PAS.gr Forum
Αθλητικά => άλλες ομάδες - ποδόσφαιρο => Μήνυμα ξεκίνησε από: papari7 στις Σαβ 27 Νοέ 2010 13:34
-
Η Φατμά Τσολάκ ηλικίας 105 ετών (!) είναι η γηραιότερη οπαδός στον κόσμο. Υποστηρίζει με θέρμη τη Γαλατασαράι.
(http://img210.imageshack.us/img210/4883/galatagiagia.jpg) (http://img210.imageshack.us/my.php?image=galatagiagia.jpg)
Η Φατμά Τσολάκ γεννήθηκε το 1905, τη χρονιά που ιδρύθηκε και η Γαλατασαράι. Στα 105 χρόνια ζωής έχει βιώσει όλη την ιστορία του τουρκικού συλλόγου.
Η υπεραιωνόβια φαν των "λιονταριών" παρά την προχωρημένη ηλικία της είναι υγιής και παρακολουθεί τις αναμετρήσεις της αγαπημένης της ομάδας.
Μάλιστα όποτε της δίνεται η ευκαιρία πηγαίνει και στο γήπεδο. Την περασμένη Κυριακή προσκλήθηκε στο "Χουσείν Αβνί Ακέρ" για να υποστηρίξει τη Γαλατασαράι στην Τραπεζούντα κόντρα στην Τραμπζονσπόρ.
-
Ρίγος. Συγκίνηση. Αποθέωση. Είχαν παιχθεί μόλις 11 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα στο «Ντε Κούιπ» του Ρότερνταμ το μεσημέρι της Κυριακής στο μεγάλο ντέρμπι της Φέγενορντ με την Αϊντχόφεν.
Ξαφνικά σχεδόν 43.000 άνθρωποι ύψωσαν τα κασκόλ τους, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και άρχισαν να τραγουδούν: «You will never walk alone».
(http://content-mcdn.sentragoal.gr/filesystem/images/20111206/engine/2011120600329_154227635_type11878.jpg)
Δεν ήταν μόνο οι οπαδοί της Φέγενορντ, αλλά και της μισητής αντιπάλου Αϊντχόφεν που το έκαναν. Το είχαν συνεννοηθεί μυστικά μέσω των φόρουμ τους. Είχαν αποφασίσει να αποχαιρετήσουν τον Ντγέι φαν Σουιλέκομ που ήταν η τελευταία φορά που θα βρισκόταν στο δεύτερο σπίτι του, το «Ντε Κούιπ». Το μίσος και η κόντρα των οπαδών είχαν ξεχαστεί για αυτή την ιδιαίτερη στιγμή.
Ο 60χρονος, πρώην οδηγός ταξί και φανατικός οπαδός της Φέγενορντ από τα γεννοφάσκια του, είχε μια τελευταία επιθυμία: Να βρεθεί στις εξέδρες του σταδίου για μία ακόμη φορά. Πριν από έξι εβδομάδες ο Ντγέι εισήχθη στο νοσοκομείο με τους γιατρούς να του λένε ότι έχει καρκίνο.
Μπήκε την επόμενη μέρα στο χειρουργείο, αλλά βγήκε άμεσα. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Του ανακοίνωσαν πως έχει ζωή για κάτι περισσότερο από 6-7 εβδομάδες. Η γυναίκα του, η 45χρονη Ρία, ζήτησε από τους οπαδούς της Φέγενορντ δύο εισιτήρια για το ντέρμπι.
Ανεργοι και οι δύο, με την ίδια να έχει σοβαρά προβλήματα υγείας, έχουν δώσει όλα τους τα χρήματα στα νοσοκομεία.
«Ο Ντγέι από μικρό παιδί είχε εισιτήριο διαρκείας, αλλά από τότε που έμεινε άνεργος δεν μπορούσε να αγοράσει. Γνωρίζοντας ότι η τελευταία του επιθυμία ήταν να δει την αγαπημένη του ομάδα, παρακάλεσα χωρίς να το γνωρίζει για δύο εισιτήρια» είπε συγκινημένη χθες η Ρία φαν Σουιλέκομ.
Τα εισιτήρια βρέθηκαν άμεσα και μάλιστα στα επίσημα, με τους οπαδούς της Φέγενορντ να ζητάνε από τους μισητούς αντιπάλους τους της Αϊντχόφεν να αποχαιρετήσουν μαζί τον Ντγέι. Και το έκαναν προκαλώντας ρίγος και συγκίνηση.
Οι κάμερες έπιασαν τον 60χρονο αγκαλιά με τη γυναίκα του, όρθιο και δακρυσμένο (και δεν ήταν ο μόνος), να κοιτάει αποσβολωμένος. Ηταν η τελευταία χαρά της ζωής του...
(http://content-mcdn.sentragoal.gr/filesystem/images/20111206/engine/2011120600330_154227636_type11878.jpg)
-
Είναι μερικές στιγμές στον αθλητισμό -και την ζωή γενικότερα- που όσο και αν προσπαθήσεις να τις μεταφέρεις με λόγια είναι απλά... τόσο δύσκολο.
Δεν ήμουν εκεί, δεν την έζησα από κοντά.
Αλλά έψαξα όταν είδα ένα post στο Facebook σχετικά με την ιστορία ενός ανθρώπου στην Ολλανδία, που πήρε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής του, λίγες μόνο βδομάδες πριν φύγει από την ζωή.
Ο Ντγέι φαν Σουιλέκομ (συγχωρέστε με αν μεταφέρω λάθος το όνομά του), είναι φανατικός οπαδός της Φέγενορντ.
Όπως αναφέρουν τα ολλανδικά Mέσα, στο «De Kuip» δεν είχε χάσει κανένα αγώνα της αγαπημένης του ομάδας εδώ και πολλά χρόνια.
Στο 60ο έτος της ηλικίας του όμως οι πόνοι που είχε για αρκετές ημέρες τον οδήγησαν στο νοσοκομείο πριν από ενάμιση μήνα.
Η διάγνωση ήταν η χειρότερη που μπορούσε να ακούσει... η επάρατη νόσο του είχε χτυπήσει την πόρτα.
Ο 60χρονος, πρώην οδηγός ταξί, ενημερώθηκε από τους γιατρούς ότι έχει ακόμα λίγες εβδομάδες ζωής...
Ένα λεπτό, το καλύτερο δώρο της ζωής του...
Την Κυριακή που μας πέρασε (4/12) η Φέγενορντ αντιμετώπιζε την PSV Αϊντχόφεν στο πιο κλασικό ντέρμπι μίσους της Ολλανδίας με ιστορία που κρατάει πολλά χρόνια πίσω.
Ο Ντγέι είχε ζητήσει από την γυναίκα του σαν τελευταία επιθυμία, να πάει στον συγκεκριμένο αγώνα και να παρακολουθήσει την αγαπημένη του ομάδα από κοντά. Ήξερε ότι δεν θα είχε ξανά αυτή την δυνατότητα.
Οι οικονομικές δυσκολίες από τις συνεχείς θεραπείες και με την γυναίκα του να έχει επίσης προβλήματα υγείας, την ώθησαν στο κοντινό κλαμπ των οπαδών για να ζητήσει δύο εισιτήρια για τον αγώνα.
Η ανταπόκριση των φίλων της Φέγενορντ ήταν άμεση, αλλά εκτός από τα εισιτήρια -που ήταν και στα επίσημα- δεν έκαναν μόνο αυτό.
Μυστικά και από την γυναικά του μίλησαν μέσω των οπαδικών forum και διοργάνωσαν ένα "τελευταίο αντίο" που κανείς τους δεν πρόκειται να ξεχάσει.
Ο Ντγέι με την γυναίκα του ήταν στο γήπεδο και οι οπαδοί περίμεναν υπομονετικά μέχρι το 12ο λεπτό.
Το συγκεκριμένο λεπτό είναι ορόσημο για τους οπαδούς της Φέγενορντ καθώς έτσι είναι η ονομασία τους, ως δωδέκατοι παίκτες της ομάδας (symbol of The Legion, the 12th man of Feyenoord).
Περίπου 43.000 φίλαθλοι με πρωτοστάτες του οπαδούς της Φέγενορντ σήκωσαν τα κασκόλ τους ψηλά, το γήπεδο σίγησε για δευτερόλεπτα και μετά άρχισαν όλοι να τραγουδούν το "You will never walk alone"...
Οι οπαδοί της μισητής PSV Αϊντχόφεν δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια, έκαναν το ίδιο.
Εκείνη την στιγμή το μίσος έδωσε την θέση του στην αγάπη, η αποθέωση ήταν καθολική, η συγκίνηση δύσκολα μπορούσε να περιγραφεί.
Ο Ντγέι φαν Σουιλέκομ μαζί με την γυναίκα του δεν μπορούσαν κρατήσουν τα δακρυά τους και η μοναδική εικόνα που βρήκα στο διαδίκτυο με την 45 ετών συζυγό του να τον κρατάει αγκαλιά αναδεικνύει όσο πιο χαρακτηριστικά μπορεί, το πως έζησαν όλοι τους αυτή την στιγμή:(http://www.woop.gr/sites/default/files/ntei.jpg)
Ο 60χρονος αγκαλιά με την γυναίκα του χωρίς να μπορεί να συνειδητοποίησει τι γίνεται. Αποσβολωμένος. Χαμένος στις σκέψεις και τα συναισθήματα που ένιωθε για εκείνο το λεπτό.
Τα λόγια της Ρία φαν Σουιλέκομ αμέσως μετά, όταν μίλησε στην ολλανδικό Τύπο ήταν συγκινητικά: «Ο Ντγέι από μικρό παιδί είχε εισιτήριο διαρκείας, αλλά από τότε που έμεινε άνεργος δεν μπορούσε να αγοράσει. Γνωρίζοντας ότι η τελευταία του επιθυμία ήταν να δει την αγαπημένη του ομάδα, παρακάλεσα χωρίς να το γνωρίζει για δύο εισιτήρια».
Οι οπαδοί γνωρίζοντας τι επρόκειτο να κάνουν ήταν έτοιμοι στο 12ο λεπτό να αποθανατίσουν την στιγμή. Μερικά ερασιτεχνικά βίντεο μέσα από τις κερκίδες δείχνουν το πάθος με το οποίο τραγούδησαν αυτό που είχαν συμφωνήσει για ένα τόσο σημαντικό σκοπό.
Ήταν ο τελευταίος αγώνας της ζωής του και οι οπαδοί και των δύο ομάδων, παραμερίζοντας το μίσος που έχουν μεταξύ τους, έγιναν ΕΝΑ και έκαναν το καλύτερο δώρο σε ένα συνάνθρωπό τους.
Είναι από τις στιγμές που όσο και αν προσπαθήσεις δεν μπορείς να τις περιγράψεις...
www.woop.gr (http://www.woop.gr)
-
Ποδόσφαιρο...απλά ...
-
Twaalfde minuut: You'll never walk alone voor ernstig zieke fan (http://www.youtube.com/watch?v=mwk6vhGiVKc&fb_source=message#ws)
-
Πολυ συγκινητικο και ανθρωπινο..δειγμα ποδοσφαιρικου πολιτισμου. Οταν επικρατει η ανθρωπια η αντιπαλοτητα (και οχι μισος οπως μας το παρουσιαζουν οι δημοσιογραφοι), παραμεριζετε.
Πολυ καλα τα "Συμφωνω" που πατησαμε στο κειμενο toy Siatrovouni.
Ακομα καλυτερο θα ηταν σε μια αντιστοιχη περιπτωση (χτυπα ξυλο) που θα αφορουσε εναν οπαδο του οφη, σε ματς μαζι τους, να΄χαμε την καρδια, την λεβαντια και τα α.....α να κανουμε κατι αναλογο....να ξεχασουμε για λιγο Ροδους, κοντρες και αντιπαλοτητες (πολλες φορες τεχνητες) και οτι μας χωριζει τοσα χρονια και να δειξουμε οτι πανω και περα απο ολα ειμαστε Ανθρωποι και οχι ανεγκεφαλοι και ανωριμοι οπαδοι!
Δεν με νοιαζει τι θα κανανε οι κρητικοι σε ενα αντιστοιχο ματς (χτυπα ξυλο) για εναν δικο μας οπαδο. Εγω ειμαι ΠΑΣ ΓΙΑΝΝΙΝΑ και με νοιαζει μονο η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ και το ΗΘΟΣ, οσων εχω διπλα μου στις εξεδρες, οσων "μιλαμε" στο φορουμ, οσων αγαπαμε αυτην την ομαδα.
-
Το Τσερνόμπιλ και η χαμένη ευκαιρία της Πρυπιάτ
(http://www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2019/06/40_big-500x375.jpg)
«Chernobyl», η μίνι σειρά-φαινόμενο, του HBO, που αν ασχολείσαι με τηλεοπτικές σειρές δεν είναι δυνατόν να μη την έχεις δει ή, στην χειρότερη των περιπτώσεων, να μην έχεις ακούσει, διαβάσει και ψάξει γι’ αυτή. Το καλό με αυτές τις, εξαιρετικές είναι η αλήθεια, παραγωγές, όταν μιλάμε για τηλεόραση ή κινηματογράφο, είναι αυτό που ακολουθεί όταν αυτές τελειώσουν. Με το κοινό να τις έχει ολοκληρώσει. Και δεν αναφέρομαι στις συζητήσεις μεταξύ των «φίλων» και των «εχθρών», και τις βαθμολογίες σε σελίδες όπως το Imdb, που μας δίνουν -ευτυχώς- το δικαίωμα της ψήφου αλλά και της κριτικής, αλλά για το γεγονός πως, όλοι μας, με πρώτα και καλύτερα σε όλο αυτό τα διαδικτυακά «μαγκαζίνο», αρχίζουμε να ξεψαχνίζουμε κάθε πιθανή, και απίθανη, ιστορία γύρω από το καθετί. Αυτό συμβαίνει εδώ και πολλές μέρες, εννοείται, και με αυτή τη σειρά, σε όλο το διαδίκτυο. Και τι δεν έχουμε διαβάσει γύρω από το φοβερό ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Ιστορίες μοναδικές και ξεχασμένες (ή καλά κρυμμένες) που μικρότεροι, αν και είχαμε ακούσει αμυδρά γι’ αυτές, τις αφήσαμε σε μια γωνιά του μυαλού μας, μέχρι κάτι να τις επαναφέρει και πάλι στο επίκεντρο ώστε, αρκετοί από εμάς, να τις ψάξουμε, επιτέλους, σε βάθος.
Ο Πυρηνικός Σταθμός Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ βρίσκεται στην εγκαταλελειμμένη πλέον κωμόπολη Πρυπιάτ, στην Ουκρανία. Η κωμόπολη ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 και είχε ως σκοπό να εξελιχθεί σε μια τεχνολογικά προηγμένη πόλη. Εκείνα τα χρόνια άλλωστε, και σύμφωνα με τους Σοβιετικούς, η παραγωγή της πυρηνικής ενέργειας ήταν ασφαλέστερη από αυτή του άνθρακα. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία εγκαταστάσεων στην περιοχή του Τσερνόμπιλ και φυσικά στο Πρυπιάτ. Εκεί βρέθηκαν περίπου στους 50.000 νέους κατοίκους, με μέση ηλικία τα 26 έτη, για να ζήσουν και να εργαστούν σε αυτές τις τόσο καινοτόμες, για τον κόσμο, εγκαταστάσεις. Το 1977 το εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ μπήκε σε πλήρη λειτουργία. Το 1986 συνέβη το γνωστό ατύχημα, όταν σε μια καθιερωμένη άσκηση δοκιμών, και μετά από ανθρώπινο λάθος, έγινε η έκρηξη στον αντιδραστήρα 4, έχοντας ως αποτέλεσμα, τις τραγικότερες των συνεπειών για πολλούς ανθρώπους της περιοχής και φυσικά το περιβάλλον, όχι μόνο στην εκεί περιοχή.
(http://www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2019/06/chern-500x333.jpg)
«Ναι βρε φίλε αλλά εδώ γράφουμε για ποδόσφαιρο» θα πείτε πολλοί και δίκιο θα έχετε. Ας περάσουμε λοιπόν σε αυτό το κομμάτι. Αν γράψετε την λέξη «Pripyat» στο Google, και αναζητήσετε φωτογραφίες, απ’ τις πρώτες που θα εμφανιστούν είναι του σταδίου Άβανχαρντ, χωρητικότητας 5.000 θέσεων. Για να το θέσω καλύτερα, του ερειπωμένου σταδίου, μιας και στο Πρυπιάτ δεν κατοικεί κανένας, απ’ το δυστύχημα και μετά. Οι μόνοι που συνεχίζουν τις επισκέψεις αναψυχής, στο μέρος, είναι διάφοροι instagram influencers (!) που ταξιδεύουν ως εκεί, για μια selfie (!) στα ερείπια, έχοντας ως απώτερο σκοπό τα likes (!). Εννοείται πως στα 70s, και στα 80s, στην περιοχή ανθούσε ο αθλητισμός, όπως φυσικά και σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση, και υπήρχαν γήπεδα στίβου, γυμναστήρια, σκοπευτήρια, πισίνες και γήπεδα μπάσκετ, με το ποδόσφαιρο -εννοείται- να κερδίζει τη μερίδα του λέοντος από τους περισσότερους άντρες. Ήταν η περίοδος που κατασκευάστηκαν αρκετά γήπεδα στην περιοχή της Ουκρανίας, όπως και δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες, αρκετές απ’ τις οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και στις μέρες μας, έστω σε μικρές κατηγορίες της Ουκρανίας. Η ομάδα της περιοχής, η Στρόιτελ Πρυπιάτ, δημιουργήθηκε στα μέσα του 1970 και ξεκίνησε να αγωνίζεται στα μικρότερα γήπεδα της περιοχής μιας και το Άβανχαρντ δεν υπήρχε ακόμα. Το γήπεδο ολοκληρώθηκε λίγο πριν το δυστύχημα και, όπως είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, η Στρόιτελ Πρυπιάτ δεν πρόλαβε ποτέ να αγωνιστεί σε αυτό. Όπως φυσικά και καμία άλλη ομάδα.
Ο βασικός υπεύθυνος για την ομάδα της πόλης ήταν ο παρασημοφορημένος με το μετάλλιο Λένιν για τις υπηρεσίες του στο Κομμουνιστικό Κόμμα, Βασίλι Κιζίμα Τροφίμοβιτς. O Τροφίμοβιτς έβλεπε τους εργάτες της περιοχής να δουλεύουν ασταμάτητα και αποφάσισε πως ο καλύτερος τρόπος για να ξεφεύγουν μετά τη δουλειά, και να μη το ρίχνουν στο ποτό, δεν ήταν άλλος απ’ το ποδόσφαιρο. Εκτός όμως των πρωταθλημάτων μεταξύ φίλων, αποφάσισε πως θα έπρεπε να υπάρχει και μια κανονική ομάδα, στην οποία, θα μπορούσαν να αγωνίζονται οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της περιοχής. Κάπως έτσι ξεχύθηκε με τους συνεργάτες του, σε όλες τις γύρω περιοχές, ψάχνοντας για καλούς ποδοσφαιριστές. Κάπως έτσι, η Στρόιτελ Πρυπιάτ έγινε και επίσημα ομάδα, φτάνοντας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να κατακτήσει και το ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της Ουκρανίας. Ο ντόρος που δημιουργήθηκε γύρω απ’ την ομάδα έκανε ακόμα και τον σπουδαίο, πρώην αστέρα της Τσερνομόρετς, Ανατόλι Σέπελ, να αγωνιστεί για την Πρυπιάτ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, φτάνοντάς την ακόμα και μια ανάσα απ’ τις εθνικές κατηγορίες. Το 1985 και μετά από μια επική νίκη με 13-0 επί της Λοκομοτίβ Ζναμένκα αποφασίστηκε πως έπρεπε να αλλάξουν έδρα. Το Άβανχαρντ θα άνοιγε τις πόρτες του επισήμως την Πρωτομαγιά του ’86, στην γιορτή της μέρας του εργάτη, και όπως ήταν φυσικό, αυτό θα ήταν και το καλύτερο δώρο σε όλους τους εργάτες της περιοχής που λάτρευαν το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό.
(http://www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2019/06/10-1-500x343.jpg)
Στις 26 Απριλίου του 1986, την ίδια μέρα με το πυρηνικό δυστύχημα, η Στρόιτελ Πρυπιάτ θα έπαιζε στον ημιτελικό του Κυπέλλου ερασιτεχνών. Όπως ήταν λογικό η αναμέτρηση ακυρώθηκε όπως και όλες οι αγωνιστικές δραστηριότητες της περιοχής. Οι παίκτες έμαθαν για την ακύρωση καθώς βρίσκονταν στο γήπεδο, για ζέσταμα, και έφυγαν από αυτό με ελικόπτερο. Το ελικόπτερο μάλιστα είχε προσγειωθεί στο κέντρο του γηπέδου και οι θεατές για μια στιγμή νόμισαν πως αυτό ήταν μέρος ενός πρωτόγνωρου θεάματος, γι’ αυτούς, από αυτά που μάθαιναν, και ίσως έβλεπαν, αν ήταν τυχεροί, «στα κλεφτά», για σπουδαία αθλητικά, και όχι μόνο, γεγονότα του Δυτικού πολιτισμού.
Οι σειρήνες και ο βίαιος τρόπος που οι στρατιώτες τους έριξαν στο ελικόπτερο, φορώντας ακόμα τις ιδρωμένες ποδοσφαιρικές τους στολές, τους έκανε να συνειδητοποιήσουν πως κάτι πολύ κακό είχε συμβεί. Δυστυχώς, είχαν δίκιο. Η περιοχή άδειασε σε μερικές ώρες. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να φύγουν και άφησαν την τελευταία τους πνοή, παλεύοντας για ώρες, και μέρες, αρκετοί από αυτούς, με αφόρητους πόνους. Στους δρόμους τα πρόσωπα των ανθρώπων ήταν στα πρόθυρα του εφιάλτη. Πρόσωπα γεμάτα αμηχανία. Μια αμηχανία που έδωσε πολύ γρήγορα τη θέση της στην θλίψη και την αβεβαιότητα. Πρόσωπα γεμάτα φόβο, πόνο και αυτές τις «φανταστικές μυρωδιές» που περιέγραψε τόσο τέλεια ο Ρεμπώ στο ποίημα των φωνηέντων. To τοπίο έγινε θλιβερό σε διάστημα ολίγων ημερών και οι άνθρωποι της περιοχής έγιναν πολύ γρήγορα μέρος αυτού του άρρωστου τοπίου. Αυτού του νεκρού τοπίου που δεν θα έβρισκε ποτέ ξανά τη χαρά, το φως, τη ζωντάνια, το χαμόγελο, το δικαίωμα στο όνειρο. Την ίδια τη ζωή.
Η Στρόιτελ Πρυπιάτ επέστρεψε και πάλι το 1987, με άλλο όνομα και πολλούς νέους ποδοσφαιριστές, πριν διαλυθεί το 1988 με όλους τους παίκτες να φεύγουν, για άλλες ομάδες, και αρκετούς από αυτούς να αφήνουν τη χώρα, σιγά σιγά, τα επόμενα χρόνια. Μετά την πτώση του Κομμουνισμού, η ομάδα επέστρεψε ως Στρόιτελ Σλάβουτικ, το 1994, και συνεχίζει έτσι μέχρι και τις μέρες μας. Για τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης της εποχής, θα είναι για πάντα εκείνη η εξαιρετική ομάδα που δεν κατάφερε ποτέ να κάνει το βήμα παραπάνω, και να ξεφύγει από τις ερασιτεχνικές κατηγορίες, σε μια περίοδο που έδειχνε ικανή και ώριμη για να το καταφέρει. Η ομάδα που δεν αγωνίστηκε ποτέ στο νέο και σύγχρονο γήπεδό της. Το γήπεδο που θα την ανέβαζε τουλάχιστον ένα επίπεδο από μόνο του και θα της έδινε την απαιτούμενη ώθηση ώστε να αρχίσει να κάνει όνειρα για μεγαλύτερες κατηγορίες, με την ανερχόμενη περιοχή, να βοηθάει υπερβολικά σε αυτό το εγχείρημα. Τα συντρίμμια του Άβανχαρντ, και το Τσερνόμπιλ, απ’ την άλλη, θα μας θυμίζουν για πάντα αυτή την τόσο θλιβερή ιστορία για την χώρα, την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο, σε μια περίοδο που τα πάντα άλλαξαν τόσο απότομα .
sombrero.gr
-
Μια τέτοια μέρα πριν από 12 χρόνια η Σταυρούλα Σοφοκλέους έχασε τον άντρα της, μαζί με τον οποίο, εκτός όλων των άλλων, παρακολουθούσε ανελλιπώς την πορεία της Ανόρθωσης. Σήμερα το πρωί η 94χρονη πήρε τη σύνταξη της, επισκέφτηκε τη μπουτίκ της ομάδας, αγόρασε 5 εισιτήρια διαρκείας για το πέταλο και ζήτησε να δοθούν σε 5 πιτσιρικάδες που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα αγοράσουν.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/66517925_10157865490305931_3299007385565134848_n.jpg?_nc_cat=103&_nc_oc=AQnZav2No2v1CAxqE6DSQrhcfCYrzgs_pk8enu1pExA2NLBXaYqxHr5vrpKbgvMTBo8&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=d014126c642340f673c0fff9bbe2e8f4&oe=5DAE9B00)
El Sombrero
-
Ένα πέναλτι πριν τον πόλεμο
(http://www.gazzetta.gr/sites/default/files/styles/fullwidth_cropped/public/article/2019-06/gettyimages-1268447.jpg?itok=HCiakIa8)
Στις 30/06 του 1990 η Γιουγκοσλαβία αποκλείστηκε στα πέναλτι του Μουντιάλ της Ιταλίας από την Αργεντινή, χάνοντας την ευκαιρία να αλλάξει τη μοίρα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου και ίσως της ίδιας της ύπαρξης. Του Θάνου Σαρρή.
Αυτά τα «what if» στον αθλητισμό. Αμείλικτα, αχαλίνωτα. Τι θα γινόταν αν ο Ντράζεν δεν σκοτωνόταν στο τροχαίο; Αν ο Ντιέγο δεν πιανόταν ντοπέ; Αν ο Ρονάλντο ήταν καλά στον τελικό της Γαλλίας; Επιτρέπουν στο συλλογικό φαντασιακό να δημιουργήσει αξίες, να χαράξει μονοπάτια της ιστορίας που για μια σύμπτωση, ή για λεπτομέρεια, δεν έγιναν κεντρικοί δρόμοι. Όπως για παράδειγμα, ένα πέναλτι.
Η Εθνική Γιουγκοσλαβίας αποτελεί ένα τεράστιο «what if» του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Από το Μουντιάλ Νέων του 1987, που η ομάδα «κατέβηκε» στη Χιλή μόνο και μόνο για να μην υπάρξουν κυρώσεις και πήρε την κούπα, μέχρι το Euro του 1992, όπου ο πόλεμος της στέρησε τη συμμετοχή, η Δανία πήρε τη θέση της συγκεντρώνοντας παίκτες από τις παραλίες και έφτασε στην κατάκτηση του τίτλου. Σε αυτή την πενταετία οι ζυμώσεις που οδήγησαν στον πόλεμο και τη διάλυση κορυφώθηκαν. Στα μέσα τους, ωστόσο, υπήρχε μια ομάδα που κάποιοι πιστεύουν ακόμα ότι μπορούσε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας. Και μια μέρα σαν τη σημερινή, στο Αρτέμιο Φράνκι της Φλωρεντίας, χάθηκε για πάντα.
O Γιάρνι, ο Προσινέτσκι, ο Σούκερ, ο Μπρνόβιτς προστέθηκαν από την ομάδα του '87 στους μεγαλύτερους Κάτανετς, Σαμπανάτζοβιτς, Στοΐκοβιτς, Γιόζιτς, Πάντσεβ, Μπόκσιτς, Βιούγοβιτς, Σαβίσεβιτς και άλλους, δίνοντας στον Ίβιτσα Όσιμ την δυνατότητα να δημιουργήσει μια ομάδα γεμάτη ατομική ποιότητα και ελεύθερο ποδόσφαιρο, το οποίο εντυπωσίασε τους ουδέτερους στα γήπεδα της Ιταλίας. Οι Βαλκάνιοι έφτασαν στη χώρα έχοντας υποσκελίσει τη Γαλλία, χωρίς ήττα στα οκτώ ματς των προκριματικών. Γεμάτοι αυτοπεποίθηση, αλλά και με με τα πόδια να μην πατούν στο έδαφος, προσγειώθηκαν απότομα στο Σαν Σίρο με μια τεσσάρα από την Δυτική Γερμανία. Στη συνέχεια, αναδείχθηκαν ισόπαλοι 1- με την Κολομβία και πέρασαν στα νοκ άουτ συντρίβοντας τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Απέναντι στους Κολομβιανούς, αστόχησε σε πέναλτι ο αρχηγός Φαρούκ Χατζιμπέγκιτς. Η απώλεια δεν είχε κόστος, δεν προκάλεσε κάποιον πρόωρο αποκλεισμό. Θα στοίχειωνε για πάντα όμως τον μετέπειτα παίκτη της Σοσό, ο οποίος φιλοξενούσε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο σπίτι του πρόσφυγες. «Σήμερα πιστεύω ότι καταλαβαίναμε αυτό που αισθάνονταν πίσω στη χώρα. Τότε το λαμβάναμε σαν κάτι νορμάλ, ωστόσο τα πράγματα άλλαζαν, οι οικογένειές μας υπέφεραν. Ο Ίβιτσα Όσιμ προσπαθούσε ώστε να μην επηρεαστούμε, ωστόσο ήταν πολύ δύσκολο. Είναι αλήθεια ότι τότε δεν υπήρχαν οι τεχνολογίες που έχουμε τώρα, όμως τελικά μάθαινες τι γινόταν στην πατρίδα από τη γυναίκα σου ή οποιονδήποτε συγγενή είχε έρθει στην Ιταλία. Πολλοί από τους παίκτες της εθνικής έπαιζαν ακόμα στη Γιουγκοσλαβία και μιλούσαν με συμπαίκτες. Ήταν μια δύσκολη κατάσταση», θυμάται ο παλαίμαχος στόπερ. «Όταν παίζαμε στην Ιταλία ακόμα δεν είχε συμβεί τίποτα, αλλά μιλούσαμε για πράγματα εκτός ποδοσφαίρου. Υπήρχαν συζητήσεις για μια πιθανή διάλυση, άκουγες πράγματα. Μεταξύ μας προσπαθούσαμε να μην μιλάμε γι' αυτά, αλλά ακούγαμε πολλά. Μετά την Ιταλία, ήταν σαν η σύγκρουση να απελευθερώθηκε..», έλεγε στη συνέχεια ο Γιάρνι.
Πρώτος νοκ άουτ αντίπαλος η Ισπανία. Με τον Στοΐκοβιτς μεγάλο πρωταγωνιστή, η Γιουγκοσλαβία πέρασε στην παράταση. Απέναντί της, ο μεγάλος νικητής του clasico Βραζιλία - Αργεντινή. Η Αλπισελέστε του Μαραντόνα και του Κανίγια κατάφερε να αποκλείσει για πρώτη φορά στην ιστορία της Σελεσάο, για να γίνει σύνθημα στα χείλη των Αργεντινών. Η εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας έδειχνε έτοιμη για την έκπληξη που χρειαζόταν τόσο πολύ πίσω στα εδάφη της. Η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται δύσκολη. «Αυτό θα έπρεπε να είναι το μεγαλύτερο παιχνίδι, αλλά διεξήχθη τη λάθος στιγμή, επειδή είχαμε πολλά άλλα προβλήματα και η ομάδα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί», έλεγε ο Όσιμ, τονίζοντας ότι ο Σρέτσκο Κάτανετς του ζήτησε να μην τον χρησιμοποιήσει, λόγω των απειλών που υπήρχαν για την οικογένειά του στη Σλοβενία, η οποία μαζί με την Κροατία αποτελούσαν τις πιο πλούσιες χώρες της Ομοσπονδίας και η πρώτη που αποσχίστηκε. Τα εθνικιστικά κινήματα στις χώρες της Ομοσπονδίας θέριευαν και λίγους μήνες πριν τη διοργάνωση το γυαλί είχε σπάσει, όταν στο τελευταίο συνέδριο της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομουνιστών οι Σλοβένοι και οι Κροάτες αντιπρόσωποι αποχώρησαν απογοητευμένοι. Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της Κροατίας, Σέρβοι εθνικιστές δημιούργησαν αυτόνομη κοινότητα, η οποία οδήγησε στη λεγόμενη «επανάσταση των κορμών». Η κατάσταση μύριζε μπαρούτι.
Χωρίς τον Κάτανετς, λοιπόν και με τον Σαμπανάτζοβιτς να αποβάλλεται στο 31', οι Βαλκάνιοι κράτησαν το ματς στο 0-0 και οδηγήθηκαν στα πέναλτι. Ο Στοΐκοβιτς έστειλε την μπάλα στο δοκάρι και στην τελευταία προσπάθεια, ο Χατζιμπέγκιτς είδε τον Γκοϊκοετσέα να πιάνει την δική του εκτέλεση. Η Αργεντινή ήταν στα ημιτελικά. Η Γιουγκοσλαβία στα χαρακώματα.
Ο Όσιμ έχει δηλώσει πως εκείνο το πέναλτι αποτελεί τη μία από τις δύο σκέψεις που τον επισκέπτονται κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί. Η άλλη, είναι οι δύο φορές που είπε όχι στη Ρεάλ Μαδρίτης. «Ακόμα αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν περνούσαμε την Αργεντινή. Ίσως είμαι υπερβολικά αισιόδοξος, αλλά πιστεύω πως τα πράγματα στη χώρα θα ήταν διαφορετικά αν παίζαμε στον τελικό ή κατακτούσαμε το Μουντιάλ. Ίσως δεν ξεσπούσε ο πόλεμος. Όποτε ξαπλώνω στο κρεβάτι τη νύχτα, το σκέφτομαι». «Στη χώρα μας ζούσαν με μεγάλη ένταση εκείνο το παγκόσμιο Κύπελλο και το θυμούνται ακόμα. Όποτε επιστρέφω για διακοπές, υπάρχει κόσμος που με σταματά στο δρόμο και μου λέει "αν είχες ευστοχήσει σε εκείνο το πέναλτι.... Κανείς δεν ξέρει τι θα είχε συμβεί, αλλά ήμασταν έτοιμοι να κατακτήσουμε το Μουντιάλ και νομίζω πως όλα θα ήταν διαφορετικά..»
Στις 13 Μαΐου του 1990, στο Μαξιμίρ ο εμφύλιος ξεκινούσε ανεπίσημα μέσα από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα της Ντιναμό Ζάγκρεμπ με τον Ερυθρό Αστέρα. Ήταν και ο λόγος που ο Μπόμπαν δεν βρέθηκε με την ομάδα του Όσιμ στα γήπεδα της Ιταλίας. Θα μπορούσε το ίδιο άθλημα να τον «παγώσει», ενάμιση μήνα αργότερα; Ένα χαμένο πέναλτι δεν μας άφησε να το μάθουμε ποτέ...
gazzetta.gr
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2019/06/imago40914356h.jpg)
Τα παιδιά του “Μαραντόνα των Καρπαθίων”
Ήταν Οκτώβριος του 1998 όταν σε ένα μαιευτήριο της Κωνσταντινούπολης γεννήθηκε ένα αγοράκι που οι γονείς του το έβγαλαν Ιάνις. Παρ’ ότι γεννήθηκε στην Τουρκία, δεν είχε καταγωγή από εκεί. Ο πατέρας του όμως ήταν από τους πιο δημοφιλείς ανθρώπους στην πόλη. Τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή της πλευρά, εκεί στο Γαλατά. Ο Γκεόργκι Χάτζι αφού άφησε την Ισπανία στην οποία έβγαλε το ψωμί του για αρκετά χρόνια παίζοντας στη Ρεάλ και την Μπαρσελόνα, μετακόμισε στη Γαλατασαράι για τα τελευταία ένσημα.
¨Η έτσι πίστεψαν πολλοί. Ο Μαραντόνα των Καρπαθίων δεν είχε πάει εκεί όμως απλά για τα χρήματα. Ήθελε να αποδείξει ότι δεν είχε τελειώσει. Κι αν τα πρωταθλήματα και τα κύπελλα που κατέκτησε στην Τουρκία δεν είναι ίδιας αξίας με την Πριμέρα ή τη Σέριε Α (μια που πέρασε και από την Μπρέσια), ήρθε το 2000 για την μεγαλύτερη διασυλλογική επιτυχία της Τουρκίας. Η Γαλατά πέρασε τη Ραπίντ Βιέννης, μπήκε στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ και εκεί μετά από μία αμφίρροπη μάχη, πέρασε τη Μίλαν και κατέκτησε την 3η θέση, πίσω από την Τσέλσι και τη Χέρτα. Για έναν βαθμό δεν κατάφερε να συνεχίσει, αλλά μάλλον αυτό ήταν ό,τι καλύτερο της συνέβη ποτέ. Η Γαλατά, με παίκτες όπως ο Ταφαρέλ, ο Χακάν Σουκούρ, ο Χασάν Σας, ο Οκάν και φυσικά με ηγέτη τον Χάτζι, συνέχισε στο ΟΥΕΦΑ κι απέκλεισε Μπολόνια, Ντόρτμουντ, Μαγιόρκα και τη Λιντς, φτάνοντας στον τελικό με την Άρσεναλ. Εκεί που μετά από 120′ χωρίς γκολ, κατέκτησε το τρόπαιο στα πέναλτι απέναντι στην Άρσεναλ. Ο Χάτζι είχε φροντίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του, αυτή τη φορά όμως όχι αγωνιστικά. Ο Τόνι Άνταμς έκοψε την ντρίμπλα του, οι δύο παίκτες μπλέχτηκαν μεταξύ τους, ο έμπειρος Άνταμς εκνεύρισε τον ευερέθιστο Χάτζι με κάποια μικροχτυπήματα κι ο Ρουμάνος χτύπησε για τα καλά τον γερο-Τόνι. Ο διαιτητής Νιέτο έδειξε την απευθείας κάρτα.
Ο Ιάνις Χάτζι ήταν 1,5 έτους τότε και δύσκολο να θυμάται πολλά. Ο πατέρας του συνέχισε ακόμα μια σεζόν στην Πόλη, αποχώρησε όχι ως τελειωμένος, αλλά ως ίνδαλμα της Γαλατά. Ο απίστευτα προικισμένος ποδοσφαιριστής Χάτζι έκλεισε μια τεράστια καριέρα με πολλούς τίτλους και φυσικά ένα υπέροχο Μουντιάλ το 1990 με εξαιρετικά γκολ και ηγετική παρουσία. 124 φορές έπαιξε με τη Ρουμανία και έγινε πρώτος σκόρερ της. Άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του όχι μόνο στο ποδόσφαιρο της Ρουμανίας, αλλά σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό, σε μια περίοδο που τα Βαλκάνια έβγαζαν σπουδαίους παίκτες.
Η προπονητική του καριέρα δεν ήταν όμως εξίσου επιτυχημένη. Όπως συχνά συμβαίνει σε θρύλους του ποδοσφαίρου, ίσως βιάστηκε, ίσως δεν “σκότωσε” γρήγορα τον ποδοσφαιριστή μέσα του. Ένα κύπελλο Τουρκίας με τη Γαλατά δεν ήταν αρκετό για να κρατήσει τη θέση του εκεί. Τα περάσματά του από την Μπούρσασπουρ, την εθνική Ρουμανίας, τη Γαλατά (δύο φορές), τη Στεάουα ήταν στην καλύτερη περίπτωση μέτρια. Τα πράγματα έδειχναν ότι ο Χάτζι θα έμενε στην ιστορία σαν ένας τεράστιος ποδοσφαιριστής, αλλά όχι κάτι παραπάνω. Σαν τον Ντιέγκο ας πούμε.
Το 2009 ιδρύει τη Βιτόρουλ στην Κωστάντζα και ξεκινά από τη 3η κατηγορία της Ρουμανίας. Το σκεπτικό του είναι φτιάξει ακαδημίες και να μαθαίνει μπάλα στα παιδιά, να βγάζει νέα ταλέντα, να μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του, να κάνει κάτι διαφορετικό. Διαφορετικό χι μόνο για τη Ρουμανία, αλλά και για πολλές χώρες. Η Βιτόρουλ ανεβαίνει αμέσως στη Β’ εθνική και μετά από άλλα δύο χρόνια εκεί, κερδίζει την άνοδό της στην Α’ εθνική της χώρας. Δεν ήταν όμως όλα ρόδινα στο “success story” του Χάτζι. Οι ακαδημίες δούλευαν σωστά, η ομάδα βελτιωνόταν, αλλά τα οικονομικά προβλήματα ήταν μεγάλα. Τα έσοδα του συλλόγου πενιχρά και τα δάνεια που είχε πάρει ο Χάτζι αποτελούσαν πρόβλημα. Η ομάδα έδειξε ανέτοιμη και πάλεψε για τη σωτηρία της, την οποία κέρδισε την τελευταία στιγμή νικώντας την Στεάουα FC FCSB του Τζίτζι Μπεκάλι σε ένα ματς για το οποίο ακούστηκαν πολλά.
Θεούλης Χάτζι διώχνει το γιατρό της ομάδας και λέει στον παίκτη του να μην κάνει καθυστέρηση.
Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο Χάτζι αποφασίζει σε μια στιγμή βαλκανικού μεγαλείου να γίνει εκτός από ιδιοκτήτης και πρόεδρος, πλέον και προπονητής της ομάδας. Η διαφορά είναι ότι δεν το έκανε από ψώνιο παραγοντισμού, είχε εμπειρία και αποφάσισε ότι αυτός ήταν ο κατάλληλος. Και τελικά δικαιώθηκε. Η Βιτόρουλ σώθηκε την πρώτη χρονιά του πιο άνετα και τη δεύτερη τερμάτισε 4η στην κανονική περίοδο, κερδίζοντας τελικά έξοδο στην Ευρώπη. Ένα χρόνο αργότερα τρέλανε τη χώρα καταφέροντας να κερδίσει το πρωτάθλημα. Μια ομάδα με μόλις 8 χρόνια ζωής, βασισμένη σε συντριπτικό ποσοστό σε νέους παίκτες, βγαλμένους από τα σπλάχνα της. Οι “μεταγραφές” της εκείνη τη σεζόν κόστισαν 50 χιλιάδες Ευρώ, ενώ οι πωλήσεις της έφεραν στο ταμείο περίπου 8 εκατομμύρια. Κάτι παρόμοιο γίνεται κάθε σεζόν. “Τα παιδιά του Χάτζι” έγιναν brand name στη Ρουμανία.
Είναι προφανές ότι στο ποδόσφαιρο του 2019 τίποτα δεν κινείται χωρίς τους μάνατζερς και ο Χάτζι κατάφερε να δικτυωθεί αρκετά, αλλά μια ομάδα με σκάρτα δέκα χρόνια ζωής δεν γίνεται να μην έχει κάνει και δουλειά, όταν βγάζει συνέχεια παίκτες και καταφέρνει να τερματίζει και ψηλά. Κι οι αποδείξεις είναι μπροστά μας. Ο μικρούλης Ιάνις έχει φτάσει τα 20 του και παρά το αποτυχημένο πέρασμα από τη Φιορεντίνα, είναι ξανά σε εξαιρετική κατάσταση. Πολλοί θα μιλήσουν για νεποτισμό, ειδικά από τη στιγμή που ο Ιάνις Χάτζι είναι σε μια τέτοια ηλικία αρχηγός της Βιτόρουλ στην οποία επέστρεψε. Ο Ιάνις όμως έβαλε 10 γκολ στο πρωτάθλημα και κατέκτησε το δεύτερο τρόπαιο της ομάδας, το κύπελλο Ρουμανίας, δείχνοντας συχνά εξαιρετικά στοιχεία, σκοράροντας μέχρι κι από απευθείας κόρνερ.
Της μιλάει της μπάλας ο μικρός
Και πλέον είναι από τα αστέρια της K21 της Ρουμανίας, μιας ομάδας που λίγοι περίμεναν, αλλά κατάφερε να φτάσει στα ημιτελικά του Euro U21 όπου κι αντιμετώπισε τη Γερμανία, παλεύοντας μέχρι το τέλος. Μια Ρουμανία που δεν έφτασε τυχαία μέχρι εδώ. Πέρασε από ένα προκριματικό όμιλο με ομάδες όπως η Πορτογαλία, η Ελβετία κι η Βοσνία, έχοντας δεχτεί μόλις 4 γκολ (το καλύτερο ρεκόρ). Και στην τελική φάση, έμεινε αήττητη στον όμιλό της κερδίζοντας με 4-1 την Κροατία, με 4-2 την Αγγλία και φέρνοντας ισοπαλία με τη Γαλλία.
Αλλά δεν είναι μόνο ο Ιάνις η απόδειξη για το έργο του πατέρα του. 11 παίκτες από τους 23 της Ρουμανίας έχουν περάσει από τις ακαδημίες του Χάτζι και τη Βιτόρουλ. Ο τίτλος “τα παιδιά του Χάτζι” δεν είναι καθόλου υπερβολικός. Κι η ποδοσφαιρική Ρουμανία χρωστάει πολλά στον Γκεόργκι, όπως βέβαια και στην απόφαση της Ομοσπονδίας που “υποχρεώνει” τις ομάδες να έχουν έναν παίκτη κάτω των 21 σε κάθε ματς. Ο Ιάνις έχει ανεβάσει ξανά τις μετοχές του και αρκετά από τα άλλα παιδιά μπορεί να βρουν μεταγραφές. Η Ρουμανία δεν είναι ένα πυροτέχνημα. Η δουλειά που γίνεται στη Βιτόρουλ είναι μοναδικό φαινόμενο και σε μια χώρα όπως η Ρουμανία κάνει τεράστια διαφορά (ας μην πούμε στο κλισέ να κάνουμε σύγκριση με την Ελλάδα, τα πράγματα μιλάνε από μόνα τους). Όσοι γνωρίσαμε τον Χάτζι ως ποδοσφαιριστή να οδηγεί την εθνική Ρουμανίας σε πολλές διοργανώσεις, δεν θα φανταζόμασταν ότι η μεγαλύτερη προσφορά του στο ποδόσφαιρο της χώρα θα ερχόταν περίπου 20 χρόνια αργότερα.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
-
Ο Λούκας Γκβιάζντα αγωνίζεται ως επιθετικός στη 2η κατηγορία της Β. Ιρλανδίας. Την προηγούμενη εβδομάδα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του, καθώς δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο τη μέρα της δικής του. Ο θεούλης Γκβιάζντα δεν φάνηκε να πτοείται πάντως από αυτό και εχθές έδωσε κανονικά το παρών στο παιχνίδι πρωταθλήματος της ομάδας του, όπου και σκόραρε. Ποια ήταν η αντίπαλος; Η PSNI, η ομάδα ποδοσφαίρου της αστυνομίας της Β. Ιρλανδίας!
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/70637505_10158044083090931_5738132781980975104_n.jpg?_nc_cat=100&_nc_oc=AQnhBYU1dhskcI1HmB3v5f31Z913zypfHBmkB0zvrplin4WUlwd8hZ7ptqzyzbz13KA&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=d9dd7174cc204f474a0b9a9a2da4e9f6&oe=5E374D30)
El Sombrero
Θεούλης
-
Φωτογραφία με νόημα για όποιον θέλει και μπορεί να καταλάβει..
Ο Βαιναλντουμ σκοράρει ο Ντε Γιονγκ τον πλησιάζει και πανηγυρίζουν μ'αυτον εδώ τον τρόπο.
