι αυτός μου έδωσε τον καλύτερο ορισμό για το τι σημαίνει να είσαι Έλληνας: «Η ελληνικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη γλώσσα σου, με το δέρμα σου ή με το πού γεννήθηκες, έχει να κάνει μόνο με τον τρόπο που σκέφτεσαι». Οι Έλληνες συνδυάζουν ιδέες με τρόπους που δεν κάνουν άλλοι άνθρωποι. Δεν έχω συναντήσει ποτέ ανθρώπους με πιο ανοιχτή καρδιά, είναι πρόθυμοι να σου φερθούν σαν να είσαι οικογένειά τους, αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή σας. Οι Έλληνες ξέρουν πώς να διαχειρίζονται τα συναισθήματα με έναν πολύ υγιή τρόπο, ξέρουν πώς να θρηνούν, μέσα από τα μοιρολόγια, που είναι ένας ιδιοφυής τρόπος, και την ίδια στιγμή ξέρουν πώς να αγαπούν, πώς να μετανιώνουν, έχουν μια βαθιά συναισθηματική ωριμότητα.


Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα μας έδινα λέπια. Το δερμα δεν είναι το καλύτερο υλικό. Πριν από λίγο έπεσα πάνω σε ένα καρφί που προεξείχε και αιμορραγούσα για δέκα δευτερόλεπτα. Εάν είχαμε λέπια, δεν θα γινόταν αυτό. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Ένα αδύνατο σημείο τους είναι ότι έχουν καλές ιδέες, αλλά δεν τις ολοκληρώνουν κι αυτό εμποδίζει την εξέλιξή τους. Οι Έλληνες εφηύραν την ιδέα της εσωτερικής αποχέτευσης και μετά σταμάτησαν· δημιούργησαν την ιδέα της αρμονίας στη μουσική και μετά σταμάτησαν. Φαίνεται ότι υπάρχει μια αποσύνδεση από την πρόοδο, το πώς θα προχωρήσουν προς τον εικοστό πρώτο αιώνα. Έχουν τη βαθύτερη, την πιο πλούσια δημοτική μουσική παράδοση σε όλη τη δυτική Ευρώπη, σε όλη την Ευρώπη γενικότερα, ίσως και στον κόσμο, ωστόσο δεν υπάρχει ούτε ένα εθνικό αρχείο ήχου που να συγκεντρώνει όλον αυτόν τον πλούτο. Αντί γι’ αυτό, υπάρχουν πολλά μικρά αρχεία που το ένα ανταγωνίζεται με το άλλο και αρνούνται να συνεργαστούν για τη δημιουργία ενός συνολικού αρχείου. Αυτή είναι ίσως η ενδεικτικότερη μεταφορά, η ανικανότητα να κοιτάς μπροστά.



• Μακάρι να μπορούσα να πω ότι είμαι επαγγελματίας συγγραφέας, αλλά το βιβλίο βγήκε τυχαία. Ήμουν στη Νέα Υόρκη το 2016 και έπαιζα το ηπειρώτικο μοιρολόι του Αλέξη Ζούμπα σε μια φίλη μου, η οποία είχε γράψει ένα βιβλίο για τους συλλέκτες δίσκων 78 στροφών. Ήμουν ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου και γι’ αυτό με κάλεσαν να παίξω κομμάτια ενός δίσκου. Αφού έπαιξα, ήρθε ένας τεράστιος τύπος με μεγάλη γενειάδα και μου είπε «μου αρέσει αυτή η μουσική». Αγόρασε τις συλλογές μου και δυο μέρες αργότερα, όταν επέστρεψα στο σπίτι μου στη Βιρτζίνια, έλαβα ένα email από αυτόν τον τύπο που μου έλεγε «είμαι μουσικός, αλλά η πρωινή μου δουλειά είναι editor στη W.W. Norton & Company. Σκέφτηκες ποτέ να γράψεις ένα βιβλίο;». Το εξέλαβα πιο πολύ ως πρόκληση, έτσι στα μέσα του ’16 άρχισα να γράφω. Για ενάμιση χρόνο έψαχνα όλες τις σημειώσεις μου, όλες τις εργασίες που είχα κάνει για τα άλμπουμ ‒ όλα συνοδεύονται από εκτενείς σημειώσεις. Τώρα κυκλοφορεί η τρίτη εκδοχή του, με ένα CD που περιέχει κομμάτια από τη συλλογή μου.