Λένε και λέμε..ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΡΑΤΣΙΣΜΌ.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/75552880_2675862332467885_6750866785974616064_n.jpg?_nc_cat=108&_nc_oc=AQn-g-0bDcBdJlMFGiBJZZXOKeyGT5giyc9zGa_fu2Bgj2z_BkMQAUCqzxgG3MdJ5Qc&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=7585fcc8bd5b9f808b6e220120302dd0&oe=5E49DC0A)
Dieci
-
3η κατηγορία Τουρκίας. Πέναλτι στο 90'. Ο τερματοφύλακας το πιάνει. Ο διαιτητής του δείχνει κάρτα γιατί βγήκε εκτός εστίας πριν την εκτέλεση και δίνει επανάληψη. Ο τερματοφύλακας το πιάνει ξανά! Πάλι επανάληψη, πάλι κάρτα και αποβολή. Στο τέρμα κάθεται ένας αμυντικός. Την κατάληξη της φάσης την φαντάζεστε...
https://www.facebook.com/sombrerogr/videos/498206660894006/
El Sombrero
-
1932. Μια οικογένεια Βλάχων από την Καβάλα αναγκάζεται να μεταναστεύσει στη Ρουμανία. Εκεί σ'ένα χωριό στα ανατολικά της χώρας θα γεννηθεί στις 5 Φλεβάρη του 1965 o Γκεόργκε Χάτζι που θα αγαπήσει το ποδόσφαιρο χάρη στον βοσκό παππού του που του έκανε δώρο την πρώτη αυτοσχέδια μπάλα. Τρεις δεκαετίες μετά θα οδηγήσει τη Ρουμανία στους '8' του Μουντιάλ και θα γίνει θρύλος όχι μόνο της χώρας αλλά και των Βαλκανίων.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/83289301_10158452760750931_4833146480808165376_n.jpg?_nc_cat=101&_nc_ohc=So2n4dj7RR8AX-YSzoz&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=a214beeb72c1528797aca1e4cfb49e76&oe=5EB7A780)
El Sombrero
-
Επίσης μεταγραφικό θρίλερ κάθε καλοκαιριού, για καμμια δεκαετία :P
-
1932. Μια οικογένεια Βλάχων από την Καβάλα αναγκάζεται να μεταναστεύσει στη Ρουμανία. Εκεί σ'ένα χωριό στα ανατολικά της χώρας θα γεννηθεί στις 5 Φλεβάρη του 1965 o Γκεόργκε Χάτζι που θα αγαπήσει το ποδόσφαιρο χάρη στον βοσκό παππού του που του έκανε δώρο την πρώτη αυτοσχέδια μπάλα. Τρεις δεκαετίες μετά θα οδηγήσει τη Ρουμανία στους '8' του Μουντιάλ και θα γίνει θρύλος όχι μόνο της χώρας αλλά και των Βαλκανίων.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/83289301_10158452760750931_4833146480808165376_n.jpg?_nc_cat=101&_nc_ohc=So2n4dj7RR8AX-YSzoz&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=a214beeb72c1528797aca1e4cfb49e76&oe=5EB7A780)
El Sombrero
Αν είχε γεννηθεί στην Ελλάδα θα τον έλεγαν Γιώργο Χατζή;
Μεγάλος παιχταράς πάντως!
-
Το πιο πολυσχολιασμένο γήπεδο αυτής της εβδομάδας στο ίντερνετ βρίσκεται στην πόλη Κβαρέλι στη Γεωργία και για να ψαρώνουν οι αντίπαλοι αντί για κερκίδες έχει αρχαία τείχη!
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/85101303_10158483767575931_4143933710179237888_n.jpg?_nc_cat=105&_nc_ohc=dktwNd57lJAAX_zzjgH&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=22262de1c814dbacd8682ac2c8b65ad9&oe=5ECD594E)
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/85123151_10158483797380931_4906665136820846592_n.jpg?_nc_cat=103&_nc_ohc=40MAc943csEAX-psTuv&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=b71ba45f61659703000a785ea6e0511b&oe=5EFCE01F)
El Sombrero
Επόμενος στόχος το κάστρο να αποκτήσει το δικό του γήπεδο
-
Μέχρι πριν λίγα χρόνια έπαιζε στην 3η κατηγορία και είχε απλήρωτους τους πάντες. Σήμερα η ΛΑΣΚ ετοιμάζεται να αποκαθηλώσει την πανίσχυρη και μόνιμη πρωταθλήτρια Αυστρίας Ρεντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ, την ίδια ώρα που διεκδικεί απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μια θέση στα προημιτελικά του Γιουρόπα!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/03/Copy-of-%CE%9B%CE%9F%CE%A5%CE%9A%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%A5.png)
Απ’ τ’ αλώνια στα σαλόνια: Η ιστορία της ΛΑΣΚ
Αύγουστος 2018. Ο Απόλλων Σμύρνης ανακοινώνει την απόλυση του Βαλεριέν Ισμαέλ μια μόλις αγωνιστική μετά την έναρξη της σεζόν! Ο Γάλλος προπονητής, που δεν κατάφερε όχι παρέλαση να προλάβει αλλά ούτε καν την έναρξη της σχολικής χρονιάς, θα αποχωρήσει από την Ελλάδα κατηγορώντας τη διοίκηση του Απόλλωνα ότι προσπάθησε να παρέμβει στο έργο του, λέγοντας του ποιους παίκτες να βάλει και τι αλλαγές να κάνει. Μέσα στους επόμενους μήνες από τον πάγκο της ‘Ελαφράς Ταξιαρχίας’ θα περάσουν αρκετοί ακόμα τεχνικοί και η σύντομη παρουσία του Ισμαέλ εκεί θα ξεχαστεί πολύ γρήγορα.
Μάρτιος 2020. Ο Βαλεριέν Ισμαέλ βλέπει την ομάδα του στην κορυφή του αυστριακού πρωταθλήματος και ετοιμάζεται για δυο πολύ μεγάλα παιχνίδια απέναντι στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για μια θέση στα προημιτελικά του Γιουρόπα Λιγκ. O Γάλλος, που θα κλείσει σε λίγους μήνες ένα χρόνο παρουσίας στον πάγκο της ΛΑΣΚ Λιντς, βρήκε στην Αυστρία όλα αυτά που δεν είχε στην Ελλάδα και κατάφερε μέσα σε μερικούς μήνες να γράψει το όνομα του με χρυσά γράμματα στην ιστορία της Λίντσερ, όπως είναι το κανονικό όνομα του συλλόγου που οι περισσότεροι αποκαλούν απλά ΛΑΣΚ. Η αλήθεια όμως είναι ότι χρωστάει πολλά στον προκάτοχο του, Όλιβερ Γκλάσνερ, τον Αυστριακό προπονητή που τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια έβαλε τα θεμέλια για να κάνει η ΛΑΣΚ φέτος την υπέρβαση αλλά και στο γκρουπ επενδυτών με την ονομασία ‘Φίλοι της ΛΑΣΚ’ που πριν λίγα χρόνια κυριολεκτικά έσωσαν την ομάδα.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/03/lask3-600x339.jpg)
Δεκέμβριος 2013. Η ΛΑΣΚ βρίσκεται στην 3η κατηγορία αφού τον Απρίλιο του 2012 η ομοσπονδία αρνήθηκε να της χορηγήσει πιστοποιητικό συμμετοχής για τη 2η κατηγορία, μιας και τα οικονομικά της ήταν σε τραγική κατάσταση. Με ορατό το ενδεχόμενο της διάλυσης, καθώς όλοι στο σύλλογο ήταν απλήρωτοι για μήνες και τα έσοδα δεν έφταναν ούτε για να καλύψουν τα έξοδα του γηπέδου, μερικοί οικονομικά εύρωστοι φίλαθλοι της ένωσαν τις δυνάμεις τους, έδωσαν τα απαιτούμενα χρήματα και ανέλαβαν τη διαχείριση της μια μέρα πριν από τα Χριστούγεννα. Χάρη σ’αυτούς τους 14 επιχειρηματίες (αργότερα προστέθηκαν άλλοι 4 στο εγχείρημα) το… κάρο της ΛΑΣΚ ξεκόλλησε επιτέλους από τη λάσπη των γραφικών γηπέδων των ερασιτεχνικών κατηγοριών της Αυστρίας.
Μέσα στα επόμενα χρόνια με αργά αλλά σταθερά βήματα, και χωρίς να κάνουν ούτε ένα οικονομικό άνοιγμα που δεν θα μπορούσε να αντέξει η τσέπη τους, τα νέα αφεντικά της ομάδας επανέφεραν το σύλλογο στις επαγγελματικές κατηγορίες. Το 2014 η ΛΑΣΚ επέστρεψε στη 2η κατηγορία και το 2017, μετά από μια εκπληκτική σεζόν στην οποία τερμάτισε 17 βαθμούς πάνω από τον δεύτερο της βαθμολογίας, βρέθηκε στην Μπουντεσλίγκα μετά από έξι χρόνια απουσίας.
Ακόμα και εκεί όμως το πλάνο δεν άλλαξε. Το μπάτζετ της ομάδας παρέμεινε σε πολύ χαμηλά επίπεδα και αυτό ανάγκαζε τους ανθρώπους της να τελειοποιήσουν το σκάουτινγκ φτηνών παικτών που θα μπορούσαν να αποκτηθούν είτε ως ελεύθεροι είτε με ελάχιστο κόστος. Μέχρι και σήμερα το ρεκόρ μεταγραφής της ομάδας από το Λιντς (όχι της Αγγλίας) δεν έχει ξεπεράσει τις 500.000 ευρώ ενώ στο φετινό ρόστερ της ομάδας υπάρχουν όλοι κι όλοι 5 ξένοι!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/03/lask2.jpg)
Εδώ κάπου μπαίνει στην ιστορία και ο Βαλεριέν Ισμαέλ που παρέλαβε πέρσι μια ομάδα που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια τεράστια βήματα προόδου και την έχει ωθήσει να κάνει αυτό το βήμα παραπάνω που χρειαζόταν για να φτάσει στην κορυφή της Αυστρίας. Με ένα 3-4-3 που βασίζεται κυρίως στα ατέλειωτα τρεξίματα των παικτών του και στις αλληλοκαλύψεις και όχι τόσο στο ατομικό ταλέντο και χωρίς κανένα μεγάλο όνομα στην ομάδα ή κάποιον που να ξεχωρίζει με τις ικανότητες ή την προσωπικότητα του, ο Γάλλος έχει φτιάξει ένα πολύ ισορροπημένο σύνολο από άγνωστους στον περισσότερο κόσμο Αυστριακούς που έχουν αφομοιώσει απόλυτα το σύστημα του προπονητή τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του 21χρονου Μάρκο Ραγκούζ που πέρσι αγωνιζόταν στη 2η κατηγορία της Αυστρίας και φέτος φιγουράρει στις πρώτες θέσεις των σκόρερς του Γιουρόπα Λιγκ και ετοιμάζεται να γίνει διεθνής! “Είναι πολύ απλό αυτό που κάνουμε”, λέει ο Ισμαέλ: “Το αστέρι της ομάδας μας είναι το σύστημα μας. Οι βασικές ιδέες του παιχνιδιού μας είναι να θυσιάζεσαι για την ομάδα και να έχεις διάθεση να τρέχεις ασταμάτητα. Γι’αυτό είμαστε πολύ προσεκτικοί στους παίκτες που διαλέγουμε στη μεταγραφική περίοδο”.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/03/imago46835286h.jpg)
Αν και η χρηματιστηριακή αξία των παικτών της είναι τουλάχιστον 4 φορές μικρότερη από αυτή των παικτών της μόνιμης πρωταθλήτριας Αυστρίας τα τελευταία χρόνια, Ρέντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ, η ομάδα του Ισμαέλ έχει καταφέρει φέτος να βάλει από κάτω την ομάδα του πολυεθνικού κολοσσού και ονειρεύεται το δεύτερο πρωτάθλημα της ιστορίας της, 55 χρόνια μετά την κατάκτηση του πρώτου.
Οι 17 νίκες σε 22 παιχνίδια που έχει φέτος είναι ρεκόρ κατηγορίας και αποτυπώνει ιδανικά την απίστευτη σεζόν των ‘ασπρόμαυρων’, που έχουν καταφέρει κάτι επίσης σπάνιο, να κερδίσουν όλα τα εκτός έδρας παιχνίδια τους (11 στα 11!). Σύμφωνα με τον Ισμαέλ: “Η πρόσφατη νίκη μας με 2-3 μέσα στην έδρα της Ρέντ Μπουλ ήταν σαν δήλωση ότι μπορούμε να κερδίσουμε οπουδήποτε. Η Ρέντ Μπουλ είναι η κυρίαρχη ομάδα στην Αυστρία και στο οικονομικό κομμάτι είναι σε άλλο επίπεδο από εμάς. Αλλά στο αγωνιστικό σκέλος δείξαμε ότι έχουμε καλύψει τη διαφορά”.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/03/imago46835294h.jpg)
H προσωρινή αποκαθήλωση της Ρέντ Μπουλ από την Αυστρία δεν είναι όμως η μόνη φετινή υπέρβαση της ΛΑΣΚ. Στην πρώτη τους συμμετοχή σε ομίλους του Γιουρόπα Λιγκ οι Αυστριακοί κατάφεραν να κάνουν την έκπληξη, καταλαμβάνοντας την 1η θέση σε έναν όμιλο που είχε ακόμα την Σπόρτινγκ, την PSV και τη Ρόζενμποργκ.
Σαν να μην έφτανε αυτό, στη φάση των 16 πέταξαν έξω την ισχυρή φέτος Άλκμααρ, που διεκδικεί το πρωτάθλημα Ολλανδίας, και τώρα ετοιμάζονται για τα μεγαλύτερα παιχνίδια της ιστορίας τους, απέναντι στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. “Με αυτή την κλήρωση ένα παιδικό μου όνειρο γίνεται πραγματικότητα” δήλωσε πριν λίγες μέρες ο 24χρονος τερματοφύλακας της ομάδας, Αλεξάντερ Σλάγκερ.
&feature=emb_title
Για κακή τους τύχη η εξάπλωση του κορονοϊού δυσκολεύει κι άλλο το ήδη ζόρικο έργο αφού η αρχική απόφαση για την διεξαγωγή των αγώνων κεκλεισμένων των θυρών αναμένεται να έχει και οικονομικές συνέπειες. Οι άνθρωποι της ΛΑΣΚ στήριζαν πολλά στον παράγοντα έδρα και για οικονομικούς λόγους (“Για εμάς τα κέρδη από τα ευρωπαϊκά παιχνίδια δεν είναι απλά το βούτυρο στο ψωμί, είναι η μαρμελάδα πάνω στο βούτυρο στο ψωμί” όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο γενικός διευθυντής της) αλλά και για αγωνιστικούς, αφού εντός έδρας στην Ευρώπη η ΛΑΣΚ μετρούσε ως τώρα 4 νίκες σε 4 παιχνίδια.
Ακόμα κι έτσι όμως, το κλίμα παραμένει αισιόδοξο αφού, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, από μια τέτοια κλήρωση με ομάδες του επιπέδου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ μόνο κερδισμένος μπορείς να βγεις. Ειδικά αν είσαι μια άσημη ομάδα ενός υποβαθμισμένου πρωταθλήματος που παίζεις σε ένα γηπεδάκι 6.000 θέσεων και μέχρι πριν λίγα χρόνια αγωνιζόσουν στην ερασιτεχνική 3η κατηγορία της Αυστρίας.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
Συνεχίζουμε τις "βρείτε-μου-τρόπο-να-δω-λίγη-μπάλα-γιατί-δεν-την-παλεύω-να-βλέπω-yfsf-με-τη-γυναίκα-μου" προτάσεις μας με μια ταινία από τα Βαλκάνια. Βρισκόμαστε στο 1930 και οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν να πάρουν μέρος στο πρώτο Μουντιάλ της ιστορίας. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτό διεξάγεται στη μακρινή Ουρουγουάη...
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2013/04/mont.jpg?w=1024&ssl=1)
Το δύσκολο ταξίδι για το Μοντεβιδέο
Ένα συμπέρασμα στο οποίο έχω καταλήξει είναι ότι για τους Σέρβους δεν υπάρχει μέση οδός. Είτε τους αγαπάς, είτε τους αντιπαθείς. Κάτι τέτοιο ισχύει και για τον κινηματογράφο τους. Η ταινία του 2010 με τίτλο “Montevideo, Bog te video” είναι μια τέτοια περίπτωση κλασικού σέρβικου/γιουγκοσλάβικου σινεμά. Ο αγγλικός τίτλος είναι “Montevideo, God bless you” και η σκηνοθεσία του Ντράγκαν Μπιέλογκρλιτς για μια ταινία που γνώρισε τεράστια επιτυχία στη Σερβία, τόσο που η εκτεταμένη έκδοσή της κόπηκε σε κομμάτια και παίχτηκε σαν σειρά στην τηλεόραση της Σερβίας. Ήταν επίσης η συμμετοχή της Σερβίας για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά δεν έφτασε στον… τελικό.
Βρισκόμαστε στο μακρινό 1930, στο… Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας υπό τον Βασιλιά Αλέξανδρο τον 1ο που ονειρεύεται μια ενωμένη Γιουγκοσλαβία μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Σερβία (και κατ’ επέκταση η Γιουγκοσλαβία) προσπαθεί να συνέλθει από τον Μεγάλο Πόλεμο και μέσα σε όλα τα άλλα το ποδόσφαιρο αρχίζει να γίνεται δημοφιλές. Παρτιζάν και Ερυθρός Αστέρας δεν υπάρχουν (δημιουργήθηκαν στην κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία επί Τίτο αργότερα) και έτσι το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην Μπέογκραντ Σπορτς Κλουμπ (σημερινή ΟΦΚ Βελιγραδίου) και την Σπόρτσκι Κλουμπ Γιουγκοσλάβια (που διαλύθηκε επί Τίτο). Όταν για πρώτη φορά ανακοινώνεται ότι θα πραγματοποιηθεί Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου στην μακρινή Ουρουγουάη, οι άνθρωποι του ποδοσφαίρου της χώρας ονειρεύονται το ταξίδι στο Μοντεβιδέο. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι εύκολα, καθώς χρήματα δεν υπάρχουν και οι Κροάτες δεν ενθουσιάζονται στην ιδέα μιας εθνικής Γιουγκοσλαβίας. Η ταινία ακολουθεί την ιστορία των πρωταγωνιστών (πραγματικών και μη) για την επίτευξη του μεγάλου ονείρου, με βασικό φόντο τη σχέση των δυο καλύτερων παικτών της ομάδας.
&feature=emb_title
Η σκηνοθεσία είναι αρκετά καλή και η ατμόσφαιρα θυμίζει κάποιες στιγμές Κοστούριτσα και Γούντι Άλεν μεταφέροντας τόσο την τρέλα και την γραφικότητα των Σέρβων, όσο και τις ιδιαιτερότητες της εποχής. Οι ηθοποιοί είναι επίσης αρκετά καλοί, η μουσική το ίδιο και η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα. Και αν μέχρι στιγμής την εκθειάζω, η αλήθεια είναι ότι δεν είναι όλα τέλεια γιατί γίνεται σε αρκετά σημεία λίγο (ως πολύ) γλυκαναλάτη για τα δικά μου γούστα. Πιθανότατα να μην φταίει η ίδια η ταινία αλλά το βιβλίο στο οποίο είναι βασισμένη, βιβλίο με τον ίδιο τίτλο από τον Σέρβο αθλητικογράφο Βλαντιμίρ Στάνκοβιτς. Από την άλλη ίσως είναι είναι καλό αυτό γιατί βλέπεται άνετα και με γυναικεία παρουσία (χωρίς την γκρίνια του στυλ “μα καλά είπαμε να δούμε ταινία και πάλι μπάλα βλέπουμε;”) μια που έχει και το απαραίτητο love story. Αν λοιπόν σας αρέσει η σέρβικη κουλτούρα και το ποδόσφαιρο, μάλλον θα διασκεδασετε.
sombrero.gr
-
Τέτοιες μέρες μια δεκαετία πριν η Φούλαμ υποδεχόταν τη Γιουβέντους έχοντας χάσει μέσα στο Τορίνο με 3-1. Αυτό που ακολούθησε θεωρείται μέχρι και σήμερα μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις των ευρωπαϊκών διοργανώσεων.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/03/pa-8532890.jpg?w=800&ssl=1)
Όταν οι μικροί σηκώνουν κεφάλι
Ένα από τα στοιχεία που κάνει το ποδόσφαιρο τον “βασιλιά των σπορ” είναι και το γεγονός ότι (ακόμα και στις μέρες μας, που η ψαλίδα μεταξύ των οικονομικά δυνατών και αδυνάτων ομάδων μεγαλώνει) ο ‘μικρός’ μπορεί ανά πάσα στιγμή να κάνει την έκπληξη και να κερδίσει τον ‘μεγάλο’, ένα στοιχείο που αναμφίβολα χαίρει μεγάλης εκτίμησης στην Ελλάδα, τη Δανία και την περιοχή του Λέστερ.
Ακολουθούν, σε τυχαία σειρά, 5 αποκλεισμοί σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις που προκάλεσαν έκπληξη στους ποδοσφαιρόφιλους της ηπείρου:
Φούλαμ-Γιουβέντους, Γιουρόπα Λιγκ 2009-10
Χρειάστηκαν αρκετά να γίνουν για να δούμε αυτή την έκπληξη που οι οπαδοί της Φούλαμ θα διηγούνται στις επόμενες γενιές εκεί στις παμπ κοντά στο Κρέιβεν Κότατζ. Κατ’ αρχάς η Γιουβέντους δεν ήταν στα καλύτερά της. Παρά το γεγονός ότι έκανε κάποιες σχετικά καλές σεζόν μετά την επιστροφή της από τη Σέριε Β, η συγκεκριμένη χρονιά ήταν μάλλον η χειρότερη, αφού τερμάτισε 7η. Από εκεί και πέρα το ρόστερ της αν το δεις αντικειμενικά ήταν σχετικά μέτριο. Στη σύνθεσή της είχε παίκτες όπως ο Μάνινγκερ, ο Πόουλσεν, ο Λεγκροτάλιε, ο Γκριγκέρα, ο Μοχάμεντ Σισοκό. Ακόμα κι ο Ντιέγκο στο κακό του πέρασμα.
&feature=emb_title
Παρ’ όλα αυτά, κέρδισε σχετικά εύκολα τον Απρίλιο του 2010 στο Τορίνο με ένα 3-1. Το γκολ του Ντίξον Ετούχου αποδείχθηκε καθοριστικό, όσο και αν ελάχιστοι ασχολήθηκαν με τη ρεβάνς. Ακόμα κι αυτοί που είπαν να χαζέψουν το ματς μπορεί να έκλεισαν την τηλεόραση όταν ο Νταβίντ Τρεζεγκέ μόλις στο 2′ άνοιγε το σκορ στο Λονδίνο. Η συνέχεια όμως ήταν μυθική για τη Φούλαμ. Ο φουτμπολμανατζερικός Μπόμπι Ζαμόρα ισοφάρισε στο 9′ και μερικά λεπτά αργότερα έγινε η φάση που έκρινε το ματς και βοήθησε να γίνει η έκπληξη. Ο Καναβάρο κράτησε τον Γκέρα και παρ’ ότι υπήρχε κι άλλος παίκτης, ο διαιτητής Κάιπερς έβγαλε απευθείας κόκκινη στον στυλοβάτη της άμυνας της Γιούβε και έναν από τους λίγους με προσωπικότητα σε εκείνη την ομάδα. Οι Ιταλοί κατέρρευσαν, δυο γκολ του Γκέρα ισοφάρισαν το σκορ του πρώτου αγώνα και το παιχνίδι έγινε κόλαση. Στο 82′ ο Κλιντ Ντέμπσεϊ είχε μια μαγική έμπνευση, έκανε ένα τσίμπημα εκτός περιοχής και ο Αντόνιο Κιμέντι (ο Μπουφόν ήταν τραυματίας) είδε την μπάλα να πηγαίνει στα δίχτυα του για το τελικό 4-1. Η ιστορία γράφτηκε.
Αρτμέντια-Σέλτικ, Τσάμπιονς Λιγκ 2005-06
Ήταν κάτι μέρες σαν αυτές, στα τέλη Ιουλίου του 2005, όταν η Σέλτικ ξεκινούσε την πορεία της προς τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Η ομάδα του Γκόρντον Στραχάν είχε ενισχυθεί εκείνο το διάστημα με παίκτες αξίας όπως ο Ρόι Κιν και ο Σουνσούκε Νακαμούρα και στόχευε (κλασικά) στην κορυφή του σκωτσέζικου πρωταθλήματος αλλά και σε μια αξιόλογη πορεία στην Ευρώπη. Άλλωστε, δυο μόλις χρόνια πριν είχε φτάσει μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ.
Απέναντι της στο πρώτο της παιχνίδι στη διοργάνωση βρέθηκε η Αρτμέντια Μπρατισλάβας, μια ομάδα τόσο χαμηλής δυναμικότητας που ο μόνος τρόπος να την ξέρεις/θυμάσαι είναι να είσαι οπαδός του ΠΑΟ, που έτυχε να την αντιμετωπίσει δυο χρόνια μετά στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Η εύκολη πρόκριση της Σέλτικ που περίμεναν όλοι όμως, δεν ήρθε ποτέ.
&feature=emb_title
Σε ένα από τα πιο σοκαριστικά αποτελέσματα στην ιστορία του Τσάμπιονς Λιγκ, οι άσημοι Σλοβάκοι διέσυραν με 5-0 τη Σέλτικ στο πρώτο παιχνίδι, ένα σκορ που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ήττα των Σκωτσέζων σε ευρωπαϊκό ματς. “Είμαι προπονητής 8 χρόνια και παίκτης άλλα 25 και αυτή είναι με διαφορά η χειρότερη νύχτα που έχω ζήσει” δήλωσε μετά το ματς ο Στραχάν. Στον επαναληπτικό η Σέλτικ έκανε τα πάντα για να σώσει την υπόληψη της αλλά το 4-0 δεν αρκούσε για να χαλάσει το παραμύθι που ζούσαν οι Σλοβάκοι.
Ίντερ-Χέλσινμποργκ, Τσάμπιονς Λιγκ 2000-01
&feature=emb_title
Γιόμες και κεφαλιές
Σκεφτείτε μια ομάδα με τον Μαρσέλο Λίπι στον πάγκο και παίκτες όπως Πίρλο, Ζέεντορφ, Γιούγκοβιτς, Ζαμοράνο, Ρεκόμπα, Μπλαν, Κόρδοβα (Ιβάν). Και απέναντι σκεφτείτε μερικούς τίμιους Σουηδούς (κατά κύριο λόγο) σε ένα Σαν Σίρο με περίπου 50.000 θεατές. Οι Σουηδοί είχαν κάνει την έκπληξη στο πρώτο ματς και με ένα γκολ του Χάνσον στο 81′ πήραν τη νίκη. Οι κακές γλώσσες λένε ότι οι Ιταλοί δεν ήξεραν καν με ποιον έπαιζαν και όταν έφτασαν στο Χέλσιμπονργκ, έμειναν έκπληκτοι γιατί πίστευαν ότι ο αντίπαλος ήταν από τη Δανία και όχι τη Σουηδία.
&feature=emb_title
Στον επαναληπτικό, και με το διακύβευμα να είναι η είσοδος στους ομίλους, οι Ιταλοί ήταν αποφασισμένοι να καθαρίσουν από νωρίς την πρόκριση. Οι φάσεις πολλές. Τι δοκάρια, τι τετ-α-τετ, τι αποκρούσεις από τον ηρωικό Σβεν Άντερσον. Το γκολ όμως δεν ερχόταν και όσο περνούσε η ώρα το άγχος μεγάλωνε. Μέχρι που στο 89′ σε ένα χέρι, η Ίντερ κέρδισε πέναλτι. Ο ντι Μπιάτζιο ρώτησε τον Ρεκόμπα αν θα το εκτελέσει. Ο Ουρουγουανός απάντησε καταφατικά, πήρε την μπάλα, εκτέλεσε αρκετά καλά, αλλά ο Άντερσον ήταν ανίκητος. Το 0-0 έμεινε, η Ίντερ για 180′ δεν σκόραρε και αποκλείστηκε.
Σάλτσμπουργκ-Ντουντελάνζ, Τσάμπιονς Λιγκ 2012-13
Ναι, το ξέρουμε πως η Ρέντ Μπουλ Σάλτσμπουργκ δεν είναι και κανένα ευρωπαϊκό μεγαθήριο ώστε ένας αποκλεισμός της να θεωρείται σοκ για την υπόλοιπη ήπειρο αλλά εδώ μιλάμε για τόσο χαοτική διαφορά μεγεθών που είναι κρίμα και άδικο να μην κερδίσει η μικρούλα Ντουντελάνζ τα λίγα λεπτά δημοσιότητας που δικαιούται.
Από τη μια λοιπόν είχαμε την πρωταθλήτρια Αυστρίας και ομάδα του γνωστού ενεργειακού ποτού που πόνταρε πολλά (από άποψη χρημάτων και πρεστίζ) στην είσοδο της στους ομίλους και από την άλλη μια παντελώς άγνωστη ομάδα από το Λουξεμβούργο που στελεχωνόταν κυρίως από ημιεπαγγελματίες και ερασιτέχνες παίκτες, που αγωνιζόταν σε γήπεδο 2500 θέσεων και που μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90 έπαιζε στην 3η κατηγορία του πρωταθλήματος του Λουξεμβούργου (!), μια κατηγορία που λογικά είναι στο ίδιο επίπεδο με ένα μέτριας δυναμικότητας τουρνουά 5Χ5 στην ανατολική Θεσ/νίκη.
Οι ερασιτέχνες αποδείχτηκαν όμως σκληρά καρύδια, κέρδισαν το εντός έδρας ματς με 1-0 (μπροστά σε 1567 ανθρώπους) και πήραν την ιστορική πρόκριση, χάνοντας με 4-3 μέσα στην Αυστρία, παρά το ότι τέλειωσαν το ματς με 10 ποδοσφαιριστές. “Το μόνο που εύχομαι είναι να μπορούν όλοι οι παίκτες μας να πάρουν ξανά ρεπό για τον επόμενο γύρο” δήλωσε μετά το ματς ένας εκ των σκόρερ της Ντουντελάνζ κι αυτή η δήλωση τα λέει όλα για το μέγεθος της αποτυχίας των Αυστριακών πρωταθλητών.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/03/1843177_w2.jpg?w=656&ssl=1)
Βίντεοτον-Μάνστεστερ Γιουνάιτεντ, Kύπελλο ΟΥΕΦΑ 1984-85
Πολλοί νεότεροι μπορεί να αναρωτιέστε τι είναι το “βίντεοτον”. Κάποιο φάρμακο των 500mg; Κάτι σαν το Discman και το Walkman αλλά για βίντεο που πλέον δεν υπάρχει; Οι παλιότεροι και όσοι διαπιστώσατε ότι η ουγγρική ομάδα εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο πρόσφατα θα την ξέρετε. Και ίσως να ξέρετε για την τρελή της πορεία μέχρι τον τελικό του ΟΥΕΦΑ το 1985. Απέκλεισε την Ντούκλα Πράγας (μιλάμε για εποχές που το ποδόσφαιρο της ανατολικής Ευρώπης ήταν ισχυρό), την Παρί σεν Ζερμέν, την Παρτιζάν και στους 8 συνάντησε τη Γιουνάιτεντ. Ένα γκολ του Στέιπλετον έδωσε μικρό προβάδισμα στους Άγγλους στο ματς του Ολντ Τράφορντ.
&feature=emb_title
Στο λασπωμένο Σόστοι όμως της πόλης… Σεκεφσ, Ζεκφσ, Szekesfehervar τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Ο Μπράιν Ρόμπσον, ο Μαρκ Χιουζ και ο Γκόρντον Στράχαν είδαν στο 19′ το φάουλ του Γκέζα Βίτμαν να κοντράρει και να καταλήγει στα δίχτυα του Μπέιλι. Στα υπόλοιπα περίπου 70 λεπτά δεν άλλαξε κάτι, το ματς πήγε στην παράταση και τελικά και στα πέναλτι. Ο Στέιπλετον σούταρε άουτ το τρίτο πέναλτι, αλλά τελικά στο 10ο και τελευταίο αστόχησαν κι οι Ούγγροι. Στην… παράταση των πέναλτι ήταν η σειρά του Άλμπιστον να αστοχήσει και οι Ούγγροι πήραν μια ιστορική πρόκριση. Στα ημιτελικά απέκλεισαν την Ζελέζνιτσαρ, αλλά στον τελικό η Ρεάλ ήταν ανώτερη. Πήρε με 0-3 το πρώτο ματς και στον επαναληπτικό οι Ούγγροι πήραν τη νίκη της τιμής με 0-1. Το Βίντεοτον-Γιουνάιτεντ ήταν το τελευταίο ευρωπαϊκό ματς στην ιστορία των Άγγλων πριν την εποχή Φέργκιουσον.
sombrero.gr
-
(https://eyap.gr/wp-content/uploads/2020/03/987%CE%BF-650x350.jpg)
Η εξαφάνιση της Λετονής αυτοκρατόρισσας
Για πολλά χρόνια σε ένα έθνος της Βόρειας Ευρώπης, ο πρωταθλητής κάθε χρονιά έβγαινε σχεδόν αυτόματα, σαν προκαθορισμένος. Μετά από 14 σερί κατακτήσεις πρωταθλήματος Λετονίας, η Skonto Riga εκθρονίστηκε, κέρδισε το πρωτάθλημα μόνο άλλη μία φορά και το 2016 παραδόθηκε στα οικονομικά της προβλήματα κηρύσσοντας διάλυση.
Όπως συμβαίνει και με εμάς, το 2004 μπορεί να θεωρηθεί ως η κορυφαία χρονιά στην ιστορία του λετονικού ποδοσφαίρου. Η εθνική ομάδα από την προηγούμενη χρονιά έχει εξασφαλίσει την παρθενική της συμμετοχή σε διηπειρωτική διοργάνωση, στο Euro της Πορτογαλίας, έχοντας τερματίσει δεύτερη στον όμιλό της πίσω από την Σουηδία και κάνοντας την έκπληξη στα play-offs, αφήνοντας εκτός διοργάνωσης την Τουρκία. Το καλοκαίρι θα φανεί αρκετά ανταγωνιστική. Θα σκοράρει το μοναδικό της γκολ με τον γνωστό σε μας Māris Verpakovskis και θα αναγκάσει την Γερμανία σε λευκή ισοπαλία, πριν η Ολλανδία της δώσει το εισιτήριο για τον δρόμο της επιστροφής στο χέρι. Έκτοτε δεν έφτασε καν κοντά σε συμμετοχή σε άλλη διοργάνωση.
Την ίδια χρονιά, η Skonto Riga παίρνει το πρωτάθλημα. Είναι το 14ο της, 14ο συνεχόμενο, σε 14 χρόνια πρωταθλήματος από την ανεξαρτησία της χώρας το 1991. Η Skonto ήταν το μονοπώλιο στη χώρα, εξαλείφοντας κάθε μορφή ανταγωνισμού για τα ηνία του πρωταθλήματος. Η «Virslīga» ήταν δική τους. Συγκριτικά με τις άλλες ομάδες, ήταν πλούσιοι. Είχαν τα μεγαλύτερα ταλέντα της χώρας, στο σημείο που η εθνική ομάδα βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο δικό της ρόστερ. Η επιτυχία της εθνικής ομάδας στο Euro, οφείλεται σε αυτήν. Ανέβασε επίπεδο το ποδόσφαιρο της Λετονίας, σκόραρε το πρώτο γκολ του Champions League με τη νέα του μορφή το 1992, φιλοξένησε μεταξύ άλλων ομάδες όπως την Barcelona, την Chelsea κι την Inter σε ευρωπαϊκούς αγώνες ανά τα χρόνια.
(https://eyap.gr/wp-content/uploads/2020/03/%CE%B7%CF%84%CE%B7.jpg)
Όμως το 2004 ήταν η τελευταία χρονιά που η Skonto κράτησε τα σκήπτρα. Τα χρήματα σιγά σιγά στέρεψαν και, νομοτελειακά, το ίδιο μονοπάτι ακολούθησαν και τα τρόπαια. Ο Guntis Indriksons, ιδιοκτήτης της ομάδας ήταν επίσης και πρόεδρος της Λετονικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (LFF), καθώς και πρώην πράκτορας της KGB με αμφιλεγόμενο παρελθόν. Τον Σεπτέμβριο του 2010 αποχώρησε πουλώντας την στον επιχειρηματία Bislan Abdulmuslimov, που τον ερχόμενο Φεβρουάριο την ξαναπούλησε σε μία κυπριακή εταιρεία. Η κατάκτηση του πρωταθλήματος το 2010 έμελλε να είναι η τελευταία και έξι χρόνια μετά ο σύλλογος έβαλε λουκέτο.
(https://eyap.gr/wp-content/uploads/2020/03/%CE%B8%CE%BB%CE%B9.png)
Το ποδόσφαιρο ποτέ δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στη Λετονία. Από τη σοβιετική εποχή οι λετονικές ομάδες βολόδερναν στις κατώτερες κατηγορίες της σοβιετικής ποδοσφαιρικής πυραμίδας, ανίκανες να ανταγωνιστούν τις ρωσικές κι ουκρανικές δυνάμεις, δίνοντας προτεραιότητα στο μπάσκετ και στο χόκεϊ επί πάγου να μπουν στις καρδιές των ντόπιων. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, θεωρήθηκε πως κανένα άθλημα δε θα καταφέρνει να επανέλθει από τις οικονομικές κρίσεις και τους πειρασμούς της Δύσης. Ήταν ο Indriksons όμως που διαφωνούσε, και με τα επιχειρηματικά του ρίσκα που τον έκαναν πλούσιο ώντας σχετικά άγνωστος ακόμη, ιδρύει την ομάδα ως «Forums Skonto», χωρίς να κάνει τις προθέσεις του καθαρές. Ανταμείβεται για την επιλογή του, αφού με ρεκόρ 15-2-1 δε τη σταματάει κανείς και στέφεται πρωταθλήτρια. Εκτός από την βραχυπρόθεσμη επιτυχία, ο Indriksons φρόντισε και για τη μακροπρόθεσμη. Η Skonto ανέπτυξε ένα εκτεταμένο σύστημα scouting και ακαδημιών, ώστε ό,τι ταλέντο φύτρωνε στη χώρα, να καταλήγει στην ίδια. Από το 1998, αναλαμβάνει και πρόεδρος στην LFF. Η παντοκρατορία της Skonto δεν χωράει αμφισβητήσεις. Για σχεδόν δύο σεζόν δεν είχαν χάσει παιχνίδι. Έφτασαν να τελειώσουν αγώνα με σκορ 15-2, πυρπολώντας την FK Valmiera. Εκείνη την περίοδο πούλησε και δύο απ’ τους καλύτερους παίκτες της στην Αγγλία. Ο Vitālijs Astafjevs μεταγράφηκε στην Bristol Rovers για ο Marians Pahars στην Southampton.
(https://eyap.gr/wp-content/uploads/2020/03/0%CF%80%CF%800-768x273.jpg)
Στο μεγαλύτερο κομμάτι της κυριαρχίας της, η Skonto είχε τον ίδιο άνθρωπο στο τιμόνι της. Ο Aleksandrs Starkovs έκατσε στον πάγκο της Skonto από το 1993 μέχρι το 2004, την εποχή δηλαδή που η ομάδα ήταν ασταμάτητη και άφησε το στίγμα της και στην Ευρώπη. Οι ποδοσφαιριστές της Skonto ήταν πειθαρχημένοι, είχαν όμως κι έξτρα, οικονομικά κίνητρα. Κάθε γκολ που πετύχαιναν σήμαινε λίγα χρήματα παραπάνω στον λογαριασμό τους, ευκαιρία που ενάντια στις πιο αδύναμες ομάδες δε πήγαινε χαμένη. Μία θέση στη βασική ενδεκάδα άξιζε πολλά, ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός.
Δεν υπήρχε ιδιαίτερη περηφάνεια βέβαια. Ήξεραν πόσο μπροστά απ’ όλους ήταν, πόσο πολύ βοηθούσαν οι εγκαταστάσεις, οι προπονητές, οι ευκαιρίες για μεταγραφή στο εξωτερικό. Και φυσικά, τα χρήματα. Φήμες ήθελαν μεγάλο μέρος αυτών να προέρχονται από εγκληματικές ενέργειες. Ο Indriksons όμως δεν ήταν πάντα σε θέση να ρίξει χρήματα στην ομάδα. Τα προβλήματά του ξεκίνησαν από τα τέλη των 90s, που σήμαινε όλο και λιγότερες επενδύσεις στη Skonto, που σήμαινε μικρότερο κενό ανάμεσα σε αυτή κι όλους τους υπόλοιπους. Ακόμα κι η πώληση αστέρων όπως ο Māris Verpakovskis στην Dynamo Kiev κι ο Juris Laizāns στην CSKA Moscow, δεν έφεραν αρκετά χρήματα για να κάνουν τον σύλλογο υγιή. Η κακή τροπή που πήραν οι επιχειρήσεις του Indriksons δε γινόταν να μη χτυπήσουν και τη Skonto.
Το προαναφερθέν κενό καλύφθηκε μετά το 14ο πρωτάθλημα. Το 2005 τερμάτισε δεύτερη με διαφορά 13 πόντων από την πρωταθλήτρια FK Liepājas Metalurgs (η οποία επίσης έχει πλέον διαλυθεί). Ο προπονητής Starkovs έφυγε το 2004 για χάρη της Spartak Moscow και μέχρι να επιστρέψει έξι χρόνια μετά, η Skonto δεν είχε κερδίσει ξανά τίποτα. Πήρε μαζί του ακόμη ένα πρωτάθλημα στον ένα χρόνο που έκατσε, το 2010, που ήταν και το τελευταίο της.
Ήδη από την επόμενη χρονιά, τα πράγματα είχαν χειροτερέψει ξανά. Προκειμένου να μαζέψει κόσμο στο γήπεδο, ο Indriksons πρόσφερε εκπτώσεις σε οικογένειες και νέους, μοίραζε δωρεάν εισιτήρια στα σχολεία της Ρίγας, με αποτέλεσμα για ένα μικρό χρονικό διάστημα η προσέλευση να φτάσει ένα τετραψήφιο νούμερο, γυρνώντας όμως γρήγορα σε κυρίως άδειες θέσεις, παρά λίγους φανατικούς που συνέχιζαν να δίνουν την ψυχή τους στην ομάδα. Την ομάδα άρχισε να πληγώνει κι ο (πρώην) ιδιοκτήτης της. Παρά τις δύο αλλαγές ιδιοκτησίας, ο Indriksons δεν είχε φύγει. Η ενασχόλησή του με την Skonto συνεχίστηκε, την οποία και άρχισε πλέον να χρησιμοποιεί προς όφελός του. Οι μισθοί των παικτών έμεναν απλήρωτοι, κι όταν υπήρχαν έσοδα από κάποια πώληση, τα χρήματα εξαφανίζονταν. Πιθανότατα ήξερε ήδη ο ίδιος την τροπή που έπαιρνε η ομάδα και δεν μπήκε καν στη διαδικασία να τη βοηθήσει.
Η ομάδα ήταν ήδη «με το ένα πόδι στον τάφο». Λόγω προβλημάτων στο δικό της γήπεδο ξεκίνησε τη σεζόν σε άλλο γήπεδο, που ήταν επίσης σε μέτρια κατάσταση. Στην πρώτη αναμέτρηση, κόπηκαν μόνο 100 εισιτήρια. Ο προπονητής Starkovs είχε ξαναφύγει, οι παίκτες των 14 πρωταθλημάτων είχαν κάνει το ίδιο προ πολλού. Η UEFA την απέκλεισε κι από το Europa League λόγω των οικονομικών της, με την ομάδα να χάνει διαφυγόντα έσοδα κι από την Ευρώπη. Το μέλλον της Skonto ήταν κάθε άλλο παρά ευοίωνο. Οι παίκτες, που μένανε απλήρωτοι για πολλούς μήνες και παίρνανε μόνο υποσχέσεις, σταμάτησαν να προσπαθούν. Το 2016 η ομάδα υποβιβάζεται, παρά την δεύτερη θέση της την προηγούμενη χρονιά, καθώς δεν κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια συμμετοχής από την ομοσπονδία. Στην δεύτερη κατηγορία καταλαμβάνει την 8η θέση και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς πλέον, κηρύσσει πτώχευση και παύει να υπάρχει.
Παρότι δεν είναι η μόνη ομάδα στη χώρα που κήρυξε πτώχευση, αποτελεί την ομάδα με τη μεγαλύτερη πτώση. Αποδείχθηκε πως όλη η φήμη κι η ιστορία της δεν σήμαιναν τίποτα όταν έμεινε εγκαταλελειμμένη από κάλυψη. Αν και ακόμη καμία ομάδα δεν έχει τα μέσα για να φτάσει τα ύψη που κάποτε έφτασε η Skonto, υπάρχει η ελπίδα πως το λετονικό ποδόσφαιρο στο μέλλον θα είναι σταθερότερο, με υγιή ανταγωνισμό για το πρωτάθλημα, ο οποίος ήδη υπάρχει. Από το τελευταίο πρωτάθλημα της Skonto το 2010, πέντε διαφορετικές ομάδες έχουν στεφθεί πρωταθλήτριες. Πλέον μία νέα ομάδα, η Riga FC προσπαθεί να κάνει κάτι καινούργιο και να επανενώσει την πρωτεύουσα, κατακτώντας τα δύο τελευταία πρωταθλήματα. Δεν αναμένεται όμως από τους ντόπιους να επαναληφθεί η ιστορία της Skonto, εφόσον δεν εμφανιστεί κάποιος τρελός επενδυτής. Το μέλλον όμως, δεν φαίνεται λαμπρό. Η εθνική στα προκριματικά του Euro έκανε μόνο μία νίκη σε δέκα αγώνες, οι ομάδες στην Ευρώπη έχουν μείνει πολύ πίσω συγκριτικά με τον ανταγωνισμό και η ανέγερση ενός εθνικού σταδίου δεν είναι ακριβώς κοντά. Η διοίκηση στην LFF έχει αλλάξει, μένει να φανεί αν θα σημάνει αυτό αλλαγές και στην πράξη.
Η ιστορία της Skonto είναι μοναδική για την Λετονία. Η κληρονομιά του συλλόγου είναι ένας διχασμός ανάμεσα στο αν βελτιώθηκε το ποδόσφαιρο στα χρόνια της, ή αν η ηγεμονία της του έκανε κακό και το κράτησε πίσω. Κανείς όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον μεγάλο της ρόλο στην ποδοσφαιρική ιστορία του έθνους. Η επιρροή της παραμένει ζωντανή, αφού οι ακαδημίες του συλλόγου παραμένουν ενεργές, με την ελπίδα πως έστω κι έτσι, η εθνική ομάδα θα βοηθηθεί ξανά από μία πολυτροπαιούχα ομάδα, που πλέον είναι ανάμνηση.
Συντάκτης: Άγγελος Παλιακούδης
eyap.gr
-
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/04/Sindelar.png?w=1028&ssl=1)
Σκοράροντας ένα γκολ που ίσως δεν έπρεπε
Όταν η Αγγλία υποδέχτηκε την Αυστρία στο Στάμφορντ Μπριτζ το 1932 ήταν η πρώτη φορά που οι δύο χώρες έπαιξαν μεταξύ τους. Οι Αυστριακοί δεν ήταν κάποια αμελητέα ομάδα. Το παρατσούκλι “Wunderteam” δεν είχε βγει τυχαία. Πριν από το παιχνίδι στην έδρα της Τσέλσι, είχε διαλύσει τη Σκωτία με 5-0 και τη Γερμανία με 6-0. Οι Αυστριακοί σε αντίθεση με τους γείτονές τους, έπαιζαν ένα όμορφο, διαφορετικό ποδόσφαιρο, “το ποδόσφαιρο του Δούναβη” όπως έλεγαν πολλοί τότε. Ο αγώνας ήταν εντυπωσιακός, η Αγγλία επικράτησε τελικά με 4-3, αλλά οι τοπικές εφημερίδες εκθείασαν την αυστριακή ομάδα και τους παίκτες της. Μεταξύ αυτών ήταν κι ο Ματίας Ζίντελαρ (ο κύριος δεξιά στην παραπάνω φωτογραφία), ένας γητευτής της μπάλας, που παρά την όχι και τόσο δυνατή του σωματοδομή ξεχώριζε χάρη στην τεχνική, τις ντρίμπλες και την οξυδέρκειά του. Οι Αυστριακοί είχαν μαζευτεί για να ακούσουν τη μετάδοση του αγώνα και να φανταστούν το γκολ αριστούργημα του “Ζίντι” ή “Der Papierene” όπως ήταν το παρατσούκλι του.
&feature=emb_title
Πλάνα από το Αγγλία-Αυστρία από το British Pathé
Οι αγγλικές εφημερίδες αποκάλεσαν τον Ζίντελαρ μια ιδιοφυΐα και γρήγορα σύλλογοι όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτόν. Ο Ματίας ήταν τσεχικής καταγωγής, γεννημένος στο Κοζλόφ (που σήμερα ανήκει στην Τσεχία, αλλά τότε ήταν μέρος της Αυστροουγγαρίας) και η οικογένειά του μετακόμισε στη Βιέννη όταν ήταν μόλις 2 ετών. Ο Ζίντελαρ λάτρευε το ποδόσφαιρο και πέρασε σχεδόν όλη την περίοδο της καριέρας του στην Αούστρια Βιέννης (που εκτός των άλλων, ήταν και η ομάδα των περισσότερων Εβραίων, της μεγάλης κοινότητας της Βιέννης). Το ποδόσφαιρο ήταν ένα ακόμα από τα “προϊόντα” εκείνης της εποχής για τη Βιέννη που βρισκόταν σε μια τεράστια ακμή, αποτελώντας το πολιτιστικό κέντρο της Ευρώπης. Κι ο Ζίντελαρ ένα από τα σπουδαιότερα τέκνα της πόλης, με το όνομά του να συζητιέται στα διάσημα καφέ της πόλης, παρότι δεν ήταν φιλόσοφος ή συγγραφέας.
Η Wunderteam όμως δεν είχε μεγάλη διάρκεια κι ο Ζίντελαρ δεν τα κατάφερε στο Μουντιάλ του 1934. Η Αυστρία έφτασε μέχρι τα ημιτελικά, αλλά στον κακό αγωνιστικό χώρο του Σαν Σίρο, απέναντι στη σκληροτράχηλη Ιταλία (που διψούσε για τον τίτλο, ώστε ο Μουσολίνι να εκμεταλλευτεί πολιτικά την κατάσταση), η τεχνική και το “στρωτό” ποδόσφαιρο των Αυστριακών δεν είχαν αποτέλεσμα. Οι Ιταλοί επικράτησαν με 1-0 (με τη διαιτησία να είναι τουλάχιστον ύποπτη) και στη συνέχεια κατέκτησαν τον τίτλο. Δεν ήταν όμως μόνο αγωνιστικά τα προβλήματα που έφεραν το τέλος της Wunderteam. Η άνοδος του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία, δεν άφηνε ασυγκίνητη και την Αυστρία. Ήταν πολύς ο κόσμος που στήριζε το Ναζισμό, ας μην ξεχνάμε και την καταγωγή του Χίτλερ, και τα πράγματα πήραν σιγά σιγά τον δρόμο τους.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/04/sindie.jpg?resize=449%2C709&ssl=1)
Ο Ζίντελαρ δεν είχε κάποια σχέση με τα πολιτικά και σίγουρα δεν ήταν υπέρ των ναζιστών, το αντίθετο μάλιστα. Αυτό που έκανε ήταν να παίζει την μπάλα του, να σκοράρει (υπολογίζονται σε πάνω από 600 τα γκολ με την Αούστρια), να κατακτά τίτλους με την ομάδα του και φυσικά να αγωνίζεται με την εθνική Αυστρίας. Όλα αυτά φυσικά άλλαξαν εξαιτίας των πολιτικών εξελίξεων. Η επιθυμία για το περιβόητο Anschluss (την προσάρτηση με λίγα λόγια της Αυστρίας στη Γερμανία και τη δημιουργία ενός μεγάλου κράτους) ήταν πολύ έντονη. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών όμως την απαγόρευσε και έτσι ιδρύθηκε το αυστριακό κράτος. Οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων της Αυστρίας έφεραν νέες αναταραχές στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και το 1938 προκηρύχθηκε δημοψήφισμα, αλλά πριν καν γίνει οι Ναζί πήραν τον πλήρη έλεγχο στη χώρα. Για να μην ξεφεύγουμε από το ποδοσφαιρικό (άλλωστε υπάρχουν αρκετές πηγές πολύ καλύτερες από μας για τα ιστορικά), ο Χίτλερ έκανε εκλογές και με ποσοστό κοντά στο 100% οι Αυστριακοί έδωσαν την πλήρη εξουσία στους Ναζί και συμφώνησαν σε προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία.
Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό επηρέασε και το ποδόσφαιρο. Οι εβραϊκές ομάδες διαλύθηκαν κι οι εβραϊκής καταγωγής ποδοσφαιριστές σταμάτησαν να παίζουν, θύματα διώξεων. Ο συμπαίκτης του Ζίντελαρ στην Αούστρια και φίλος του Καρλ Μους, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς η γυναίκα του ήταν Εβραία. Στελέχη της Αούστρια δεν μπορούσαν πλέον να βρίσκονται στον σύλλογο και αποχώρησαν. Η εθνική Αυστρίας είχε κερδίσει τη συμμετοχή της στο Μουντιάλ του 1938 και παρά τα χρονάκια των αστεριών της, θα ήταν και πάλι μια από τις σπουδαίες ομάδες της διοργάνωσης. Οι Ναζί όμως αποφάσισαν να διαλύσουν την εθνική Αυστρίας και η Π.Ο. της Αυστρίας έστειλε επιστολή στη ΦΙΦΑ ανακοινώνοντας ότι σταματά τη λειτουργία της. Αν και οι Αυστριακοί ως λαός ήταν συντριπτικά υπέρ της ένωσης και του καθεστώτος (και φυσικά ανάμεσά τους και αρκετοί ποδοσφαιριστές), υπήρχε έντονη ποδοσφαιρική κόντρα που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Οι Γερμανοί παίκτες θεωρούσαν τους Αυστριακούς υπερόπτες και αλαζόνες, οι Αυστριακοί πίστευαν ότι οι Γερμανοί έπαιζαν ανέμπνευστο ποδόσφαιρο, βαρετό, βασισμένο στο στιλ της Σάλκε, σε αντίθεση με το αυστριακό. Η κόντρα ήταν μεγάλη και η απόφαση για μια ενωμένη εθνική Γερμανίας δεν άρεσε στους παίκτες. Όπως μάλιστα αναφέρεται στο βιβλίο “Tor! The Story of German Football”, υπήρχε εντολή από τα ανώτατα πολιτικά κλιμάκια για… ποσόστωση στην εθνική. Η εντεκάδα θα έπρεπε πάντα να ήταν στο 6-5 μεταξύ Αυστριακών και Γερμανών, είτε υπέρ της μίας ή υπέρ της άλλης χώρας. Ο τότε κόουτς της εθνικής Γερμανίας Χέρμπεργκερ έπρεπε να κάνει τους αντιπάλους να συνεργαστούν, κάτι που δεν ήταν καθόλου εύκολο.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/04/2469ba502f3e6bc802958cc17ef19c49.jpg?resize=500%2C391&ssl=1)
Ανάμεσα σε όλο αυτό το κλίμα βρισκόταν κι ο Ζίντελαρ. Η ιστορία του έχει γραφτεί με αρκετούς μύθους και είναι δύσκολο να καταλάβεις τι ήταν αληθινό ή τι μυθοπλασία. Αυτό που λέγεται είναι ότι στα αρχεία των Ναζί, ο φάκελος του Ζίντελαρ έγραφε ότι συμπαθούσε το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και είχε Εβραίους φίλους. Δύο πράγματα που δεν άρεσαν στο καθεστώς. Καθώς τα πράγματα στα αποδυτήρια της εθνικής Γερμανίας δεν ήταν καλά (οι καβγάδες μεταξύ Αυστριακών και Γερμανών συχνοί), ο Χέρμπεργκερ αποφάσισε να προσεγγίσει τον Ζίντελαρ. Ο προπονητής του ζήτησε να έρθει στην ομάδα, τον πίεσε, αλλά ο Ζίντελαρ ήταν αρνητικός και αμετάπειστος. Δεν θα συμμετείχε στην ενωμένη εθνική Γερμανίας. Η δικαιολογία του ήταν η μεγάλη του ηλικία, ο Ζίντελαρ στα 35 του ένιωθε ότι δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Ο Χέρμπεργκερ όμως αποκόμισε την εντύπωση ότι ο Ζίντελαρ φοβόταν, ότι δεν του άρεσε καθόλου η πολιτική κατάσταση.
Όπως είπαμε, ο μύθος και η πραγματικότητα μπλέκονται, αλλά ο Ζίντελαρ δεν έτρεφε συμπάθεια για τους Ναζιστές και πολλοί αποδίδουν σε αυτό το γεγονός την άρνησή του. Μια άρνηση που θα τον έφερνε εκτός Μουντιάλ, κάτι που δεν τον ένοιαζε. Όμως η ιστορία θα γραφόταν στο τελευταίο παιχνίδι της εθνικής Αυστρίας. Το ναζιστικό καθεστώς, για να σημάνει με κάθε επισημότητα την ένωση των δύο εθνικών, διοργάνωσε ένα τελευταίο παιχνίδι μεταξύ Αυστρίας και Γερμανίας στη Βιέννη. Το “Παιχνίδι της Συμμαχίας” ήταν ένα φιλικό για να στηρίξει την προπαγάνδα της εποχής. Ο Ζίντελαρ φαίνεται ότι ξέχασε τα χρονάκια του και αποφάσισε να αγωνιστεί με τη φανέλα της Αυστρίας, φορώντας μάλιστα το περιβραχιόνιο της ομάδας. Λέγεται ότι η εντολή ήταν να έρθει το παιχνίδι ισόπαλο ή να μην σκοράρει η Αυστρία, είναι άγνωστο αν αληθεύει. Αυτό που επιβεβαιώνεται όμως είναι ότι οι Αυστριακοί και ειδικά ο Ζίντελαρ έχασαν ορισμένες κλασικές ευκαιρίες στο 1ο ημίχρονο, ίσως και κάπως προκλητικά. Ειδικά για την ποιότητα του Ζίντελαρ.
Στο 2ο ημίχρονο όμως τα πράγματα άλλαξαν. Και μπορεί η αγαπημένη ταινία “Η Απόδραση των 11” να μη βασίστηκε σε αυτά τα γεγονότα, αλλά σε διαφορετική ιστορία, ο αγώνας όπως που έγινε στις 3 Απριλίου του 1938 έφερε αρκετά κοινά. Η Αυστρία βγήκε αποφασισμένη για τη νίκη και πράγματι, αν ο Ζίντελαρ στο πρώτο ημίχρονο είχε χάσει επίτηδες τις φάσεις για να καταδείξει την ανωτερότητα της Αυστρίας, στο 2ο δεν λάθεψε και άνοιξε το σκορ. Οι περισσότερες διηγήσεις λένε ότι ο 35χρονος παίκτης της Αούστρια όχι μόνο άνοιξε το σκορ, αλλά πήγε και πανηγύρισε έντονα μπροστά στους επισήμους και τις σβάστικες, κάτι που έκανε τα μεγάλα κεφάλια να εξοργιστούν. Λίγο αργότερα η Αυστρία έκανε το 2-0 που ήταν και το τελικό σκορ, με τους 60.000 θεατές να φωνάζουν ρυθμικά “Αυστρία, Αυστρία”. Μπορεί πολιτικά να μην είχαν κανένα πρόβλημα, αλλά στο ποδόσφαιρο, η εθνική Αυστρίας ήταν ακόμα η ομάδα τους και το κύκνειο άσμα της ήταν εντυπωσιακό.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/04/sindelar_12b.jpg?resize=580%2C503&ssl=1)
Η ενωμένη Γερμανία, όντως δεν αποδείχτηκε τόσο ενωμένη και αποκλείστηκε μόλις στην πρώτη φάση στα τελικά του Μουντιάλ του 1938 της Γαλλίας από την Ελβετία. Το… σύστημα 6-5 δεν βοήθησε και το πλήγμα ήταν μεγάλο για τους Γερμανούς. Ο Ζίντελαρ φυσικά δεν βρισκόταν εκεί. Δυστυχώς όμως δεν θα βρισκόταν ούτε στον κόσμο για πολύ ακόμα. Τον Ιανουάριο του 1939 έφυγε από τη ζωή. Ο θάνατός του, όπως και η ζωή του έχουν επίσης μεγάλα ερωτηματικά. Ο Ζίντελαρ βρέθηκε νεκρός στο σπίτι της αγαπημένης του Καμίλα Καστανιόλα. Η επίσημη αιτιολογία ήταν δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, καθώς η καπνοδόχος ήταν ελαττωματική. Αυτό αμφισβητήθηκε από πολλούς. Κάποιοι είπαν ότι οι Ναζί δεν συγχώρεσαν ποτέ το γκολ του εκείνο και τον πανηγυρισμό. Οι φήμες που διέρρεαν, ότι δηλαδή ο ίδιος κι η Καμίλα ήταν εβραϊκής καταγωγής, δεν είχαν βάση αλήθειας. Αλλά ο φάκελός του υπήρξε και θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία θανάτου. Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ του BBC με τίτλο Fasciscm and Football (https://www.youtube.com/watch?v=oS0yeCONIaM), υπάρχει ακόμα μία εκδοχή. Ότι ο Ζίντελαρ, χωρίς να μπορεί να αντέξει την κατάσταση, αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Μάλιστα, ο φίλος του Έγκον Ούμπιρχ διηγείται μια ιστορία με τον δήμαρχο να ρωτάει αν θέλουν ο Σίντελαρ να ταφεί δημοσία δαπάνη, κάτι που θα γινόταν μόνο αν ήταν ατύχημα. Για να φύγει με τιμές ο Ζίντελαρ, ο Ούμπιρχ βρήκε κάποιον αστυνομικό που έγραψε ψευδώς στην έκθεσή του ότι ο θάνατος ήταν ατύχημα από τη σόμπα. Με τον τρόπο αυτό, 15.000 άνθρωποι ήταν παρόντες στην κηδεία του. Ο Τζόναθαν Γουίλσον, σε άρθρο του στον Γκάρντιαν το 2007, δεν φαίνεται να πείθεται και πιστεύει ότι όντως ήταν ατύχημα. Όποια και να είναι η αλήθεια, ο Ζίντελαρ έφυγε με τις τιμές που του άξιζαν, ένας ποδοσφαιρικός μύθος που έγραψε και μια παρόμοια μυθική ζωή. Και αν οι ιστορικές εξελίξεις ήταν διαφορετικές, ίσως το όνομά του ποδοσφαιρικά να ήταν σήμερα εκεί ψηλά με άλλα ιερά τέρατα του ποδοσφαίρου. Θα παραμείνει πάντως ψηλά για την άρνησή του να αγωνιστεί με εκείνη τη Γερμανία και για εκείνο το γκολ του, σε ένα φιλικό που δεν αναφέρεται στις επίσημες ιστορίες των Π.Ο. της Γερμανίας και της Αυστρίας, σαν να θέλουν να το διαγράψουν, μαζί με όλα εκείνα τα χρόνια.
sombrero.gr
-
Στη Νορβηγία μερικές φορές τα γήπεδα έχουν ατμόσφαιρα ακόμα κι όταν δεν υπάρχει ψυχή στις κερκίδες.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/92577418_10158656983005931_713206120096727040_n.jpg?_nc_cat=106&_nc_sid=8024bb&_nc_eui2=AeE_GIE9gMNEp6txuMCozYXoRIKXrwZkCxlEgpevBmQLGariu9mY3dClEFIl78-D0g7MKOYCltQ41zBqE8coL8ga&_nc_oc=AQnh2i7pwric0CGVUSe78Y9x0Vv8zDJgPt1m4eoFC_zVa737v_LdYJdJ-RJKgh6dcfg&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=28abbc850624ccc33509bf27a50b4679&oe=5EB509AF)
El Sombrero
-
Μπασακσεχίρ: Η πρωταθλήτρια του... Ερντογάν που δεν έχει οπαδούς
(https://www.gazzetta.gr/sites/default/files/styles/fullwidth_cropped/public/article/2020-07/istanbul-basaksehir-986.jpg?itok=t2A3AlGr)
Σε έξι χρόνια, το Καθεστώς του Ταγίπ Ερντογάν δημιούργησε μία ομάδα από το πουθενά, την οδήγησε στον τίτλο, αλλά παρά τα χρήματα και το... σπρώξιμο, αδυνατεί να την εντάξει στην οπαδική και ποδοσφαιρική κουλτούρα.
Συνέβη μέσα σε έξι χρόνια. Από ομάδα που πάλευε για την παραμονή, βρέθηκε πρωταθλήτρια στη μεγάλη κατηγορία. Η ασύλληπτα επιβλητική ανέλιξη της Μπασακσεχίρ μέχρι την κορυφή του τουρκικού ποδοσφαίρου σχετίζεται σε τεράστιο βαθμό με την πολιτική, τα χρήματα και την ιδεολογία του Προέδρου της χώρας, του Ταγίπ Ερντογάν.
Πριν από περίπου 10 μέρες, η νίκη επί της Καϊσέρισπορ, της έδωσε τον πρώτο απρόσμενο τίτλο στην ιστορία της. Ωστόσο, αυτή η επιτυχία πανηγυρίστηκε δίχως οπαδούς. Επειδή αυτή η ομάδα μπορεί να διαθέτει τη στήριξη της πολιτικής ηγεσίας, αλλά δεν έχει κοινό για να γιορτάσει μαζί της.
Η Μπασακσεχίρ δεν διαθέτει υποστηρικτές ούτε καν μέσα στον πυρήνα της ύπαρξής της, μέσα στη βάση της. Αυτή βρίσκεται στην πιο περιποιημένη γειτονιά της Κωνσταντινούπολης. Σούπερ γυάλινα ψηλά κτήρια, μοντέρνες κατοικίες, πάρκα με λουλούδια, παντού φρεσκοκομμένο γρασίδι, κυριλέ αίθουσες για εκδηλώσεις και γάμους.
Ισλαμική... προτροπή
Οικογένειες και ζευγάρια κάνουν βόλτες σε αυτά τα πάρκα και στις άψογες γειτονιές της συνοικίας, με τα περισσότερα κορίτσια να φορούν τη μαντήλα, χαρακτηριστικό των υποστηρικτών τους ισλαμικού κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν, το οποίο αδιάλειπτα κυβερνά τη χώρα από το 2002. Δεν λείπουν βέβαια και οι γυναίκες που εξακολουθούν να τιμούν το “nicab”, έχοντας εντελώς καλυμμένο το πρόσωπό τους.
Στην εν λόγω συνοικία επομένως υπάρχει ευδιάκριτη η έννοια της θρησκευτικής πίστης. Οχι όμως και του ποδοσφαίρου. Αναμφίβολα κανείς συναντά περισσότερα τζαμιά από γήπεδα μικρά ή κανονικά. “Εγώ οπαδός της Μπασακσεχίρ; Οχι βέβαια”, είναι η απάντηση των περισσοτέρων που κυκλοφορούν έξω από το γυάλινο και υπερσύγχρονο παλατάκι της ομάδας. Η “Φατίχ Τερίμ Αρένα” χτίστηκε το 2011 και χωράει 17.500 θεατές, μα σπάνια γεμίζει (μικρότερος μ.ο. θεατών στη Λίγκα, 2.892 ανά ματς). “Η ομάδα είναι καινούργια, δεν έχει ρίζες εδώ”, εξηγούν τρεις περαστικοί πιτσιρικάδες, που δηλώνουν οπαδοί της Μπεσίκτας.
(https://www.gazzetta.gr/sites/default/files/sitefiles_2020-07/116795572_1041466539584587_2127098847365803869_n.png)
Χρήμα και πολιτική
Και είναι αλήθεια. Ο σύλλογος απέκτησε την τωρινή μορφή και ονομασία του μόλις το 2014, παίρνοντας τη θέση μίας άλλης ομάδας, της Πόλης, της Μπουγιουκσεχίρ που είχε ιδρυθεί το 1990. Το καινούργιο club ονομάστηκε Μπασακσεχίρ από την εν λόγω συνοικία στα βορειοανατολικά της Κωνσταντινούπολης και με με κάποιον τρελό τρόπο βρέθηκε σε αυτές τις έξι σεζόν να πρωταγωνιστεί στη Σούπερ Λίγκα της Τουρκίας. Κάπως έτσι τερμάτισε σταδιακά 4η, 4η, 2η, 3η, 2η και φέτος πήρε τον τίτλο.
Πώς όμως κατάφεραν να ανέβουν τόσο γρήγορα τις κατηγορίες; “Αναμφίβολα έχουν κάνει πολύ σωστά κάποιες σημαντικές κινήσεις, αλλά είναι ξεκάθαρο πως έχουν και τη τη στήριξη της κυβέρνησης”, εξηγεί ο δημοσιογράφος, Μπαγκίς Ερτέν. “Αρχικά, το ότι εδρεύει στην Κωνσταντινούπολη, βοηθάει στο να δεχτούν να παίξουν εκεί σημαντικοί ποδοσφαιριστές. Επίσης, έχουν δώσει τα ηνία σε έναν εξαιρετικό προπονητή, τον Αμπντουλάχ Αβτσί. Τα οικονομικά του συλλόγου είναι σε τέλεια κατάσταση και πάντοτε πληρώνουν στην ώρα τους τους παίκτες, κάτι που δεν συνηθίζεται στην Τουρκία. Επομένως, όλοι θέλουν να παίξουν εκεί”.
Πίσω απ' όλη αυτήν την ευημερία όμως, βρίσκεται μάλλον απροκάλυπτα η κυβέρνηση. Ο σκοπός της ήταν να δημιουργήσει έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο βασισμένο στη δική της ισλαμική ιδεολογία, ώστε να μπορέσει να αντιταχθεί στις τρεις παραδοσιακές δυνάμεις της χώρας, Γαλατάσαραϊ, Φενερμπαχτσέ, Μπεσίκτας, που εκφράζουν ένα πιο κοσμικό κατεστημένο..
Η τρίτη απόπειρα...
“Η πρώτη απόπειρα της κυβέρνησης ήταν να το πράξει με την Καϊσέρισπορ, ομάδα της πιο συντηρητικής Ανατολίας. Επειτα το δοκίμασαν με την Κασίμπασα, η οποία είναι και η γενέτειρα του Ερντογάν στην Πόλη, αλλά ούτε εκεί υπήρξε επιτυχία. Οπότε, αυτή τη φορά το δοκίμασαν με μία ομάδα δίχως οπαδούς, ιστορία, η οποία ήταν πιο εύκολο να οδηγηθεί εκεί που ήθελε το Καθεστώς”, εξηγεί ο Ερτέν.
Τα χρήματα δεν έλειπαν. Ο σύλλογος υπέγραψε το 2015 ένα τρομερό deal για χορηγία με μία εταιρεία ιατρικών υπηρεσιών, τη “Medipol”, που διαθέτει δικά της νοσοκομεία, ακόμα και δικό της πανεπιστήμιο. Ισχυρός άντρας αυτής της εταιρείας είναι ο μέχρι το 2018 υπουργός υγείας της Τουρκίας. Κατά συνέπεια, δεν είναι λίγοι όσοι αποκαλούν τη Μπασακσεχίρ ως “ομάδα του Ερντογάν” και σίγουρα έχουν τους λόγους τους. Ακόμα και τα χρώματα της είναι ίδια με εκείνα του κόμματος του Τούρκου Προέδρου (πορτοκαλί, γαλάζιο, λευκό), ενώ στις εξέδρες του γηπέδου της συχνά πυκνά υπάρχουν προεκλογικές διαφημίσεις υπέρ του AKP.
Υπάρχουν όμως και άλλα που δένουν τις δύο πλευρές. Ο πρόεδρος του club, Γκιοκσέλ Γκιουμουστάγκ, είναι εκπρόσωπος του κόμματος στην Πόλη και παντρεμένος με την ανιψιά της συζύγου του Ερντογάν, Εμινέ. Ακόμα και ο ίδιος ο Ερντογάν έφτασε να φορέσει την εμφάνισή της και να αγωνιστεί σε συμβολικό ματς στο γήπεδό της, ενώ το κόμμα παροτρύνει ανοικτά τη νεολαία του να γίνουν οπαδοί της Μπασακσεχίρ.
(https://www.gazzetta.gr/sites/default/files/sitefiles_2020-07/116353135_3660153047332860_6340131791227580834_n.png)
Χωρίς οπαδούς και... κουλτούρα
“Μπορεί να πήρε και τον τίτλο, αλλά παρά τις προσπάθειες του Καθεστώτος, η Μπασακσεχίρ δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει οπαδούς και συγκεκριμένη ταυτότητα. Κανείς δεν την αποδέχεται ως μοντέλο, καθώς άπαντες αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για επιτυχία της κυβέρνησης και όχι πραγματικά ποδοσφαιρικής. Μπορεί λοιπόν να αγοράζουν τους πιο ακριβούς παίκτες αυτή τη στιγμή, αλλά δεν έχουν τίποτ' άλλο σημαντικό”, προσθέτει ο Ερτέν.
Στην Ελλάδα μάθαμε καλύτερα τη Μπασακσεχίρ το περασμένο καλοκαίρι, όταν και αποκλείστηκε από τον Ολυμπιακό στον 3ο προκριματικό γύρο του Champions League, για να μπει στη συνέχεια σε όμιλο του Europa League, κάτι που είχε καταφέρει ξανά το 2017-'18. Ωστόσο, η σεζόν της δεν έχει ολοκληρωθεί, μιας και την ερχόμενη Τετάρτη θα προσπαθήσει κόντρα στην Κοπεγχάγη να υπερασπιστεί το υπέρ της 1-0 του πρώτου αγώνα της φάσης των “16” του Europa League.
Και αυτή τη στιγμή η Μπασακσεχίρ έχει ένα πλεονέκτημα σε κάθε αντίπαλο στην εποχή του κορονοϊού, επειδή ουσιαστικά έχει μάθει να αγωνίζεται δίχως οπαδούς. Αυτό πιστεύουν στην Τουρκία ότι λειτούργησε τρομερά υπέρ της και πήρε το πρωτάθλημα μετά την καραντίνα.
* Πηγή “Marca”
gazzetta.gr
-
Η φανέλα της Τραμπζονσπόρ για την επόμενη σεζόν δεν είναι κάτι ασυνήθιστο, αλλά παρουσιάστηκε με ασυνήθιστο τρόπο. Ο σύλλογος, έδωσε το σχέδιο σε έναν οπαδό για να το ζωγραφίσει σε μια κουβέρτα για την κόρη του, η οποία γεννήθηκε με κάποιου είδους αναπηρία και παραπληγία. Καθώς είναι καθηλωμένη συνεχώς και δεν μπορεί να σηκωθεί, ο πατέρας εγκατέστησε έναν καθρέφτη στο ταβάνι του δωματίου της και έτσι είδε ότι ήταν η πρώτη που φόρεσε την φανέλα της ομάδας.
Το πρόσωπο της ευτυχίας της μικρής, τα λέει όλα.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/116915450_3285078461546266_1240017688051987990_n.jpg?_nc_cat=106&_nc_sid=8024bb&_nc_eui2=AeFzS5e03Ia1cDXmoLnYMPij91sYgSkVk_D3WxiBKRWT8EY9F_EEUQV5iQMGICmFiiin5gsWKpNt1dpqhsGnaoTI&_nc_ohc=bZ0Ph4TWiSMAX-lFwdV&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=49ef7939449294fa658a286f7f1273aa&oe=5F4F737B)
Dieci
-
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/09/446322d6e167599e8c01.jpeg?w=540&ssl=1)
Το ματωμένο ντέρμπι του Μάξιμιρ λίγο πριν τον πόλεμο
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και τόσο στην Ευρώπη, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, λαμβάνουν χώρα σημαντικές πολιτικές αλλαγές. Καθεστώτα δεκαετιών δοκιμάζονται κάτω από την πίεση και τις αντιδράσεις του κόσμου και αρκετά από αυτά καταρρέουν. Χρονικά, Πολωνία και Ουγγαρία είναι οι πρώτες χώρες στις οποίες γίνονται αλλαγές. Θα ακολουθήσουν και άλλες χώρες της ανατολικής Ευρώπης, αλλά και οι αναταραχές στην Κίνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, υπάρχει και η ιδιόμορφη περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας. Η Γιουγκοσλαβία που ιδρύθηκε μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο ως ένα ομόσπονδο κράτος, κατάφερε χάρη στον ισχυρό έλεγχο του Τίτο να βάλει κάτω από τα χαλάκι τα πάθη. Πάθη που δεν είχαν να κάνουν τόσο με πολιτικές ιδέες, αλλά κυρίως με εθνικές διαφορές και βαρβαρότητες. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Κροάτες εθνικιστές Ουστάζε συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις του Άξονα, σκοτώνοντας χιλιάδες Σέρβους, Ρομά και Εβραίους. Από την άλλη πλευρά, οι Σέρβοι Τσέτνικς έκαναν εγκλήματα εις βάρος των Κροατών και τον Μουσουλμάνων. Το μίσος ήταν μεγάλο.
Όλα αυτά όμως, λίγο πολύ, μπήκαν στην άκρη όταν δημιουργήθηκε η ενωμένη Γιουγκοσλαβία των 6 δημοκρατιών υπό τον Τίτο. Πριν αρχίσουν τα: “Ρε Σομπρέρο ασχολήσου με την μπάλα και άσε την ιστορία“, θα ολοκληρώσουμε αυτή τη μίνι αναδρομή γιατί είναι αρκετή σημαντική για τα όσα ακολούθησαν. Ο θάνατος του Τίτο και τα οικονομικά προβλήματα της Γιουγκοσλαβίας (που έφεραν μέχρι και το ΔΝΤ τη δεκαετία του 1980) δημιούργησαν ένα αρνητικό κλίμα και σιγά σιγά τα πάθη εμφανίζονταν ξανά. Οι Σέρβοι, μέσω του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, προσπαθούσαν να πάρουν όλο και μεγαλύτερο έλεγχο, οι υπόλοιποι ήθελαν όλο και μεγαλύτερη αυτονομία και μέσα σε ένα κλίμα οικονομικής αστάθειας (ανάμεσα στα κράτη υπήρχαν σημαντικές οικονομικές διαφορές, λίγο πολύ όπως συμβαίνει και στην Ε.Ε., με τη Σλοβενία για παράδειγμα να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα από τη Σερβία), αλλά κυρίως μέσα στη γενικότερη κατάρρευση των σοσιαλιστικών κρατών, τα πράγματα δεν έδειχναν να βρίσκονται σε καλό σημείο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας, χωρίς πλέον την παρουσία του “πατερούλη” Τίτο, δεν μπόρεσε να γεφυρώσει τις διαφορές στο 14ο του Συνέδριο και τον Ιανουάριο του 1990 ουσιαστικά διαλύθηκε, αφού Κροάτες και Σλοβένοι αποχώρησαν από τις συνομιλίες. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας έγιναν εκλογές με περισσότερα από ένα κόμματα και τόσο στη Σλοβενία, όσο και στην Κροατία επικράτησαν οι παρατάξεις που ήταν υπέρ της αυτονομίας, με το κομμουνιστικό καθεστώς να καταρρέει σταδιακά. Ο Φράνιο Τούτζμαν που εκλέχθηκε στην Κροατία το έκανε με βασικό σύνθημα “να προστατέψει την Κροατία από τον πρόεδρο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς“.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/09/dinamo-zvezda-riots_2.jpg?resize=580%2C345&ssl=1)
Οι εκδρομείς του Ερυθρού Αστέρα που θα έγραφαν ιστορία στα γεγονότα της εποχής
Λίγες ημέρες μετά την εκλογή του, στις 13 Μαΐου του 1990 στο Μάξιμιρ του Ζάγκρεμπ, η Διναμό Ζάγκρεμπ (2η στη βαθμολογία) υποδεχόταν τον Ερυθρό Αστέρα που είχε κατακτήσει ήδη τον τίτλο. Όπως πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε πλευρά παρουσιάζει τα γεγονότα διαφορετικά. Θα προσπαθήσουμε να αναφέρουμε όλες τις πτυχές. Περίπου 2 με 3 χιλιάδες οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα, οργανωμένοι των Delije, ταξίδεψαν με το τραίνο από το Βελιγράδι. Ανάμεσά τους κι ο εκ των ηγετών τους Ζέλικο Ραζνάτοβιτς (κρατάμε το όνομα για μετά). Στην πόλη του Ζάγκρεμπ ξέσπασαν επεισόδια ανάμεσα στους Σέρβους και τους Bad Blue Boys (BBB για τους φίλους) της Διναμό Ζάγκρεμπ. Το κλίμα μεταφέρθηκε στη συνέχεια και στο γήπεδο.
Τα συνθήματα είχαν ξεφύγει. “Είμαστε οι Τσέτνικς, είμαστε οι πιο δυνατοί” φωνάζουν οι Σέρβοι, “Όταν είσαι χαρούμενος χτύπα έναν Σέρβο, όταν είσαι χαρούμενος μαχαίρωσε έναν Σέρβο” απαντούν οι Κροάτες. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε και δεν μείναμε σε συνθήματα. Οι οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα ήρθαν σε μάχες σώμα με σώμα με τον κόσμο στις διπλανές εξέδρες και οι ΒΒΒ βγήκαν από το πέταλό τους και όρμησαν στον αγωνιστικό χώρο. Η μια πλευρά λέει ότι οι Σέρβοι ξήλωσαν τις διαφημιστικές πινακίδες και επιτέθηκαν απρόκλητα στους φιλάθλους. Η άλλη πλευρά λέει ότι οι οπαδοί του Αστέρα ξήλωσαν τις πινακίδες για να τις βάλουν πάνω από τα κεφάλια τους και να προστατευτούν από τον πετροπόλεμο των Κροατών. Οι Σέρβοι υποστηρίζουν ότι τα επεισόδια ήταν στημένα από τον Τούτζμαν και τους ανθρώπους του. Στέκονται στο γεγονός ότι οι BBB μπήκαν εύκολα μέσα στον αγωνιστικό χώρο, τα συρματοπλέγματα είχαν κοπεί (ή λιώσει με οξύ κατά μια θεωρία) από το προηγούμενο βράδυ. Από την πλευρά τους, οι Κροάτες στέκονται στα επεισόδια στην πόλη και λένε ότι οι Σέρβοι ήρθαν για πόλεμο, φωνάζοντας συνθήματα όπως “το Ζάγκρεμπ είναι Σερβία” και “Θάνατος στον Τούτζμαν” και στη συνέχεια επιτέθηκαν στον κόσμο. Υποστηρίζουν ότι οι αστυνομικές δυνάμεις που είχαν Σέρβο επικεφαλής δεν άγγιζαν τους οπαδούς του Ερυθρού Αστέρα και χτυπούσαν με αγριότητα μόνο τους Κροάτες οπαδούς της Διναμό. Υπάρχει μέχρι και μια θεωρία ότι τα επεισόδια προκάλεσαν οπαδοί της… Ριέκα που βρέθηκαν στο γήπεδο. Ο αγώνας δεν ξεκίνησε ποτέ και ο απολογισμός ήταν 79 τραυματίες αστυνομικοί και 59 οπαδοί.
&feature=emb_title
Τα ιστορικά επεισόδια του 1990
Κάπου στο γήπεδο βρίσκονταν και οι ποδοσφαιριστές που είχαν βγει για να πατήσουν το χορτάρι. Μεταξύ τους κι ο Ζβόνιμιρ Μπόμπαν, ένας υπερταλαντούχος χαφ 22 ετών, αρχηγός της Διναμό. Ο Μπόμπαν είδε κάποιον οπαδό της ομάδας να τρώει ξύλο από την αστυνομία και χωρίς δεύτερη σκέψη πήγε κατευθείαν εκεί. Μπλέχτηκε κανονικά στον καβγά, επιτέθηκε στους αστυνομικούς κι η εναέρια κλωτσιά του στον αστυνομικό Ρέφικ Αχμέτοβιτς απαθανατίστηκε από τους φωτογράφους και έχτισε τον μύθο του Μπόμπαν στην Κροατία. Ο νεαρός σταρ έγινε εθνικός ήρωας, σύμβολο της αποφασιστικότητας των Κροατών. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Π.Ο. της Γιουγκοσλαβίας τον τιμώρησε με εννιά μήνες αποκλεισμό από την εθνική και έτσι έχασε το Μουντιάλ της Ιταλίας. Αλλά ο συμβολισμός έμεινε ανεξίτηλος (και υπάρχει ακόμα και σήμερα ζωγραφισμένος σε τοίχους του Ζάγκρεμπ, όπως βλέπουμε στην αρχή του κειμένου). Ο Μπόμπαν, όπως είναι γνωστό, έκανε στη συνέχεια σπουδαία καριέρα στη Μίλαν, αλλά και την (επίσημη πια) εθνική Κροατίας. Ήταν αρχηγός της ομάδας που έφτασε στην 3η θέση στο Μουντιάλ της Γαλλίας. Με εκείνη την επιτυχία αγαπήθηκε ακόμα περισσότερο και φυσικά συνέχισε να υποστηρίζει τον Τούτζμαν και να τον εκθειάζει.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/09/Screenshot_2.jpg?resize=500%2C334&ssl=1)
Η ιστορική κλωτσιά του Ζβόνιμιρ Μπόμπαν έγινε σύμβολο για τους Κροάτες
Δικαιώνοντας εν μέρει τους Σέρβους που υποστήριζαν ότι τα επεισόδια βόλευαν τους Κροάτες, ο πρόεδρος Τούτζμαν εκμεταλλεύτηκε τα γεγονότα της 13ης Μαΐου και τη στάση της αστυνομίας. “Πώς μπορεί η αστυνομία τους να προστατεύει εμάς“, αναρωτήθηκε ρητορικά ο Τούτζμαν βρίσκοντας την ευκαιρία να περάσει νέες μεταρρυθμίσεις υπέρ της αυτονομίας της Κροατίας, κάνοντας παράλληλα διακρίσεις εις βάρος των Σέρβων που βρίσκονταν στην Κροατία. Σέρβοι που δούλευαν σε κρατικές υπηρεσίες και το δημόσιο στην Κροατία έχασαν τις δουλειές τους. Οι επικεφαλής σε καίριες θέσεις που ήταν τοποθετημένοι από το Κόμμα απομακρύνθηκαν. Ο διαβόητος αυτός αγώνας αναφέρεται συχνά ως το ματς που ξεκίνησε τον πόλεμο μεταξύ Κροατίας-Σερβίας. Υπάρχουν ντοκιμαντέρ, δημοσιευμένες επιστημονικές έρευνες και βιβλία που ασχολούνται με το θέμα. Η αλήθεια είναι όμως ότι το παιχνίδι αυτό ούτε έφερε τον πόλεμο, ούτε αποτέλεσε την αφορμή για τον πόλεμο. Ήταν όμως η στιγμή που έντρομος ο κόσμος έβλεπε από τις τηλεοράσεις του να γίνεται αυτό που φοβόταν (ή ήλπιζε). Τη διάλυση ενός κράτους. Το Διναμό Ζάγκρεμπ-Ερυθρός Αστέρας ήταν περισσότερο από αφορμή, το σύμβολο της διάλυσης, η απόδειξη ότι δεν υπήρχε επιστροφή πλέον για μια ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Ο πόλεμος άλλωστε άρχισε αρκετά αργότερα και μεσολάβησαν και άλλα ποδοσφαιρικά γεγονότα όπως θα δούμε παρακάτω, είναι κάπως υπερβολικό να πούμε ότι ξεκίνησε από το ματς.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/09/EX4QNZYXYAEk33s.jpg?resize=500%2C326&ssl=1)
“Μετά τον πόλεμο, ο αθλητισμός είναι το πρώτο πράγμα με το οποίο μπορείς να ξεχωρίσεις τα έθνη” – Φράνιο Τούτζμαν
Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, η Χάιντουκ Σπλιτ έκανε τουρνέ φιλικών στην Αυστραλία και αφαίρεσε το “γιουγκοσλάβικο” σήμα από τη φανέλα της, χρησιμοποιώντας το παλιό της έμβλημα, δείγμα ότι δεν θεωρούσε ότι ανήκει στη χώρα. Λίγο καιρό αργότερα, στο πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας για το 1990-91 που θα ήταν και το τελευταίο ενωμένο πρωτάθλημα ποτέ, η Χάιντουκ υποδεχόταν την Παρτιζάν. Οι οργανωμένοι οπαδοί της με το όνομα Τορσίδα μπήκαν στο γήπεδο, έκαψαν τη γιουγκοσλαβική σημαία, σήκωσαν τη δική τους κροατική σημαία και φώναζαν “Κροατία – ανεξάρτητη”, διακόπτοντας τον αγώνα. Την ίδια στιγμή, το ανώνυμο, μη-οργανωμένο πλήθος φώναζε “κάψτε τη σημαία”. Τα πράγματα είχαν πάρει τον δρόμο τους. Ο Τούτζμαν που γνώριζε καλά τη δύναμη του ποδοσφαίρου κατάφερε τον Οκτώβριο του 1990 να διοργανώσει ένα φιλικό μεταξύ της (μη αναγνωρισμένης) εθνικής Κροατίας με τις ΗΠΑ με αφορμή την επαναφορά του αγάλματος ενός εθνικού ήρωα της Κροατίας που το κομμουνιστικό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας είχε αφαιρέσει. Είχε προηγηθεί τον Ιούνιο του 1990 το φιλικό μεταξύ Γιουγκοσλαβίας-Ολλανδίας στο Μάξιμιρ, φιλικό προετοιμασίας για το Μουντιάλ. Ένα παιχνίδι με 20.000 Κροάτες να γιουχάρουν τον εθνικό ύμνο της Γιουγκοσλαβίας και τον προπονητή Ίβιτσα Όσιμ και να πανηγυρίζουν τα γκολ των Ράικαρντ και φαν Μπάστεν. Η Γιουγκοσλαβία δεν ήταν πια η χώρα τους.
Ο αγώνας της 13ης Μαΐου του 1990 δεν ήταν το τελευταίο παιχνίδι Διναμό-Ερυθρού Αστέρα. Το επόμενο πρωτάθλημα (που κατέκτησε και πάλι ο Ερυθρός Αστέρας με δεύτερη ξανά τη Διναμό) είχε και άλλα δυο επίσημα ματς μεταξύ τους και ένα φιλικό. Η μοίρα όμως έφερε τις δυο ομάδες να βρίσκονται στις ίδιες θέσεις (τον πρωταθλητή Ερυθρό Αστέρα μάλιστα λίγο πριν παίξει στον τελικό του Πρωταθλητριών και κατακτήσει το τρόπαιο), σχεδόν ένα χρόνο μετά από εκείνη τη συνάντησή τους. Ήταν 16 Μαΐου του 1991 και το κλίμα ήταν τεταμένο στο Ζάγκρεμπ. Ο Ερυθρός Αστέρας κέρδιζε με 0-2, αλλά τελικά η Διναμό πήρε το ματς με 3-2, μια ανατροπή που γέμισε με χαρά όλους τους Κροάτες. Ένα παιχνίδι όμως που έμεινε κι αυτό στην ιστορία για λάθος λόγους. Ο Ρόμπερτ Προσινέτσκι, που παρότι Κροάτης έπαιζε ακόμα στον Ερυθρό Αστέρα, δήλωσε χρόνια μετά ότι αυτός κι οι συμπαίκτες του άφησαν τη Διναμό να κερδίσει. Ο προπονητής Πέτροβιτς είπε ότι το ματς δεν ήταν “στημένο” ή “προσυμφωνημένο”, αλλά ότι η Διναμό έπρεπε να κερδίσει. Ο Τούτζμαν βρισκόταν στις εξέδρες και ήθελε να το εκμεταλλευτεί πολιτικά. Η Διναμό μείωσε με ένα πέναλτι σε βουτιά του Νταβόρ Σούκερ, ο Πέτροβιτς αποβλήθηκε και το κλίμα στα αποδυτήρια έδειχνε ότι μοναδικό αποτέλεσμα θα έπρεπε να είναι η νίκη των γηπεδούχων. Η νίκη της Διναμό θα ενίσχυε κι άλλο το προφίλ του Τούτζμαν.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/09/Zeljko_Raznatovic.jpg?resize=422%2C640&ssl=1)
Από τα πέταλα των γηπέδων, στον πόλεμο. Ο Αρκάν.
Οι πρώτες εχθροπραξίες είχαν ήδη λάβει χώρα. Τον Ιούνιο του 1991 η Κροατία ανακοίνωνε την ανεξαρτητοποίησή της και στη συνέχεια ο πόλεμος έγινε πραγματικότητα. Ανάμεσα στους πολεμιστές ήταν και πολλοί οργανωμένοι οπαδοί ομάδων. Οι Delije κι οι BBB μετά το Μάξιμιρ ήρθαν ξανά αντιμέτωποι, αυτή τη φορά σε άλλο “γήπεδο”. Το ίδιο κι οι οργανωμένοι των άλλων ομάδων όπως της Παρτιζάν και της Χάιντουκ. Ο αρχηγός των οργανωμένων του Ερυθρού Αστέρα Ζέλικο Ραζνάτοβιτς που αναφέραμε παραπάνω δεν ήταν άλλος από τον άνθρωπο που έμεινε γνωστός με το όνομα Αρκάν. Αρχηγός μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης εθελοντών, ο Αρκάν έγινε ένας από τους πιο διαβόητους ανθρώπους εκείνης της περιόδου, αφού ρίχτηκε στις μάχες με πολλούς από τους συνοπαδούς του και σύμφωνα με όσα είναι γνωστά ο Αρκάν κι οι Τίγρεις του προέβησαν σε αρκετές βαναυσότητες. Το όνομά του σχετίστηκε με διάφορα εγκλήματα πολέμου, ειδικά στον πόλεμο του Κοσόβου, αλλά πήρε πολλά μυστικά μαζί του μια που δολοφονήθηκε στο Βελιγράδι το 2000. Είχε προλάβει να ασχοληθεί ξανά με το ποδόσφαιρο, αυτή τη φορά ως ιδιοκτήτης της μικρής Όμπιλιτς. Ο Αρκάν κατάφερε χρησιμοποιώντας κάθε πιθανή μέθοδο να κάνει την Όμπιλιτς πρωταθλήτρια το 1998, αλλά με το φαινόμενο Όμπιλιτς και τα όσα ακούγονταν εκείνα τα χρόνια για τις μεθόδους των ανθρώπων της θα ασχοληθούμε άλλη φορά.
Έξω από το στάδιο Μάξιμιρ έχει φτιαχτεί ένα μνημείο και ο κόσμος της Διναμό πηγαίνει κάθε χρόνο στις 13 Μαΐου για να τιμήσει τους νεκρούς. Η επιγραφή λέει: “Για όλους τους οπαδούς της Διναμό για τους οποίους ξεκίνησε ο πόλεμος και ολοκληρώθηκε με αυτούς να χαρίζουν τις ζωές τους για την κροατική πατρίδα”. Το παιχνίδι έχει τη δική του συμβολική σημασία. Η κροατική τηλεόραση γύρισε ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο “Ο πόλεμος για την πατρίδα ξεκίνησε στο Μάξιμιρ“. Στα Βαλκάνια δεν είναι δύσκολο να δημιουργηθούν θρύλοι και πολλοί πιστεύουν ότι εκείνο το παιχνίδι έφερε τον πόλεμο. Ο Τούτζμαν αργότερα ήρθε σε κόντρα με τους ίδιους τους οπαδούς που τον βοήθησαν τόσο πολύ. Η απόφασή του για αλλαγή του ονόματος της Διναμό Ζάγκρεμπ (εξαιτίας του “κομμουνιστικού του παρελθόντος”) σε Κροάσια τον έφερε σε μεγάλη κόντρα με τους BBB που του είχαν στρώσει τον δρόμο λίγες εβδομάδες μετά την επανεκλογή του. Όμως ο μύθος εκείνου του αγώνα δεν περιορίζεται μόνο στους Κροάτες. Ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάντερ Βούτσιτς υποστηρίζει ότι βρισκόταν στο Μάξιμιρ εκείνη την ημέρα. To “Ήμουν κι εγώ στο Μάξιμιρ” σου δίνει πόντους αν είσαι πολιτικός στη Σερβία. Ανεξάρτητα από τι πραγματικά έγινε, ο αγώνας εκείνος δημιούργησε πρωταγωνιστές. Πρωταγωνιστές πολιτικούς (ο Τούτζμαν θα έμενε πρόεδρος της Κροατίας μέχρι τον θάνατό του το 1999), ποδοσφαιριστές (ο Μπόμπαν εκτός από εξαιρετικός παίκτης, έγινε εθνικός ήρωας), οργανωμένους οπαδούς (ο Αρκάν αποτέλεσε μια φιγούρα που τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις για την επόμενη δεκαετία). Ένα παιχνίδι που δεν έφερε τον πόλεμο, αλλά έδειξε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του ποδοσφαίρου και τη δυνατότητά του να παίζει τον δικό του ρόλο στην ιστορία.
sombrero.gr
-
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2013/09/afp_543998575_75707998.jpg?w=1000&ssl=1)
Το μισό λεπτό ευτυχίας του Σαν Μαρίνο
22ο λεπτό του αγώνα Σαν Μαρίνο-Πολωνία, οι φιλοξενούμενοι βρίσκονται μπροστά στο σκορ με 0-1 και οι γηπεδούχοι εκτελούν φάουλ από τα δεξιά. Ο 31χρονος Αλεσάντρο Ντέλα Βάλε ξεφεύγει από τους αμυνόμενους και με πολύ ωραία κεφαλιά στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα. Ακολουθεί έκρηξη χαράς και ευτυχίας.