• Γράφω τρία βιβλία μαζί, κυρίως fiction. Μόλις ολοκλήρωσα και το σενάριο για μια ταινία, αλλά το επόμενο βιβλίο που δουλεύω για τις εκδόσεις Δώμα είναι για τα πανηγύρια γενικά, όχι μόνο στην Ήπειρο. Έχω αυτή την περίεργη αντίληψη ότι δεν μπορείς να κατανοήσεις την κουλτούρα ενός τόπου αν δεν καταλάβεις οτιδήποτε συνδέεται με αυτή. Δεν μπορείς να καταλάβεις τη μουσική που παίζεται σε ένα πανηγύρι εάν δεν καταλάβεις τη διαδικασία του να φτιάχνεις τσίπουρο, τον τρόπο που φτιάχνουν το σουβλάκι, την αρχιτεκτονική του χωριού, το πώς οι άνθρωποι γιορτάζουν άλλα γεγονότα. Έτσι, δεν μπορείς να καταλάβεις τη μουσική της Ηπείρου εάν δεν καταλάβεις τη μουσική όλων των περιοχών που την περιτριγυρίζουν.

• Μαγειρεύω επειδή είμαι εργένης και μου αρέσει το καλό φαγητό. Συνήθως φτιάχνω νοτιοαμερικάνικα πιάτα με λαχανικά, μπάμιες κ.λπ., τηγανητό κοτόπουλο, αλλά φτιάχνω και πολλά ελληνικά παραδοσιακά πιάτα, κοτόπουλο με μπάμιες, κοντοσούβλι. Στον μικρό μου κήπο καλλιεργώ λαχανικά, έτσι έχω τα πάντα φρέσκα. Οι συντοπίτες μου είναι κυρίως ηλικιωμένοι άνθρωποι και μαθαίνω πολλά φαγητά απ’ αυτούς. Μια ηλικιωμένη γυναίκα μού έδειξε πώς να φτιάχνω αγριογούρουνο, που είναι το κύριο πιάτο της Ηπείρου. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση αυτά που έχω δει να κάνουν τα αγριογούρουνα. Έκανα πεζοπορία με φίλους πάνω από την Αρίστη, στο Ζαγόρι, όπου είδαμε μια γιγαντιαία τρύπα από λάσπη στο έδαφος. Στη μέση της ήταν έναν στύλος της ΔΕΗ, εντελώς φθαρμένος από τη μέση και κάτω. Ήταν σαν να τον είχες πελεκήσει με μαχαίρι. Πάνω του στηρίζονται όλα τα καλώδια που μεταφέρουν το ρεύμα στο Ζαγόρι, αλλά ήταν έτοιμος να πέσει και κανείς δεν έκανε τίποτα. Ο φίλος μου ο Κώστας μου εξήγησε ότι έχει λιώσει επειδή τρίβονταν πάνω του τα αγιογούρουνα για να ξύσουν την πλάτη τους. Χιλιάδες αγριογούρουνα έρχονται σε αυτόν τον στύλο και ξύνουν τη λάσπη απ την πλάτη τους και δεν σκέφτηκε κανείς απο τον Δήμο να στείλει έναν υπάλληλο να ντύσει τον στύλο με ένα κομμάτι μέταλλο.

• Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα μας έδινα λέπια. Το δερμα δεν είναι το καλύτερο υλικό. Πριν από λίγο έπεσα πάνω σε ένα καρφί που προεξείχε και αιμορραγούσα για δέκα δευτερόλεπτα. Εάν είχαμε λέπια, δεν θα γινόταν αυτό.

• Η ζωή με έμαθε ότι δεν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει σύμπτωση, δεν υπάρχει τυχαιότητα, μόνο ένα διακριτικό μοτίβο που το χτίζεις μόνος σου και έχεις την ευθύνη της ολοκλήρωσής του.

Το βιβλίο του Christopher King «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα σε νέα έκδοση, με CD με επιλογές κομματιών από τη συλλογή του συγγραφέα. Το νέο CD που έχει επιμεληθεί, με τις Ισοκράτισσες, πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου, κυκλοφορεί από την εταιρεία του Jack White, Third Μan Records. Αυτήν τη στιγμή δουλεύει σε μια σειρά από πρότζεκτ για τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση που θα παρουσιαστούν μέσα στο 2023.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
lifo.gr

Πλοήγηση

[0] Λίστα μηνυμάτων

Μετάβαση στην πλήρη έκδοση