Είναι το πρώτο του γκολ στην καριέρα του με τη φανέλα της εθνικής (επίτευγμα που έχουν καταφέρει μόλις 11 άλλοι παίκτες στην ιστορία της ομάδας), είναι το πρώτο γκολ του Σαν Μαρίνο στα προκριματικά του Μουντιάλ (μέχρι εκείνο το σημείο ο απολογισμός των γκολ έλεγε 0-39), είναι το πρώτο επίσημο γκολ της παρέας αυτής των ερασιτεχνών ποδοσφαιριστών από αυτό το μικρό μέρος του πλανήτη, την οποία κάποτε διέσυραν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο κάποιοι ξεδιάντροποι Ολλανδοί και η οποία έχει κερδίσει ένα μόνο παιχνίδι στα 23 χρόνια παρουσίας της (κι αυτό ήταν ένα φιλικό με το Λιχτενστάιν), από τον Οκτώβρη του 2008, πέντε χρόνια πριν! Απογυμνωμένο απ’ όλα τα υπόλοιπα δεδομένα όμως παραμένει ένα γκολ. Κι αυτό έχει σημασία. Γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι σχετικά.
Πριν καν περάσουν 30 δευτερόλεπτα από το τέλος των έξαλλων πανηγυρισμών των γηπεδούχων ο Μπλαζικόφσκι βγαίνει τετ-α-τετ με τον τερματοφύλακα του Σαν Μαρίνο και κάνει το 1-2 για τους Πολωνούς. Όπως όλοι ξέρουμε, τα ωραία πράγματα κρατάνε λίγο. Κάποιες φορές πολύ λίγο.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2013/09/della.jpg?w=650&ssl=1)
sombrero.gr
-
Οι εξέδρες των γηπέδων αδειάζουν ξανά. Όχι όμως αυτές της Χέρενφεϊν.
Αυτές γέμισαν με 15.000 λούτρινα αρκουδάκια που έστειλαν ένα δυνατό μήνυμα στήριξης και ευαισθητοποίησης για τα παιδιά με καρκίνο.
Τα αρκουδάκια απόλαυσαν μια μεγάλη νίκη με 4-0, της ομάδας τους, που την έφερε στη 3η θέση της Eredivisie.
Αυτά μπορεί να μην μπορούν να πανηγυρίσουν τη νίκη, αλλά το μήνυμα που προσφέρουν μπορεί να κάνει χιλιάδες παιδιά να πανηγυρίσουν τη δική τους νίκη απέναντι σε αυτή τη καταραμένη αρρώστια.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/s960x960/122589424_10159217786379752_5955550050779725162_o.jpg?_nc_cat=1&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=5wBbzJE9tV4AX_OyLQd&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&tp=7&oh=32f68037cf5d2ec419e364c1571ca7f0&oe=5FBB016A)
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/s960x960/122720153_10159217787959752_5727070962141118937_o.jpg?_nc_cat=1&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=OB3_X2OMP70AX-MB-KL&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&tp=7&oh=7a9adbd4e2df77a07ff7384b90e30497&oe=5FBC411E)
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/s960x960/122585720_10159217788214752_3449014115577773967_o.jpg?_nc_cat=1&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=HEIUvUwZhL0AX-jAIM1&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&tp=7&oh=e1542f51fc10bedbd46841cdcebc4aa1&oe=5FBB0E7C)
gazzetta.gr
Πανέμορφη κίνηση από τη Χέρενφεϊν, τοποθέτησε 15.000 αρκουδάκια στις εξέδρες για τα παιδιά με καρκίνο (pics & vid)
(https://www.gazzetta.gr/sites/default/files/styles/scale_n_crop_812x457/public/article/2020-10/elhlypnwmaarqgz.jpg?itok=kXVp5wa1)
Αξιέπαινη και τρυφερή η πρωτοβουλία των ανθρώπων της Χέρενφεϊν, οι οποίοι γέμισαν τις εξέδρες με 15.000 αρκουδάκια για να ευαισθητοποιήσουν τη κοινή γνώμη για τα παιδιά με καρκίνο.
Σε μια συμβολική και συνάμα υπέροχη κίνηση προχώρησε η Χέρενφεϊν στο ματς με αντίπαλο την Έμεν για την Eredivisie. Οι γηπεδούχοι αγωνίστηκαν μπροστά σε γεμάτες κερκίδες, όχι όμως από φιλάθλους, αλλά από 15.000 λούτρινα αρκουδάκια τα οποία τοποθετήθηκαν στα καθίσματα του «Abe Lenstra Stadion», για να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη για τα παιδιά με καρκίνο!
Οι ιθύνοντες του ολλανδικού κλαμπ σε συνεργασία με το KiKa Foundation, επιμελήθηκαν αυτής της προσπάθειας να τεθεί ξανά το θέμα στην επιφάνεια και η «μάχη» όλων των παιδιών που νοσούν στη χώρα, η οποία λόγω κορονοϊού πέρασε σε δεύτερο πλάνο και επιφύλαξαν αυτόν τον πανέμορφο τρόπο για να κεντρίσουν την προσοχή. Αναμφίβολα, το έκαναν, χαρίζοντας υπέροχες εικόνες από το ματς, το οποίο για την ιστορία έληξε με 4-0 υπέρ της Χέρενφεϊν, σε μια νίκη που την έστειλε στην 3η θέση του βαθμολογικού πίνακα.
twitter (https://twitter.com/khrmn31/status/1320107744632934414?ref_src=twsrc%5Etfw%7Ctwcamp%5Etweetembed%7Ctwterm%5E1320107744632934414%7Ctwgr%5Eshare_3%2Ccontainerclick_0&ref_url=https%3A%2F%2Fwww.gazzetta.gr%2Ffootball%2Feurope%2Farticle%2F1526648%2Fpanemorfi-kinisi-apo-ti-herenfein-topothetise-15000-arkoydakia-stis-exedres-gia-ta-paidia-me-karkino)
twitter (https://twitter.com/NOSsport/status/1320094271140204546?ref_src=twsrc%5Etfw%7Ctwcamp%5Etweetembed%7Ctwterm%5E1320094271140204546%7Ctwgr%5Eshare_3%2Ccontainerclick_1&ref_url=https%3A%2F%2Fwww.gazzetta.gr%2Ffootball%2Feurope%2Farticle%2F1526648%2Fpanemorfi-kinisi-apo-ti-herenfein-topothetise-15000-arkoydakia-stis-exedres-gia-ta-paidia-me-karkino)
gazzetta.gr
-
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/09/hun.jpg?w=933&ssl=1)
Το τέλος της κυριαρχίας των Ούγγρων και η “κατάρα” του Γουάνκντορφ
Στις 29 Οκτωβρίου του 1956 η Ουγγρική Χόνβεντ, έχοντας στο τιμόνι τον τεράστιο Ζένο Κάλμαρ, ταξίδεψε στην Βασκωνία για να αγωνιστεί με την Αθλέτικ Μπιλμπάο, για τη φάση των “16” του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Οι Ούγγροι έσφυζαν από ταλέντο. Επίσης είχαν την τύχη να διαθέτουν τρεις εκ των κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Μιας εποχής γεμάτης από πραγματικά ντελικάτους ποδοσφαιριστές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης όπου υπήρχε ποδόσφαιρο. Σε εκείνη την Χόνβεντ -κρατηθείτε- υπήρχαν, και συνεργάζονταν αρμονικά, ο Σάντορ Κόσιτς, ο Ζόλταν Κζίμπορ και ο Φέρεντς Πούσκας. Εννοείται, πως ήταν το μεγάλο φαβορί απέναντι στους Βάσκους, όπως και απέναντι στις περισσότερες ομάδες που υπήρχαν στην διοργάνωση. Πέντε μέρες μετά το ταξίδι, σοβιετικά τανκς εισέβαλαν στην Βουδαπέστη για να διαλύσουν την Ουγγρική Επανάσταση. Την αντισοβιετική εξέγερση δηλαδή που είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα και είχε ως στόχο την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Τα νέα έφτασαν στο ξενοδοχείο που είχε καταλύσει η Ουγγρική αποστολή πολύ γρήγορα και -όπως ήταν λογικό- δεν χαροποίησαν κανένα μέλος της αποστολής και δεν άφησαν ανεπηρέαστο κανένα ποδοσφαιριστή, με την αναμέτρηση να περνάει σε δεύτερη μοίρα. Όλοι ρωτούσαν αγχωμένοι τι ακριβώς συμβαίνει και αν οι άνθρωποί τους είναι καλά. Αυτή άλλωστε ήταν και η λογική αντίδραση.
Σχεδόν ένα μήνα αργότερα η Χόνβεντ αγωνίστηκε στο Σαν Μαμές και ηττήθηκε με 3-2, με τα τρία μεγάλα αστέρια της να μην θέλουν να επιστρέψουν στην Ουγγαρία και να σκέφτονται ακόμα και να μην αγωνιστούν στη ρεβάνς, μετά τις συνθήκες χάους που είχαν προηγηθεί. Τελικά μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, το δεύτερο παιχνίδι (που ήταν στον αέρα), και δεν μπορούσε να γίνει στην Ουγγαρία, έγινε στο Χέιζελ των Βρυξελλών, με τις δύο ομάδες να μένουν στο 3-3 και την Αθλέτικ να παίρνει την πρόκριση. Ο αποκλεισμός αυτός ήταν -ουσιαστικά- και το τέλος της Ουγγρικής κυριαρχίας στο ποδόσφαιρο. Ένα τέλος που ήρθε ξεκάθαρα μέσα από εξωαγωνιστικούς/πολιτικούς παράγοντες. Ακόμα ένα “έργο” λυπηρό (και χιλιοπαιγμένο) κατά του αθλήματος του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο).
Σε μια αρκετά δύσκολη περίοδο για την Ουγγαρία και με όλο τον ποδοσφαιρικό κόσμο να βρίσκεται στα πόδια τους, φάνταζε λογικό -οι Ούγγροι σούπερ σταρ- να θέλουν να αφήσουν τη χώρα τους για άλλες, κορυφαίες ομάδες, του εξωτερικού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως επί Σοβιετικής Ένωσης οι αθλητές δεν είχαν δικαίωμα εξόδου απ’ τη χώρα. Οι αθλητές θεωρούνταν “ερασιτέχνες”, δεν είχαν μισθό απ’ την ομάδα τους (παρά μόνο κλειστό “συμβόλαιο” μαζί της) και έπαιρναν τα χρήματα που τους αναλογούσαν, ως στρατιωτικοί. Εννοείται πως οι περισσότεροι δεν είχαν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε κάποιο γραφείο στρατιωτικής υπηρεσίας. Ουσιαστικά, για να αγωνιστεί κάποιος σε άλλη χώρα έπρεπε να γίνει πρόσφυγας (και “προδότης”). Οι τρεις ποδοσφαιριστές βρήκαν εν τέλει καταφύγιο στην Ισπανία, εκεί δηλαδή που είχε βρει πρώτος “στέγη”, ως πρόσφυγας, ο σπουδαίος Λάσλο Κουμπάλα το 1949, αρνούμενος να μείνει άλλο στην Σταλινική Ουγγαρία, χάνοντας έτσι το δικαίωμα να αγωνίζεται με τα χρώματα της χώρας του (ο Κουμπάλα αγωνίστηκε τόσο με τα χρώματα της Ισπανίας όσο και με αυτά της Καταλωνίας σε μια περίοδο που οι μνήμες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο ήταν ακόμα νωπές και οι “πληγές” δεν είχαν κλείσει – όχι ότι έκλεισαν και ποτέ βέβαια). Ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ έγιναν συμπαίκτες του Κουμπάλα (και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές) στην Μπαρτσελόνα το ’58 (μετά από απραξία σχεδόν ενός έτους), συνθέτοντας μια μαγική τριπλέτα, απ’ τις κορυφαίες που έχει δει το Καμπ Νου, με τον Πούσκας να γίνεται τελικά κάτοικος Μαδρίτης. Εκεί δηλαδή που συνάντησε τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο και την -σχεδόν- ανίκητη Ρεάλ Μαδρίτης, των πέντε σερί Πρωταθλημάτων Ευρώπης.
Η Ουγγαρία -με τον Γκούσταφ Σέμπες στο τιμόνι- είχε κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 επικρατώντας με 2-0 των Γιουγκοσλάβων, ένα χρόνο αργότερα την πρώτη θέση στο πρωτάθλημα κεντρικής Ευρώπης (ανάμεσα σε χώρες όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, η Ελβετία και η Γιουγκοσλαβία) και φυσικά είχε φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το ’54, τρέχοντας ένα αήττητο σερί 32 αγώνων, πριν η Γερμανία υπογράψει το “Θαύμα της Βέρνης” στο στάδιο Γουάνκντορφ στις 4 Ιουλίου. Η Ουγγαρία εκείνης της περιόδου ήταν η κορυφαία ομάδα και πήγε το ποδόσφαιρο πολλά βήματα μπροστά, χαρίζοντας απίστευτες ποδοσφαιρικές συγκινήσεις σε όλα τα γήπεδα της Ευρώπης. Η ομάδα που είχε διαλύσει τους ανίκητους -ως τότε Άγγλους- στο Γουέμπλεϊ, η ομάδα που είχε διαλύσει τους Σκοτσέζους μπροστά σε 160.000 κόσμο. Η ομάδα που δεν μπορούσαν να κερδίσουν ούτε οι τέλειοι Σοβιετικοί εκείνων των ετών. Μια ομάδα πολύ μπροστά απ΄την εποχή της, με παίκτες σπάνιας ποδοσφαιρικής ποιότητας. Μια ομάδα που όσα χρόνια και αν περάσουν πάντα θα μνημονεύεται -και θα συγκαταλέγεται- σε αυτές που άλλαξαν το παιχνίδι και έδειξε σε όλους πως πρέπει να παίζεται το ποδόσφαιρο. Πως πρέπει να παίζεται το σωστό ποδόσφαιρο.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/08/Das_Wunder_von_Bern-1.jpeg?resize=480%2C320&ssl=1)
O Zόλταν Κζίμπορ απέναντι στους Γερμανούς
Δύο μήνες μετά τον χαμένο τελικό από τους Γερμανούς για τον τελικό του Μουντιάλ η Ουγγαρία ξεκίνησε να δίνει και πάλι αγώνες. Το μεγαλύτερο επιθετικό όπλο (και ένα απ’ τα μεγάλα αστέρια της ομάδας) δεν ήταν άλλος από τον Σάντορ Κόσιτς. Ο Κόσιτς είχε κερδίσει το βραβείο του πρώτου σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ’54, σκοράροντας 11 τέρματα, μάλιστα στα πρώτα 10 παιχνίδια που έδωσε η Ουγγαρία, μετά την ήττα απ’ τους Γερμανούς, πρόλαβε να ματώσει τα δίχτυα 16 φορές. Για την ιστορία, από το 1948 μέχρι το 1956 που φόρεσε την φανέλα της εθνικής Ουγγαρίας, πρόλαβε να σκοράρει 75 τέρματα σε 69 παιχνίδια, κάτι που εννοείται αποτελεί και ρεκόρ σε ποσοστό γκολ ανά συμμετοχή σε διοργανώσεις της ΦΙΦΑ. Με την φανέλα των “μπλαουγκράνα” πρόλαβε να σκοράρει 42 γκολ σε 75 εμφανίσεις. Φυσικά το καλύτερο ρεκόρ είναι τα 153 γκολ σε 142 εμφανίσεις με τη φανέλα της Χόνβεντ. Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε, η υπόθεση-γκολ ήταν για τον Κόσιτς κάτι τόσο εύκολο όσο είναι για όλους εμάς να βάλουμε ένα ποτήρι νερό στην βρύση του σπιτιού μας. Ο Κόσιτς παρέα με τον Κζίμπορ και φυσικά τον “παλιό” Λάσλο Κουμπάλα συνέχισαν τα μαγικά τους -όχι με την φανέλα των Μαγυάρων- αλλά με αυτή της Μπαρτσελόνα, έχοντας βάλει ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, όπως έκανε δηλαδή ο άλλος σπουδαίος της πρώην παρέας, ο Πούσκας, με την φανέλα της Ρεάλ Μαδρίτης το 1959 και το 1960.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/08/ccn08.jpg?resize=480%2C490&ssl=1)
Κουμπάλα και Πούσκας σε κλάσικο το 1960
Την σεζόν 1960-1961 η μοίρα τα έφερε έτσι ώστε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ να τεθούν αντιμέτωπες για τους “16” του Πρωταθλητριών με τους “μπλαουγκράνα” να παίρνουν και την σπουδαία πρόκριση με συνολικό σκορ 4-3. H μεγάλη ώρα έδειχνε να είχε φτάσει για την Ουγγρική τριάδα της Μπάρτσα που λογάριαζε όμως δίχως έναν άλλο Ούγγρο και δίχως τα “φαντάσματα” του γηπέδου που είχε διεξαχθεί ο τελικός του 1954 κόντρα στους Γερμανούς. Η Μπαρτσελόνα πέρασε την Τσέχικη Σπαρτάκ Hradec στα προημιτελικά και το Αμβούργο στα ημιτελικά, φτάνοντας στον τελικό. Εκεί που θα αντιμετώπιζε δηλαδή την σπουδαία Μπενφίκα του Ούγγρου Μπέλα Γκούτμαν στο στάδιο Γουάνκντορφ της Βέρνης. Εκεί που ο Κόσιτς και ο Κζίμπορ είχαν γνωρίσει την πιο οδυνηρή ήττα της ζωής, τους εφτά χρόνια πριν. Το άγχος τεράστιο μιας και σε κάθε γωνία του γηπέδου έρχονταν οι μνήμες εκείνου του χαμένου τελικού. O Κόσιτς άνοιξε το σκορ στο 21′ με υπέροχη κεφαλιά και ο Κζίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ εκτός περιοχής στο 75′, αλλά τελικά δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την ήττα μιας και το επικό αυτογκόλ του τερματοφύλακα Άντονι Ράμαλετς έκανε τρία τα γκολ για τους Πορτογάλους. Εκείνη τη μέρα ξεκίνησε και η ατυχία για τους Καταλανούς σε τελικούς, μια ατυχία που σταμάτησε 31 χρόνια μετά στο Γουέμπλεϊ. Στο τέλος της σεζόν ο Κουμπάλα και ο Κζίμπορ άφησαν την Μπαρτσελόνα (με τον Κόσιτς να ακολουθεί τέσσερα χρόνια αργότερα). Ένα χρόνο μετά -το 1967- και ο σπουδαίος Φέρεντς Πούσκας ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε μια σπουδαία περίοδο για το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.
Ουδείς μπορεί να γνωρίζει τι θα είχε συμβεί αν δεν είχε διαλυθεί εκείνη η εθνική ομάδα και δεν είχαν σκορπίσει όλοι οι αστέρες της. Ίσως στο Μουντιάλ του 1958 να ήταν όλα διαφορετικά. Ίσως η Χόνβεντ να είχε κατακτήσει ένα κύπελλο πρωταθλητριών (ίσως και παραπάνω), κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά μιας και η ιστορία έχει ήδη καταγραφεί. Το μόνο σίγουρο είναι πως εκείνη η φουρνιά των Ούγγρων είναι μία ανάμεσα στις κορυφαίες που έχει γνωρίσει το παγκόσμιο ποδόσφαιρο και είναι σίγουρο πως, πολύ δύσκολα, μια τόσο μικρή χώρα θα ξαναβγάλει -μαζεμένους- τόσους πολλούς κορυφαίους ποδοσφαιριστές. Aπ’ την άλλη το Ουγγρικό ποδόσφαιρο δεν κατάφερε ποτέ ξανά να πρωταγωνιστήσει, μελαγχολώντας τους παλιούς (ρομαντικούς) φίλους του. Μια ποδοσφαιρική μελαγχολία σαν αυτή που προκαλούν -ασυναίσθητα- οι υπέροχες μελωδίες του Ούγγρου συνθέτη Μίχαλι Βιγκ στις ταινίες του Μπέλα Ταρρ (https://www.youtube.com/watch?v=-EG-129uDFw). Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο “Η Μελαγχολία της Αντίστασης” του Λάσλο Κρασναχορκάι, μα μέσα στις σελίδες του μπορείτε να καταλάβετε (και να δείτε) πολλά για την Ουγγαρία εκείνων των ετών και να καταλάβετε πολλά και για την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζούσαν εκεί, εκείνα τα χρόνια. Φυσικά και οι ποδοσφαιριστές -τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια- απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί.
sombrero.gr
-
Δεν είναι απλά ένα σπορ
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/ballplayers-on-the-beach-1928.jpg?resize=480%2C330&ssl=1)
“Το ποδόσφαιρο έχει προκαλέσει τουλάχιστον έναν πόλεμο και αρκετές μάχες. Συνήθως εκτός γηπέδου”. Αυτή η φράση ανήκει στον Μέλβιν Μπραγκ και δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Ο Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος το 2006 κυκλοφόρησε το βιβλίο “12 Βιβλία που άλλαξαν τον κόσμο” και εκεί υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο για το “Βιβλίο των Κανονισμών Ποδοσφαίρου” του 1863. Η εξέλιξη του ποδοσφαίρου αλλά και η επιρροή που αυτό έχει στην Ποπ κουλτούρα και σε σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά θέματα τα τελευταία 100 (και βάλε) χρόνια δεν μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητο κανένα. Τι είναι το ποδόσφαιρο (εκτός από ένα όμορφο σπορ) τα έχουν πει – και γράψει – εδώ και πολλά χρόνια τεράστιες προσωπικότητες όπως ο Σάνκλι και ο Κλαφ (εντός του χώρου) αλλά και άλλοι σπουδαίοι (εκτός του χώρου) όπως ο Ιταλός σκηνοθέτης Πάολο Σορεντίνο, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο σπουδαίος ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο (στον πίνακα του “Ποδοσφαιριστές στην παραλία” που βλέπουμε στην αρχή του κειμένου) και σπουδαίες μορφές της πολιτικής, όπως ο Νέλσον Μαντέλα. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως το ποδόσφαιρο είναι κάτι παραπάνω από ένα παιχνίδι και κρύβει – δυστυχώς – πολλά μελανά σημεία. Ας ξεχάσουμε λοιπόν την ποδοσφαιρική αφέλεια του 1860 και ας δούμε με χρονολογική σειρά τα 6 παιχνίδια που άλλαξαν το λαοφιλέστερο άθλημα.
Ο Τσάρλς Γουίλιαμ Άνκοκ και το πρώτο γκολ
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/uk_batt_pk_1863_group-320x213.jpg?resize=480%2C320&ssl=1)
Εφτά χρόνια πριν διεξαχθεί ο πρώτος ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στην Αγγλία και τη Σκωτία το 1871, η μπάλα μπήκε για πρώτη φορά γκολ στο Μπάτερσι Παρκ του Λονδίνου. Βρισκόμαστε στο 1864 και 22 άνδρες (ανάμεσα τους και ο Τσαρλς Γουίλιαμ Άνκοκ ή ο Μέσι της εποχής) θα βρεθούν αντιμέτωποι για πρώτη φορά σε ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι. Υπάρχει φήμη πως είχαν αναμετρηθεί δύο ομάδες των 14 παικτών αλλά δε βρήκα να ρωτήσω κάποιον εν ζωή αν αυτό αληθεύει. Η ομάδα των “Γραμματέων” απέναντι σε αυτή των “Προέδρων” σε μια αναμέτρηση που τα τέρματα δεν είχαν δοκάρια και δεν υπήρχε ο κανονισμός του οφ-σάιντ. Ο Άνκοκ ήταν αυτός που βοήθησε να γραφτούν οι πρώτοι κανονισμοί, σκόραρε τα δύο γκολ της ομάδας του (2-0 είχε λήξει η αναμέτρηση) και διοργάνωσε εφτά χρόνια αργότερα το παιχνίδι Αγγλία-Σκωτία. Το 1890 ο Τσαρλς Γουίλιαμ Μίλλερ θα βρεθεί με τους – νέους – κανονισμούς στη Βραζιλία. Εκεί θα διαδώσει το άθλημα στη χώρα του καφέ και θα μας χαρίσει – άθελα του – τη μαγική πλευρά του αθλήματος. Όσο κι αν δε συμπαθώ τη Σελεσάο δεν έχει υπάρξει κάτι πιο ελκυστικό απ’ το Βραζιλιάνικο κοντρόλ. Φήμη που θέλει το Μίλλερ να αλλάζει μερικούς κανονισμούς μετά από συνομιλία που είχε με ταξιτζή (γιατί πάντα και παντού υπάρχει ένας ταξιτζής που ξέρει τα πάντα) κρίνεται αναληθής σύμφωνα με το Βραζιλιάνο συγγραφέα Τζος Λάσεϊ στο βιβλίο του “Ο Θεός είναι Βραζιλιάνος”
Το Θαύμα της Βέρνης
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/puskas_73345c.jpg?resize=480%2C320&ssl=1)
To Μουντιάλ του 1954 στην Ελβετία ήταν κομβικής σημασίας για τους Γερμανούς. Απ’ τη μία – αν το δεις επιφανειακά – έδωσε τη δυνατότητα σε ένα άκρως περήφανο (αλλά διχασμένο τότε) έθνος να φτάσει για πρώτη φορά στην κατάκτηση του ποδοσφαιρικού πλανήτη, απ’ την άλλη όμως άλλαξε προς το καλύτερο κοινωνικά ένα ολόκληρο λαό. Οι Γερμανοί προέρχονταν από ένα πόλεμο που τους είχε βρει ηττημένους κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Ο απλός λαός έψαχνε για μια νέα ελπίδα. Για κάτι που θα τον κάνει – και πάλι – να κοιτάξει αφ υψηλού τον υπόλοιπο πλανήτη. Και το βρήκε στην ομάδα του Ζεπ Χέρμπεργκερ. Η Δυτική Γερμανία (έχοντας αρκετούς ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές στο ρόστερ της) είχε γνωρίσει την ήττα απ’ την – καλύτερη ομάδα του πλανήτη – Ουγγαρία με 8-3 την πρώτη αγωνιστική αλλά κατάφερε να επικρατήσει των Ούγγρων του Πούσκας με 3-2 στον τελικό της διοργάνωσης. Το “Θαύμα της Βέρνης” έδωσε τη δυνατότητα στη Γερμανία να χτίσει το μύθο της. “Ήταν ένα είδος απελευθέρωσης για όλα εκείνα που είχαν οδηγήσει τους Γερμανούς σε κακή κατάσταση μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο” είχε γράψει ο ιστορικός Γιοακίν Φεστ και δεν είχε καθόλου άδικο. Η 4η Ιουλίου του ’54 είναι η μέρα ίδρυσης της Δημοκρατίας της Γερμανίας. Από εκείνη τη μέρα η Γερμανία άκμασε οικονομικά και έφτασε να θεωρείται η μεγάλη δύναμη των ημερών μας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε εκείνο το 90λέπτο γεννήθηκε η μοντέρνα Γερμανία. Όπως απεδείχθη, όχι με τόσο έντιμους τρόπους. Όπως όλοι γνωρίζουμε, κάπως έτσι συνεχίζει η κατάσταση και στις μέρες μας. Από την άλλη, 4 χρόνια αργότερα η Ουγγρική επανάσταση θα διέλυε την τεράστια Χόντβεντ, στέλνοντας τον Πούσκας και τους λοιπούς αστέρες (όπως ο Κζίμπορ και ο Κόσιτς) σε άλλες ομάδες της Ευρώπης. Και κάπως έτσι διαλύθηκε το Ουγγρικό ποδόσφαιρο.
Ποδόσφαιρο vs Άπαρχαϊντ
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/305066_heroa.jpg?resize=480%2C333&ssl=1)
Όποιος θέλει να μάθει για τον άνθρωπο Μαντέλα προτείνω το βιβλίο του Τζων Κάρλιν “Γνωρίζοντας το Μαντέλα” και συνεχίζω το κείμενο μου. Στο νησί Ρόμπεν o Νέλσον Μαντέλα βρέθηκε φυλακισμένος απ’ το 1964 μέχρι και το 1982, λόγω του Άπαρχαϊντ, ως πολιτικός κρατούμενος . Το 1966 μετά από έντονες πιέσεις και αρκετά βασανιστήρια δόθηκε στους κρατουμένους η άδεια να παίξουν και αυτοί ποδόσφαιρο. Κάπως έτσι στήθηκε πρόχειρα η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Μακάνα από κρατουμένους που με αυτό τον τρόπο – παίζοντας ποδόσφαιρο – θα έσπαγαν τη μονοτονία της φυλακής κάθε Σάββατο. Το πρώτο παιχνίδι έγινε ανάμεσα στους Ρέιντζερς και τους Μπακς και από τότε κρατήθηκαν όλα τα στατιστικά των αγώνων. Στους Μπακς υπήρχε τότε ένας σκληροτράχηλος – στο βαθμό του αντιαθλητικού – αμυντικός με το όνομα Γιάκομπ Ζούμα. Μαζί με τον Μαντέλα πρωτοέστησαν την ποδοσφαιρική λίγκα της φυλακής, με τον Ζούμα να διορίζεται στη συνέχεια αρχιδιαιτητής του πρωταθλήματος (λογικά επειδή ήταν πολύ ατσούμπαλος ως παίκτης). Στις μέρες μας ο Ζούμα είναι ο πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής. Μαζί με τον Νέλσον Μαντέλα είδαν το 2007 τη ΦΙΦΑ να δίνει στη Μακάνα τιμητικό βραβείο, δείχνοντας σε ολόκληρο τον κόσμο τη δύναμη που έχει το ποδόσφαιρο. Εκείνο το παιχνίδι Ρέιντζερς-Μπακς δεν ήταν ένα απλό παιχνίδι ποδοσφαίρου αλλά μια νίκη κόντρα στο Άπαρχαϊντ. Μια δυνατή γροθιά στο κατεστημένο. Μια (μικρή) ωδή στην ελευθερία. Η πρώτη κοινωνική νίκη των μαύρων απέναντι στο άδικο καθεστώς των λευκών της χώρας. Αξίζει να σημειωθεί πως το “Βιβλίο των κανονισμών του ποδοσφαίρου” ήταν ένα από τα ελάχιστα βιβλία που υπήρχαν τότε στη βιβλιοθήκη της φυλακής.
Το ματωμένο παιχνίδι των Βρυξελλών
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/Disordini_Heysel_37.jpg?resize=480%2C286&ssl=1)
Ήταν 29 Μαΐου του 1985 όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες στον Τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης δύο πραγματικά σπουδαίες ομάδες. Απ’ τη μια η Λίβερπουλ (και κάτοχος του τίτλου) του Νταλγκλίς και απ’ την άλλη η Γιουβέντους του Πλατινί. Περίπου μια ώρα πριν αρχίσει η αναμέτρηση του Χέιζελ οπαδοί των δύο ομάδων άρχισαν να πετούν πέτρες, μπουκάλια και ότι άλλο έβρισκαν μπροστά τους εκατέρωθεν. Οι Άγγλοι γκρέμισαν το διαχωριστικό κιγκλίδωμα και μπήκαν στην κερκίδα των Ιταλών κρατώντας μαχαίρια, καδρόνια και άλλα αυτοσχέδια όπλα. Αυτό που ακολούθησε είναι γνωστό. Απόλυτο χάος, 39 νεκροί άνθρωποι και τουλάχιστον 400 τραυματίες. Η έναρξη του αγώνα με τους νεκρούς να βρίσκονται ακόμα στην εξέδρα έκανε την αναμέτρηση ακόμα πιο τραγική. Μια αναμέτρηση που κρίθηκε με ένα ανύπαρκτο πέναλτι που έκανε γκολ ο Πλατινί. Ένας Πλατινί που το πανηγύρισε έξαλλα και αρκετά προκλητικά μπροστά στους φίλους των “κόκκινων”. Ο Γάλλος αστέρας έδειξε εκείνη τη μέρα για τι ήταν ακριβώς φτιαγμένος. Ένας άνθρωπος που μπορεί να πατήσει κυριολεκτικά και μεταφορικά επί πτωμάτων για να φτάσει ψηλά. Κάτι που και έκανε. Στις μέρες μας διοικεί το ποδόσφαιρο και βρίσκεται μπλεγμένος σε ένα σωρό βρωμιές. Από την άλλη, οι Άγγλοι είδαν τις ομάδες τους να μένουν εκτός Ευρώπης για 5 χρόνια (στα 6 η Λίβερπουλ) από τη Θάτσερ, με πολλούς χούλιγκανς να μπαίνουν φυλακή και τελικά το Αγγλικό ποδόσφαιρο να φτάνει στην κάθαρση και να θεωρείται στις μέρες μας – καθόλου άδικα – ως το κορυφαίο του πλανήτη. Ο Πλατινί πάντως συνεχίζει ως ένας χαιρέκακος, αηδιαστικός τύπος, που θυμίζει περισσότερο Έλληνα παράγοντα παρά κάποιον που αγαπήθηκε από εκατομμύρια λάτρεις του ποδοσφαίρου ως παίκτης.
Δυνάμο Ζάγκρεμπ – Ερυθρός Αστέρας σημειώσατε πόλεμος
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/qNdwfvG-scaled.jpg?resize=500%2C334&ssl=1)
Ο Κομμουνισμός είχε αρχίσει να καταρρέει. Το τείχος του Βερολίνου είχε πέσει. Η Ευρώπη ήταν μπροστά σε πολλές αλλαγές και η Ενωμένη Γιουγκοσλαβία είχε αρχίσει και αυτή να μπαίνει στην πιο κρίσιμη της περίοδο. Ήδη οι Κροάτες είχαν αρχίσει να φωνάζουν για ανεξαρτησία με τους εθνικιστές της χώρας να προκαλούν όπου και αν βρίσκονταν. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το περιστατικό με τη σημαία της Κροατίας και το Βλάντε Ντίβατς λίγα δευτερόλεπτα μετά τη νίκη στον τελικό του Μουντομπάσκετ του 1990; Εκείνη η στιγμή χώρισε δύο αδερφικούς φίλους (τον Πέτροβιτς και τον Ντίβατς) και πυροδότησε κι άλλο τις σχέσεις στο αθλητικό κομμάτι των δύο λαών και όχι μόνο. Έγραψα – κι άλλο – γιατί είχε προηγηθεί το ντέρμπι στις 13 Μαΐου στο Στάδιο Μάξιμιρ του Ζάγκρεμπ. Εκεί οπαδοί των δύο ομάδων ξεκίνησαν επεισόδια – εκτός γηπέδου – που συνεχίστηκαν και εντός του αγωνιστικού χώρου. 3.000 οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα με αρχηγό τον Σέρβο εγκληματία Ζέλικο Ραζνάτοβιτς (γνωστός και ως Αρκάν) ταξίδεψαν στο Ζάγκρεμπ με μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν χάος και διχασμό. Αυτό και έγινε. Όταν Σέρβοι και Βόσνιοι αστυνομικοί άρχισαν να χτυπούν Κροάτες οπαδούς εντός του αγωνιστικού χώρου ο ηγέτης της Δυνάμο και παιδί θαύμα του Κροατικού ποδοσφαίρου, Ζβόνιμιρ Μπόμπαν έγραψε ιστορία (πατώντας ουσιαστικά το start στο τέλος των σχέσεων των δύο λαών). Ο νεαρός μέσος έριξε μια μεγαλοπρεπέστατη κλωτσιά σε αστυνόμο που χτυπούσε Κροάτη φίλο της Δυνάμο και αυτόματα έγινε λαϊκός ήρωας στα μάτια όλης της Κροατίας. “Ρίσκαρα τη ζωή μου, την καριέρα μου και κάθε τι καλό που θα μπορούσα να βρω με αυτή μου την κίνηση για μια ιδέα” θα πει χρόνια αργότερα χωρίς να έχει φυσικά καθόλου άδικο. Λίγο αργότερα ξεκίνησε ο 5ετής πόλεμος που διέλυσε τη Γιουγκοσλαβία και οδήγησε στο θάνατο περισσότερους από 140.000 ανθρώπους. Έξω από το γήπεδο Μάξιμιρ υπάρχει ένα άγαλμα με Κροάτες στρατιώτες αφιερωμένο σε αυτούς που ξεκίνησαν τον πόλεμο. Η ακριβής φράση είναι η εξής “Αφιερωμένο στους οπαδούς της ομάδας. Αυτούς που ξεκίνησαν τον πόλεμο με τη Σερβία σε αυτό το γήπεδο στις 13 Μαΐου του 1990”.
Η “θυσία” της μάνας στο Ιράκ
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2015/10/IraqFans_468x339.jpg?resize=480%2C348&ssl=1)
O αρχηγός της ποδοσφαιρικής ομάδας του Ιράκ, Γιουνίς Μαχμούντ έχει μόλις σκοράρει το μοναδικό (και νικητήριο) γκολ της αναμέτρησης στον τελικό του Ασιατικού Κυπέλλου του 2007. Αντίπαλος η Σαουδική Αραβία και το γκολ είναι κάτι παραπάνω από ένας τίτλος για ολόκληρο το Ιράκ. Είναι Ιούλιος και ένα μήνα πριν οι Αμερικανικές δυνάμεις έχουν βομβαρδίσει την πόλη της Βαγδάτης 1.700 φορές. Είναι η στιγμή που ο λαός της Βαγδάτης θα βγει στο δρόμο να πανηγυρίσει. Είναι η στιγμή που οι δρόμοι θα γεμίσουν με σημαίες του Ιράκ μετά την πτώση του Σαντάμ στις 9 Απριλίου του 2003. Είναι μια σπουδαία και άκρως περήφανη στιγμή για ένα αρκετά βασανισμένο λαό. Λίγες μέρες πριν, όταν το Ιράκ είχε επικρατήσει της Νοτίου Κορέας στα πέναλτι στον ημιτελικό, καμικάζι αυτοκτονίας είχε ανατινάξει τον εαυτό του ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν βγει να γιορτάσουν, στερώντας τη ζωή σε 50 από αυτούς. Ανάμεσα τους και ένα παιδί 12 ετών. Οι παίκτες του Ιράκ μόλις είχαν μάθει το περιστατικό – στα αποδυτήρια της ομάδας – είχαν αποφασίσει να αποσυρθούν απ’ τη διοργάνωση ως ένδειξη πένθους. Αυτό που τους έκανε να συνεχίσουν ήταν η δήλωση της μάνας μπροστά στο άψυχο σώμα του νεκρού γιου της. “Προσφέρω τη θυσία του γιού μου στην Εθνική ομάδα. Πρέπει να κερδίσουμε”. Μετά τη νίκη στον τελικό οι βομβαρδισμοί μειώθηκαν κατά το ήμισυ το μήνα του Αυγούστου.
sombrero.gr
-
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/11/zvezda-milan-1988-ekipa-zvezde.jpg?w=940&ssl=1)
Μια ομίχλη θα μας σώσει
Όταν ο Ντάρκο Πάντσεφ στις 29 Μαΐου του 1991 έστειλε την μπάλα στη δεξιά γωνία του Πασκάλ Ολμετά (που αντί να διαλέξει πλευρά, έκανε κάτι σαν έξοδο) στο τελευταίο πέναλτι και χάριζε το Κύπελλο Πρωταθλητριών στον Ερυθρό Αστέρα στο Μπάρι, σηματοδοτούσε πολλά πράγματα. Πρώτα, το τέλος του θεσμού όπως τον γνωρίζαμε, αφού ήταν η τελευταία φορά που δεν είχε ομίλους και σε 2 χρόνια θα άλλαζε και όνομα. Επίσης, την τελευταία φορά που μια ομάδα της ανατολικής Ευρώπης είτε θα κατακτούσε το τρόπαιο, είτε θα έφτανε στον τελικό. Και φυσικά, το τέλος εκείνης της ομάδας και γενικότερα του γιουγκοσλάβικου ποδοσφαίρου, αφού πολλοί παίκτες έφυγαν για άλλες ευρωπαϊκές ομάδες, αλλά κυρίως, ήρθε ο εμφύλιος που διέλυσε τη Γιουγκοσλαβία.
Ο τελικός ανάμεσα στον Ερυθρό Αστέρα και τη Μαρσέιγ ήταν ένας από τους χειρότερους που είδαμε ποτέ και είναι κρίμα γιατί κι οι δύο ομάδες ήταν γεμάτες ταλέντο και αρκετά επιθετικές. Η Μαρσέιγ του μεγιστάνα Μπερνάρ Ταπί είχε σκοράρει 22 γκολ στους 4 προηγούμενους διπλούς γύρους, ενώ ο Ερυθρός Αστέρας 18 γκολ. Στον τελικό όμως, ίσως το άγχος, ο φόβος του αντιπάλους, έκαναν τις ομάδες πολύ επιφυλακτικές και ζήσαμε 120 λεπτά βαρεμάρας κατά κύριο λόγο.
Ένας όχι ιδιαίτερα καλός τελικός
Η ομάδα από το Βελιγράδι ήταν γεμάτη ταλέντο σε όλες σχεδόν στις θέσεις. Με το Ρουμάνο Μπελοντέντιτσι στην άμυνα, τον Ντέγιαν Σαβίτσεβιτς και τον Βλαντιμίρ Γιούγκοβιτς στα χαφ, τον “κίλερ” Ντάρκο Πάντσεφ στην επίθεση. Τον “δικό μας” Ρέφικ Σαμπανάτζοβιτς και φυσικά τον σπουδαίο Ρόμπερτ Προσινέτσκι, έναν παίκτη πολύ μπροστά από την εποχή του. Το εντυπωσιακό είναι ότι στον απέναντι πάγκο υπήρχε ακόμα ένα παιδί αυτής της ομάδας. Ο Ντράγκαν Στόικοβιτς που ήταν ο ηγέτης του Ερυθρού Αστέρα και της Γιουγκοσλοβίας, αλλά είχε φύγει με μεταγραφή για τη Μασσαλία.
“Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε κάποια χώρα…”
Ο Ερυθρός Αστέρας του 1991 ήταν η ποδοσφαιρική εκδοχή της τελευταίας σκηνής της ταινίας “Underground” του Εμίρ Κουστουρίτσα. Από το Μαυροβούνιο ο Σαβίτσεβιτς, Κροάτης ο Προσινέτσκι, από τα Σκόπια ο Πάντσεφ, γεννημένος στο Μαυροβούνιο και Βόσνιος ο Σαμπανάτζοβιτς, Σέρβοι όπως ο Μιχάιλοβιτς κι ο Γιούγκοβιτς. Ο εμφύλιος δεν είχε ξεκινήσει, αλλά τα σημάδια της διάλυσης της χώρας ήταν έντονα, τα πρώτα επεισόδια είχαν ήδη γίνει, η Σλοβενία αποχωρούσε και οι παίκτες του Αστέρα τα ένιωθαν, ήξεραν ότι εκείνη η πορεία ήταν το κύκνειο άσμα τους. Μια πορεία που ξεκίνησε με αντίπαλο τη Γκρασχόπερ και την πρόκριση να έρχεται με ένα 1-4 μέσα στην Ελβετία. Μετά ήταν η σειρά των Ρέιντζερς του Σούνες. Ο αστικός μύθος λέει ότι όταν ο Γουόλτερ Σμιθ (βοηθός τότε του Σούνες) επέστρεψε στη Γλασκώβη μετά την κατασκοπία των Γιουγκοσλάβων, είπε το λακωνικό και εξόχως βρετανικό: “We are fucked”. Ο Σμιθ μάλλον έβλεπε μπαλίτσα γιατί στο Βελιγράδι, σε ένα κατάμεστο γήπεδο, ο Ερυθρός Αστέρας κέρδισε με 3-0, με τους παίκτες του να τρέχουν σαν δαιμονισμένοι, και καθάρισε την πρόκριση από το πρώτο παιχνίδι.
“Το τελευταίο γκολ ήταν κάτι σαν τηλεκίνηση. Ήταν η θέληση του κόσμου που έβαλε την μπάλα γκολ. Δεν έχω άλλη εξήγηση. Ήταν σαν τις ταινίες, η μπάλα έμοιαζε να κάνει ώρες να πέσει”
Εκείνα τα χρόνια οι Ανατολικογερμανοί είχαν καλύτερους κατασκόπους από τους Σκωτσέζους σίγουρα, αλλά μάλλον κι αυτοί θα κατέληξαν στα λεγόμενα του Σμιθ. Η Δυναμό Δρέσης υπέκυψε με 3-0 στο πρώτο ματς και στη ρεβάνς το παιχνίδι διακόπηκε με το σκορ 1-2 λόγω εισόδου οπαδών. Στα ημιτελικά αντίπαλος ήταν η Μπάγερν Μονάχου, αλλά ο Ερυθρός Αστέρας δεν έδειξε να φοβάται. Πήγε στο Μόναχο και γύρισε το 1-0 σε 1-2. Στη ρεβάνς οι Γερμανοί πλήρωσαν με το ίδιο νόμισμα. Ο Σίνισα Μιχάιλοβιτς σκόραρε (με τι άλλο) με φάουλ για το 1-0, αλλά η Μπάγερν γύρισε το ματς σε 1-2. Οι Γιουγκοσλάβοι είχαν τις φάσεις, αλλά χρειάστηκε το (κόκκινο) άστρο για να περάσουν. Στο 90′ ο αρχηγός Αουγκεντάλερ έκανε μια φοβερή τσουρουκιά αντί για διώξιμο, η μπάλα πήρε περίεργη τροχιά κι ο τερματοφύλακας Άουμαν δεν μπόρεσε να μπλοκάρει, σε ένα γκολ βγαλμένο από blooper. Ήταν το εισιτήριο για τον τελικό με τη Μαρσέιγ.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/11/79047629-612x612-1.jpg?resize=580%2C383&ssl=1)
Ο κόουτς Πέτροβιτς μάντρωσε την ομάδα σε ένα ξενοδοχείο λίγο έξω από το Μπάρι για έξι περίπου ημέρες. Χωρίς επαφή με τις οικογένειες των πoδοσφαιριστών. Ο Ταπί φυσικά κατάφερε να βρει ανθρώπους και σύμφωνα με τον Σίνισα Μιχάιλοβιτς, προσφέρθηκαν 500.000 γερμανικά μάρκα στους παίκτες του Αστέρα για να χάσουν. Εκείνοι αρνήθηκαν, δεν μπορούσαν να αφήσουν το όνειρο για μερικά χρήματα. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι είχαν ήδη προτάσεις. Ο Πέτροβιτς φοβήθηκε τους πιο έμπειρους αντιπάλους της Μαρσέιγ και αποφάσισε να κατέβει αμυντικά, ίσως για πρώτη φορά στη σεζόν. Το 5-3 στα πέναλτι τον δικαίωσε κι ας ήταν πονόματος. Το αποτέλεσμα μέτρησε και το Πρωταθλητριών ταξίδεψε στο Βελιγράδι.
Αν δεν έχετε δει τον Ερυθρό Αστέρα της εποχής (κάτι όχι και τόσο απίθανο μια που έχουν περάσει πολλά χρόνια πλέον, ενώ δεν υπήρχε τόσο μεγάλη τηλεοπτική κάλυψη), ήταν μια ομάδα που έπαιζε “σύγχρονο” σε μας ποδόσφαιρο. Με πολύ τρέξιμο, καλύψεις χώρων και άριστες αντεπιθέσεις. Κυρίως όμως, είχε παίκτες που ήξεραν όλοι μπάλα. Και μπορεί εκείνα τα χρόνια να κυριαρχούσε στη Γιουγκοσλαβία (κατέκτησε τα πρωταθλήματα του 1988, 1990, 1991 και 1992), αλλά η ποδοσφαιρική Ευρώπη θα μπορούσε να τον είχε μάθει περίπου δύο χρόνια νωρίτερα. Ας όψεται όμως ο… καιρός. Και φυσικά η ιταλική πονηριά. Ε και λίγο ο μεγάλος αντίπαλος εντός των συνόρων. Ας τα πάρουμε όμως τη σειρά.
Πηγαίνουμε στον Οκτώβριο του 1988. Ο Ερυθρός Αστέρας έχει αποκλείσει με 3-0 και 0-5 την Νταντάλκ από την Ιρλανδία, αλλά η κλήρωση δεν του κάνει το χατίρι και στο 2ο γύρο του κυπέλλου Πρωταθλητριών τον φέρνει απέναντι στη Μίλαν. Ο Ερυθρός Αστέρας δεν είχε ακόμα αρκετούς από τους μετέπειτα πρωταθλητές Ευρώπης, αφού Μιχάιλοβιτς, Προσινέτσκι και Γιούγκοβιτς ήρθαν αργότερα. Είχε όμως τον τεράστιο Ντράγκαν Στόικοβιτς που με μια υπέροχη ατομική ενέργεια έγραψε το 0-1 στο Σαν Σίρο. Οι παίκτες του Αστέρα πανηγύρισαν μάλλον λίγο παραπάνω και η Μίλαν το εκμεταλλεύτηκε ισοφαρίζοντας σχεδόν με τη σέντρα σε 1-1 με τον Βίρντις. Κι έτσι όμως, οι Γιουγκοσλάβοι είχαν αποκτήσει πλεονέκτημα.
«Ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές μου. Ντρίμπλαρα σχεδόν όλη την άμυνα και τον Φράνκο Μπαρέζι για εκείνο το γκολ»
-Ντράγκαν Στόικοβιτς
Στις 10 Νοεμβρίου του 1988, μπροστά σε περίπου 100.000 θεατές στο “Μαρακανά” του Βελιγραδίου, ο Ερυθρός Αστέρας υποδέχτηκε τη Μίλαν στη ρεβάνς. Το μεγαλύτερο άγχος ήταν αν θα παίξει ο Σαβίτσεβιτς. Όχι γιατί είχε κάποιο τραυματισμό, αλλά γιατί πριν λίγους μήνες είχε κληθεί στον στρατό για την υποχρεωτική του θητεία. Θεωρητικά, αυτό δεν ήταν περίεργο. Στην πράξη όμως το γεγονός ότι και αυτός και ο Ντάρκο Πάντσεφ κλήθηκαν στον στρατό λίγες μέρες αφού υπέγραψαν στον Ερυθρό Αστέρα δεν ήταν σύμπτωση. Η μεγάλη αντίπαλος Παρτιζάν ήταν η ομάδα με τις μεγαλύτερες διασυνδέσεις στον στρατό και ενοχλημένη πολύ από το γεγονός ότι οι δύο ταλαντούχοι νεαροί προτίμησαν την κόκκινη πλευρά του Βελιγραδίου. Κάπως έτσι τους εκδικήθηκε.
Ο Σαβίτσεβιτς κατάφερε μετά από διαπραγματεύσεις να παίρνει άδεια στα διεθνή ματς του Αστέρα (και φυσικά στα ματς της εθνικής) και είχε παίξει στο εντός έδρας ματς απέναντι στους Ιρλανδούς, αλλά ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος. Ο Πάντσεφ δεν είχε την ίδια τύχη και πέρασε όλη τη σεζόν 1988-89 με σκοπέτο, μαγειρεία και κάλυψη-απόκρυψη. Σκεφτείτε έναν παίκτη να παίζει απέναντι στον Γκούλιτ και τον φαν Μπάστεν, τον Αντσελότι και τον Ράικαρντ, με ελάχιστες προπονήσεις, άρτι αφιχθείς από τα Σκόπια (όπου και έκανε τη θητεία του ο Σαβίτσεβιτς, συγχωρέστε με αλλά δεν ξέρω αν θεωρείται “μαύρη” η μονάδα του, πάντως κοντά στα σύνορα ήταν σίγουρα).
Περίπου στα 14 λεπτά του βίντεο μπορείτε να… φανταστείτε τη φάση που ξεκινάει το γκολ
Το ματς ξεκίνησε στο κολασμένο Μαρακανά και το πρώτο ημίχρονο έληξε ισόπαλο με 0-0. Η ομίχλη που υπήρχε στην πόλη, γινόταν όλο και πιο έντονη και περίπου με την έναρξη του δεύτερου ημιχρόνου κάλυψε ολοκληρωτικά το στάδιο. Το σκηνικό ήταν βγαλμένο από ταινία του Τζον Κάρπεντερ κι η τηλεοπτική μετάδοση είχε γίνει ουσιαστικά ραδιοφωνική, αφού οι τηλεθεατές έβλεπαν κυρίως το πέπλο ομίχλης και όχι ποδόσφαιρο. Στο 50′ ήταν ο φαντάρος Σαβίτσεβιτς που βρέθηκε σε καλή θέση στην περιοχή της Μίλαν και με ωραίο σουτ έκανε το 1-0, σε ένα γκολ που λογικά είδαν λίγοι από τις εξέδρες. Οι παίκτες της Μίλαν ζούσαν μια απόκοσμη εμπειρία. Ο Σαβίσεβιτς έκανε κολπάκια κι ο Βίρντις εκνευρίστηκε λίγη ώρα αργότερα και χτύπησε τον Τζούριτς με αποτέλεσμα να αποβληθεί. Ο χρόνος πίεζε και με παίκτη λιγότερο, η Μίλαν τα είχε χαμένα.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2020/11/redstarfault.jpg?resize=480%2C360&ssl=1)
«Στο ημίχρονο τα πράγματα ήταν καλά. Υπήρχε ορατότητα. Λεπτό με λεπτό όμως τα πράγματα χειροτέρευσαν. Στην αρχή δεν έβλεπα την εξέδρα, μετά την εστία, μετά την αντίπαλη περιοχή και στο τέλος την μπάλα»
– Ντράγκαν Στόικοβιτς
Ο Γερμανός διαιτητής Ντίτερ Πάουλι αποφάσισε να διακόψει οριστικά το παιχνίδι. Σε αυτό δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κάποιος. Όπως βλέπετε και στο παραπάνω βίντεο, η εικόνα ήταν τραγική. Το θέμα είναι τι έγινε όμως στη συνέχεια. Το παιχνίδι αποφασίστηκε να συνεχιστεί την επόμενη ημέρα, όπως ήταν και φυσιολογικό. Ο τρόπος διεξαγωγής όμως ήταν κάτι υπέροχα παράλογο, προσαρμοσμένο στα ιταλικά “θέλω”. Αποφασίστηκε το ματς να ξεκινήσει από την αρχή, με το σκορ στο 0-0. Κι όχι μόνο. Η Μίλαν θα έπαιζε κανονικά με 11 παίκτες, απλά χωρίς τον Βίρντις που είχε αποβληθεί και τον Αντσελότι που είχε συμπληρώσει κάρτες το προηγούμενο βράδυ. Ο Ερυθρός Αστέρας αναγκάστηκε να συμφωνήσει παρ’ ότι δεν τον συνέφερε. Τα πράγματα ήταν ακόμα πιο άσχημα για τους Γιουγκοσλάβους, αφού ο προφανώς αγύμναστος Σαβίτσεβιτς θα έπρεπε να παίξει ένα ακόμα 90λεπτο, ενώ η Μίλαν που είχε πάρει μαζί τον αμφίβολο Γκούλιτ αλλά δεν τον είχε στον πάγκο την πρώτη μέρα, τον δήλωσε κανονικά την επόμενη (και τελικά έπαιξε ως αλλαγή), έχοντας μια μέρα ξεκούρασης.
Το ματς της επόμενης ημέρας
Ο κόσμος μαζεύτηκε ξανά στο Μαρακανά την επομένη, αλλά ήταν ο Μάρκο φαν Μπάστεν που αυτή τη φορά σκόραρε γράφοντας το 0-1. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Στόικοβιτς έγινε δέκτης μιας καταπληκτικής μπαλιάς από τον Σαβίτσεβιτς και με πανέμορφο σουτ ισοφάρισε σε 1-1. Τίποτα δεν άλλαξε μέχρι το τέλος και το ματς οδηγήθηκε στα πέναλτι. Η ιστορία ήθελε να χαμογελάσει στη Μίλαν και να την οδηγήσει στην επόμενη φάση και τελικά μέχρι τον τελικό και την κατάκτηση του τίτλου. Ο Σαβίτσεβιτς κι ο Μρκέλα δεν ήταν εύστοχοι, οι Ιταλοί έκαναν το 4/4 και κάπως έτσι άλλαξαν την ιστορία τους στην εποχή Μπερλοσκούνι. Ευτυχώς όπως είδαμε, εκείνος ο Ερυθρός Αστέρας δεν χάθηκε. Τερμάτισε 2ος στο πρωτάθλημα (μοναδικό που έχασε εκείνα τα χρόνια) και βγήκε στο ΟΥΕΦΑ της επόμενης σεζόν, όπου και πάλι με δραματικό τρόπο αποκλείστηκε από την Κολωνία στο τελευταίο λεπτό του επαναληπτικού και ύστερα από μία πολύ κακή διαιτησία ενός Τσεχοσλοβάκου.
Το τι έγινε το 1990-91 το είδαμε στην αρχή του κειμένου μας και ίσως η μόνη αδικία ήταν πως ο Στόικοβιτς βρισκόταν στην απέναντι πλευρά. Το κύπελλο Πρωταθλητριών ήταν μια τεράστια επιτυχία, αλλά κανείς δεν ξέρει τι θα είχε γίνει αν εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου η ομίχλη δεν έσωζε τους Ιταλούς. Η χώρα διαλύθηκε με τον πιο φριχτό τρόπο και το ποδόσφαιρο (της Σερβίας πλέον) δεν κατάφερε επί της ουσίας να έχει μεγάλες επιτυχίες ξανά (σε αντίθεση με τους Κροάτες που σε επίπεδο εθνικής τα έχουν καταφέρει). Όπως όλοι γνωρίζουμε, τα τελευταία χρόνια ο Ερυθρός Αστέρας έχει κάνει άλματα. Με συμμετοχές σε ομίλους Γιουρόπα Λιγκ και σπουδαίες προκρίσεις, με την επιστροφή στο Τσάμπιονς Λιγκ και τους ομίλους. Το ποδόσφαιρο έτσι κι αλλιώς έχει αλλάξει και είναι σχεδόν αδύνατο να επαναληφθεί κάτι αντίστοιχο εκείνων των ετών.
sombrero.gr
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/11/bodo3.jpg)
Πεντάρες, εξάρες, εφτάρες: H ‘Αταλάντα του βορρά’ γράφει ιστορία
Τα στερεότυπα για τους κατοίκους μιας συγκεκριμένης περιοχής μιας χώρας “δεν είναι προνόμιο του ελληνισμού”, όπως θα σχολίαζε και ο Τζίμης Πανούσης. Τα συναντάει κανείς στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Στη Νορβηγία αποδέκτες τέτοιων χαρακτηρισμών ήταν για πολλές δεκαετίες οι άνθρωποι που μεγάλωσαν στο βόρειο μέρος της χώρας, που βρίσκεται μέσα στον αρκτικό κύκλο και χαρακτηρίζεται συχνά ως “Γη του Ήλιου του μεσονυκτίου”.
Για τους κατοίκους του νότου, οι συμπατριώτες τους αυτοί ήταν (και σε κάποιες περιπτώσεις παραμένουν) “χωριάτες”, “ψαράδες”, “πρωτόγονοι”, άνθρωποι λαϊκοί, χωρίς ιδιαίτερες δεξιότητες. Η στερεοτυπική αυτή αντίληψη είχε εισχωρήσει τόσο βαθιά στην κουλτούρα της χώρας που σε κάποιες περιπτώσεις στα ενοικιαστήρια των σπιτιών στο Όσλο έμπαινε μια διευκρινιστική σημείωση: “Όχι άνθρωποι από τη βόρεια Νορβηγία”. Tο ποδόσφαιρο δεν έμενε ανεπηρέαστο. Μέχρι τη δεκαετία του 70′ οι ομάδες από το βορρά δεν επιτρεπόταν να πάρουν μέρος στην 1η κατηγορία του πρωταθλήματος! Αν και η επίσημη δικαιολογία ήταν πως αυτό γίνεται για λειτουργικούς λόγους, μιας και οι αποστάσεις των πόλεων του βορρά από την πρωτεύουσα ήταν πολύ μεγάλες, όλοι ήξεραν πως στην ουσία οι ομάδες του παγωμένου και αφιλόξενου βορρά αποκλείονταν γιατί οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι δεν ήταν του επιπέδου τους.
Η πίεση για αλλαγές και εκσυγχρονισμό έφερε αποτελέσματα μόλις το 1972 όταν για πρώτη φορά επιτράπηκε η συμμετοχή των βόρειων στην πρώτη κατηγορία (ακόμα και τότε βέβαια και για σχεδόν όλη εκείνη τη δεκαετία το σύστημα διεξαγωγής της 2ης κατηγορίας ευνοούσε τις ομάδες του νότου, αφού ανάγκαζε τις ομάδες από τον όμιλο του βορρά να παίζουν εξτρά πλέι οφ για να κερδίσουν την άνοδο). Μια από τις τρεις, όλες κι όλες, ομάδες του βορρά που εκμεταλλεύτηκαν το νέο καθεστώς ήταν η Μπόντο Γκλιμτ, που έχει ως έδρα την πόλη Μπόντο, τη δεύτερη μεγαλύτερη της βόρειας Νορβηγίας που είναι και τερματικός σταθμός του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας (“από εκεί και πάνω δεν υπάρχει απολύτως τίποτα” λένε χιουμοριστικά κάποιοι Νορβηγοί).
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/11/bodo7-768x384.jpg)
Το Μπόντο με την πιο διάσημη τουριστική ατραξιόν του: Το Βόρειο Σέλας
Την πρώτη κιόλας σεζόν της στη μεγάλη κατηγορία, το 1977, η Γκλιμτ τερμάτισε 2η και έφτασε μέχρι τον τελικό του κυπέλλου, ένα τρόπαιο που είχε ήδη κατακτήσει το 1975, όταν ακόμα έπαιζε στη δεύτερη κατηγορία. Μέσα στις επόμενες δεκαετίες η ομάδα έγινε ο ορισμός του ασανσέρ μεταξύ των πρώτων τριών κατηγοριών, με καλύτερη περίοδο της ιστορίας της το διάστημα 1993-2005 όταν και κατέκτησε το δεύτερο κύπελλο της, σταθεροποιήθηκε στη μεγάλη κατηγορία και έφτασε άλλες δυο φορές κοντά στο πρωτάθλημα. Ο υποβιβασμός του 2005 σήμανε την επιστροφή στην εποχή της αστάθειας κι έτσι o σύλλογος από την παραθαλάσσια πόλη των 55.000 κατοίκων πέρασε μεγάλο μέρος της επόμενης δεκαετίας παίζοντας στη 2η κατηγορία. Μέχρι που ήρθε το 2017.
Εκείνη τη χρονιά στην ομάδα ενσωματώθηκαν δυο άνθρωποι που έμελλε να αλλάξουν τη μοίρα της. Ο Κιετίλ Κνούτσεν (πιθανόν να προφέρεται και τελείως διαφορετικά, οπότε σε περίπτωση που τον συναντήσετε για σιγουριά φωνάξτε τον απλά “κόουτς”) έγινε αρχικά βοηθός και στη συνέχεια πρώτος προπονητής και ο Μπιορν Μάνσβερκ ανέλαβε τον πρωτότυπο ρόλο του πνευματικού καθοδηγητή/συμβούλου. Η θέση μπορεί να ακούγεται αστεία σε κάποιους αλλά οι άνθρωποι του νορβηγικού συλλόγου τη θεωρούν τόσο σημαντική που έψαχναν για σχεδόν ένα χρόνο με σχετικές αγγελίες το κατάλληλο άτομο που θα την καλύψει. Το ακόμα πιο παράδοξο είναι ότι αυτός που την καπάρωσε είχε μέχρι τότε ελάχιστη σχέση με το ποδόσφαιρο.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/11/bodo5-768x590.jpg)
Ο Μπιορν Μάνσβερκ στην άλλη του δουλειά
Ο Μάνσβερκ, ένας πρώην πιλότος μαχητικών αεροσκαφών, με πολλές πτήσεις σε συνθήκες πολέμου στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, δεν δήλωνε ποτέ φανατικός φίλος του αθλήματος αλλά η πείρα που είχε αποκτήσει πάνω στην ψυχολογική προετοιμασία των ανθρώπων, λόγω σχετικής ειδικότητας στη δουλειά του, αποδείχτηκε καθοριστική ώστε να επιλεχθεί. Τρία χρόνια μετά την πρόσληψη του ο Μάνσβερκ θεωρείται βασικότατο γρανάζι της μηχανής της Γκλιμτ, αφού έχει αναλάβει την ψυχολογική και πνευματική στήριξη και προετοιμασία των περισσότερων παικτών. Οι συναντήσεις του με αυτούς είναι είτε ατομικές είτε ομαδικές, κρατάνε συνήθως 30 λεπτά και περιλαμβάνουν μια μεγάλη γκάμα θεμάτων, από αγωνιστικές ανησυχίες, μέχρι και ερωτικά ή υπαρξιακά ζητήματα. Σύμφωνα με τον Πάτρικ Μπεργκ, έναν εκ των αρχηγών της ομάδας: “Έχουμε μια πολύ ανοιχτή κουλτούρα. Λέμε στον προπονητή μας πράγματα που πιθανόν σε άλλες ομάδες να θεωρούνται ως ενδείξεις αδυναμίας. Εμάς όμως μας βοηθάνε. Θεωρώ πως η δουλειά του Μάνσβερκ με έχει βοηθήσει πολύ και σαν παίκτη αλλά και σαν άνθρωπο”.
Με το μυαλό τους καθαρό από άλλες έγνοιες και το ηθικό στα ύψη οι παίκτες της Γκλιμτ, σε συνδυασμό πάντα με την τακτική προσέγγιση του Κιετίλ Κνούτσεν, κατάφεραν τα τελευταία δυο χρόνια να μετατρέψουν τη μικρομεσαία ομάδα τους, που ανεβοκατέβαινε κατηγορίες και προσέλκυε στο γήπεδο της με το ζόρι 3.000 ανθρώπους κατά μέσο όρο, σε πρωταγωνίστρια του νορβηγικού ποδοσφαίρου.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/11/bodo2.jpg)
Μετά την άνοδο του 2017 η ‘λάμψη’, όπως μεταφράζεται το Γκλιμτ, κατάφερε με τα χίλια ζόρια να παραμείνει στην κατηγορία την πρώτη σεζόν (τερμάτισε 3 βαθμούς πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού). Όταν ο Κνούτσεν προβιβάστηκε από τη θέση του βοηθού σε αυτή του πρώτου προπονητή όμως όλα άλλαξαν. Χάρη σε ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα η Γκλιμτ βρέθηκε ψηλά στη βαθμολογία για μεγάλο μέρος της περσινής σεζόν αλλά τελικά… ξεφούσκωσε στο φινάλε, επιτρέποντας στη Μόλντε να την προσπεράσει.
Όταν μάλιστα το καλοκαίρι έχασε κάποιους από τους βασικούς της παίκτες, οι λίγοι αλλά αρκετά παθιασμένοι οπαδοί της πίστεψαν πως η διαχρονική κατάρα τους, που λέει ότι μετά από κάθε πετυχημένη χρονιά ακολουθεί μια καταστροφική, θα επιβεβαιωθεί και φέτος. Η διάψευση δεν θα μπορούσε να είναι πιο γλυκιά. Η Γκλιμτ ξεκίνησε το πρωτάθλημα με το γκάζι πατημένο μέχρι κάτω, έκανε 10 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια και καπάρωσε από τις πρώτες αγωνιστικές την κορυφή της βαθμολογίας. Η κατάρρευση που σχεδόν όλοι περίμεναν πως θα έρθει κάποια στιγμή δεν ήρθε τελικά ποτέ, αφού η πρώτη και μοναδική ήττα της ομάδας ως τώρα έγινε μόλις την 21η αγωνιστική (!), με υπεύθυνη την περσινή πρωταθλήτρια Μόλντε.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/11/bodo-768x512.jpg)
Το παραμύθι που ζούνε εδώ και μήνες οι οπαδοί της ομάδας, έστω και εξ αποστάσεως (στο μεγαλύτερο μέρος του πρωταθλήματος επιτρεπόταν σε 300 θεατές μόνο να βρεθούν στις κερκίδες, τον τελευταίο καιρό το νούμερο αυτό διπλασιάστηκε) ολοκληρώθηκε πριν λίγες μέρες με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η Γκλιμτ απέκτησε προβάδισμα 18 πόντων από τη Μόλντε και στέφθηκε και μαθηματικά πρωταθλήτρια Νορβηγίας για πρώτη φορά στην 104χρονη ιστορία της, αρκετές αγωνιστικές πριν το φινάλε της σεζόν. Αυτή είναι η πρώτη φορά που μια ομάδα από τα βόρεια της χώρας κατακτάει τον τίτλο και όπως φαίνεται θα είναι ιστορική και για πολλούς άλλους λόγους.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα παρόμοια παραμύθια, που ο ‘μικρός’ κάνει την έκπληξη και ξεπετάγεται την τελευταία στιγμή για να κλέψει τον τίτλο και τις εντυπώσεις, η Γκλιμτ έφτασε στο πρώτο της πρωτάθλημα με έναν ισοπεδωτικό τρόπο. Παρ’ότι το μπάτζετ της είναι αρκετές φορές πιο μικρό από αυτό της Ρόζενμποργκ και της Μόλντε (οι περισσότεροι παίκτες της είτε είναι από τις ακαδημίες, είτε είναι δεύτερης διαλογής, συχνά προερχόμενοι από ομάδες χαμηλότερων κατηγοριών), παρά το ότι το ρόστερ της είναι ένα από τα πιο νεανικά του πρωταθλήματος (μ.ο. 23,6 χρονών!) και παρά το γεγονός ότι ταλαιπωρήθηκε περισσότερο από όλους από τις κουραστικές μετακινήσεις (η πιο κοντινή πόλη απέχει 700 χιλιόμετρα, μόνο το πήγαινε!) η ομάδα του Κνούτσεν πάτησε όποιον βρήκε στο δρόμο της, με το ασταμάτητο πρέσινγκ της ψηλά και το φουλ επιθετικό και γρήγορο ποδόσφαιρο της, αυτό που ο αρχηγός της Ούλρικ Σάλτνες αποκαλεί “ποδόσφαιρο-καμικάζι”.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2020/11/bodo6.jpg)
Μπόντο-Τρόντχαιμ, μόνο 1400 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα με το αμάξι
Στα 28 παιχνίδια που έχει δώσει συνολικά φέτος σε πρωτάθλημα και Γιουρόπα Λιγκ (εκεί που αποκλείστηκε δύσκολα στον 3ο προκριματικό, χάνοντας με 3-2 από τη Μίλαν στο Σαν Σίρο) η Γκλιμτ μετράει 24 νίκες, 2 ισοπαλίες και 2 ήττες αλλά το ακόμα πιο απίθανο είναι ότι δεν υπάρχει ούτε ένα παιχνίδι της στο οποίο να πέτυχε κάτω από 2 γκολ! Αντιθέτως, υπάρχουν 6 φετινοί αγώνες στους οποίους πέτυχε από 6 γκολ και πάνω! Αν τα πανηγύρια της κατάκτησης του τίτλου δεν την επηρεάσουν τότε είναι πολύ πιθανό το πρώτο της πρωτάθλημα να συνδυαστεί με εθνικό ρεκόρ πόντων, νικών, γκολ και διαφοράς από τον 2ο.
Οι απίστευτες επιθετικές επιδόσεις της, της έχουν δώσει το παρατσούκλι “Αταλάντα της Σκανδιναβίας”, έχουν ανοίξει ήδη την κουβέντα για το αν είναι η πιο δυνατή ομάδα που έχει δει η Νορβηγία τα τελευταία χρόνια και φυσικά έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον πολλών ευρωπαϊκών ομάδων που θέλουν να εκμεταλλευτούν την τρομερή δουλειά που γίνεται στο Μπόντο στον τομέα του εντοπισμού, της ανάδειξης και της εξέλιξης των νέων ταλέντων και να ψωνίσουν φτηνά. Η αρχή έγινε με τον Γενς Πέτερ Χάουγκε, που εντυπωσίασε τους ανθρώπους της Μίλαν στο μεταξύ τους παιχνίδι το καλοκαίρι. Ο 20χρονος εξτρέμ μετακόμισε τον προηγούμενο μήνα από τη Σκανδιναβία στο Μιλάνο έναντι 5Μ ευρώ και έχει ανοίξει ήδη λογαριασμό με τους ροσονέρι και στο Γιουρόπα Λιγκ και στη Σέριε Α.
Η σοβαρή πιθανότητα να χάσουν μέσα σε λίγους μήνες τα περισσότερα αστέρια τους δεν φαίνεται να τρομάζει τους νέους πρωταθλητές Νορβηγίας που συνεχώς τονίζουν πως “ξέρουμε σε ποιο σημείο της τροφικής αλυσίδας βρισκόμαστε και γι’αυτό δεν μας ενοχλεί να πουλάμε παίκτες”. Τα μεγάλα βήματα προόδου που έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια δείχνουν πως ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Ό,τι κι αν γίνει από εδώ και πέρα ο πρώτος και βασικότερος στόχος έχει επιτευχθεί. “H υποανάπτυκτη φυλή”, όπως χαρακτήριζαν παλιότερα τους ανθρώπους του βορρά, έχει επιτέλους κάτι να καυχιέται. Η βόρεια Νορβηγία, μια αφιλόξενη περιοχή που μέχρι το 1991 (όταν και δημιουργήθηκαν τα πρώτα κλειστά γηπεδάκια), οι ομάδες της έκαναν προπόνηση το χειμώνα στο χιόνι με καρφιά στα παπούτσια, μπήκε επιτέλους στον ποδοσφαιρικό χάρτη της χώρας. Μένει να δούμε στα επόμενα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ αν θα βρει τρόπο να μπει και στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Ευρώπης.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/06/str.jpg?w=880&ssl=1)
Eντουάρντ Στρελτσόφ : ο ποδοσφαιριστής που κατάφερε να γυρίσει από το κρύο
Υπήρξε ο Τζορτζ Μπεστ της Σοβιετικής Ένωσης μόνο που είχε τραγικότερη μοίρα. Όπως ο Μπεστ, δεν έπαιξε ποτέ σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου αν και υπήρξε μια πρόωρη ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα σαν τον Πελέ –ένα παρατσούκλι του ήταν ο Ρώσος Πελέ. Αλλά, για να είμαστε ακριβείς, ο Εντουάρντ Στρελτσόφ ήταν Σοβιετικός. Γεννήθηκε το 1937, μεσουράνησε την ταραγμένη δεκαετία του ΄50 και πέθανε λίγο πριν πάψει να υπάρχει η Ε.Σ.ΣΔ.
1950: η Γερμανία χωρίζεται σε δυο κράτη, η Σοβιετική Ένωση αποκτά τα πρώτα της ατομικά όπλα κι επουλώνει τις πληγές της υπό την πολύ πατρική προστασία του Στάλιν. Το ποδόσφαιρο συνεχίζεται κανονικά: δυο ομάδες της Μόσχας μονοπωλούν τους τίτλους, η Ντιναμό, η ομάδα της αστυνομίας, και η ΤσεΝτεΚα, μετέπειτα ΤΣΣΚΑ, η ομάδα του Κόκκινου Στρατού. Ο 13χρονος γιος μιας μεταλλεργάτριας εντυπωσιάζει τον προπονητή της Τορπέντο Μόσχας, της ομάδας της αυτοκινητοβιομηχανίας ΖΙΣ (αρχικά που σημαίνουν: Εργοστάσιο Στάλιν).
Σε δυο χρόνια, ο Εντουάρντ, το παιδί-θαύμα, θα παίζει στην πρώτη ομάδα της Τορπέντο, σε τρία και πριν κλείσει τα 17, θα γίνει ο νεαρότερος σκόρερ του σοβιετικού πρωταθλήματος, σε τέσσερα θα κληθεί στην Εθνική, η οποία, μετά την οδυνηρή ήττα από τη Γιουγκοσλαβία στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι το 1952 («Τίτο-Στάλιν 3-1» έγραψαν οι εφημερίδες), βρισκόταν σε πλήρη αναδιοργάνωση –όπως βρισκόταν και η χώρα μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/06/streltsov.jpg?resize=480%2C668&ssl=1)
Ο Στρελτσόφ είχε τα χαρακτηριστικά του μοντέρνου σεντερφόρ: ψηλός, δυνατός, τεχνικός, έξυπνος, καλός και με τα δυο πόδια, με αδυναμία στα τακουνάκια –κίνηση που στα ρώσικα τώρα λέγεται «στρελτσόφ»–, δεινός σκόρερ αλλά και με πολύ καλά στατιστικά στις ασίστ. Λίγο πριν τα 18 του θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και θα παίξει το πρώτο του ματς με τη Εθνική: τρία γκολ, τρεις ασίστ: Σουηδία-Στρελτσόφ 0-6. Ο Σουηδός προπονητής θα πει: «Εμείς θα περιμένουμε πεντακόσια χρόνια για να δούμε τέτοιον παίκτη» –θα περιμένουν είκοσι έξι.
1956: Ο Νικίτα Χρουστσόφ επικρατεί στον αγώνα διαδοχής του Στάλιν και καταγγέλει την πολιτική του προκατόχου του στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Αρχίζει η αποσταλινοποίηση: η αυτοκινητοβιομχανία ΖΙΣ μετονομάζεται σε ΖΙΛ. Η Ε.Σ.Σ.Δ., με αστέρια τον Λεβ Γιασίν και το επιθετικό δίδυμο της Τορπέντο, Στρελτσόφ και Βαλεντίν Ιβανόφ, είναι από τα αουτσάιντερ για το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/06/Eduard-Streltsov-bold.jpg?resize=500%2C440&ssl=1)
Στα ημιτελικά αντιμετωπίζουν τη Βουλγαρία. Φτάνουν στην παράταση με εννιά παίκτες, καθώς δεν επιτρέπονται οι αλλαγές και έχουν τραυματιστεί ο Ιβανόφ και ο Βαντίμ Τισένκο. Ο Ιβάν Κόλεφ θα κάνει το 1-0 για τη Βουλγαρία στο 95΄. Η κατάσταση μοιάζει απελπιστική για όλους εκτός από τον Στρελτσόφ που ισοφαρίζει στο 112΄ και δίνει ασίστ στον Μπόρις Τατούσιν στο 116΄: θρίαμβος! Κι όμως, ο ήρωας του ημιτελικού θα παρακολουθήσει τον τελικό και τη νίκη της Ε.Σ.Σ.Δ. από τον πάγκο (ο προπονητής Γκαμπριίλ Κατσάλιν θα προτιμήσει το επιθετικό δίδυμο της Σπαρτάκ) και θα χειροκροτήσει, σαν απλός θεατής, τους συμπαίκτες του με το χρυσό μετάλλιο στο στήθος –τότε οι αναπληρωματικοί δεν δικαιούνταν μετάλλιο. Ο αντικαταστάτης του, ο Νικίτα Σιμόνιαν, θα θελήσει να του προσφέρει το δικό του. Ο 19χρονος Στρελτσόφ θα απαντήσει κάτι που έμοιαζε απόλυτα λογικό: «Δεν πειράζει, θα κερδίσω πολλά χρυσά μετάλλια στο μέλλον».
Το 1957, ο Στρελτσόφ είναι 20 μόλις χρονών και έχει τον κόσμο στα πόδια του: σκοράρει ασταμάτητα (31 γκολ σε 22 ματς από τις 21 Ιουλίου ως τις 26 Οκτωβρίου), αναδεικνύεται καλύτερος παίκτης του πρωταθλήματος, έβδομος στην ψηφοφορία για την ευρωπαϊκή Χρυσή Μπάλα, βάζει ένα γκολ και κάνει την ασίστ για το 2-0 στο μπαράζ με την Πολωνία που δίνει τη πρόκριση στα τελικά του Μουντιάλ. Αρνείται επανειλημμένα να μεταγραφεί στις κατεξοχήν καθεστωτικές ομάδες, την ΤΣΣΚΑ και την Ντιναμό, γλεντάει τη ζωή του όσο μπορεί πιο πολύ, πίνει, καπνίζει, είναι ομορφόπαιδο κι έχει φοβερή επιτυχία στις γυναίκες.
Η Εκατερίνα Φούρτσεβα ήταν η ισχυρότερη γυναίκα της Ε.Σ.Σ.Δ. Πρώην ερωμένη του Χρουστσόφ, πρώτη γυναίκα μέλος του Πολιτμπιρό μετά το 1919, αφεντικό του Κομμουνιστικού Κόμματος στη Μόσχα. Την εποχή που μεσουρανεί ο Στρελτσόφ, έχει σημαντική επιρροή στην ΚαΓκεΜπε –λέγεται ότι με δική της πρωτοβουλία έγιναν οι προσπάθειες να στρατολογηθεί από τις μυστικές υπηρεσίες ο Λι Χάρβει Όσβαλντ, βασικός ύποπτος για τη δολοφονία του Κένεντι. Η μονάκριβη, 16χρονη κόρη της, Σβετλάνα, είναι μια από τις κατακτήσεις του σταρ της Τορπέντο. Όταν η Εκατερίνα τον ενημερώνει για τα σχέδιά της να τους παντρέψει, εκείνος αρνείται, λέει ότι είναι αρραβωνιασμένος και εκμυστηρεύεται σε φίλους του ότι προτιμάει να κρεμαστεί παρά να παντρευτεί «αυτό το μπάζο». Λίγες εβδομάδες μετά παντρεύεται κρυφά –θα του καταλογιστεί αργότερα ότι το έκανε «πριν από ένα κρίσιμο φιλικό με τη Ρουμανία, γεγονός που δείχνει πόσο ατελής είναι η διαδικασία διαφώτισης στην Τορπέντο». Τα αρχεία του ΚΚΣΕ αποκαλύπτουν ότι το καθεστώς φοβόταν ότι ο παίκτης θα αυτομολούσε στη Δύση με την πρώτη ευκαιρία: «Ακούστηκε να λέει πως πάντα στενοχωριέται όταν γυρίζει μετά από περιοδείες στο εξωτερικό».
Η πτώση του ειδώλου έχει δρομολογηθεί. Η Komsomolskaya Pravda, το επίσημο όργανο της Κομμουνιστικής Νεολαίας, δημοσιεύει ένα άρθρο: «Η πλάνη των ειδώλων». Στόχος ο Στρελτσόφ: απαριθμούνται όλες οι κραιπάλες, οι δημόσιοι τσακωμοί κλπ. Συνοδεύεται από γράμματα μελών του προλεταριάτου που τον παρουσιάζουν ως ενσάρκωση όλων των δεινών της δυτικής διαφθοράς. Τον Ιανουάριο του ΄58 φυλακίζεται για τρεις μέρες μετά από έναν τσαμπουκά εναντίον αστυνομικών. Του επιτρέπουν να επιστρέψει στην Εθνική μόνο αφού κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/06/Eduard-Streltsov-coupe.jpg?resize=500%2C413&ssl=1)
Αυτά όμως δεν είναι τίποτε μπροστά σε όσα ακολουθούν. Δυο μέρες πριν την ανάχωρησή του για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας, συλλαμβάνεται στο προπονητικό κέντρο. Κατηγορία: την προηγούμενη νύχτα, σε ένα πάρτι, βίασε τη Μαρίνα Λεμπέντεβα, κόρη ενός συνταγματάρχη του Κόκκινου Στρατού. 100.000 εργάτες της ΖΙΛ κατεβαίνουν στον δρόμο για να υπερασπιστούν την αθωότητά του κι ο ομοσπονδιακός προπονητής Κατσάλιν προσπαθεί να κινητοποιήσει τις υψηλές του γνωριμίες στο Κόμμα, ώστε να μην στερηθεί τον καλύτερό του παίκτη. Ματαιοπονεί: τον αφήνουν να καταλάβει πως οι διαταγές έρχονται από πολύ ψηλά, από τον ίδιο τον Χρουστσόφ. Ζητούν από τον Στρελτσόφ να αναγνωρίσει το έγκλημά του, με την υπόσχεση ότι θα τον αφήσουν να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Υπογράφει την ομολογία, η οποία θα αποτελέσει τη βάση του κατηγορητηρίου –παραδόξως, κανείς από τους παρόντες δεν θυμόταν τι έγινε εκείνο το βράδυ, όπως και κανείς δεν ξέρει με σιγουριά ακόμη και σήμερα: κάποιοι λένε ότι ο δράστης του βιασμού ήταν άλλος, κάποιοι ότι δεν υπήρξε βιασμός, κι οι θεωρίες συνωμοσίας δεν λείπουν.
Την ημέρα των 21ων του γενεθλίων καταδικάζεται σε 12 χρόνια εκτοπισμό σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η γυναίκα του ζητά διαζύγιο, το όνομά του σβήνεται από τα αθλητικά αρχεία, του αφαιρούνται όλες οι διακρίσεις, ακόμη και πολλά γκολ του αποδίδονται σε άλλους. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι θα γινόταν αν έπαιζε στο Παγκόσμιο Κύπελλο Η Ε.Σ.Σ.Δ, πάντως, χάνει στα προημιτελικά 2-0 από η Σουηδία. Ενώ περίμενε φυλακισμένος τη δίκη του, ένα νέο άστρο φωτίζει το παγκόσμιο ποδοσφαιρικό στερέωμα: ο 17χρονος Πελέ σηκώνει το πρώτο του παγκόσμιο τρόπαιο.
Στο γκούλαγκ θα καταλάβει πως η καταδίκη του δεν πρόκειται να ανακληθεί. Θα αντιμετωπίσει την οργανωμένη εχθρότητα άλλων κρατουμένων –πολύ γρήγορα θα μπλεχτεί σε καυγά και θα μείνει στο νοσοκομείο για πολλές εβδομάδες. Θα μεταφερθεί σε άλλο στρατόπεδο, θα προσαρμοστεί, θα επιδείξει καλή διαγωγή. Θα ελευθερωθεί μετά από πέντε χρόνια, το 1963. Θα είναι πιο βαρύς, με λιγότερα μαλλιά, θα μοιάζει μεγαλύτερος από τα 26 του χρόνια.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/06/streltsov-chauve.png?resize=529%2C269&ssl=1)
Εδώ θα αρχίσει, ίσως, η πραγματική εποποιία του. Καθώς είναι ακόμη ισόβια τιμωρημένος, δεν μπορεί να παίξει μπάλα σε ομάδα υψηλής κατηγορίας. Παίζει στο πρωτάθλημα εργοστασίων με την ομάδα της ΖΙΛ, όπου δουλεύει εργάτης. Οι θαυμαστές του δεν τον έχουν ξεχάσει και συρρέουν στα περιφερειακά γήπεδα να τον δουν. Μερικές φορές, η πίεση της εξέδρας είναι τέτοια, που τον βάζουν και παίζει παράνομα με τη δεύτερη ομάδα της Τορπέντο. Ένα ψήφισμα εκατό εργατών φτάνει στα γραφεία του Γραμματέα του ΚΚΣΕ, Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Ζητούν να αρθεί η τιμωρία του. Ο Μπρέζνιεφ εισηγείται θετικά, ο Χρουστσόφ αρνείται.
1964: Ο Χρουστσόφ ανατρέπεται. Την επόμενη χρονιά, ο διάδοχός του, Μπρέζνιεφ επιτρέπει επιτέλους στον Στρελτσόφ να ξαναγυρίσει στην Τορπέντο. Λάμπει ξανά, σαν να μην έλειψε ποτέ, σαν να μην έχει πίσω του πέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα και οχτώ χρόνια αποχή από το ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου. Βάζει 12 γκολ, η Τορπέντο κάνει μόνο δυο ήττες και βγαίνει πρωταθλήτρια. Τον ξανακαλούν στην Εθνική λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο του ΄66. Η βίζα για να ταξιδέψει στο εξωτερικό θα του δοθεί τρεις μήνες μετά το τέλος των αγώνων –η Ε.Σ.Σ.Δ. θα τερματίσει τέταρτη. To 1967 κερδίζει, όπως πριν από δέκα χρόνια, τον τίτλο του καλύτερου Σοβιετικού ποδοσφαιριστή. Τον ξανακερδίζει και την επόμενη χρονιά, όταν η Τορπέντο στέφεται Κυπελλούχος. Το 1970, κι ενώ οι θαυμαστές του κρατούν μια κρυφή ελπίδα μήπως και καταφέρει αυτή τη φορά να παίξει στο Παγκόσμιο Κύπελλο, παθαίνει ρήξη αχίλλειου τένοντα και τερματίζει την καριέρα του, μόλις στα 33.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/06/eduard-streltsov-heros-brise-L-5.jpeg?resize=480%2C640&ssl=1)
Θα πεθάνει το 1990 από καρκίνο στον οισοφάγο. Η αρρώστια του ίσως να συνδέεται με ένα φιλικό ματς που έδωσε στο Τσερνομπίλ υπέρ των θυμάτων, λίγους μήνες μετά το πυρηνικό ατύχημα. Το όνομά του δόθηκε στο στάδιο της Τορπέντο το 1996. Ένα άγαλμα του, με τη φανέλα με το Τ στο στήθος, τοποθετήθηκε έξω από το Ολυμπιακό Στάδιο Λουζνίκι της Μόσχας. Το 2006, η Ρωσική Ολυμπιακή Επιτροπή έδωσε στην οικογένειά του το χρυσό μετάλλιο που του χρωστούσε η ιστορία, πενήντα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης.
sombrero.gr
Το τρέιλερ της ταινίας:
El Sombrero
-
H Iχσαν και ο Mουμτάζ είναι το πιο γνωστό ζευγάρι φιλάθλων, στο τουρκικό ποδόσφαιρο.
Για πολλά χρόνια παρακολουθούσαν μαζί στο γήπεδο την αγαπημένη τους ομάδα, την Φενέρμπαχτσε.
Ο Mουμτάζ απεβίωσε το 2016 και η Ιχσαν συνέχισε να πηγαίνει στους αγώνες.
Πριν από λίγες μέρες, η Ιχσάν πέθανε και η Φενέρ τους απέδωσε φόρο τιμής.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/s960x960/131272204_3665978266789615_28491526868128471_o.jpg?_nc_cat=107&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=bBnWe7ppUvoAX98ZUnU&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&tp=7&oh=252fbac2015d7ef306f9cf856759462d&oe=5FFC67AF)
Dieci
-
Οι δεκαετίες περνάνε, ο κόσμος αλλάζει, οι ρυθμοί της ζωής γίνονται πιο γρήγοροι, η τεχνολογία εξελίσσεται αλλά κάποιες βασικές σταθερές παραμένουν ίδιες. Μια από αυτές λέει ότι "σαν τη μπαλίτσα δεν έχει".
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/131129299_10159386493895931_4203601263645960617_n.jpg?_nc_cat=107&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=dOdHlEMOmMcAX880C88&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=28f4d416b530bf2950007550b375aa4b&oe=6000E8CA)
Στη φωτογραφία βλέπουμε εκατοντάδες Ελβετούς να παρακολουθούν έναν αγώνα της Βασιλείας στα τέλη των 1920s!
El Sombrero
-
Έφυγε σήμερα από τη ζωή σε ηλικία 37 χρονών ο επιθετικός που μας έκανε αμέτρητες φορές να πανηγυρίζουμε σαν τρελοί, μόνοι μας σε ένα άδειο δωμάτιο, μπροστά από μια οθόνη με ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο που αναβόσβηνε γράφοντας "GOAL".
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/s960x960/133102789_10159409890685931_6365266067593354907_o.jpg?_nc_cat=1&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=n7g8QZ_txhAAX-Wge8-&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&tp=7&oh=ebc9ce8feff5fe3ce92e8bd629d81f67&oe=600C994C)
El Sombrero
-
Απίστευτο, σαν πρωταπριλιάτικη φάρσα μου φαίνεται. Μεγάλο πουλέν μαζί με Aaritalo, Kawaguchi, Adu και πολλούς άλλους.
Κρίμα, καλό ταξίδι Maxim. :'( :'( :'(
-
Δυστυχώς η προσωπική του ζωή δεν ήταν τόσο καλή.Προβλήματα με το ποτό,οικονομικά προβλήματα.Ένας παίχτης ίνδαλμα παγκοσμίως πέθανε στην ψάθα κυριολεκτικά.Φυσικά νέος άνθρωπος.
-
https://www.contra.gr/opinions/giwrgos-perperidhs/o-maxim-tsigkalko-charaxe-mia-olokliri-genia-kerdizontas-tin-aioniotita.9092132.html (https://www.contra.gr/opinions/giwrgos-perperidhs/o-maxim-tsigkalko-charaxe-mia-olokliri-genia-kerdizontas-tin-aioniotita.9092132.html)
Πριν λίγο το διάβασα κι εγώ. Όντως, ο μικρός δεν είχε καταλάβει καν τι έπαιζε με την πάρτη του σ' όλο τον κόσμο.
Από αυτόν ξεκινούσαν οι ομάδες όλων μας όταν παίζαμε κάπου στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.
Φον, κάπου τώρα τελευταία τον μνημόνευσες και μου τον θύμισες.
Τι να πούμε; Νέο παιδί, κρίμα.
Ελαφρύ το χώμα.
-
Ναι στην μεταγραφή του Νάτιτσικ
-
Από το 1971 ως το 1976 η Χρυσή Μπάλα ήταν υπόθεση δυο παικτών: Του Κρόιφ και του Μπεκενμπάουερ. Ο μοναδικός που κατάφερε να μπει σφήνα ανάμεσα τους ήταν ένας γνώριμος μας. To 1975 η Διναμό Κιέβου του Λομπανόφσκι κατέκτησε το σοβιετικό πρωτάθλημα και το Κυπελλούχων. Το κερασάκι στην τούρτα μπήκε στο Σούπερ Καπ, εκεί που οι Σοβιετικοί κέρδισαν και τα δυο ματς με την ανίκητη Μπάγερν, με 1-0 εκτός και 2-0 εντός. Σκόρερ και των τριών γκολ; Ο πρώτος της σκόρερ και μετέπειτα νικητής της Χρυσής Μπάλας του 1975, Όλεγκ Μπλαχίν.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-0/p640x640/138190744_10159453368410931_105489815585640027_o.jpg?_nc_cat=108&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=GA3nyvZBKBYAX8SQEz7&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&tp=6&oh=8e06dedc578d8e4771ebe12c468956d9&oe=6028AE75)
Εδώ το γκολ της νίκης μέσα στο Μόναχο όπου ο Μπλαχίν ξεκίνησε πίσω από το κέντρο και ολοκλήρωσε τη φάση μόνος του:
El Sombrero
-
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/10/talin.jpg?w=800&ssl=1)
“Υπάρχει μόνο μια ομάδα στο Ταλίν”
9 Οκτωβρίου 1996, ώρα 3 το μεσημέρι. Στο γήπεδο ‘Kadriorg’ στο Ταλίν της Εσθονίας το διαιτητικό τρίο και οι 11 παίκτες της εθνικής Σκωτίας βγαίνουν στον αγωνιστικό χώρο και παρατάσσονται μπροστά από τους φιλάθλους, όπως ορίζει το τελετουργικό της ΦΙΦΑ. Μετά τις καθιερωμένες χειραψίες ο διαιτητής ζητάει από τον αρχηγό των Σκωτσέζων, Τζον Κόλινς, να διαλέξει πλευρά στο κέρμα. Ο Κόλινς αποδεικνύεται σωστός κι έτσι η σέντρα δίνεται στους φιλοξενούμενους. Οι παίκτες της Σκωτίας παίρνουν κανονικά τις θέσεις τους, ο επιθετικός Μπίλι Ντοντς πασάρει στον Κόλινς, αυτός κάνει μισό μέτρο με τη μπάλα και τότε ακούγεται το σφύριγμα της λήξης!
Το πιο περίεργο παιχνίδι στην ιστορία των προκριματικών του Παγκοσμίου Κυπέλλου, σε ευρωπαϊκό έδαφος τουλάχιστον (καθώς έχει ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο στον αγώνα Χιλή-ΕΣΣΔ το 1973), κράτησε δυο ολόκληρα δευτερόλεπτα. Ο λόγος; Απέναντι στους Σκωτσέζους δεν υπήρχαν αντίπαλοι! Η εθνική ομάδα της Εσθονίας, που θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται στην άλλη πλευρά του αγωνιστικού χώρου, δεν είχε πάει καν στο γήπεδο.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/10/talin2.jpg?resize=563%2C313&ssl=1)
Όλα ξεκίνησαν το προηγούμενο απόγευμα όταν κατά τη διάρκεια της τελευταίας προπόνησης των Σκωτσέζων, ο προπονητής της ομάδας, Κρέγκ Μπράουν, διαμαρτυρήθηκε για τον ελλειπέστατο φωτισμό του μικρού και πανάρχαιου γηπέδου (που εκείνη τη χρονιά έκλεινε τα 70 και χωρούσε όλους κι όλους 5.000 θεατές), το οποίο χρησιμοποιούσε ως έδρα η Εσθονία. Η επίσημη διαμαρτυρία των Σκωτσέζων έφτασε στους ανθρώπους της ΦΙΦΑ, οι οποίοι μετά από μια ολονύχτια σύσκεψη αποφάσισαν την αλλαγή της ώρας διεξαγωγής, μεταφέροντας την από τις 18.45 στις 15.00. Και κάπου εδώ ξεκίνησε το μεγάλο μπάχαλο.
Οι Εσθονοί, που ενημερώθηκαν για την αλλαγή ώρας το πρωί του αγώνα (κατά τους ίδιους, “κάπου στις 11 το πρωί”!), αντέδρασαν φυσικά άμεσα. Τα προβλήματα που προέκυπταν από μια τέτοια αλλαγή της τελευταίας στιγμής ήταν αρκετά και μεγάλα. Το πρώτο (και μεγαλύτερο) ήταν πως κάποιοι από τους ημι-επαγγελματίες, τότε, παίκτες τους βρισκόταν ακόμα στη δουλειά ενώ οι υπόλοιποι ήταν συγκεντρωμένοι στο προπονητικό κέντρο της ομάδας που βρισκόταν 100 χιλιόμετρα μακριά από το Ταλίν. Το δεύτερο θέμα αφορούσε τους φιλάθλους που, επίσης, δεν θα μπορούσαν να παρευρεθούν, αφού η νέα ώρα ήταν απαγορευτική για κάθε εργαζόμενο. Το τρίτο και τελευταίο πρόβλημα ήταν οικονομικό, αφού το BBC, που είχε πάρει τα τηλεοπτικά δικαιώματα του αγώνα έναντι 50.000 λιρών, δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα καλύψει το ματς μεσημεριάτικα.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/10/talin3.jpg?resize=548%2C307&ssl=1)
Μετά από μια γρήγορη σύσκεψη ο πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Εσθονίας ανακοίνωσε ότι η ομάδα του θα πάει στο γήπεδο κανονικά το απόγευμα για να παίξει στις 18.45, όπως ήταν προγραμματισμένο εξ αρχής. Έτσι, στις 3 το μεσημέρι ο Γιουγκοσλάβος διαιτητής σφύριξε μέσα σε 2 δευτερόλεπτα την έναρξη και τη λήξη, την ίδια ώρα που στις κερκίδες οι 800 Σκωτσέζοι εκδρομείς αντιμετώπιζαν με κλασικό βρετανικό χιούμορ την όλη κατάσταση, τραγουδώντας αρχικά “One team in Tallinn, there’s only one team in Tallinn” (ατάκα με την οποία έμεινε στην Ιστορία το παιχνίδι) και στη συνέχεια “Sing in the daylight, we only sing in the daylight”, για να κλείσουν το μενού των συνθημάτων με το πασίγνωστο κομμάτι των θεών Monty Python “Always look on the bright side of life”.
Η όλη “φάρσα”, όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσαν την άβολη κατάσταση οι περισσότεροι εκ των πρωταγωνιστών στις δηλώσεις τους μετά, ολοκληρώθηκε νωρίς το απόγευμα όταν έφτασε στο γήπεδο η αποστολή των Εσθονών, η οποία φυσικά και δεν βρήκε κανέναν, αφού οι διαιτητές και οι φιλοξενούμενοι είχαν φύγει. “Πήγαμε αμέσως στο αεροδρόμιο και από εκεί, κλασικά, στο μπαρ για μερικές μπύρες. Πιθανόν να είχαμε ήδη βγει από τον εναέριο χώρο της Εσθονίας όταν πήγαν αυτοί στο γήπεδο” θυμάται ο παλαίμαχος παίκτης της Τσέλσι και της Σέλτικ, Κρέγκ Μπέρλει.
Σε αντίθεση πάντως με αυτό που περίμεναν οι Σκωτσέζοι, το παιχνίδι δεν κατοχυρώθηκε υπέρ τους. Ένα μήνα μετά η ΦΙΦΑ αποδέχθηκε τις ενστάσεις των Εσθονών και αποφάσισε ότι το ματς πρέπει να επαναληφθεί σε ουδέτερο έδαφος με τους ίδιους διαιτητές. Αυτό έγινε αρκετούς μήνες αργότερα, τον Φλεβάρη του 1997, στο Σταντ Λουί Β’ στο Μονακό. Οι δυο ομάδες αυτή τη φορά παρατάχθηκαν κανονικά και το παιχνίδι έληξε με ένα ξενέρωτο 0-0.
Εντελώς συμπτωματικά, είκοσι ακριβώς χρόνια μετά από εκείνο το θρυλικό πλέον παιχνίδι που δεν έγινε ποτέ, το Ταλίν επισκέπτεται η δικιά μας εθνική ομάδα, που επίσης θα αντιμετωπίσει τους Εσθονούς στα πλαίσια της 3ης αγωνιστικής των προκριματικών ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου. Όμως κάπου εδώ σταματάνε οι ομοιότητες. Η εθνική Εσθονίας έχει μετακομίσει από το 2002 στο μεγαλύτερο (καλά, μην φαντάζεστε και κανένα εσθονικό ‘Γουέμπλει’, 10.000 με το ζόρι χωράει) και σύγχρονο ‘A. Le Coq Arena’, του οποίου ο φωτισμός είναι σίγουρα αρκετός ώστε να μη ζήσουμε απόψε το βράδυ μια ακόμα γραφική σκηνή, σαν κι αυτή που έζησαν και σίγουρα θα διηγούνται στις σκωτσέζικες παμπ μέχρι τα βαθιά γεράματα τους όσοι βρέθηκαν στο γήπεδο τη μέρα που η Σκωτία βγήκε στον αγωνιστικό χώρο για να παίξει μόνη της. (Και τελικά κατάφερε να μην κερδίσει!)
sombrero.gr
-
Νίκος Καινούργιος, η αποκάλυψη
(https://www.sport24.gr/img/2839/9115230/693000/w620/620/kainourios.jpg)
Ο 22χρονος Νίκος Καινούργιος, αριστερός μπακ της Ζούλτε Βάρεγκεμ, λίγες ώρες μετά το καλύτερο, έως τώρα, βράδυ της ποδοσφαιρικής του καριέρας όπου πέτυχε δύο γκολ κόντρα στην Μπέβερεν αγωνιζόμενος ως... σέντερ φορ μίλησε στο SPORT24 για τις υποσχέσεις που πάντα τηρεί και το ακατόρθωτο που δεν τον έχει πτοήσει πότε έως τώρα στην καριέρα του.
Το Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021 θα μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη του 22χρονου Νίκου Καινούργιου της Ζούλτε Βάρεγκεμ. Ο διεθνής με την ελπίδων αριστερός μπακ όχι μόνο αγωνίστηκε βασικός, για πέμπτη φορά φέτος, αλλά κατάφερε να πετύχει και τα πρώτα του γκολ με τη φανέλα της ομάδας του Βελγίου.
Και το σημαντικότερο κατάφερε να κάνει πράξη την υπόσχεση που είχε δώσει στη γιαγιά του πως το πρώτο γκολ που θα βάλει θα το αφιερώσει στον παππού του ο οποίος δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Και ο οποίος θα χαιρόταν διπλά για τον ίδιο.
Και ο Νίκος δεν το ξέχασε, το Σάββατο το βράδυ, και αφού άνοιξε το σκορ με κεφαλιά από τη μικρή περιοχή στο εκτός έδρας ματς με την Μπέβερεν στο 36' της αναμέτρησης σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και αφιέρωσε το γκολ στον παππού του. Το "χρωστούσε" σε αυτόν που σε μικρή ηλικία τον πήγαινε στα γήπεδα του Βύρωνα όπου μεγάλωσε και αυτός κλώτσούσε ότι έβρισκε μπροστά του καθώς το μικρόβιο της μπάλας του είχε μπει από μικρός.
Λίγα λεπτά αργότερα, στο 78’, ο Καινούργιος πέτυχε ένα ακόμη γκολ, διαμόρφωσε το 4-1 με πλασέ από κοντά αφού κέρδισε το ριμπάουντ μετά από ένα χαμένο πέναλτι. Αυτό το τέρμα το αφιέρωσε στον εαυτό του. Τότε βγήκε στο πρόσωπο του όλη η χαρά από τα όσα είχε πετύχει εκείνο το βράδυ καθώς και η σκληρή δουλειά των τελευταίων ετών που τον οδήγησε από τη Super League 2 και τη Σπάρτη στην πρώτη κατηγορία του Βελγίου και τη Ζούλτε Βάρεγκεμ.
twitter (https://twitter.com/ESSEVEELIVE/status/1351163985748520966?ref_src=twsrc%5Etfw%7Ctwcamp%5Etweetembed%7Ctwterm%5E1351163985748520966%7Ctwgr%5E%7Ctwcon%5Es1_&ref_url=https%3A%2F%2Fwww.sport24.gr%2Ffootball%2Fnikos-kainoyrgios-i-apokalypsi.9115193.html)
Ένα βράδυ το οποίο ο Νίκος Καινούργιος μιλώντας στο SPORT24 χαρακτηρίζει ως το καλύτερο ποδοσφαιρικό βράδυ στην καριέρα του. Κάτι που δεν άλλαξε παρά τον τραυματισμό του, πέντε λεπτά αργότερα, όταν δέχτηκε μια αγκωνιά στο κεφάλι με αποτέλεσμα να πάθει διάσειση, να γίνει αλλαγή, να πάει για εξετάσεις στο νοσοκομείο και να μην χαρεί με τους υπόλοιπους συμπαίκτες του το διπλό της Ζούλτε Βάρεγκεμ και τα δύο τέρματα που ο ίδιος είχε πετύχει στη νίκη της ομάδας του με το επιβλητικό 5-1.
"ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΓΚΟΛ ΗΤΑΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ"
Βέβαια για να φτάσει να σκοράρει δύο φορές έπρεπε να αλλάξει θέση και από αριστερός μπακ που αγωνίζεται στην ομάδα του τον τελευταίο ενάμιση χρόνο να παίξει ως σέντερ φορ για να καλύψει τις απουσίες που είχε η ομάδα του πριν την εκτός έδρας αναμέτρηση με την Μπέβερεν.
Από εκεί ξεκίνησε και η συνέντευξη του 22χρονου διεθνή μπακ στο SPORT24:
Έχεις αγωνιστεί ξανά σαν επιθετικός;
«Έχω παίξει ξανά στην Σπάρτη και μάλιστα σε αρκετά παιχνίδια. Ήταν ο προπονητής που είχε τότε, ο κ. Βαζέχα που με είχε χρησιμοποιήσει ως σέντερ φορ».
Για να σε βάλει ένας τόσο σπουδαίος επιθετικός σέντερ φορ κάτι θα είχε δει σε εσένα;
«Ναι πιθανό. Μου είχε πει ότι με πιστεύει και για τη θέση του επιθετικού. Ο κ. Βαζέχα ήταν αυτός που με είχε δοκιμάσει και στην Σπάρτη και είχε δώσει την έγκριση του για να με πάρουν στην ομάδα. Είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος ο οποίος με έχει βοηθήσει».
Είχες έκτοτε επαφή με τον Βαζέχα ξανά;
«Του έχω στείλει δύο φορές μήνυμα να του πω ευχαριστώ γιατί με είχε βοηθήσει στην καριέρα μου».
Ας περάσουμε στο σήμερα ο προπονητής σου στη Ζούλτε, ο κ. Ντιούρι σε είχε ενημερώσει ότι θα παίξει ως φορ κόντρα στη Μπέβερεν; Σε είχε δοκιμάσει ή ήταν ξαφνικό;
«Με είχε δοκιμάσει δύο-τρεις φορές μέσα στην εβδομάδα, οπότε το είχα καταλάβει. Βέβαια στην ομάδα μου έχω παίξει σχεδόν παντού. Αριστερό μπακ, όλη την πλευρά ως αριστερό μπακ χαφ, αριστερό εξτρέμ, αριστερό στόπερ σε τριάδα αλλά και επιθετικός στην προπόνηση. Οπότε δεν μου φάνηκε περίεργο».
Και γιατί επέλεξε εσένα ως σέντερ φορ;
«Είχαμε προβλήματα. Και οι δύο επιθετικοί μας είναι τραυματίες. Οπότε έψαχναν ποιον να βάλουν».
Και τώρα με τα δύο γκολ που πέτυχες του έβαλες δύσκολα. Λες να σε βάλει και πάλι μπροστά την Πέμπτη (21/1) κόντρα στη Λέουβεν;
«Δεν ξέρω ακόμα. Το σημαντικό είναι να παίξω».
Σου είπε κάτι μετά το παιχνίδι του Σαββάτου (16/1) για την απόδοση σου, τα δύο γκολ;
«Δεν μιλήσαμε όχι αλλά νομίζω ότι είναι ευχαριστημένος, γιατί είδα κάτι δηλώσεις που έκανε αλλά είναι στα Φλαμανδικά, οπότε δεν κατάλαβα και πολλά. Ναι μεν μιλάω Γαλλικά και Αγγλικά αλλά αυτά ακόμα δεν τα καταλαβαίνω».
Εσένα σε ποια θέσει σου αρέσει να αγωνίζεσαι;
«Σαν θέση αυτή που πιστεύω ότι μου ταιριάζει είναι του μπακ χαφ, εκεί που παίζω τα τελευταία χρόνια και για την οποία δουλεύω για να γίνομαι καλύτερος μέρα με τη μέρα. Η επίθεση βέβαια είναι γλυκιά αλλά μπορώ να καλύψω αρκετές θέσεις. Αυτή του μπακ όμως μου ταιριάζει περισσότερο απ’ όλες θεωρώ».
Φέτος παίρνεις και αρκετό χρόνο συμμετοχής σε σχέση με πέρυσι, έχεις ήδη παίξει σε οκτώ παιχνίδια, πως νιώθεις;
«Είναι πραγματικά ένα όνειρο που είχα να παίξω σε ένα τέτοιο πρωτάθλημα, να παίξω βασικός, να πετύχω τα πρώτα μου γκολ. Το ονειρευόμουν πολύ έχω δουλέψει υπερβολικά για να φτάσω εδώ και φυσικά χαίρομαι πάρα πολύ για αυτό».
Πρέπει να ήταν ξεχωριστό το πρώτο σου γκολ, που το αφιέρωσες;
«Το πρώτο μου γκολ το αφιέρωσα στον παππού μου, τον οποίο έχω χάσει. Έδειξα ψηλά τον ουρανό, του είχα πει στο παρελθόν: «Θα γίνω επαγγελματίας, θα παίξω ποδόσφαιρο» το είχα υποσχεθεί στην γιαγιά μου ότι το πρώτο θα ήταν για αυτόν».
Κατάφεραν και το είδαν;
«Ναι το έχουν δει όλοι οικογενειακώς. Η γιαγιά μου συγκινήθηκε σίγουρα αλλά το περίμενε γιατί ξέρει ότι δεν ξεχνάω τις υποσχέσεις μου».
Ποια είναι η επόμενη υπόσχεση που έχεις δώσει;
«Καταρχήν πάντα παίζω για την οικογένεια μου που είναι δίπλα μου. Η υπόσχεση που τους έχω δώσει είναι πως θα φτάσω όσο ψηλότερα γίνεται. Θέλω με τη δουλειά μου εντός και εκτός γηπέδου να τους κάνω όσο περισσότερο περήφανους μπορώ».
Το δεύτερο γκολ που το αφιέρωσες;
«Το δεύτερο δεν το αφιέρωσα κάπου συγκεκριμένα. Σε αυτό μου βγήκε όλη η χαρά. Αυτή η βραδιά ήταν η καλύτερη στη ζωή μου αναφορικά με το ποδόσφαιρο. Το όνειρο που έκανα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ και βγήκε. Εκείνη τη μέρα όμως και λόγω του τραυματισμού δεν το κατάλαβα, τώρα αρχίζω και καταλαβαίνω».
Από τον παππού σου πήρες την αγάπη για το ποδόσφαιρο;
«Απ’ ότι μου έχουν πει ο άλλος μου παππούς, από την πλευρά του πατέρα μου που πέθανε αρκετά χρόνια νωρίτερα ήταν αριστερός μπακ χαφ στην ομάδα του χωριού του και μου λένε ότι από εκεί πήρα. Ο άλλος μου παππούς όμως ήταν αυτός που με πήγαινε στα γήπεδα του Βύρωνα και έπαιζα συνέχεια μπάλα».
Από πόσο μικρό θυμάσαι τον εαυτό σου να ασχολείται με το ποδόσφαιρο;
«Απ’ όταν γεννήθηκα πάντα με μια μπάλα στα πόδια ήμουν. Ξεκίνησα να παίζω μπάλα στις ακαδημίες του Βύρωνα και εν συνεχεία πήγα στην ομάδα του Υμηττού όπου έπαιξα τρία χρόνια, βρέθηκα στο αντρικό αν και 15 ετών και μετά πήγα στην ακαδημία του ΠΑΣ Γιάννινα σε επίπεδο Κ19. Από εκεί έφυγα και βρέθηκα στον Αήττητο Σπάτων».
(https://www.sport24.gr/img/8301/9115279/817000/o/620/0/kainourgios-pas_giannina.jpg)
Ο 22χρονος μπακ με τη φανέλα της Κ19 του ΠΑΣ Γιάννινα σε ματς με τον Ολυμπιακό.
Πως βρέθηκες στον Αήττητο;
«Ήξερα πως θα διεκδικούσε την άνοδο, ήταν στην Αθήνα και πίστευα πως η ομάδα θα μπορούσε να ανέβει και να παίξει στη Β’ Εθνική. Δεν πήρα όμως αυτά που ήθελα οπότε δεν έμεινα. Και εκεί βέβαια υπήρχαν ματς που με είχαν βάλει στην επίθεση».
Και από εκεί μετά πως προέκυψε η Σπάρτη;
«Στον Αήττητο είχαμε προπονητή τερματοφυλάκων τον κ. Βάντσικ και αυτός ήταν που μίλησε στον Βαζέχα για μένα και μίλησε και σε μένα και πήγα για δοκιμή. Με πήραν και είχα μια καλή χρονιά θεωρώ με 25 συμμετοχές και τέσσερα γκολ».
(https://www.sport24.gr/img/7595/9115280/771000/o/620/0/kainourgios-sparti.jpg)
Ο Νίκος Καινούργιος έχει σκοράρει με την Σπάρτη και πανηγυρίζει.
Και από τη Σπάρτη και τη Β’ Εθνική στο… Βέλγιο και τη μεγάλη κατηγορία. Μεγάλο το άλμα;
«Ναι με ενημέρωσε ο εκπρόσωπος μου, ο Τόλης Μπακάλης, πως θα πήγαινα για δοκιμή στη Ζούλτε Βάρεγκεμ και έτσι έγινε το καλοκαίρι του 2019. Πήγα, δοκιμάστηκα για τρεις εβδομάδες,έπαιξα σε πέντε φιλικά, όλα ως αριστερός μπακ».
(https://www.sport24.gr/img/6171/9115231/323000/o/620/0/kainourios-ipografes_(1).jpg)
Ο Νίκος Καινούργιος με τους εκπροσώπους του Τόλη Μπακάλη και Νίκο Μαυρομάρα.
Την πρώτη χρονιά τα πράγματα ήταν δύσκολα. Όχι για την διαβίωση του σε μια χώρα του εξωτερικού, άλλωστε έχει μάθει να μένεις μόνος του, μακριά από τους γονείς του από μικρή ηλικία, από τα χρόνια που ήταν στις ακαδημίες του ΠΑΣ Γιάννινα. Οπότε τα πράγματα στο Βάρεγκεμ όπου μένει ήταν σαφώς καλύτερα.
Αγωνιστικά όμως έπρεπε να συνηθίσει σε ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο ποδοσφαίρου ένα δύσκολο πρωτάθλημα και όσοι θεωρούν πως η μετάβαση από τη SuperLeague 2 στηνJupiter League είναι εύκολη δεν έχουν παρά να δουν πόσοι ακόμα Έλληνες το έχουν καταφέρει.
Όπως εξηγεί άλλωστε το πρωτάθλημα είναι αρκετά δύσκολο παρά το τι γνώμη έχουν όλοι για αυτό: «Είναι ένα δύσκολο πρωτάθλημα, ιδίως για νέα παιδιά. Ο ρυθμός, η δύναμη, η ταχύτητα η μπάλα πάει πάνω κάτω».
Το μόνο που του λείπει είναι η οικογένεια του: «Από μικρός μένω μόνος, από την πρώτη στιγμή που πήγα στον ΠΑΣ και εν συνεχεία στη Σπάρτη. Αυτό που μου λείπει περισσότερο είναι οι στιγμές που έχω χάσει με την οικογένεια μου. Αλλά είναι απ’ αυτά που χάνεις όταν ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο».
Φέτος τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά, πως έχει πάει η σεζόν έως τώρα;
«Στην αρχή είχα έναν τραυματισμό, μου πήρε λίγο χρόνο να μπω στην ομάδα, τώρα το έχω αφήσει πίσω μου και έχω παίξει αρκετά συνεχόμενα παιχνίδια και βρίσκω τον ρυθμό μου, είναι φυσιολογικό για έναν παίκτη να θέλει ρυθμό για να μπορεί να αποδώσει καλά. Τώρα τα πράγματα είναι καλύτερα, θεωρώ ότι είμαι έτοιμος για να πάρω και άλλο χρόνο συμμετοχής, όπως βλέπω εγώ στην προπόνηση τον εαυτό μου».
Παίζεις σε μια θέση όπου τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βγάζει πληθώρα παικτών και μάλιστα ταλαντούχων, ο Τσιμίκας, ο Γιαννούλης, ο Σταφυλίδης, ο Κυριακόπουλος, ο Κατράνης. Όλοι τους σε υψηλό επίπεδο. Σε τι οφείλεται θεωρείς αυτό;
«Πάντα η Ελλάδα έβγαζε καλούς αμυντικογενείς ποδοσφαιριστές παίκτες. Τώρα πως προέκυψαν τόσοι πολλοί και καλοί για τα αριστερά δεν ξέρω. Μου αρέσει όμως που υπάρχουν αρκετοί καλοί αριστεροπόδαροι ποδοσφαιριστές. Το αριστερό πόδι είναι κάτι το ιδιαίτερο».
Υπάρχει κάποιος αριστερός μπακ που θαυμάζεις, που «κλέβεις» στοιχεία;
«Δεν έχω κάποιον ιδιαίτερο παίκτη που προσπαθώ να αντιγράψω. Κοιτάω γενικά να πάρω κάποια στοιχεία απ’ όλους τους παίκτες. Μου αρέσουν τα δεκάρια, οι τεχνήτες, αυτοί που κάνουν τη διαφορά».
Τα όνειρα σου με τη Ζούλτε Βάρεγκεμ που φτάνουν;
«Να το πάρουμε απ’ αυτή τη σεζόν, το συμβόλαιο μου λήγει το καλοκαίρι. Αλλά επειδή έχω αρχίσει να παίζω είμαι συγκεντρωμένος εδώ και το όνειρο μου είναι να παίξω όσα περισσότερα ματς μπορώ μέχρι το τέλος της σεζόν, να βάλω γκολ, να δώσω ασίστ και να τερματίσουμε όσο το δυνατόν ψηλότερα. Για μετά δεν ξέρω, εγώ θέλω να παίξω».
Έχεις φανταστεί τον εαυτό σου και σε άλλα πρωταθλήματα, σε καλύτερες ομάδες;
«Σίγουρα. Πιστεύω ότι μπορώ να πάω ακόμα ψηλότερα. Βάζω στόχους για ακόμα ψηλότερα, στο επίπεδο που μπορώ να παίξω. Όσο για τα πρωταθλήματα, δεν με απασχολεί όλα μου αρέσουν».
Τι διαφορές εντοπίζεις στο Βέλγιο σε σχέση με την Ελλάδα;
«Το κακό είναι πως δεν έχω δει πως λειτουργούν οι ομάδες στην Ελλάδα γιατί δεν ήμουν σε έναν σύλλογο τόσο επαγγελματικό αλλά στην Σπάρτη που είχαμε πολλά προβλήματα. Εδώ τα πάντα είναι τρομερά, έχουμε ένα απίστευτο προπονητικό κέντρο, με έξι επτά γήπεδο, κάτι που ήθελα από μικρός να μπαίνω σε ένα μέρος και να βλέπω μόνο γήπεδα».
Έφυγες σε νεαρή ηλικία, τι θα συμβούλευες ένα νέο παιδί; Να ακολουθήσει το δρόμο του εξωτερικού;
«Εξαρτάται από πολλά πράγματα και κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Τι έχεις από πίσω σου. Ένα βήμα σαν και το δικό μου από τη Β’ Εθνική της Ελλάδας στην Α’ Εθνική του Βελγίου δεν ξέρω πόσοι μπορούν να το κάνουν. Εμένα με πίστεψε και ο εκπρόσωπος μου και πάλεψε για αυτό. Αλλά όπως είπα κάθε περίπτωση είναι διαφορετική».
"ΕΧΩ ΧΑΣΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ"
Τι έχεις θυσιάσει για να κάνεις το όνειρο σου πραγματικότητα;
«Καταρχήν το νούμερο ένα είναι η οικογένεια μου, όπως ήδη ανέφερα έχω χάσει πολλές στιγμές μαζί της. Δεύτερον έχω περάσει πολλές ώρες στο γυμναστήριο. Ήμουν ένα παιδί που άργησα να μεγαλώσω σωματικά,ήμουν κοντός, αδύναμος από τα 15-16 πήγα σε γυμναστήριο επαγγελματικά και μέσα σε δύο-τρία χρόνια άλλαξα όλο μου το σώμα. Πήγα στον κ. Στεφανή στην Αθήνα που με έχει βοηθήσει απίστευτα. Έχω φάει ώρες στα γυμναστήρια, στα γήπεδα. Ακόμα και το σχολείο το έχω θυσιάσει. Κατάφερα να το τελειώσω και να περάσω σε σχολή παρά το γεγονός ότι στην Γ’Λυκείου πήγα στα Γιάννινα».
Πως είναι ο συναγωνισμός-ανταγωνισμός στη Ζούλτε Βάρεγκεμ;
«Εμένα οι συμπαίκτες μου με έχουν βοηθήσει πολύ, από πέρυσι. Σαν να θέλουν το καλό μου. Μπήκα μετά από πολλούς μήνες μέσα και το αριστερό μπακ με βοήθησε αρκετά. Ανταγωνισμός υπάρχει αλλά ο καθένας θέλει να παίξει για το καλό του».
Εκεί συνεχίζεις και δουλεύεις σε έξτρα πρόγραμμα;
«Κάνω προπόνηση με την ομάδα και κάθε μέρα κάνω και διαφορετικά προγράμματα έξτρα, είτε στο γήπεδο, είτε στο γυμναστήριο. Δουλεύω πάνω στις σέντρες μου, τα πρώτα κοντρόλ. Εννοείται πως τα προγράμματα είναι σε συνεννόηση με την ομάδα, όταν είναι βαριές οι προπονήσεις δεν κάνω. Μιλάω με τον γυμναστή της ομάδας και έρχεται να με βοηθήσει».
Δίνουν έμφαση στους μικρότερους παίκτες; Ώστε να τους βελτιώσουν;
«Βοηθάνε όλους τους μικρούς ώστε να τους κάνουν καλύτερους, να βελτιώσουν ότι δεν πάει καλά. Μας ελέγχουν συνέχεια για τη δύναμη μας και όλο μας το σώμα. Επειδή έχω καλή σχέση με τους γυμναστές και ξέρουν ότι δουλεύω αρκετά με βοηθούν».
Έχεις βρεθεί και στην Εθνική Ελπίδων αλλά δεν κατάφερες να κάνεις ντεμπούτο;
«Ναι έτσι ακριβώς αλλά ακόμα και η κλήση μου ήταν τεράστιο επίτευγμα για μένα. Αν αναλογιστούμε ότι πριν έρθω εδώ ήμουν στα Σπάτα και στην Σπάρτη».
Πλέον όμως μπορείς να κληθείς μόνο στην Ανδρών εκεί όπου μπροστά σου ο συναγωνισμός είναι τεράστιος. Θα το ήθελες;
«Δεν νομίζω να υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για έναν Έλληνα ποδοσφαιριστή από την Εθνική Ελλάδας. Εννοείται ότι θα το ήθελα. Είναι δύσκολα αλλά ποτέ μην λες ποτέ. Αν μου έλεγες τρία χρόνια πριν ότι θα έπαιζα τώρα στο Βέλγιο στην Α’ κατηγορία θα έλεγα πως δεν είσαι καλά(σ.σ. γέλια)».
Η προοπτική του να επιστρέψεις στην Ελλάδα, σε μια μεγάλη ελληνική ομάδα, πως σου φαίνεται; Η δεν το σκέφτεσαι καθώς θες να συνεχίσεις να παίζεις στο εξωτερικό;
«Για τώρα σίγουρα θα ήθελα να παραμείνω στο εξωτερικό. Για να έρθω σε μια μεγάλη ελληνική ομάδα θα πρέπει να είμαι έτοιμος και πρέπει να δουλέψω ακόμα περισσότερο».
Ποιο είναι το μότο που έχεις στη ζωή σου;
«Το μόνο που έχω μάθει να κάνω είναι να δουλεύω σκληρά, δεν σταματάω μέχρι να πετύχω αυτό που θέλω. Αν μου πουν πως κάτι δεν μπορώ να το κάνω θα δουλέψω πολλές φορές για να τα καταφέρω, οπότε αυτό είναι το μότο μου».
Εκεί μένεις μόνος σου, εκτός γηπέδου έχεις αποκτήσει φίλους;
«Οι φιλίες μου είναι με τα παιδιά από την ομάδα. Δεν είμαι και αυτός που θα βγει πολύ από το σπίτι».
Τι έκανες μια μέρα που είχες ρεπό, προ του κορονοϊού;
«Είτε βρισκόμουν με τους συμπαίκτες μου να πάμε για καφέ, να τα πούμε, να πάμε βόλτα σε άλλες πόλεις με το αμάξι και εκεί να περπατήσω, να χαθώ στα στενά. Έχει δύο τρεις πόλεις εδώ κοντά που είναι πανέμορφες η Γάνδη στην οποία πάω αρκετά συχνά καθώς απέχει μόλις είκοσι λεπτά, η Μπριζ, η Αμβέρσα».
Και τώρα με τον κορονοϊό;
«Για μένα δεν αλλάζει κάτ ιαπλά δεν συναντιώμαστε έξω με τους συμπαίκτες μου. Οπότε πάω μόνος μου στις πόλεις που μου αρέσουν και περπατάω. Κάτι που με χαλαρώνει».
Photo Credits: Eurokinissi / Zulte Waregem
sport24.gr
Να γίνω κακός,να μην γίνω κακός...
-
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2021/02/49937_arkan3_f.jpg?w=906&ssl=1)
Όταν η Όμπιλιτς παραλίγο να φτάσει στο Τσάμπιονς Λιγκ: η ιστορία του Αρκάν
Η ιστορία του Μίλος Όμπιλιτς είναι βγαλμένη από τα πιο ωραία όνειρα όσων ασχολούνται με λογοτεχνία φαντασίας ή έχουν ρίξει τα ζάρια τους παίζοντας κάποιο RPG. Ένα μυθικός Σέρβος ιππότης, που κατά τον 14ο αιώνα αποφάσισε για λόγους τιμής να αναλάβει μια αποστολή ύψιστης ανδρείας και να δολοφονήσει τον Σουλτάνο Μουράτ, ο Όμπιλιτς έχει μεγάλη παρουσία στη σέρβικη ιστορία γύρω από το Κόσοβο, αν και λίγα πράγματα είναι επιβεβαιωμένα για την ύπαρξή του (περισσότερες βασικές πληροφορίες εδώ (https://en.wikipedia.org/wiki/Milo%C5%A1_Obili%C4%87)). Αρκετούς αιώνες αργότερα, το 1924, μια παρέα νεαρών Σέρβων θα ίδρυε την ομώνυμη ομάδα στο Βελιγράδι. Η Όμπιλιτς είχε μια καλή πορεία τα πρώτα χρόνια της, αλλά μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, το κομμουνιστικό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας την ανάγκασε να αλλάξει το όνομά της, ώστε να μη δείχνει τόσο έντονο σέρβικο στοιχείο, δημιουργώντας εντάσεις. Η Όμπιλιτς έγινε Τσούμπουρακ, από τη γειτονιά του Βελιγραδίου που βρισκόταν, κι όταν της επιτράπηκε αργότερα επέστρεψε στο αρχικό της όνομα. Στο μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της, ήταν μια ομάδα χαμηλών κατηγοριών. Ελάχιστοι θα γνώριζαν σήμερα την Όμπιλιτς, αν στον δρόμο της δεν είχε βρεθεί μια άλλη φιγούρα της Σερβίας.
Ο Ζέλικο Ραζνάτοβιτς ή αλλιώς Αρκάν δεν ήταν άγνωστος στο ποδόσφαιρο της Γιουγκοσλαβίας. Ηγετικό στέλεχος στις τάξεις των οργανωμένων οπαδών του Ερυθρού Αστέρα, ήταν από τους πρωταγωνιστές στα γεγονότα στο διαβόητο ματωμένο ντέρμπι του Μάξιμιρ. Η ιστορία του μυρίζει Βαλκάνια από την αρχή, μέχρι και το τέλος της. Γιος στρατιωτικού και μέλους του Κομμουνιστικού Κόμματος Βέλικο Ραζνάτοβιτς, που παρασημοφορήθηκε ως Παρτιζάνος κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ζέλικο μεγάλωσε σε ένα αυστηρό και αυταρχικό περιβάλλον, αλλά παρά την πειθαρχία, τελικά τον κέρδισε το εύκολο χρήμα. Για πρώτη φορά, συνελήφθη ως πορτοφολάς στα 14 του, σε ένα μεγάλο πάρκο του Βελιγραδίου. Παρά το ξύλο που έφαγε στο σπίτι, ο Ραζνάτοβιτς όχι απλώς δεν σταμάτησε το thug life, αλλά εξελίχθηκε στον κόσμο του εγκλήματος. Κλοπές, ληστείες, μέχρι και απαγωγές ήταν στο ρεπορτόριο του, σε μια εποχή που η σερβική μαφία ζούσε μεγάλες στιγμές, με… προσωπικότητες όπως o Γκίσκα κι ο Λιούμπα Μάγκας (https://en.wikipedia.org/wiki/Ljubomir_Maga%C5%A1). Στον τελευταίο οφείλεται κι η ατάκα «μόνο οι πορτοφολάδες μένουν στο Βελιγράδι», περιγράφοντας την κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν στο μαζικό κύμα μετανάστευσης Γιουγκοσλάβων προς τη Δύση συμπεριελήφθησαν και πολλοί επικίνδυνοι εγκληματίες που ξεκίνησαν καριέρα στο εξωτερικό.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2021/01/Ce-jY7bWwAAZRDW.jpg?resize=500%2C375&ssl=1)
Περασμένα μεγαλεία
Τότε απέκτησε κι ο Ραζνάτοβιτς το παρατσούκλι “Αρκάν”, από ένα από τα πλαστά του διαβατήρια. Πέρασε πρώτα στην Ιταλία και έκανε το Master του στις ένοπλες ληστείες, αλλά και το λαθρεμπόριο. Από εκεί και πέρα μια καριέρα που θα ζήλευε κάθε ταξιδιωτική εκπομπή: Σουηδία, Βέλγιο, Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Πρώτη διεθνής σύλληψη στο Βέλγιο, τον Δεκέμβριο του 1974, για ένοπλη ληστεία. Καταδικάζεται σε 10 χρόνια, αλλά δεν κάθεται μέσα ούτε ένα, καθώς δραπετεύει. Το ίδιο τροπάριο θα επαναληφθεί και στη συνέχεια. Συμμετέχει σε ένοπλες ληστείες σε Σουηδία και Ολλανδία. Συλλαμβάνεται ξανά το 1979, καταδικάζεται εκ νέου και φυσικά δραπετεύει, αυτή τη φορά από το Άμστερνταμ. Ξανά αργότερα και στην Φρανκφούρτη, όταν τραυματίζεται σε ληστεία κοσμηματοπωλείου και αποδρά από το νοσοκομείο των φυλακών. Όπως όλοι οι μεγάλοι ποδοσφαιρικοί σταρ, αποφασίζει το 1983 να επιστρέψει στην πατρίδα του για να κρεμάσει τα παπούτσια του τα πιστόλια του. Το κάνει μετά το τελευταίο combo σύλληψης-απόδρασης, αυτή τη φορά στη Βασιλεία της Ελβετίας.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2021/01/18_1highres_00012621A-min.jpg?resize=346%2C520&ssl=1)
Μια από τις πιο διάσημες φωτογραφίες του Αρκάν, να ποζάρει με μια τίγρη και τους Τίγρεις του. Η φωτογραφία είναι το Αμερικάνου φωτορεπόρτερ Ρον Χαβίβ, που μεταξύ άλλων απαθανάτισε τους άντρες του Αρκάν να προβαίνουν σε διάφορες βαρβαρότητες.
Όπως κι οι υπόλοιποι μαφιόζοι εκείνης της περιόδου, έτσι κι ο Αρκάν, λέγεται ότι συνεργαζόταν με την μυστική αστυνομία της Γιουγκοσλαβίας, απολαμβάνοντας μια ιδιότυπη ασυλία. Όταν αναζητήθηκε για μια ληστεία τράπεζας στο Ζάγκρεμπ, επιτέθηκε και τραυμάτισε δύο αστυνομικούς, αλλά αφέθηκε ελεύθερος μέσα σε δύο ημέρες μετά από άνωθεν παρέμβαση. Σιγά σιγά, το ενδιαφέρον του μετακινήθηκε προς το γήπεδο. Με την πολιτική κατάσταση στη Γιουγκοσλαβία να αλλάζει, ο Αρκάν βρέθηκε ανακατεμένος με τα οπαδικά, μετά από παρότρυνση του καθεστώτος Μιλοσέβιτς που επιθυμούσε να έχει ισχυρό έρεισμα ώστε να μην υπάρχουν αντιδράσεις. Ο Αρκάν πήρε τα πρωτοπαλίκαρά του και επισκέφτηκε τις εξέδρες του Μαρακανά, μαζί με τους απαραίτητους λοστούς. Οι μέχρι τότε “σύνδεσμοι” του Ερυθρού Αστέρα πείστηκαν και ενώθηκαν υπό το όνομα των Delije. Τα πανό γύρισαν αυστηρά στην κυριλλική γραφή, τα συνθήματα μιλούσαν για τη Σερβία και τους Σέρβους και η κυβέρνηση πέτυχε αυτό που ήθελε. Ο Αρκάν προφανώς και δεν τα έκανε όλα αυτά μόνο εξαιτίας του εθνικιστικού του πάθους. Από την μία έβγαζε χρήματα μέσα από την ομάδα και από την άλλη, για το έργο που προσέφερε, είχε ανταμοιβές από το καθεστώς.
Παράλληλα, ο Αρκάν στρατολογούσε νεαρούς από το οπαδικό κίνημα, χτίζοντας αυτό που θα γινόταν στη συνέχεια οι “Τίγρεις” του, η παραστρατιωτική του οργάνωση. Ο Αρκάν δεν ήταν πια ένας σκληρός εγκληματίας, ήταν ένας άνθρωπος που είχε έντονο ρόλο στα πολιτικά γεγονότα της εποχής. Συλλαμβάνεται το 1990 στην Κροατία με την κατηγορία ότι βρίσκεται εκεί για να ρίξει την κυβέρνηση, να ξεκινήσει ένοπλη επανάσταση. Καταδικάζεται για μια ακόμα φορά. Μεσολαβεί η κυβέρνηση της Σερβίας και μετά από συμφωνία με την Κροατία, ο Αρκάν επιστρέφει στο Βελιγράδι. Ο στρατός του, η Εθελοντική Φρουρά, είναι έτοιμος. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, οι Τίγρεις αποτελούν φόβητρο για τους εχθρούς. Ο Αρκάν απαιτεί αυστηρή πειθαρχία και συμμετέχει ο ίδιος σε πολλές μάχες, ενώ χρησιμοποιεί τις γνωριμίες του με την ιταλική Μαφία για την ενίσχυση με όπλα και χρήματα. Η περσόνα του αγγίζει τεράστια φήμη στη Σερβία. Θεωρείται το ύψιστο δείγμα πατριώτη, ένας πραγματικός ήρωας. Για τους αντιπάλους όμως είναι ένας σφαγέας. Οι καταγγελίες πολλές. Για βασανιστήρια, για βιασμούς, για λεηλασίες, για εθνοκάθαρση. Πέρα από τους ποδοσφαιρικούς οπαδούς, το “εθελοντικό” σώμα του Αρκάν έχει κατάδικους, λιποτάκτες που στέλνονται εκεί, ακόμα και Σέρβους πρόσφυγες. Οι άντρες του Αρκάν αρνούνται όλες τις κατηγορίες για τα εγκλήματα της εποχής, αρνούνται ότι οι Τίγρεις χρησιμοποιούνται όπου δεν πρέπει να εμφανιστεί επίσημα ο σέρβικος στρατός. Άλλωστε, χρόνια ακόμα μετά, οι περισσότεροι δεν ενοχλήθηκαν από τη δικαιοσύνη της χώρας για όσα έγιναν.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2021/01/618426_ceca-raznatovic-arkan_ls.jpg?resize=500%2C333&ssl=1)
Ο “γάμος του αιώνα” στη Σερβία. (Σημείωση: ο Αρκάν απέκτησε εννιά τουλάχιστον παιδιά με πέντε διαφορετικές γυναίκες)
Ας μεταφερθούμε όμως σιγά σιγά στην επιστροφή του Αρκάν ποδόσφαιρο. Ο Ραζνάτοβιτς μετά τον πόλεμο δεν είναι αποδυναμωμένος. Το αντίθετο. Απολαμβάνει τη διασημότητά του και αποκτά πολιτικές βλέψεις. Ιδρύει το κόμμα του, το Κόμμα της Σερβικής Ενότητας. Από τις συγκεντρώσεις του περνάνε ένα σωρό ονόματα της σερβικής μουσικής σκηνής. Ανάμεσά τους κι η Σβετλάνα Βελίτσκοβιτς, μια πολύ διάσημη τραγουδίστρια. Ο Αρκάν κι η “Τσέτσα” ερωτεύονται, μονοπωλούν τα εξώφυλλα, ο γάμος τους θεωρείται κορυφαίο κοσμικό γεγονός και μεταδίδεται τηλεοπτικά. Παρά τις προσπάθειες, ο Αρκάν δεν καταφέρνει να πιάσει το όριο και να μπει στη Βουλή. Μετά τον γάμο του, επιστρέφει στα στρατιωτικά και οι Τίγρεις του κατηγορούνται για νέες αγριότητες στο Ερντούτ της Κροατίας. Ο Ρίτσαρντ Χόλντμπρουκ, διαμεσολαβητής του ΟΗΕ, στο βιβλίο του περιγράφει τον Αρκάν ως “freelance δολοφόνο”, έναν άνθρωπο με διασυνδέσεις με το καθεστώς της Σερβίας, που ακόμα κι ο Μιλόσεβιτς φοβόταν. Η Εθελοντική Φρουρά διαλύεται το 1996 κι ο Αρκάν βρίσκεται ξανά στο Βελιγράδι, ως μέλος του τοπικού τζετ σετ. Η στρατιωτική του καριέρα τελειώνει και ξεκινά και πάλι η ενασχόλησή του με την μπάλα.
Ο Ραζνάτοβιτς θέλει να εμπλακεί στον Ερυθρό Αστέρα, αλλά όταν οι άνθρωποι του συλλόγου αρνούνται, αναλαμβάνει την Όμπιλιτς το 1996. Η ομάδα βρίσκεται στη Β’ εθνική, ενώ έναν χρόνο πριν έχει φτάσει μέχρι τον τελικό του κυπέλλου, χάνοντας από τον Ερυθρό Αστέρα με 4-0. Ο Αρκάν ως εκ θαύματος ανεβάζει την Όμπιλιτς κατηγορία αμέσως, με ρεκόρ 25-4-4 και 15 βαθμούς διαφορά από τη 2η Ζελέζνικ (την οποία έχει “συνεργάτης” του). Το γήπεδο των 4.000 θεατών γεμίζει με διάφορες μορφές, παλιούς στρατιώτες του, ανθρώπους του υποκόσμου και γίνεται η πιο σκληρή έδρα στη χώρα. Όχι γιατί η ατμόσφαιρα είναι καλύτερη από αυτή που κάνουν οι οπαδοί Αστέρα και Παρτιζάν, αλλά γιατί η τρομοκρατία που ασκείται στους αντιπάλους είναι μοναδική. Τα πιστόλια στις εξέδρες δεν ήταν σπάνια και δεν ήταν και ιδιαίτερα κρυφά. Τα συνθήματα “θα σας σπάσουμε τα πόδια, θα περπατάτε με τα χέρια” έμοιαζαν πολύ αληθινά για κάθε αντίπαλο.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2021/02/arkan_i_sudije.jpg?resize=500%2C341&ssl=1)
Όταν ο Αρκάν ανέλαβε την Όμπιλιτς, ένας γνωστός τού είπε ότι αποκλείεται να πάρει πρωτάθλημα. «Αποκλείεται το κράτος να αφήσει να αφήσει κάποια ομάδα εκτός Ερυθρού Αστέρα και Παρτιζάν να πάρει τον τίτλο». Η απάντηση που πήρε ήταν: “Ξεχνάς ότι είμαι ο Αρκάν”.
Ο Αρκάν μαζεύει καλούς παίκτες. Σε άλλους δίνει αρκετά χρήματα, σε άλλους χρησιμοποιεί την “πειθώ” του. Όπως και στις ιστορίες της Λ. Αμερικής, έτσι και στα Βαλκάνια, η μυθοπλασία μπερδεύεται με την ιστορία. Λέγεται ότι Νικόλα Λάζετιτς (που αργότερα θα έκανε αξιόλογη καριέρα στην Ιταλία) απήχθη και μεταφέρθηκε μέσα σε πορτ μπαγκάζ αυτοκινήτου για να πειστεί να υπογράψει στην Όμπιλιτς. Κι αν αυτά γίνονταν στους παίκτες της Όμπιλιτς, φανταστείτε τι γινόταν στους αντιπάλους. Οι αντίπαλοι φορ συνήθως δέχονταν τηλεφωνήματα που τους απειλούσαν ότι θα βρεθούν με μία σφαίρα σε κάθε γόνατο. Ο Αρκάν βέβαια, δεν άφηνε την ομάδα μόνη της και είχε μια πιο… hands-on προσέγγιση. Αν η ομάδα δεν κέρδιζε έπεφτε πρόστιμο και… απαγόρευση εξόδου από το σπίτι για τους ποδοσφαιριστές. Έχοντας πάρει δίπλωμα προπονητή (μην ρωτάτε πώς) βρισκόταν στον πάγκο της ομάδας. Ένας άνθρωπος που μέχρι πριν λίγο καιρό πολεμούσε και είχε μια τόσο σκληρή στρατιωτική οργάνωση, έκαμπτε τις αντιστάσεις κάθε διαιτητή και κάθε αντιπάλου παίκτη που τον έβλεπαν από απόσταση λίγων μέτρων. Συχνά αρκούσε η φυσική του παρουσία και μόνο, ένα χαμόγελο προς το διαιτητικό τρίο.
Κάπως έτσι, η Όμπιλιτς έγινε η μοναδική ομάδα που θα έσπαγε το δίπολο Ερυθρού Αστέρα-Παρτιζάν στο ποδόσφαιρο της χώρας. Μόλις στην 1η της σεζόν στην Α’ εθνική κατέκτησε το πρωτάθλημα με μόνο μία ήττα και ρεκόρ 27-5-1. Ο Ερυθρός Αστέρας έμεινε δύο βαθμούς πίσω και σε αυτό βοήθησε κι η Παρτιζάν που λέγεται ότι δεν έδειξε καμία διάθεση να χτυπήσει το παιχνίδι της με την Όμπιλιτς. Αντίστοιχα, στον τελικό του κυπέλλου, η Όμπιλιτς δεν φάνηκε κι αυτή να χτυπάει με ζέση το παιχνίδι απέναντι στην Παρτιζάν. Για να φτάσει στον τελικό βέβαια η Όμπιλιτς, ξεπέρασε το εμπόδιο του Ερυθρού Αστέρα. Ο επαναληπτικός ήταν ένα αξέχαστο ματς, με τον διαιτητή να βγάζει 17 κίτρινες, 2 κόκκινες και να αποβάλλει τον κόουτς του Ερυθρού Αστέρα, τον οποίο ανέλαβαν να απομακρύνουν οι “άνθρωποι της ασφαλείας” της Όμπιλιτς από τον αγωνιστικό χώρο. Οι παίκτες του Ερυθρού Αστέρα δεν πήγαν στα αποδυτήρια στο ημίχρονο και παρέμειναν στο χορτάρι. Λίγο ο φόβος για τραμπουκισμούς, λίγο οι φήμες ότι περίεργα αέρια εμφανίζονταν στα αποδυτήρια των φιλοξενούμενων, δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος. Έτσι κι αλλιώς, είχαν αλλάξει στο λεωφορείο, πριν τον αγώνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα πώς να προκριθούν;
Οι διαιτητές βέβαια δεν μπορούσαν να μην πάνε στα αποδυτήρια. Ένας από αυτούς, ο Ζόραν Άρσιτς, είδε τον Αρκάν να μπουκάρει μέσα, να τον χαστουκίζει και να τον απειλεί με το πιστόλι του. Κι αν στη Σερβία όλα αυτά ήταν κοινό μυστικό, ο Άρσιτς δεν μίλησε με αντάλλαγμα να μην οριστεί ξανά σε ματς της Όμπιλιτς. Στην Ευρώπη, η ΟΥΕΦΑ έδειξε πιο γρήγορα από ότι συνήθως αντανακλαστικά. Όταν η ΟΥΕΦΑ απείλησε την Όμπιλιτς με αποβολή από τις διοργανώσεις της, ο Αρκάν αποσύρθηκε τυπικά και άφησε την ομάδα στα χέρια της τραγουδίστριας κυρίας Τσέτσα. Έτσι κι αλλιώς, ο Αρκάν δεν τολμούσε να βγει εκτός της χώρας, καθώς εκκρεμούσαν εντάλματα σύλληψης, και θα άφηνε τη γυναίκα του να συνοδεύει την ομάδα. To 2008, ένας τηλεοπτικός σταθμός της Σερβίας αποκάλυψε ότι ο Αρκάν είχε δώσει εντολή για τη δολοφονία του προέδρου της ΟΥΕΦΑ Λέναρντ Γιόχανσον. Ο Σουηδός επιβεβαίωσε ότι κάτι τέτοιο είχε φτάσει στα αυτιά του. Άγνωστο αν ήταν αλήθεια. Η Όμπιλιτς συμμετείχε στα προκριματικά του Τσάμπιονς Λιγκ 1998-99. Πέρασε την ισλανδική IBV, αλλά στη συνέχεια το εμπόδιο της Μπάγερν ήταν ανυπέρβλητο. Οι Γερμανοί απέκλεισαν τους Σέρβους, η Όμπιλιτς πήγε στο ΟΥΕΦΑ, αλλά εκεί η Ατλέτικο Μαδρίτης του Ζουνίνιο την απέκλεισε με δύο νίκες.
Ο Αρκάν νεκρός, η Όμπιλιτς εξαφανισμένη, αλλά η Τσέτσα περνάει μια χαρά
Τις επόμενες χρονιές, η Όμπιλιτς κατέκτησε τη 2η και την 3η θέση (τη 2η σε ένα πρωτάθλημα που διακόπηκε λόγω των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ και θα μπορούσε να το κυνηγήσει, αφού ήταν 2 βαθμούς πίσω από την Παρτιζάν 9 αγωνιστικές πριν το τέλος). Δεν ξέρουμε πού θα έφτανε, καθώς ο Αρκάν έφυγε από τη ζωή, θύμα δολοφονίας, το 2000. Βρισκόταν στο λόμπι του ξενοδοχείου Ιντερκοντινένταλ μαζί με φίλους του, αλλά χωρίς ιδιαίτερη φύλαξη. Είχε δηλώσει άλλωστε ότι “δεν φοβόταν τίποτα” και ότι “αν σε βάλουν στον στόχο, δεν σε σώζει τίποτα”. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ΒΒC, συμπλήρωνε ένα κουπόνι στοιχήματος (ή κάτι αντίστοιχο), όταν ένας άνθρωπος που είχε σχέσεις με τη Μαφία τον πλησίασε και τον πυροβόλησε. Ο Αρκάν έχασε λίγο αργότερα τη ζωή του. Αν ήταν απλώς ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή κάτι πολύ παραπάνω, με τον ίδιο να κατηγορείται για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και πολλούς να φοβούνται για το τι θα μπορούσε να αποκαλύψει, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Η Όμπιλιτς, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ακολούθησε τον δρόμο της παρακμής. Έπεσε όλο και πιο χαμηλά στη βαθμολογία, μέχρι και το 2007 όταν και υποβιβάστηκε. Η Τσέτσα καταδικάστηκε το 2011 για την υπεξαίρεση εκατομμυρίων από τα ταμεία της Όμπιλιτς, καθώς χρήματα από τις μεταγραφές 15 παικτών (ανάμεσά τους και του καημένου του Λάζετιτς) κατέληξαν στις τσέπες της. Ο σύλλογος πλέον βρίσκεται στη λήθη του ποδοσφαιρικού κόσμου, φτάνοντας μέχρι και τα τοπικά του Βελιγραδίου. Η χήρα του Αρκάν όμως συνεχίζει να βρίσκεται στην επικαιρότητα, ως μια διάσημη παρουσιάστρια.
sombrero.gr
-
Μια εικόνα χίλιες λέξεις...
Μαρτουνί, περιφέρεια Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/147136954_3806772439376863_5425235331171302723_n.png?_nc_cat=1&ccb=2&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=T_lXx_vXGTUAX8CrkUB&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=e1652d66cd654b2ffeb0d44056e11410&oe=60469694)
Dieci
-
Ωραία
Μεθαύριο που θα πατήσουμε τους βάζελους και μετά -ως συνήθως- θα γκρινιάζουν για το γήπεδο, θα τους δείξουμε αυτή τη φωτογραφία, με τη λεζάντα:
"ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ - ΣΕ "ΧΑΛΊ" ΤΟΝ ΗΠΙΑΤΕ"
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/02/wolf2-1.jpg)
Πώς φτιάχνεις μια καλή ομάδα από το τίποτα: Το φαινόμενο Βόλφσμπεργκερ
Αν πριν από δυο χρόνια ρωτούσες τους φίλους σου στα κοινωνικά δίκτυα “ξέρει κανείς πόσο ήρθε η Βόλφσμπεργκερ;” το πιθανότερο είναι ότι από τις 10 απαντήσεις που θα έπαιρνες, οι 5 θα σου έλεγαν “μάλλον εννοείς η Βόλφσμπουργκ”, οι 3 θα σου έλεγαν αμέσως το σκορ της Βόλφσμπουργκ, θεωρώντας δεδομένο πως έχεις κάνει ορθογραφικό λάθος, και μόνο ο κολλημένος με το στοίχημα φίλος θα σου έλεγε το σωστό σκορ, προσθέτοντας την αδιάφορη για σένα αλλά όχι γι’αυτόν λεπτομέρεια ότι “ευτυχώς πλήρωσε το over από το ημίχρονο”. Όσο για το 10ο και τελευταίο σχόλιο δεν μας ενδιαφέρει επί της παρούσης, αφού λογικά θα ήταν από τη θεία σου από το χωριό που χωρίς κανένα λόγο θα απαντούσε βάζοντας τυχαία emoticons, μια καρδούλα, ένα ουράνιο τόξο, ένα χαμόγελο και μια χελωνίτσα.
Η ανταπόκριση αυτή θα ήταν απολύτως λογική, αφού μέχρι και την αρχή της περσινής σεζόν το όνομα της Βόλφσμπεργκερ ήταν γνωστό μόνο εντός των αυστριακών συνόρων. Όχι βέβαια πως και εκεί διέθετε κάποια ιδιαίτερη φήμη. Προερχόμενη από την Καρινθία, μια περιοχή της νότιας Αυστρίας που φημίζεται περισσότερο για τα χειμερινά της σπορ παρά για το ποδόσφαιρο της, η ομάδα από την μικρή πόλη Βόλφσμπεργκ ζούσε στην αφάνεια για τα πρώτα 80 περίπου χρόνια της ιστορίας της. Στο διάστημα αυτό αγωνιζόταν στις χαμηλές κατηγορίες του αυστριακού πρωταθλήματος, παίζοντας τα περισσότερα παιχνίδια της μεταξύ συγγενών και φίλων. Κάτι λίγο-πολύ φυσιολογικό καθώς εκτός του χαμηλού επιπέδου των αγώνων, ο πληθυσμός του Βόλφσμπεργκ είναι 25.000 κάτοικοι, κοινώς μιλάμε για μια πόλη ελαφρώς μεγαλύτερη από την Άρτα και τη Θήβα.
Το 2007 όμως τα δεδομένα άλλαξαν χάρη σε μια αρκετά πρωτότυπη κίνηση. Μιας και η Καρινθία γενικά ως περιοχή δεν είχε να επιδείξει κάποια ποδοσφαιρική επιτυχία, οι άνθρωποι της Βόλφσμπεργκερ αποφάσισαν να συνεργαστούν με τη διοίκηση της γειτονικής Ζανκτ Άντρα, που εδρεύει σε μια πόλη 10 χιλιόμετρα μακριά από το Βόλφσμπεργκ, και να φτιάξουν μαζί μια πιο ανταγωνιστική ομάδα που θα είναι ικανή να διεκδικήσει την άνοδο στην 1η κατηγορία. Η ένωση των δυο συλλόγων αποδείχτηκε πολύ σημαντική. Εκτός από τα αναμενόμενα άμεσα οφέλη στο αγωνιστικό σκέλος, σημαντικά ήταν και τα κέρδη στις παράπλευρες λειτουργίες του συλλόγου. Τα ταλέντα όλης της περιοχής είχαν πλέον έναν μόνο προορισμό, κάτι που ενίσχυσε αισθητά τις ακαδημίες, ενώ και το τμήμα μάρκετινγκ μπορούσε να απευθυνθεί σε μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στο οικονομικό κομμάτι. Το σημαντικότερο απ’όλα όμως ήταν πως με αυτόν τον τρόπο μπήκε στο σύλλογο ο επιχειρηματίας Ντίτμαρ Ρίγκλερ, που ως τότε ασχολιόταν με την Ζανκτ Άντρα αλλά από εκεί και έπειτα ως πρόεδρος της Βόλφσμπεργκερ θα άλλαζε τελείως τη δυναμική της.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/02/wolf4.jpg)
Ο Ντίτμαρ Ρίγκλερ (δεξιά) με τον προηγούμενο προπονητή, Γκέρχαρντ Στρούμπερ
Το πείραμα της ένωσης έφερε τελικά αποτελέσματα στο τέλος της πενταετίας. Η Βόλφσμπεργκερ κέρδισε για πρώτη φορά την άνοδο της στην αυστριακή Μπουντεσλίγκα τη σεζόν 2011-12, κάνοντας περήφανο όλο το ομόσπονδο κρατίδιο της Καρινθίας. Οι προβλέψεις των ειδικών έλεγαν ότι η ομάδα δύσκολα θα αντέξει για πάνω από μια σεζόν σε αυτό το επίπεδο αλλά, ως γνωστόν, η ποδοσφαιρική Ιστορία είναι γεμάτη με αποτυχημένες τέτοιες εκτιμήσεις. Η WAC, όπως την αποκαλούν συχνά, όχι μόνο επιβίωσε εκείνη την πρώτη σεζόν τερματίζοντας μάλιστα 5η, αλλά έγινε και θαμώνας της κατηγορίας, κερδίζοντας ακόμα και την έξοδο της στην Ευρώπη το 2015. Τα όποια ευρωπαϊκά όνειρα σβήστηκαν γρήγορα με δυο ήττες από τη Ντόρτμουντ στα προκριματικά του Γιουρόπα Λιγκ αλλά αυτό δεν προβλημάτισε κανέναν αφού ο πρώτος μεγάλος στόχος είχε επιτευχθεί. Η Βόλφσμπεργκερ ήταν και επίσημα μια υπολογίσιμη δύναμη στο αυστριακό ποδόσφαιρο, μια ομάδα ικανή να διεκδικήσει ακόμα και τα ευρωπαϊκά εισιτήρια.
Την τριετία που ακολούθησε ο σύλλογος προσγειώθηκε προσωρινά στην πραγματικότητα, κάνοντας τρεις μέτριες σεζόν που όμως δεν στοίχισαν, και η επιστροφή στις καλές πορείες ξεκίνησε με μια 3η θέση το 2018-19 και επιβεβαιώθηκε μια ακόμα 3η θέση στην περσινή σεζόν. Η ομάδα που στην αρχή της δεκαετίας δεν είχε παίξει ποτέ στην 1η κατηγορία, έκλεινε τη δεκαετία με δυο συνεχόμενες εξόδους στο Γιουρόπα Λιγκ και μάλιστα από μια θέση που εξασφάλιζε άμεσα εισιτήριο για τη φάση των ομίλων.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/02/wolf-1.jpg)
Το γραφικό Lavanttal-Arena
Η περσινή παρθενική της συμμετοχή σε αυτούς πήγε ανέλπιστα καλά, αφού σε έναν αρκετά δύσκολο όμιλο με Ρόμα, Γκλάντμπαχ και Μπασάκσεχιρ και παίζοντας τα εντός έδρας παιχνίδια τους σε άλλο γήπεδο, αφού το 7.000 θέσεων γηπεδάκι τους δεν καλύπτει τις προδιαγραφές της ΟΥΕΦΑ, οι Αυστριακοί με προπονητή τότε τον Γκέρχαρντ Στρούμπερ ηττήθηκαν εύκολα μόνο από τους Τούρκους εντός έδρας, πήραν δυο ισοπαλίες με τη Ρόμα και έγραψαν ιστορία με ένα απίστευτο διπλό μέσα στη Γερμανία με 0-4!
Όταν στα τέλη του Νοέμβρη ο Στρούμπερ αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στην Μπάρνσλει και την Τσάμπιονσιπ, ο πρόεδρος Ντίτμαρ Ρίγκλερ έκανε την έκπληξη και έφερε στη θέση του τον 40χρονο ομοεθνή του, Φέρντιναντ Φελντχόφερ. Το περίεργο με τον Φελντχόφερ είναι ότι αν και είχε μεγάλη εμπειρία από την αυστριακή Μπουντεσλίγκα ως παίκτης, αφού αγωνίστηκε για χρόνια με τις φανέλες της Στουρμ Γκρατς και της Ραπίντ Βιέννης, ως προπονητής δεν είχε καμία επαφή με αυτήν αφού είχε προπονήσει μόνο ένα σύλλογο χαμηλότερων κατηγοριών, τη Λάφνιτς, που λειτουργούσε σχεδόν σε ημι-επαγγελματικά πρότυπα.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/02/wolf3-1.jpg)
“Στη Λάφνιτς είχα να κάνω με ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, δασκάλους. Εκεί συνειδητοποίησα το πόσο προνομιούχος είναι κάποιος επαγγελματίας σε αυτό το χώρο που δεν χρειάζεται να κάνει ταυτόχρονα κι άλλη δουλειά. Κανένας από εμάς δεν έχει δικαίωμα να παραπονιέται.”
Παρά τη μεγάλη δόση ρίσκου που περιείχε, η πρόσληψη του αποδείχτηκε πετυχημένη δικαιώνοντας για άλλη μια φορά τον Ρίγκλερ, που είχε κάνει ήδη όνομα στην Αυστρία ως πρόεδρος που κόβει το μάτι του και αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά. Ο 55χρονος επιχειρηματίας, που δραστηριοποιείται στον τομέα των πέλλετ, μαζί με τη γυναίκα του, την οποία γνώρισε σε ποδοσφαιρικό γήπεδο και από τότε κάνουν τα πάντα σχεδόν μαζί, έχουν φτιάξει μέσα σε λίγα χρόνια και με απλά βήματα μια ομάδα πρότυπο για κάθε μικρό σύλλογο που θέλει να ξεφύγει από την ανυποληψία.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/02/wofl5.jpg)
Η “πρώτη κυρία” της Βόλφσμπεργκερ, Βαλτράουντ Ρίγκλερ, που τρέχει σχεδόν για τα πάντα στα γραφεία
Χωρίς να ρίξει λεφτά με τη σέσουλα στην ομάδα (η πιο ακριβή μεταγραφή μέχρι και σήμερα είναι ο Κροάτης Ντάριο Βίζινγκερ, που ήρθε το καλοκαίρι αντί 800.000 ευρώ), χωρίς να έχει τη στήριξη κάποιου μεγάλου οπαδικού κινήματος (ακόμα και τις καλύτερες χρονιές της η Βόλφσμπεργκερ προσελκύει περίπου 4.000 θεατές στο έτσι κι αλλιώς μικρό γήπεδο της), χωρίς να παρασύρεται από τις επιτυχίες (τα -αρκετά- έσοδα των δυο τελευταίων χρόνων από την ΟΥΕΦΑ πηγαίνουν κατά πρώτο λόγο στην βελτίωση των εγκαταστάσεων και στην ανάπτυξη των ακαδημιών), δουλεύοντας σε οικογενειακό κλίμα (εκτός από τα μέλη της διοίκησης, στα γραφεία της ομάδας δουλεύουν 5 άνθρωποι συνολικά), με ένα μικρό αλλά καλά οργανωμένο τμήμα σκάουτινγκ που ψάχνει φτηνά λαβράκια (το 2019 πήρε τον Ισραηλινό Σον Γουάισμαν τζάμπα, αυτός έβαλε 30 γκολ σε 31 ματς και το επόμενο καλοκαίρι τον έδωσε 4Μ στη Βαγιαδολίδ) και με προπονητές και παίκτες που ελάχιστοι γνωρίζουν (αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ούτε ένας διεθνής στην ομάδα) ο Ρίγκλερ παραδίδει χρόνο με το χρόνο μαθήματα για το πως να φτιάξεις από το τίποτα μια ανταγωνιστική και ταυτόχρονα υγιής ομάδα.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/02/wofl6.jpg)
Ο Mr Assist, Μίκαελ Λιντλ
Με τον Φελντχόφερ στον πάγκο, ένα κλασικό 4-4-2 με ρόμβο και ηγέτη στο κέντρο τον 35χρονο Μίκαελ Λιντλ που μοιράζει τις ασίστ λες και είναι ο Τζον Στόκτον (έχει φτάσει ήδη τις 33 από το ξεκίνημα της περσινής σεζόν!), η Βόλφσμπεργκερ επέστρεψε φέτος στην Ευρώπη ένα κλικ πιο έμπειρη από πέρσι και το απέδειξε, κάνοντας κατ’ευθείαν το βήμα παραπάνω. Νίκη εντός με τη Φέγενορντ, διπλό μέσα στη Μόσχα επί της ΤΣΣΚΑ, σπουδαίο διπλό με 1-4 μέσα στην Ολλανδία και ιστορική πρώτη πρόκριση στα νοκ αόυτ, εκεί που σπάνια συναντάς άγνωστες ομάδες από τόσο μικρές πόλεις.
Στους ’32’ της διοργάνωσης το έργο είναι απείρως πιο δύσκολο καθώς περιμένει η Τότεναμ του Ζοσέ Μουρίνιο, μια ομάδα της οποίας η αξία αυτή τη στιγμή είναι περίπου 40 φορές μεγαλύτερη από αυτή της Βόλφσμπεργκερ, αλλά αυτό δεν φαίνεται να πτοεί κανέναν στην Καρινθία, αφού και στο αυστριακό πρωτάθλημα το μπάτζετ της είναι αρκετές φορές μικρότερο από αυτό των ομάδων που πρωταγωνιστούν την τελευταία δεκαετία. Ακόμα κι αν το φετινό της ταξίδι στην Ευρώπη ολοκληρωθεί εδώ, όπως είναι το αναμενόμενο, ο στόχος είναι να βρεθεί ξανά σύντομα στο ίδιο σημείο, ώστε κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον όταν αναφέρεται το όνομα της να μην υπάρχει κανένας που να λέει “μήπως εννοείς την Βόλφσμπουργκ;”
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
"Γεννήθηκα στο Βούκοβαρ, για μένα ήταν η πιο όμορφη πόλη στον κόσμο. Μετά έγινε σύμβολο του πολέμου. Γύρισα μετά από είκοσι πέντε χρόνια. Την τελευταία φορά ήταν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.Είχαν όλα ισοπεδωθεί, δεν μπορούσα καν να το φανταστώ.Δεν μπορούσα να καταλάβω τους δρόμους. Μόνο ερείπια και μηχανές που στοιβάζονται για να δημιουργήσουν χαρακώματα. Δεν πετούσε πουλί, δεν υπήρχε σκύλος, τίποτα. Πόλεμος, όλα χάλια. Αλλά αυτη η αδελφοκτονία που ζήσαμε στην πρώην Γιουγκοσλαβία είναι το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί. Φίλοι πυροβολούσαν ο ένας τον άλλο,χαθηκαν οικογένειες... Ο καλύτερός μου φίλος κατέστρεψε το σπίτι μου. Ήταν καταστροφικό για όλους. Αυτό που λέω, μπορεί επίσης να το πει ενας κροάτης ή ένας βοσνιος. Ο πατέρας μου ήταν φορτηγατζής, πέθανε από όγκο στον πνεύμονα. Όταν ''έφυγε'' δεν ήμουν εκεί. Το σκέφτομαι κάθε μέρα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ήταν σε θέση να έρθει στην Ιταλία αλλά ήθελε να μείνει στη χώρα του. Μακάρι να μπορούσε να δει πώς μεγάλωσαν τα εγγόνια του. Η μητέρα μου ακόμα με κοιτάζει με τα ίδια μάτια όπως όταν ήμουν παιδί. Δεν μιλάει ιταλικά και τα παιδιά μου,δεν μιλανε σερβικα. Αλλά κάθε φορά που έρχεται να μας επισκεφτεί στη Ρώμη και βλέπω πως τα κοιτάζει, καταλαβαίνω ότι η αγάπη δεν χρειάζεται λόγια.Μερικές φορές νομίζω ότι είμαι εκατόν πενήντα χρονών, για όλα όσα έχω ήδη ζήσει. Εφηβεία στη Σερβία, καριέρα και πολλές πόλεις, έξι παιδιά, φτώχεια, επιτυχίες, πόλεμοι, πληγές, δάκρυα. Σήμερα αν κοιτάξω πίσω μπορώ να πω..Σίνισα, πόση ζωή έχεις ζήσει."
Στις 20 Φεβρουαρίου του 1969 γεννιέται ο Σίνισα Μιχαίλοβιτς
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/152032353_3838108722909901_4438226291375340904_n.jpg?_nc_cat=104&ccb=3&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=jZtYablZZ94AX880lgS&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=6b9786c0eb8ce6c1eca8b15dd7697af8&oe=6054D96C)
Dieci
-
Οπαδισμός εν μέσω πανδημίας.
(H τρομερή φωτογραφία είναι από το γήπεδο της Μποέμιανς 1905 στην Τσεχία και πριν λίγες μέρες κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Φωτογραφίας στην κατηγορία του αθλητισμού)
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/154611919_10159575828555931_5789117629759961255_o.jpg?_nc_cat=103&ccb=3&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=9Nl3cuUj3nUAX99JL1m&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=80fc18d35bba4e018801ea35a120cdac&oe=605BDF22)
Εδώ μπορείτε να δείτε μερικές ακόμα εικόνες με το ίδιο θέμα από τον ίδιο φωτoγράφο: https://ct24.ceskatelevize.cz/domaci/3274504-kricime-z-plnych-plic-i-v-dobe-covidu-fotograf-vondrous-ziskal-mezinarodni-cenu-za#articlewithopenedgallery
El Sombrero
-
Μέσα σε μια εβδομάδα η ΣΚΑ Χαμπάροφσκ πήγε στο Τολιάτι (10 ώρες πτήση), πήρε το Χ παίζοντας με 10 παίκτες για 55', γύρισε στην πόλη της στην άλλη άκρη της Ασίας, έπαιξε μεσοβδόμαδα εντός έδρας (0-0 τελικό σκορ) και προχθές μπήκε ξανά στο αεροπλάνο, πήγε στο Καλίνινγκραντ (12 ώρες πτήση) που βρίσκεται στην Ευρώπη, έπαιξε κι εκεί 40' με παίκτη λιγότερο και τελικά έχασε με 1-0 μ'ένα αμφισβητούμενο πέναλτι.
Κι όλα αυτά για τη Β' εθνική της Ρωσίας.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.0-9/161412475_10159620417445931_7947916488485228934_o.jpg?_nc_cat=1&ccb=1-3&_nc_sid=973b4a&_nc_ohc=QMnYmjCAdWAAX8sLXXt&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=ef13c4ced53c13d84cc2e186fd7b5217&oe=6074A319)
El Sombrero
-
Δυο πρωταθλήματα της Ευρώπης γίνονται… ένα!
Η απόφαση πάρθηκε και πλέον αναμένεται να δούμε κάτι… διαφορετικό στο πρωτάθλημα!
Μια ιστορική απόφαση πάρθηκε σήμερα, όπου το Βελγικό και Ολλανδικό πρωτάθλημα γίνονται ένα!
Πρόκειται για μια σημαντική στιγμή για το βελγικό ποδόσφαιρο, καθώς 25 επαγγελματικοί σύλλογοι ψήφισαν υπέρ της ίδρυσης της Beneliga, της συγχώνευσης με την Ολλανδική Eredivisie.
Η πρόταση αυτή υπήρχε εδώ και πολύ καιρό στο τραπέζι, ενώ αρχικά είχε απορριφθεί από την Pro League (Βέλγιο).
Οι συμφωνίες τηλεοπτικών των δυο ομάδων διαρκούν έως το 2025, κάτι που θα ήταν ευκαιρία για τις δυο πλευρές να κάνουν αναδιάρθρωση του πρωταθλήματος.
Κάπως έτσι πλέον τα πρωταθλήματα γίνονται ένα και ανεβάζουν το…hype στο “θεό”!
talentabout.gr
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/03/lux6.jpg)
Ξεκολλώντας από τον πάτο: Η άνοδος του Λουξεμβούργου
Όταν ήταν μικρός και έπαιζε στους δρόμους του Λουξεμβούργου ο Πολ Φιλίπ είχε το ίδιο όνειρο με εκατομμύρια άλλα παιδιά. Ήθελε να γίνει διάσημος ποδοσφαιριστής. Μεγαλώνοντας ανακάλυψε πως στη χώρα στην οποία είχε γεννηθεί το να γίνεις διάσημος ποδοσφαιριστής ήταν πρακτικά ανέφικτο ακόμα κι αν το ταλέντο σου ξεπερνούσε αυτό των υπόλοιπων παιδιών της ηλικίας σου. Ο μικρός Πολ δεν το έβαλε κάτω, στα 20 του πήρε μεταγραφή στο Βέλγιο και εκεί κατάφερε να κάνει μια αξιοπρεπέστατη καριέρα ως μέσος πριν τελικά κρεμάσει τα παπούτσια του στα 35 του το 1985, έχοντας και 54 συμμετοχές με την εθνική ομάδα.
Λίγους μόλις μήνες αργότερα, η ΠΟ του Λουξεμβούργου του ζήτησε να αναλάβει προπονητής της εθνικής κι αυτός δεν μπορούσε να αρνηθεί. Για τα επόμενα 16 χρόνια καθόταν στον πάγκο μιας ομάδας που είχε πρωταρχικό, και για την ακρίβεια μοναδικό, στόχο να αποφύγει όσους περισσότερους διασυρμούς μπορούσε. Ο στόχος δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικός από τη στιγμή που μιλάμε για μια από τις μικρότερες χώρες της Ευρώπης με πληθυσμό κοντά στους 600.000 κατοίκους, που ειδικά εκείνη την εποχή στελεχωνόταν αποκλειστικά με ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/03/lux.jpg)
Ο Πολ Φιλίπ που έχει περάσει από όλα τα πόστα της εθνικής
Δάσκαλοι, γιατροί, οικονομολόγοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι έβρισκαν το απόγευμα λίγο χρόνο από τις δουλειές τους για να προπονηθούν με την ομάδα τους που αγωνιζόταν στο ερασιτεχνικό πρωτάθλημα της χώρας και μια στο τόσο μαζευόταν και με μερικούς άλλους ερασιτέχνες από τις υπόλοιπες ομάδες για να εκπροσωπήσουν τη χώρα στα προκριματικά των διεθνών διοργανώσεων. Εκτός όμως από το μέγεθος, το Λουξεμβούργο είχε να αντιμετωπίσει ένα ακόμα εμπόδιο στην προσπάθεια του να φτιάξει μια ανταγωνιστική εθνική.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες του πλανήτη που τα περισσότερα παιδιά ποντάρουν στο ποδόσφαιρο για να καταφέρουν να ζήσουν μια ευκατάστατη ζωή, στο Λουξεμβούργο ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Όταν μεγαλώνεις σε μια από τις πιο πλούσιες χώρες του κόσμου, με έναν από τους μεγαλύτερους μέσους μισθούς, το να σνομπάρεις μια καλοπληρωμένη δουλειά σε οποιονδήποτε τομέα για να αφοσιωθείς στο ποδόσφαιρο, που εντός των τειχών παίζεται και λειτουργεί ακόμα σε ερασιτεχνικό επίπεδο, ακούγεται σαν τρέλα.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/03/lux2.jpg)
Η έτσι κι αλλιώς μικρή δεξαμενή παικτών από την οποία είχε να διαλέξει παίκτες ο Φιλίπ μίκραινε κι άλλο και το αποτέλεσμα ήταν η εθνική ομάδα της χώρας να είναι σταθερά ένας σάκος του μποξ για τις μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες ομάδες της ηπείρου. Όταν τελικά αποσύρθηκε από τον πάγκο της, στα τέλη του 2001, τα στατιστικά ήταν αρκετά αποθαρρυντικά για οποιονδήποτε ήλπιζε για κάτι καλύτερο στο μέλλον: Μέχρι εκείνο το σημείο, στα 67 προηγούμενα χρόνια των προκριματικών αγώνων Μουντιάλ και Euro, το Λουξεμβούργο μετρούσε 6 επίσημες νίκες. Έξι νίκες σε περισσότερα από 160 παιχνίδια! Στα τελευταία του ματς ως προπονητής της, στα προκριματικά του Μουντιάλ 2002, η ομάδα είχε 10/10 ήττες, έφαγε 6 γκολ από τη Γιουγκοσλαβία, 5 από την Ελβετία ενώ ηττήθηκε και δυο φορές, μέσα-έξω, από τα, ακόμα μικρότερα, Νησιά Φερόε.
Έχοντας πιάσει σχεδόν πάτο στην κατάταξη της ΦΙΦΑ, οι άνθρωποι της ΠΟ της χώρας αποφάσισαν πως κάτι πρέπει να αλλάξει. Μέσα στα επόμενα χρόνια, και με πρόεδρο πλέον τον ίδιο τον Πολ Φιλίπ που ολοκλήρωσε έτσι το τρίπτυχο ‘παίκτης-προπονητής-πρόεδρος’ της εθνικής, εφαρμόστηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που είχε ως στόχο να αναπτυχθεί το ποδόσφαιρο στη χώρα, με τις κατάλληλες υποδομές και με σωστή στελέχωση. Εκείνη την εποχή άνοιξε κοντά στην πόλη Μοντερκάνζ ένα ποδοσφαιρικό σχολείο που θα λειτουργούσε ως κέντρο εκπαίδευσης νέων παικτών. Μέσα στα επόμενα χρόνια το σχολείο εξελίχθηκε από όλες τις απόψεις.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/03/lux4.jpg)
Οι εγκαταστάσεις εκσυγχρονίστηκαν σε τέτοιο βαθμό που πλέον βρίσκει κανείς εκεί ακόμα και κλειστό, πλήρως εξοπλισμένο, γήπεδο, προσελήφθησαν καλύτεροι προπονητές ακαδημιών και από άλλες χώρες ενώ δημιουργήθηκε και ένα δίκτυο με σκάουτερς αλλά και με γνωστές και λιγότερο γνωστές επαγγελματικές ομάδες των γειτονικών χωρών που είναι πρόθυμες να δώσουν ευκαιρίες στα καλύτερα ταλέντα που βγαίνουν από το σχολείο.
Ο έφηβος που ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους μπορεί πλέον, χάρη και στη δικτύωση που υπάρχει, να βρει ένα καλό συμβόλαιο σε κάποια ομάδα της Γαλλίας, του Βελγίου ή της Γερμανίας, κάτι που τον αποτρέπει από το να παρατήσει το ποδόσφαιρο για χάρη κάποιας άλλης δουλειάς. Με αυτόν τον τρόπο κερδίζει και η εθνική που μπορεί πλέον να εκπροσωπηθεί από επαγγελματίες παίκτες και όχι από ανθρώπους που παίζουν για την πλάκα τους μετά από ένα 8ωρο σε κάποιο γραφείο. Ο Πολ Φιλίπ το περιγράφει συνοπτικά: “Κάποια στιγμή τα βάλαμε κάτω και αποφασίσαμε ότι πρέπει οι παίκτες μας να παίζουν σε κάποιο επαγγελματικό πρωτάθλημα, δηλαδή πρέπει να φύγουν στο εξωτερικό. Επειδή δεν γίνεται όμως να τους στείλεις έξω έτσι απλά, έπρεπε να φτιάξουμε το προηγούμενο βήμα. Ξεκινάμε να παρακολουθούμε παίκτες από όταν είναι 9-10 ετών. Τους καλύτερους τους παίρνουμε στο κέντρο της εθνικής και εκεί τους εκπαιδεύουμε. Εκεί περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας και τα σ/κ πηγαίνουν και παίζουν με τις ομάδες τους. Όταν γίνουν 16-17 χρησιμοποιούμε το δίκτυο μας για να τους βρούμε μια ομάδα σε κάποια καλή γειτονική χώρα.”
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/03/lux3.jpg)
Ο Λοκ Χολτς, προπονητής του Λουξεμβούργου από το 2010
Τα αποτελέσματα από ένα τόσο μεγαλεπήβολο σχέδιο όπως ήταν αναμενόμενο άργησαν να φανούν αλλά είναι όλο και πιο ορατά τα τελευταία χρόνια. Μόνο την τελευταία 10ετια το Λουξεμβούργο έκανε στα προκριματικά όσες νίκες είχε κάνει τα προηγούμενα 75 χρόνια. Στο διάστημα αυτό η ομάδα του Λοκ Χολτς, τον οποίο είχε παίκτη ο Φιλίπ στην εθνική στα 90s, πήρε κάποιες ιστορικές ισοπαλίες (όπως το 1-1 το 2014 μέσα στην Ιταλία και το 0-0 το 2017 μέσα στη Γαλλία), τερμάτισε 1η στον όμιλο της και αυτόματα κέρδισε την άνοδο από την κατηγορία D στην κατηγορία C του Nations League και δυσκόλεψε αρκετούς μεγάλους αντιπάλους, που στο παρελθόν της έβαζαν γκολ από τα αποδυτήρια.
Φυσικά οι ήττες είναι ακόμα πολύ περισσότερες από τις νίκες, καθώς μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια χώρα που ουσιαστικά βασίζεται σε μερικές εκατοντάδες ποδοσφαιριστές εκ των οποίων επαγγελματίες σε σοβαρό επίπεδο είναι περίπου 20, αλλά η αλλαγή παραμένει θεαματική και αποτυπώνεται χαρακτηριστικά και στην κατάταξη της ΦΙΦΑ. Το 2006 το Λουξεμβούργο βρισκόταν στη θέση 186 και φυσικά στις τελευταίες θέσεις σε σχέση με τις ευρωπαϊκές ομάδες. Το 2017 η ομάδα είχε σκαρφαλώσει στην 83η θέση παγκοσμίως για πρώτη φορά στην ιστορία της.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/03/lux5.jpg)
Το νέο, ανανεωμένο Λουξεμβούργο έστειλε μια ακόμα προειδοποιητική βολή πριν λίγες μέρες στο εναρκτήριο παιχνίδι των προκριματικών για το Μουντιάλ, όταν και κέρδισε με 0-1 μέσα στην Ιρλανδία μια ομάδα που βρίσκεται 50 θέσεις πιο ψηλά στην κατάταξη. Οι περισσότεροι παίκτες της εντεκάδας που πέτυχε το μεγάλο διπλό είναι επαγγελματίες, ξεκίνησαν από το σχολείο στο Μοντερκάνζ και αγωνίζονται σε ομάδες του εξωτερικού.
Σε έναν όμιλο που υπάρχει ακόμα η Πορτογαλία και η Σερβία, οι ελπίδες πρόκρισης παραμένουν μηδαμινές, κι αυτό το ξέρει καλά ο Πολ Φιλίπ που πλέον έχει να αντιμετωπίσει κι ένα αναπάντεχο πρόβλημα. Τον αυξανόμενο ενθουσιασμό των φιλάθλων: “Είμαστε ένα χωριό. Δεν πρόκειται να γίνουμε ποτέ παγκόσμιοι πρωταθλητές. Νομίζω πως επειδή οι φίλαθλοι μας βλέπουν ότι βελτιωνόμαστε συνεχώς τα τελευταία χρόνια, πιστεύουν ότι σύντομα θα καταφέρουμε μεγάλα πράγματα. Δεν ισχύει όμως αυτό. Φτάσαμε στο σημείο που το πρόβλημα μας είναι πως θα εξηγήσουμε στους οπαδούς μας ότι δεν γίνεται να συνεχίσει η άνοδος μας με τους ρυθμούς που αυτή γίνεται τα τελευταία 6 χρόνια. Είμαστε μικρή χώρα και πάντα θα είμαστε μικρή χώρα.”
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
Κυβέρνηση Σουηδίας: Αποφασίσαμε να ανοίξουμε ξανά τα γήπεδα...
Οπαδοί: ΖΗΗΗΤΩΩΩ!
Κυβέρνηση: ...αλλά σιγά-σιγά.
Οπαδοί: Ωπα. Δηλαδή; Πόσοι;
Κυβέρνηση: 8
Οπαδοί: 8% του γηπέδου; Πφφφ, λίγοι...
Κυβέρνηση: Εεεχμ... όχι.
Οπαδοί: Έλα, πες την αλήθεια, πλάκα κάνεις.
Κυβέρνηση: Όχι.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.6435-9/173177995_10159688861145931_8631075411121445807_n.jpg?_nc_cat=110&ccb=1-3&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=991Ss8tFXiMAX-668Sq&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=319b2feb98cd143cfcfb6cae3d5a1703&oe=609F863C)
Κι όμως, δεν έκαναν πλάκα. Στα σουηδικά γήπεδα επιτρέπονται πλέον μέχρι 8 θεατές, γιατί αυτός είναι ο μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός για συναθροίσεις σε εξωτερικούς χώρους! https://www.theguardian.com/football/2021/apr/14/you-smell-like-fish-swedish-fans-try-to-create-atmosphere-despite-rule-of-eight
El Sombrero
-
Ίσως ένα από τα καλύτερα σκηνικά που έχω δει στη ζωή μου, αν όχι το καλύτερο. Από τους οπαδούς της Hajduk Split για τα 70 χρόνια. Αξίζει να το δείτε
Υ.Γ1 Θα μπορούσε να είναι η Παμβώτιδα αυτή χαχαχαχα
Υ.Γ2 το έβαλα εδώ γιατί δεν ξέρω αν έχουμε νήμα με ultras κλπ. Αν υπάρχει ας το μεταφέρει κάποιος moderator αλλιώς θα ήταν ωραίο να φτιαξουμε
-
Δυο ντουζίνες άνθρωποι μένουν όλοι κι όλοι σε Ανδόρα και Γιβραλτάρ και κανόνισαν φιλικό μεταξύ τους Δευτεριάτικα. Να ακυρώσει κανείς τελευταία στιγμή γιατί έπεσε δουλειά στο γραφείο, να πιάσουν μετά ένα-ένα τα ονόματα στον τηλεφωνικό κατάλογο και να αρχίσουν τα παρακάλια, "δεν πειράζει που είστε συνταξιούχος κύριε Λουίς, από τέρμα ξέρετε;"
El sombrero
-
Όταν ήταν ακόμα παιδί, η Νάντια Ναντίμ έχασε τον πατέρα της, τον οποίο σκότωσαν οι Ταλιμπάν.
Το έσκασε από το Αφγανιστάν, μέσα σε ένα φορτηγό, σε ηλικία έντεκα ετών για να καταφύγει στην Δανία.
Σήμερα έχει φορέσει 98 φορές την φανέλα της Εθνικής Δανίας ποδοσφαίρου γυναικών και έχει πετύχει συνολικά 38 γκολ. Παράλληλα, μελετάει ιατρικές επιστήμες, μιλάει πάνω από έντεκα γλώσσες και αναγράφεται στην λίστα του Forbes των πιο ισχυρών γυναικών του διεθνούς αθλητισμού.
(https://scontent.fath5-1.fna.fbcdn.net/v/t1.6435-9/203272182_4186850898035680_335260810116094376_n.jpg?_nc_cat=101&ccb=1-3&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=fv-QQUCoiQYAX_o6zt6&_nc_ht=scontent.fath5-1.fna&oh=b6dd5911efd79420eec326580c1380ac&oe=60D7A8C4)
Dieci
-
Σεξουαλικό σκάνδαλο στην Μπραν, 12 ποδοσφαιριστές πήγαν με γυναίκες στο γήπεδο για σεξ!
Διαστάσεις έχει πάρει στη Νορβηγία ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που αφορά την… μισή ομάδα της Μπραν.
Μεγάλη έκταση έχει πάρει στη Νορβηγία ένα σεξουαλικό σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκονται 12 ποδοσφαιριστές της Μπραν.
Οι παίκτες σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, βγήκαν έξω για να ξεσκάσουν, αλλά προχώρησαν σε κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο, το οποίο ενδέχεται να φέρει και την τιμωρία τους. Αφού τα… ήπιαν, πήραν αιθέριες υπάρξεις και κατευθύνθηκαν στο γήπεδο της ομάδας τους όπου συνέχισαν το ξενύχτι ως το πρωί κάνοντας σεξ με τις συνοδούς τους…
Ωστόσο, το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του σταδίου κατέγραψε την είσοδό τους στις εγκαταστάσεις και αυτό δεν έμεινε στα κρυφά από την ασφάλεια του γηπέδου. Ηδη έχουν γίνει συστάσεις στους ποδοσφαιριστές, ενώ αναμένεται να τους επιβληθεί και τιμωρία, σύμφωνα με εκπρόσωπο της ομάδας.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, συνοδεία των 12 ποδοσφαιριστών ήταν 4 γυναίκες, όλες περίπου 20 ετών, με το... πάρτι να τελειώνει στις 5 το πρωί.
Σουηδικό δημοσίευμα της Bergens Tindede αναφέρει επίσης ότι οι νεαρές έτρεχαν κατά μήκος του αγωνιστικού χώρου, φορώντας ελάχιστα πάνω τους...
Κι όλα αυτά ενώ η ομάδα παραπαίει στο πρωτάθλημα καθώς είναι τελευταία με 7 βαθμούς, πέντε πίσω από τα μπαράζ παραμονής και έξι από την σωτηρία, ενώ έχει ολοκληρώνεται ο πρώτος γύρος αυτό το Σαββατοκύριακο.
gazzetta.gr
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/08/imago1004865704h-2048x1365.jpg)
Ιστορίες από την Υπερδνειστερία: η Σέριφ Τίρασπολ
Υπερδνειστερία. Ας το πούμε ξανά μια φορά. Υπερδνειστερία. Αν ήταν ερώτηση σε τηλεπαιχνίδι γνώσεων, το πιο πιθανό είναι οι περισσότεροι να απαντούσαν ότι πρόκειται για πάθηση στα μάτια, παρά ότι είναι μια χώρα.
Ας ξεκινήσουμε με τα βασικά όμως. Ναι, θα μιλήσουμε για μια ποδοσφαιρική ομάδα που κατάφερε να μπει για πρώτη φορά στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, αλλά δεν γίνεται να μην μιλήσουμε για τις ιδιαιτερότητές της. Σημερινό θέμα, είναι η Σέριφ Τίρασπολ. Η πρώτη ομάδα στην ιστορία της Μολδαβίας που κατορθώνει κάτι παρόμοιο. Ένα πραγματικό ποδοσφαιρικό θαύμα, ειδικά από τη στιγμή που απέκλεισε ομάδες όπως ο Ερυθρός Αστέρας και η Διναμό Ζάγκρεμπ. Και μια ιστορία που γίνεται ακόμα πιο μπερδεμένη, χάρη στην περίεργη γεωπολιτική κατάσταση της περιοχής. Βλέπετε, η Σέριφ Τίρασπολ θα εκπροσωπεί τη Μολδαβία, αλλά δεν είναι από τη Μολδαβία.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/08/Screenshot-2021-08-31-at-17-22-17-File-Transnistrias.png)
Αριστερά η Μολδαβία, δεξιά η Υπερδνειστερία
Με τη διάσπαση της Ε.Σ.Σ.Δ., η Μολδαβία ήταν μια από τις σοβιετικές δημοκρατίες που ανεξαρτητοποιήθηκαν. Όλη η Μολδαβία; Όχι. Μια ολόκληρη περιοχή, σαν γαλατικό χωριό, η Υπερδνειστερία (που σημαίνει “πέρα από τον ποταμό Δνείστερο“) δεν συμφωνούσε ιδιαίτερα, εξαιτίας του φόβου μιας πιθανής προσάρτησης της Μολδαβίας στη Ρουμανία. Οι Μολδαβοί δεν ήταν εκεί η πλειοψηφία, καθώς υπήρχε μεγάλο ποσοστό Ρώσων, αλλά και άλλων εθνικοτήτων (κυρίως Ουκρανών). Οι κάτοικοι δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο (οι περισσότεροι δεν μιλούν καν “μολδαβικά”, όπως ονομάζουν οι ίδιοι τα ρουμανικά) και ήθελαν να παραμείνουν Σοβιετικοί. Η Υπερδνειστερία αποφάσισε το 1990 να αποσχιστεί από τη Μολδαβία, προλαμβάνοντας πιθανή προσάρτησή της στη Ρουμανία (κάτι που δεν έγινε τελικά), με το όνομα Υπερδνειστεριακή Μολδαβική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Η απόσχιση δεν αναγνωρίστηκε από τη Σοβιετική Ένωση (ήταν δηλαδή αυτοανακηρυγμένη σοβιετική δημοκρατία που δεν την αναγνώριζε η Σοβιετική Ένωση, κομματάκι επικό αν το σκεφτεί κανείς) και με τη διάλυσή της Ε.Σ.Σ.Δ., οδηγηθήκαμε σε μια πολεμική σύρραξη μεταξύ της Μολδαβίας και της Υπερδνειστερίας (με αρκετούς Σοβιετικούς στρατιώτες να βοηθούν εθελοντικά), με στόχο την ανεξαρτησία της. Η σύρραξη σταμάτησε το 1992 και ακόμα και σήμερα η περιοχή βρίσκεται σε κατάσταση “κατάπαυσης του πυρός“, ο πόλεμος με λίγα λόγια δεν έχει τελειώσει επίσημα. Η Υπερδνειστερία διατηρεί από τότε το ανεξάρτητο καθεστώς της μεν, δεν είναι όμως αναγνωρισμένη από κανένα κράτος του Ο.Η.Ε. δε. Οι μόνες χώρες που την αναγνωρίζουν είναι παρόμοιας φύσης, όπως η Αμπχαζία και η Νότια Οσετία. Παρόλα αυτά, μιλάμε για μια υπαρκτή χώρα που έχει δική της κυβέρνηση, δικό της στρατό, αστυνομία και φυσικά δικό της νόμισμα. Ένα νόμισμα βέβαια που δεν έχει κάποια αξία εκτός της χώρας. Η Υπερδνειστερία μοιάζει να έχει κολλήσει στον χρόνο, στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, σαν να μην την έχουν ενημερώσει για τη διάλυσή της. Tο σφυροδρέπανο κυματίζει στη σημαία της, είναι γεμάτη με παλιά καλά γνήσια σοβιετικά μνημεία, προτομές του Λένιν και δρόμους με ονόματα της περιόδου. Περίπου 40.000 τόνοι οπλισμού και πυρομαχικών του σοβιετικού στρατού έμειναν στη χώρα μετά τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ. και δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται… πρωτεύουσα στο λαθρεμπόριο όπλων χάρη στη χαλαρή αστυνόμευση των συνόρων της με την Ουκρανία. Η χώρα είναι αρκετά φτωχή και οι συνθήκες όχι οι καλύτερες δυνατές, κυρίως εξαιτίας της διαφθοράς.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/08/imago0056795579h-2048x1365.jpg)
O δεύτερος πρόεδρος της χώρας κατά την ορκωμοσία του.
Πέντε χρόνια αργότερα θα διέφευγε από τη χώρα με τη γυναίκα του, πρώην υπουργό Εξωτερικών.
Ο πρώτος πρόεδρος της χώρας, Ιγκόρ Σμιρνόφ, γεννημένος στην Καμτσάτκα, μόλις 7.000 χιλιόμετρα μακριά, έτυχε να είχε τοποθετηθεί από το Κ.Κ. ως επικεφαλής ενός εργοστασίου στην πρωτεύουσα Τίρασπολ, λίγο πριν γίνει ο κακός χαμός. Από διευθυντής σε εργοστάσιο, έγινε κάτι σαν στρατιωτικός ηγέτης στον πόλεμο και στη συνέχεια ο πρώτος πρόεδρος, μένοντας στη θέση από το 1991 μέχρι το 2011 (το 2001, σε μια περιοχή, κατάφερε να κερδίσει ποσοστό 103,6%), όταν και η Ρωσία απέσυρε τη στήριξή της. Είχε αρχίσει ήδη μια διαμάχη στο εσωτερικό της χώρας, καθώς η εταιρεία Σέριφ (μα είδατε ότι θα καταλήγαμε κάπως στην μπάλα;) αποκτούσε δύναμη, φτιάχνοντας το δικό της κόμμα. Η Σέριφ είναι μια εταιρεία λίγο από όλα που ασχολείται σχεδόν με τα πάντα. Στο… portfolio της βρίσκονται ξενοδοχεία, βενζινάδικα, σούπερ μάρκετ, τηλεοπτικός σταθμός, κατασκευαστική εταιρεία, διαφημιστική εταιρεία, αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, εταιρεία κινητής, εργοστάσια οινοπνευματωδών (με σπεσιαλιτέ τα κονιάκ και τα κρασιά), τραπεζικές υπηρεσίες, ιατρικό κέντρο, βαμβακερά υφάσματα και ρούχα, ξενοδοχειακό συγκρότημα, αναπαραγωγή οξύρρυγχου (για χαβιάρι) και πολλά ακόμα (με τις κακές γλώσσες να λένε ότι δεν είναι όλες τις οι ασχολίες πολύ νόμιμες). Ένας από τους διευθυντές της, ο Γεβγκένι Σεφτσούκ, έγινε σημαίνουσα πολιτική προσωπικότητα και παρότι στην πορεία ήρθε σε σύγκρουση με τους παλιούς του εργοδότες, κατάφερε ως “αντι-συστημικός” υποψήφιος να διαδεχθεί τον Σμιρνόφ το 2011, κερδίζοντας τον πρώην πρόεδρο, αλλά και τον Ανατόλι Καμίνσκι, τον υποψήιο που στήριζε τόσο η Ρωσία, όσο και η εταιρεία Σέριφ. Ο Σεφτσούκ έμεινε πρόεδρος μέχρι το 2016, αλλά τα προβλήματα στη χώρα μεγάλωσαν. Έχασε πανηγυρικά από τον νέο υποψήφιο της Σέριφ, τον Βαντίμ Κρασονσέλσκι, και αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα κατηγορούμενος για σωρεία αδικημάτων. Κάποιοι λένε ότι πήρε ταξί μέχρι τη Μολδαβία, άλλοι ότι έφυγε πιο ρομαντικά, πάνω σε μια βάρκα στον ποταμό. Καταδικάστηκε ερήμην (σύμφωνα με τους υποστηρικτές του άδικα, για να τεθεί εκτός του πολιτικού στίβου) σε 16 χρόνια και ένα τεράστιο πρόστιμο σε τοπικά ρούβλια (που σύμφωνα με την ανεπίσημη αναλογία αντιστοιχεί σε 36 εκατομμύρια δολάρια). Από το 2016 και μετά λοιπόν, ο πρόεδρος είναι φιλο-Ρώσος και παράλληλα, εκλεκτός της Σέριφ.
Σε μια “χώρα” με αυτές τις ιδιαιτερότητες, το ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Και το καμάρι της πρωτεύουσας και της χώρας είναι η Σέριφ Τίρασπολ. Ο Βίκτορ Γκουσάν και ο Ίλια Καζμάλι είναι οι τυπικοί επιχειρηματίες στην μετά-Ε.Σ.Σ.Δ. εποχή. Δύο πρώην πράκτορες της KGB που βρήκαν την ευκαιρία και έγιναν εντρεπρενούρς. Το 1993 ίδρυσαν την εταιρεία Σέριφ, αρχικά ως εταιρεία security, που είδαμε πριν ότι γιγαντώθηκε, και τέσσερα χρόνια αργότερα την ομάδα με το ίδιο όνομα. Οι “Κιτρινόμαυροι” ή “Σφήκες” αγωνίζονται στο στάδιο της ομάδας που λέγεται Σέριφ Στάντιουμ και αποτελεί μέρος ενός αθλητικού κέντρου που συνολικά στοίχισε πολλές δεκάδες εκατομμύρια δολάρια. Οι κακές γλώσσες λένε ότι ότι το γήπεδο της Σέριφ είναι το πιο σύγχρονο κτίριο σε ολόκληρη την περιοχή. Κι η αλήθεια είναι ότι όλο το κέντρο, με τα προπονητήρια, τα κλειστά γήπεδα και το ξενοδοχείο θα το ζήλευαν πολλές πιο “υπαρκτές” χώρες από την Υπερδνειστερία. Άλλωστε, μέχρι εκεί έφτασε και η χάρη του Σεπ Μπλάτερ που πήγε και το επισκέφτηκε, χαρακτηρίζοντάς το “υπέροχο”. Παρά την επένδυση της Σέριφ πάντως, οι 12.000 θέσεις δεν γεμίζουν, καθώς ο μέσος όρος κινείται σε πολύ χαμηλά νούμερα. Σε μια χώρα που το 2006 ψήφισε να ενωθεί με τη Ρωσία σε ποσοστό περίπου 97% (παρότι δεν έχει κοινά σύνορα, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες βρε αδερφέ), δεν κάνει εντύπωση ότι στις εξέδρες ακούγεται συχνά το “Ρωσία-Ρωσία”. Κι αν αναρωτιέστε, μα καλά τι πρωτάθλημα έχει η Υπερδνειστερία, φτάνουμε στο ακόμα πιο περίεργο της υπόθεσης. Δεν έχει.
Γι’ αυτό άλλωστε, η Σέριφ, με την ίδρυσή της, μπήκε στα πρωταθλήματα της Μολδαβίας. Της χώρας δηλαδή από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε η πρωτεύουσα Τίρασπολ. Παράλογο; Η Σέριφ όχι μόνο πήρε μέρος στο πρωτάθλημα της άλλης χώρας, αλλά έκανε τη διαφορά πολύ γρήγορα. Ανέβηκε αμέσως από τη Γ’ εθνική και μόλις το 1999 κατέκτησε το πρώτο της κύπελλο. Κάτι που μεταξύ μας λέει και πολλά για το επίπεδο του πρωταθλήματος της Μολδαβίας. Από το 2001 και μετά κατέκτησε δέκα σερί πρωταθλήματα στη χώρα, ενώ έκανε και τρεις φορές το νταμπλ. Τα τελευταία 20 χρόνια, έχει χάσει το πρωτάθλημα της Μολδαβίας μόλις δύο φορές. Πλήρης κυριαρχία. Και φέτος, έχοντας δύο Έλληνες ποδοσφαιριστές, κατάφερε κάτι απίστευτο. Να μπει στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ. Εκεί που ο Αθανασιάδης και ο Κολοβός θα ζήσουν μια μοναδική εμπειρία.
Όπως καταλαβαίνει κανείς βέβαια, δεν είναι κάτι που κάνει όλους τους Μολδαβούς χαρούμενους. Το γεγονός ότι η Σέριφ έχει έδρα στην άλλη πλευρά του Δνείστερου και βασίζεται στα χρήματα μιας εταιρείας που επί της ουσίας αποτελεί το μονοπώλιο στις περισσότερες εκφάνσεις της ζωής δεν γεμίζει με τόσο μεγάλη υπερηφάνεια τους Μολδαβούς. Ο συνδυασμός μιας… σχεδόν δυστοπικής μεγα-εταιρείας, που θα φανταζόμασταν ότι υπάρχει μόνο σε βιβλία και ταινίες, με background μια χώρα που μοιάζει να ζει ορισμένες δεκαετίες πίσω, είναι εξαιρετικά μοναδικός στην Ευρώπη. Ειδικά στα σαλόνια του Τσάμπιονς Λιγκ.
Εκτός όμως από τα μοναδικά αυτά χαρακτηριστικά, η Σέριφ Τίρασπολ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως… κοσμοπολίτικη. Πέρα από τους δύο Έλληνες και ορισμένους Μολδαβούς, έχει ένα ρόστερ με παίκτες από τη Βραζιλία, την Ουκρανία, το Μάλι, την Κολομβία, την Γουινέα, το Περού, το Λουξεμβούργο, τη Βοσνία, το Μαλάουι, το Ουζμπεκιστάν, τη Σερβία, τη Γκάνα και 4-5 ακόμα χώρες. Ένα κράμα Ανατολικής Ευρώπης, Αφρικής και Νότιας Αμερικής, όλα υπό τις οδηγίες ενός Ουκρανού προπονητή. Και όπως έγραψε και η El Pais στο πρόσφατο αφιέρωμά της στη Σέριφ, η Ρεάλ Μαδρίτης ονειρευόταν πριν λίγους μήνες μια ευρωπαϊκή Σούπερ Λιγκ και τώρα θα παίξει σε μια χώρα που… δεν υπάρχει. Ταξιδεύοντας φυσικά πρώτα στο αεροδρόμιο του Κισινάου, της πρωτεύουσας της Μολδαβίας, καθώς η Τίρασπολ δεν έχει επιβατικό. Και η περήφανη χώρα της Υπερδνειστερίας θα υποδεχτεί το σεντόνι και τη γειτονική Σαχτάρ για αρχή.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
(https://resources.sport-fm.gr/supersportFM/images/news/21/10/06/aik-coreo-kid_204154.jpg)
Κυκλοφόρησε τελευταία η παραπάνω εικόνα.Οι οπαδοί της ΑΙΚ έκαναν κορεό με έναν πιτσιρικά που υποστηρίζει την ομάδα.Αν γινόταν κάτι αντίστοιχο στο Ζωσιμάδες,το πρώτο σαν εικόνα που μου έρχεται στο μυαλό είναι το παρακάτω.
(https://www.sdna.gr/sites/default/files/styles/main_photo_default/public/pitsirikas-dakrya.jpg?itok=o8Fe55yH)
Μπορεί να είναι μια θλιβερή στιγμή για την ομάδα όμως νομίζω είναι η πιο χαρακτηριστική.Τουλάχιστον στα τελευταία χρόνια.Μπορεί να υπάρχουν και άλλες βέβαια.Άλλωστε στην Ήπειρο έχουμε τραγούδια που έχουν πόνο μέσα τους.Οπότε γιατί όχι και ο ΠΑΣ σαν κομμάτι της κουλτούρας μας.
-
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/02/austria3.jpg?w=820&ssl=1)
Η ομορφιά του να επιλέγεις το δύσκολο δρόμο
Λίγο πριν από το φινάλε της “Άγριας συμμορίας” (https://www.imdb.com/title/tt0065214/), μια συμμορία κοινών εγκληματιών που μόλις έχει κάνει το τελευταίο καλό ‘χτύπημα’ πριν την απόσυρση, καλείται να πάρει μια μεγάλη απόφαση, όταν ένα από τα μέλη της μπλέκει με τον Μεξικανό διεφθαρμένο στρατηγό που οργάνωσε αυτό το τελευταίο χτύπημα: Ή θα παρατήσουν τον συνεργάτη τους, θα χωριστούν και θα πάρει ο καθένας το δρόμο του, έχοντας εξασφαλίσει το μέλλον του, ή θα αδιαφορήσουν για τις ανέσεις της νέας ζωής που ανοίγεται μπροστά τους και θα υπερασπιστούν τον φίλο τους γνωρίζοντας ότι πηγαίνουν προς έναν σίγουρο θάνατο.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/02/wild.jpg?resize=500%2C347&ssl=1)
Η ταινία του τεράστιου Σαμ Πέκινπα (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CE%BC_%CE%A0%CE%AD%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CF%80%CE%B1), από το μακρινό 1969, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το καλύτερο γουέστερν όλων των εποχών για αμέτρητους λόγους, που σχετίζονται με το σενάριο, τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και την εξαιρετική και αντισυμβατική σκηνοθεσία. Αλλά αυτό που το ανυψώνει και το μετατρέπει σε διαχρονικό αριστούργημα που ξεφεύγει από τα στενά όρια του κλασικού αμερικάνικου γουέστερν βρίσκεται ακριβώς σ’αυτή τη στιγμή της μεγάλης επιλογής.
Εκεί που τέσσερις πραγματικά κακοί τύποι, τέσσερις κλέφτες και δολοφόνοι που δεν έχουν τίποτα ηρωικό πάνω τους, τέσσερις τύποι που δεν είναι καν φίλοι με την κλασική έννοια, τέσσερις τύποι που σε οποιαδήποτε άλλη χολιγουντιανή ταινία θα ήταν οι κακοί της υπόθεσης, αποφασίζουν πως όλα τα υλικά αγαθά και όλες οι προοπτικές μιας άνετης και ωραίας ζωής, τα οποία και κυνηγούσαν τόσο καιρό με πάθος, δεν αξίζει να τοποθετηθούν πάνω από την αξιοπρέπεια τους. Και το αποφασίζουν χωρίς φιλοσοφικές αναλύσεις, δακρύβρεχτους κινηματογραφικούς μονολόγους, χειροκροτήματα από το βάθος ή συγκινητικές μελωδίες από πίσω. Απλά, λιτά και αντρικά. Με ένα κοίταγμα, ένα υπέροχο χαμόγελο αμοιβαίας κατανόησης και δυο κοφτές ατάκες: “Let’s go”, “Why not?”. Και “ίσως εκεί αρχίζει η ομορφιά του ανθρώπου…”
Το καλοκαίρι του 2005 οι οπαδοί της ιστορικής Αούστρια Σάλτσμπουργκ βρέθηκαν μπροστά σε ένα πολύ μεγάλο δίλημμα. Η αυστριακή Red Bull αγόρασε την ομάδα τον Απρίλιο και αρχικά όλοι πίστευαν ότι με τη βοήθεια της θα μπορούσε να σταθεί ξανά η Αούστρια στα πόδια της, να ξεπεράσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε και να επιστρέψει στην κορυφή της χώρας αλλά και στα μεγάλα σαλόνια της Ευρώπης. Τα αληθινά κίνητρα της εταιρείας φάνηκαν λίγους μήνες αργότερα. Η Red Bull προχώρησε άμεσα στην αλλαγή του ονόματος, του σήματος αλλά και των χρωμάτων της ομάδας, που δεν ταίριαζαν με αυτά της εταιρείας, αλλαγές που συνοψίστηκαν με την επίσημη δήλωση-θέση “αυτή είναι μια νέα ομάδα, χωρίς ιστορία”. (Για να το εμπεδώσουν καλά όλοι στο μυαλό τους αυτό, άλλαξαν ακόμα και τη χρονολογία ίδρυσης, βάζοντας το 2005 στη θέση του 1933, αλλαγή που ακυρώθηκε όμως από την ΠΟ της Αυστρίας, που ενημέρωσε την εταιρεία πως αν θέλει να κρατήσει την άδεια της ομάδας που αγόρασε θα πρέπει το έτος ίδρυσης να μην αλλάξει.)
Όπως είναι αναμενόμενο, οι φίλαθλοι αντέδρασαν αλλά η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη. Οπαδοί που πήγαιναν στο γήπεδο φορώντας τις παραδοσιακές μοβ εμφανίσεις έτρωγαν ‘πόρτα’, οι αντιδράσεις τους σχολιαζόταν από τη νέα διοίκηση ως “πρακτικές νηπιαγωγείου” ενώ στις τέσσερις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ των δυο πλευρών για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση, το αποτέλεσμα ήταν οι οπαδοί να αποχωρήσουν απορρίπτοντας χωρίς δεύτερη σκέψη τη… γενναιόδωρη προσφορά των ανθρώπων της Red Bull. Ποια ήταν αυτή; Να προχωρήσουν όλες οι αλλαγές και σε αντάλλαγμα να παραμείνουν μοβ οι κάλτσες του τερματοφύλακα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Κάπως έτσι, οι οπαδοί της Αούστρια, 72 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση της, βρέθηκαν στη δύσκολη θέση που έπρεπε να αποφασίσουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/02/austria.jpg?w=480&ssl=1)
Αρκετοί από αυτούς συμβιβάστηκαν, αποδέχτηκαν όλες τις αλλαγές, πίστεψαν σε ένα καλύτερο μέλλον με μια ισχυρή οικονομικά εταιρεία από πίσω, γλυκάθηκαν από την ιδέα των μελλοντικών τίτλων, άλλαξαν χρώματα στη γκαρνταρόμπα και στα οπαδικά αξεσουάρ τους και υποστήριξαν την ιδέα της Red Bull. Δώδεκα χρόνια μετά, με δεδομένη πάντα την κοσμοθεωρία και τις προτεραιότητες τους, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Η Red Bull Σάλτσμπουργκ, όπως ονομάζεται πλέον αυτό το ποδοσφαιρικό μόρφωμα, μετράει 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα Αυστρίας και τα πανηγύρια διαδέχονται το ένα το άλλο στο υπερσύγχρονο ‘Red Bull Arena’.
(Βέβαια, στην αρχή της φετινής σεζόν οι… πιστοί οπαδοί της ομάδας της Red Bull διαμαρτυρήθηκαν έντονα προς τη διοίκηση γιατί τα τελευταία δυο χρόνια 8 από τους καλύτερους παίκτες αποχώρησαν από το σύλλογο με προορισμό μια συγκεκριμένη ανερχόμενη Γερμανική ομάδα που εδρεύει στη Λειψία, η οποία όλως τυχαίως ανήκει κι αυτή στη Red Bull. Με μια ανοιχτή επιστολή προς τον αυστριακό ιδιοκτήτη της εταιρείας, οι οπαδοί του υπενθύμιζαν ότι δεν πρέπει να ξεχνάει το ‘σπίτι’ του και του τόνιζαν ότι δεν είναι σωστό να ενισχύει μια επένδυση του σε άλλη χώρα, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα την ομάδα της πατρίδας του. Αλλά αυτό το κείμενο δεν γράφτηκε γι’αυτούς τους οπαδούς.)
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2017/02/austria2.jpg?resize=565%2C318&ssl=1)
Από την άλλη πλευρά, κάποιες χιλιάδες οπαδοί πήραν μια πιο δύσκολη απόφαση. Αδιαφορώντας για το αστραφτερό, γεμάτο επιτυχίες, μέλλον που τους υποσχόταν η εταιρεία με σήμα τον ταύρο, δημιούργησαν μια νέα ομάδα, η οποία έχει το όνομα, το σήμα και τα χρώματα αυτής που αγάπησαν από μωρά παιδιά, αυτής που πιθανόν υποστήριζαν οι πατεράδες και οι παππούδες τους, αυτής, που όπως θα έλεγε κάθε ρομαντικός οπαδός αυτού του πλανήτη, που τους διάλεξε τη μέρα που γεννήθηκαν. Στις 7 Οκτωβρίου 2005 το όνομα Αούστρια Σάλτσμπουργκ επανήλθε στις λίστες του αυστριακού ποδοσφαίρου, έστω και στο χαμηλότερο σκαλοπάτι του, την 7η κατηγορία.
Όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Γουίμπλεντον, η νέα ομάδα αγκαλιάστηκε άμεσα από αρκετούς ανθρώπους και αυτή η αγάπη συντέλεσε στο να σκαρφαλώσει σιγά-σιγά στις επαγγελματικές κατηγορίες, παίζοντας ακόμα και με μικρά χωριά που ο πληθυσμός τους ήταν ίσος με τον αριθμό των εκδρομέων της Αούστρια, και να φτάσει πέρσι στη 2η κατηγορία, στην οποία όμως δεν κατάφερε να παραμείνει και φέτος. Αυτό όμως δεν πτόησε κανέναν. Είναι αποδεδειγμένο άλλωστε πως αν ψάχνει κάποιος οπαδούς που ζούνε για τους τίτλους και τις φιέστες, σίγουρα δεν θα τους βρει στο μικρό ερασιτεχνικό γηπεδάκι των 1566 θέσεων στο οποίο μετακόμισαν οι άνθρωποι αυτοί που επέλεξαν να συνεχίσουν να φοράνε μοβ.
Το Σάββατο που μας πέρασε μερικές εκατοντάδες εξ αυτών ταξίδεψαν ως την Αγγλία, απλά και μόνο για να δούνε την αγαπημένη τους ομάδα να παίζει ένα φιλικό παιχνίδι. Αντίπαλος τους ήταν ένας άλλος ιδιαίτερος σύλλογος, η FC Γιουνάιτεντ του Μάντσεστερ, που όλως τυχαίως επίσης ιδρύθηκε το 2005, από φίλους της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που διαφωνούσαν με την πώληση της στην οικογένεια Γκλέιζερ.
Οι Αυστριακοί εκδρομείς πήγαν με πορεία ως το μικρό γηπεδάκι των Άγγλων, χειροκροτήθηκαν έντονα κατά την είσοδο τους στην κερκίδα και δεν σταμάτησαν λεπτό να τραγουδάνε και να κουνάνε τις σημαίες τους. Μετά το τέλος του αγώνα, και παρά την ήττα με 3-0, αποθέωσαν τους παίκτες τους, τους αγκάλιασαν όταν αυτοί ανέβηκαν στην κερκίδα για να τους χαιρετίσουν και κατευθύνθηκαν στις γειτονικές παμπ όπου τα ήπιαν παρέα με οπαδούς των γηπεδούχων, συνεχίζοντας να τραγουδάνε για μια ομάδα που είναι πολύ πιθανό να μην τους δώσει ποτέ τη χαρά να πανηγυρίσουν ένα τίτλο αλλά μπορεί να περηφανεύεται ότι δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπεια της.
Αν ζούσε ακόμα ο Σαμ Πέκινπα, κάτι μου λέει ότι βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους να επιλέγουν το δύσκολο δρόμο, απλά και μόνο γιατί κάτι μέσα τους κάποια στιγμή τους είπε ότι αυτό είναι το σωστό, θα χειροκροτούσε όρθιος και θα έπινε μερικές βότκες μαζί τους.
sombrero.gr
-
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/04/Webp.net-resizeimage-25.jpg?w=800&ssl=1)
Ο δάσκαλος του Κιέβου
Είναι απ’ τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο μύθος ωχριά απέναντι στην πραγματικότητα. Απ’ αυτές τις ιστορίες που είναι δύσκολο να περιγραφούν με λόγια και που η εικόνα δεν γίνεται να αποδοθεί με λέξεις μιας και δεν υπάρχουν οι κατάλληλες για να χαρακτηρίσουν την ποδοσφαιρική τελειότητα. Γιατί αν για τους περισσότερους ποδοσφαιρόφιλους η Βραζιλία του ’82 είναι η “καλύτερη ομάδα που δεν κατέκτησε ποτέ Μουντιάλ”, η Δυναμό Κιέβου των 70s και των 80s είναι “η καλύτερη ομάδα που δεν κατέκτησε Κύπελλο Πρωταθλητριών”. Όλα αυτά σε μια περίοδο που στο Σοβιετικό ποδόσφαιρο δέσποζε η τεράστια μορφή του Βαλερί Λομπανόφσκι και υπήρχαν ποδοσφαιριστές που στις μέρες μας θα έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε όλα τα μεγαθήρια της Ευρώπης. Εννοείται πως εκείνα τα χρόνια δεν μπορούσαν -ούτε ως σκέψη- να αφήσουν τη Σοβιετική Ένωση για κάποια ομάδα του “κακού” δυτικού πολιτισμού.
(https://i2.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/04/lobanovskyi.jpg?resize=480%2C320&ssl=1)
Ο Λομπανόφσκι ήταν η απάντηση των Σοβιετικών στο Ρίνους Μίχελς και το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο των Ολλανδών, έχοντας πολλά κοινά σημεία αλλά και πολλές τρανταχτές διαφορές. Η μεγαλύτερη απ’ αυτές ήταν πως όλα ήταν σχεδιασμένα με μαθηματική ακρίβεια και είχαν δουλευτεί υπερβολικά ακόμα και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια. Ο σπουδαίος προπονητής άλλωστε ήταν ένας άριστος γνώστης του ποδοσφαίρου σε θέματα τακτικής αλλά και ένας άκρως ευφυής άνθρωπος -έτσι ήταν και ως παίκτης- με Ακαδημαϊκή μόρφωση που ήθελε πάντα να φτάνει τους ποδοσφαιριστές του στα όρια τους, εκτός απ’ το αθλητικό και στο πνευματικό κομμάτι. “Οι έξυπνοι άνθρωποι μπορούν να αποδώσουν καλύτερα στο γήπεδο ανεξαρτήτως του ταλέντου τους” έλεγε και δεν είχε καθόλου άδικο. Εννοείται όμως πως είχε να διαχειριστεί -μόνο- παίκτες κορυφαίου επίπεδου. Κάτι που έκανε τη δουλειά του ευκολότερη. Παρέα με τον συνεργάτη του Ανατόλι Ζελέντσοφ (έναν άνθρωπο ειδικό σε θέματα τακτικής, φυσικής κατάστασης και κυρίως ομαδικής λειτουργίας) αλλά και κορυφαίους χορογράφους των μπαλέτων Μπολσόι, δούλεψε τους παίκτες της Δυναμό και δημιούργησε μια ομάδα που έφτασε να χαρακτηρίζεται απ’ τη δύση ως “Η ομάδα του 2000”, παρομοιάζοντας τους παίκτες της με ρομπότ. Αν ο Άγιαξ ήταν μια ψυχεδελική ταινία του Κιούμπρικ εκείνη η Δυναμό ήταν μέρος της ονειρικής λογικής του Ταρκόφσκι. Τέλειες και οι δύο, αλλά από μια κοινή και τόσο διαφορετική σκοπιά. Εννοείται πως εκείνη η Δυναμό Κιέβου ήταν ο βασικός τροφοδότης της ποδοσφαιρικής ομάδας της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Λομπανόσφκι άλλωστε εκτός από προπονητής της Δυναμό ήταν και ο προπονητής του εθνικού συγκροτήματος.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/04/tumblr_m9viks1F9C1qmyf06o1_400.jpg?resize=480%2C611&ssl=1)
Το 1975 η Δυναμό έχοντας μεγάλο αστέρι τον Όλεγκ Μπλαχίν θα διαλύσει στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων τη Φερεντσβάρος με 3-0 και θα γίνει η πρώτη Σοβιετική ομάδα που κατακτά Ευρωπαϊκό τρόπαιο. Στο τέλος της σεζόν ο σπουδαίος Ουκρανός επιθετικός θα βραβευτεί με τη Χρυσή Μπάλα και η ομάδα του Λομπανόφσκι θα ξεκινήσει μια χρυσή δεκαετία για την ίδια. Την ίδια σεζόν θα κατακτήσει και το Σούπερ Καπ Ευρώπης διαλύοντας την τεράστια Μπάγερν Μονάχου των Μπεκενμπάουερ, Μίλλερ, Ρουμενίγκε, Βέντελ και Μάιερ με όργια του Μπλαχίν. Δύο χρόνια αργότερα θα φτάσει στον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών αλλά η Γκλάντμπαχ του Ούντο Λάντεκ θα αποδειχτεί πολύ σκληρό καρύδι για τους Σοβιετικούς και θα πάρει το εισιτήριο για τον τελικό κόντρα στη Λίβερπουλ. Απ’ τις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ομάδα θα ενισχυθεί -ίσως- με την καλύτερη φουρνιά Ουκρανών ποδοσφαιριστών και παρέα με τον Όλεγκ Μπλαχίν θα φτάσει σε ακόμα μία κατάκτηση Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1986. Οι Αλεξέι Μιχαϊλιτσένκο, Αλεξάντερ Ζαβάροφ, Ιγκόρ Μπελάνοφ και ο Βασίλ Ρατς έμοιαζαν κυριολεκτικά ανίκητοι και διέλυσαν την Ατλέτικο Μαδρίτης του Λουίς Αραγονές με 3-0 στον τελικό της Λυόν. Σε εκείνη την αναμέτρηση ο Όλεγκ Μπλαχίν είχε σκοράρει το δεύτερο τέρμα της αναμέτρησης. Ένα τέρμα απ’ τα καλύτερα που έχουν μπει ποτέ σε τελικό. Ένα τέρμα τέλειο. Μια στιγμή αγνής ποδοσφαιρικής μαγείας. Σε μια επίθεση που -όπως είχε δηλώσει ο Λομπανόφσκι- είχε δουλευτεί εκατοντάδες φορές στην προπόνηση για να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή για να αποδοθεί στο γήπεδο. Εκεί που τα Μπολσόι συνάντησαν τη στρατιωτική προσήλωση και το ποδόσφαιρο βρήκε μια απ’ τις κορυφαίες του στιγμές ομαδικής άρτιας εκτέλεσης. Αυτό δηλαδή που ήταν εκείνη η Δυναμό Κιέβου. Αυτό που πρέσβευε και το καθεστώς της χώρας. Όλοι ίσοι να δουλεύουν για το σύνολο και για το κοινό (ποδοσφαιρικό) καλό.
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/04/dk86_2.jpg?resize=566%2C296&ssl=1)
Μετά από πλάγιο του Ντεμιανένκο η μπάλα έφτασε στον Ρατς (βρισκόμαστε στην αριστερή πτέρυγα επίθεσης των Σοβιετικών). Ο εξαιρετικός εξτρέμ άφησε τη μπάλα να κυλήσει και έτρεξε μαζί της για αρκετά μέτρα μέχρι να έρθουν πάνω του δύο παίκτες. Περιμένοντας ήρεμος το πρώτο ρήγμα. Όταν αυτό έγινε, έκοψε τη μπάλα προς τα μέσα για τον επερχόμενο Μπελάνοφ που με τη σειρά του έκανε το ίδιο για τον Γεφτουτσένκο που έτρεχε δίπλα του. Με όλη την άμυνα να έχει βγει για να κλείσει προς την πλευρά των επιτιθεμένων ο Γεφτουτσένκο θα πασάρει δίπλα του και αυτός, στον επερχόμενο Μπλαχίν, με τον τελευταίο να τη χαϊδεύει, να τη σηκώνει όσο πρέπει και να τη στέλνει στα δίχτυα του Φιγιόλ που είχε βγει μερικά μέτρα απ’ τη εστία του. Ένα γκολ σπάνιας ομορφιάς και εκτέλεσης. Ένα γκολ που θεωρείται -δικαίως- στα κορυφαία όλων των εποχών. Ένα γκολ που δείχνει με τον καλύτερο τρόπο το στυλ παιχνιδιού και την εν γένει φιλοσοφία εκείνης της ομάδας. Τα αστέρια εκείνης της ομάδας (συν τους Λιτόφτσενκο και Προτάσοφ) με προπονητή το Λομπανόφσκι βρέθηκαν -ως φαβορί εννοείται- και στο Μουντιάλ του Μεξικού το 1986 αλλά είδαν δύο καθαρά τέρματά τους να ακυρώνονται ως οφ σάιντ και ηττήθηκαν με 4-3 απ’ το Βέλγιο στη φάση των 16. Δύο χρόνια αργότερα η ίδια ομάδα (δίχως τον Μπλαχίν) στο Ευρωπαϊκό της Δυτικής Γερμανίας θα φτάσει ως τον τελικό αλλά η σπουδαία Ολλανδία του Ρίνους Μίχελς θα επικρατήσει με 2-0 χάρις στα τέρματα των Γκούλιτ και Φαν Μπάστεν. Ήταν μια κόντρα δύο κορυφαίων ομάδων και δύο εξαιρετικών προπονητών που θα μνημονεύεται για πάντα στην ιστορία του λαοφιλέστερου σπορ με χρυσά γράμματα.
(https://i1.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2016/04/2100.jpg?resize=574%2C472&ssl=1)
Με τη Σοβιετική Ένωση να έχει μπει στην περίοδο της Περεστρόικα και -ουσιαστικά- με τον Κομμουνισμό να βρίσκεται προ των πυλών της κατάρρευσης εκείνη ήταν και η τελευταία μεγάλη ομάδα των Σοβιετικών (μην ξεχνάμε επίσης πως η ΕΣΣΔ είχε κατακτήσει και το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το ’88 κόντρα στη Βραζιλία των Ρομάριο και Μπεμπέτο σε μια χρυσή περίοδο για τον αθλητισμό της χώρας). Οι μεγάλοι αστέρες άφησαν τη χώρα για ομάδες του εξωτερικού και το ίδιο έπραξε και ο Λομπανόφσκι για τα χρήματα της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας των Η.Α.Ε και του Κουβέιτ πριν επιστρέψει στον πάγκο της Δυναμό το 1997 και δημιουργήσει την τελευταία σπουδαία ομάδα των Ουκρανών (μέχρι την επόμενη), με αστέρια τους Σεφτσένκο και Ρεμπρόφ. Μια ομάδα που έφτασε μέχρι τους τέσσερις του Τσάμπιονς Λιγκ και αποκλείστηκε -όπως και η ομάδα του 1977- από Γερμανούς. Τώρα ήταν η Μπάγερν Μονάχου.
Στις 7 Μαΐου του 2002 ο τεράστιος Ουκρανός προπονητής υπέστη εγκεφαλικό μετά από ένα παιχνίδι με τη Μέταλουργκ Ζαπορίζια και πέθανε μια βδομάδα αργότερα. Θεωρείται ως η σπουδαιότερη μορφή του Ουκρανικού και κατ επέκταση του Σοβιετικού ποδοσφαίρου. Καινοτόμος, επιδραστικός. δάσκαλος και ένας εκ των μεγαλύτερων προπονητών όλων των εποχών.
sombrero.gr
-
Τρίφον Ιβανόφ: Ο αντισυμβατικός αμυντικός που αγαπήθηκε πολύ και έφυγε νωρίς
Ο Βούλγαρος στόπερ που έπρεπε να παίξει στην Ιταλία
(https://i.imgur.com/VBAmr9s.jpg)
Αν υπάρχει ένας αμυντικός που αγαπήθηκε τόσο πολύ σε όλο τον πλανήτη χωρίς να έχει κάνει τεράστια καριέρα, είναι αναμφίβολα ο Τρίφον Ιβανόφ.
Εζησε με το προσωνύνιο “Λύκος της Βουλγαρίας”, το οποίο οφειλόταν στην έντονη τριχοφυία του και γενικά το παρουσιαστικό του, το οποίο δεν παρέπεμπε σε ποδοσφαιριστή. Ο ίδιος δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τον ρόλο του ως τέτοιος, αλλά δεν υπήρχε κάποιος που να παίρνει τον οποιοδήποτε αγώνα πιο σοβαρά από αυτόν. Δεν έκρυψε ποτέ πόσο του άρεσε να αλητεύει εκτός γηπέδου, κατάφερε να υπάρξει στο ίδιο 90λεπτο εκτός αποστολής και σκόρερ, τίμησε όσο λίγοι το πνεύμα του Μουντιάλ, ένωσε αντίπαλα στρατόπεδα και όταν έφυγε πρόωρα από τη ζωή, κατάλαβαν όλοι ότι συνεχίζει να ζει στη μνήμη και στην καρδιά όλων. Γιατί ο Τρίφον Ιβανόφ δε γίνεται να ξεχαστεί…
Το Μουντιάλ το μάθαμε κάποτε ως μια μεγάλη διοργάνωση που μας έδινε την ευκαιρία να βλέπουμε καθημερινά παίκτες που δε βλέπαμε τότε κάθε εβδομάδα, στην τηλεόραση μας ή στην οθόνη του λάπτοπ ή του κινητού μας. Κάποιοι ήταν παικταράδες και το επιβεβαιώναμε βλέποντας τους στο παγκόσμιο κύπελλο, κάποιους τους μαθαίναμε εκεί. Το καλοκαίρι του 1994, στα γήπεδα των ΗΠΑ, είδαμε πολλά… Τη νοσοκόμα που μπήκε στον αγωνιστικό χώρο αμέσως μετά το Αργεντινή-Νιγηρία για να πάρει τον Μαραντόνα από το χέρι και να τον βγάλει ντοπέ, τον Μπεμπέτο να λανσάρει τον πανηγυρισμό με την κούνια στο νεογέννητο, την Ελλάδα να τρώει 10 γκολ σε τρεις αγώνες, τον Μπάτζιο να χάνει ένα πέναλτι που τον σημάδεψε και έγινε μέχρι και διαφήμιση, τον Εφενμπεργκ να υψώνει το μεσαίο του δάχτυλο στους Γερμανούς και να εκδιώχνεται από την αποστολή, τον Χάτζι να παίζει μπαλάρα, τον Στόιτσκοφ να οδηγεί τη Βουλγαρία στους “4”…
(https://i.imgur.com/0ESGj96.jpg)
Το καλοκαίρι που τον μάθαμε (και τον λατρέψαμε)
Ο Χρίστο ήταν παικταράς και το ξέραμε. Ο Εμίλ Κονσταντίνοφ ή ο Κρέζιμιρ Μπαλάκοφ ήταν μπαλαδόροι και επίσης το ξέραμε. Τον θρυλικό Γιορντάν Λέτσκοφ, την πιο συμπαθητική καράφλα στην ιστορία των Μουντιάλ, τον μάθαμε με εκείνη την κεφαλιά κόντρα στη Γερμανία και τον Τρίφο Ιβανόφ τον… φοβόμασταν. Σχήμα λόγου, βασικά, για να περιγράψουμε την εμφάνισή του ή τον τρόπο παιχνιδιού του. Μακρύ μαλλί, γένια μέχρι και τα… μάτια, άγριες εκφράσεις του προσώπου και κλωτσιά στον οποιοδήποτε, σε οποιαδήποτε στιγμή, για οποιονδήποτε λόγο. Κι αν ήθελε κάποιος, ας του ζητούσε τον λόγο.
Κατά πάσα πιθανότητα θα απαντούσε με την ίδια απάθεια, αδιαφορία ή ειλικρίνεια, με την οποία απάντησε στον πρόεδρο της Νοσατέλ Ξαμάξ κάποτε, όταν έπαιζε στην Ελβετία, ότι έμεινε εκτός επειδή ο προπονητής -με τον οποίο δεν είχαν καλές σχέσεις- τον έπιασε να καπνίζει και να πίνει πριν το ματς. Στο ίδιο ματς τελικά, επειδή ο πρόεδρος μάλλον πήρε το μέρος του και… έδωσε χαρτάκι στον προπονητή, ο Ιβανόφ μπήκε ως αλλαγή και έβαλε και το γκολ της νίκης! Ενα από τα λίγα της καριέρας του, αν και το έψαχνε πάντα. Κυρίως με μακρινά σουτ, αυτούς τους κεραυνούς που τον χαρακτήριζαν, αφού αρκετές φορές έκανε τους τερματοφύλακες να ανησυχούν και να αισθάνονται τυχεροί όταν η μπάλα έφυγε ελάχιστα άουτ.
(https://i.imgur.com/1tpMlRB.jpg)
Ο σεβασμός του Καντονά
Το ίδιο συναίσθημα, αυτό της τύχης, ένιωθαν και οι συμπαίκτες του, γιατί ήξεραν ότι θα είναι πάντα εκεί για αυτούς. Ακόμη κι αν… απουσίαζαν οι ίδιοι. Πριν την έναρξη ενός ματς της Ραπίντ Βιέννης με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ στο Ολντ Τράφορντ, στο Champions League, ο Βούλγαρος επέστρεψε στα αποδυτήρια και δε βρήκε κανέναν, αφού άπαντες είχαν πάει στη μπουτίκ και τα καταστήματα του γηπέδου για να αγοράσουν διάφορα σουβενίρ. Οταν επέστρεψαν, ο Λύκος… ούρλιαζε. Και λίγη ώρα μετά, ήταν ο βασικός λόγος που το σκορ έμεινε μόνο στο 2-0, κερδίζοντας τον σεβασμό ακόμη και του “πολύ” ή “αλαζόνα” Καντονά, ο οποίος αρνήθηκε να δώσει τη φανέλα του σε όποιον του τη ζήτησε, λέγοντας πως «αυτή ανήκει στον Ιβανόφ γιατί την κέρδισε».
Γενικά αυτό ήξερε να το κάνει. Να κερδίζει. Είτε ήταν ματς, είτε ήταν τίτλοι, είτε ήταν ο σεβασμός. Το σημαντικότερο όλων. Ο Τρίφον τον είχε αυτόν τον σεβασμό, όχι με το να τον ζητάει ή να τον απαιτεί με το… άγριο παρουσιαστικό του, αλλά με το να τον κερδίζει. Τίμιος στο 100% μέσα στο γήπεδο αλλά και στις προσωπικές του σχέσεις, ντόμπρος στη συμπεριφορά του, ο Βούλγαρος πήγε από τη Ραπίντ Βιέννης στην Αούστρια χωρίς να του κρατήσει κανείς κακία, ενώ το ίδιο συνέβαινε και με τον προπονητή του στην εθνική ομάδα στο Μουντιάλ 1994. «Μην ανησυχείς για τίποτα, μόλις με δουν θα τα κάνουν πάνω τους», είπε στον Ντίμιταρ Πένεφ πριν τον προημιτελικό με τη Γερμανία, όπου ήταν από τους καλύτερους. Οπως ήταν πάντα, γι’ αυτό και ο κόουτς μπορούσε να ανεχθεί το να τον βλέπει στην πισίνα του ξενοδοχείου με τσιγάρο, ουίσκι Black Label 12 (το αγαπημένο του) και τηγανιτές πατάτες. Είπαμε, δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά τον εαυτό του ή το επάγγελμα του…
(https://i.imgur.com/d87H6yz.png)
Το πρόωρο τέλος…
Αν το έπαιρνε, ίσως να μην ήταν και τόσο καλός. Ο Ιβανόφ έδειχνε ότι αυτό που ήθελε ήταν να περνάει καλά και αυτό μπορούσε να το κάνει χωρίς να χτυπιέται στα γυμναστήρια, να ακολουθεί αυστηρά ωράρια και να ασχολείται με το πώς θα… καλλωπιστεί. Και το να είναι “περιποιημένος” ή “τζέντλεμαν” δεν τον απασχόλησε ποτέ, όντας πάντα ο εαυτός του. Αυτός, για παράδειγμα, που ξάπλωσε τον Τζανλούκα Βιάλι κάποτε σε ένα φιλικό με την Ιταλία, εξηγώντας ότι «γύρισε και με έφτυσε, οπότε αντέδρασα όπως αντέδρασα, γιατί ένας άνθρωπος δε γίνεται να ελέγχει πάντα τα συναισθήματα του».
Ούτε την καρδιά του, θα προσθέσουμε εμείς, και αυτή του Λύκου σταμάτησε -ξαφνικά- να χτυπάει στις 13 Φεβρουαρίου 2016. Ηταν μόλις 50 ετών και τρεις μήνες μετά, στο φιλικό-γιορτή για τα 50ά γενέθλια του Χρίστο Στόιτσκοφ με καλεσμένους αστέρες με τους οποίους υπήρξε συμπαίκτης ή αντίπαλος, η άγρια μορφή του εμφανίστηκε στα μάτριξ του γηπέδου για να πάρει το ζεστό χειροκρότημα όλων και το κλάμα του γονατισμένου στον αγωνιστικό χώρο εορτάζοντα… Γιατί ο Τρίφον Ιβανόφ ήταν τέλειος συμπαίκτης, πραγματικός φίλος, άνθρωπος και παντοτινός ήρωας των Μουντιάλ για όλους όσοι τον γνώρισαν το καλοκαίρι του 1994…
Υ.Γ.: Στη Βραζιλία -από όλες τις χώρες του κόσμου- καθιερώθηκε από το 2013 το τουρνουά ποδοσφαίρου “Copa Trifon Ivanov». Την ώρα των αγώνων γινόταν μπάρμπεκιου και οι παίκτες μπορούσαν να τσιμπάνε κάτι καθώς έπαιζαν, ενώ οι διοργανωτές ενθάρρυναν τους παίκτες να πίνουν ή να καπνίζουν ακόμη και στη διάρκεια των ματς. Αξιοι!
https://italians.gr/afieromata/11432/trifon-ivanof-o-antisymvatikos-amyntikos-pou-agapithike-poly-kai-efyge-noris/
-
Οπαδισμός είναι να είσαι σε αυτή την ηλικία που συνήθως αράζει στα καφενεία, χαζεύει τα νιάτα και λέει "εμείς στην ηλικία τους...", να μαθαίνεις ότι επειδή το γήπεδο είναι κλειστό λόγω έργων οι οπαδοί της ομάδας σου θα μαζευτούν από έξω για να στηρίξουν από εκεί τους παίκτες και να πηγαίνεις κι εσύ για να βοηθήσεις όσο μπορείς, δυο ώρες όρθιος μπροστά από ένα ντουβάρι που σε χωρίζει από το ματς.
βίντεο (https://www.facebook.com/sombrerogr/videos/1126778004526722/?__xts__)
To βίντεο είναι από το χθεσινό Ναϊμέχεν-Χρόνινγκεν. Το γήπεδο της Ναϊμέχεν είναι προσωρινά κλειστό εξαιτίας του ατυχήματος στην κερκίδα πριν μερικές μέρες. Μετά το τέλος του αγώνα (3-0 το σκορ) οι οπαδοί αποθέωσαν έτσι τους παίκτες:
El Sombrero
Fans weren't allowed inside because their stand collapsed in the match against Vitesse. They still figured out to make a great party out of the situation.
-
Πριν από λίγες μέρες ο τερματοφύλακας της Γκιόζτεπε, Ιρφάν Τσαν Εριμπαγιάτ, και η γυναίκα του έχασαν το μωρό τους στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης. Παρά τις προτροπές του προπονητή του, που του είπε ότι μπορεί να λείψει για όσο καιρό χρειαστεί, ο 23χρονος ζήτησε να αγωνιστεί κανονικά στο χθεσινό ματς με την Γκαζιχεσίρ. Η ομάδα του κέρδισε με 2-1 και με το τελευταίο σφύριγμα όλοι οι συμπαίκτες του έτρεξαν αμέσως πάνω του για να τον αγκαλιάσουν. Μετά το τέλος δήλωσε: "Κανονικά δεν θα έπαιζα σήμερα. Η γυναίκα μου είπε ότι πρέπει να παίξω για το μωρό μας. Τρείς φορές σήμερα η μπάλα βρήκε το δοκάρι. Ήταν σαν να προστάτευε την εστία μου."
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/264823496_10160151416085931_4641615338503760524_n.jpg?_nc_cat=111&ccb=1-5&_nc_sid=973b4a&_nc_ohc=YZ4JeUbmdi4AX9fQ9hn&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=8e0b952af1277c8f616adcff06885f3c&oe=61B38AFF)
Το βίντεο: https://twitter.com/futbolarena/status/1467940657952083969
El Sombrero
-
Το Μπραν-Γιερβ ξεκίνησε σαν ένας απλός αγώνας πλέι οφ που θα έκρινε ποια ομάδα θα αγωνίζεται του χρόνου στην 1η κατηγορία της Νορβηγίας και ολοκληρώθηκε 2,5 ώρες μετά ως ένα κουλό ποδοσφαιρικό έπος που έστειλε τη Γιερβ στην 1η κατηγορία για πρώτη φορά στην 100χρονη ιστορία της! Ενδιάμεσα οι φίλοι των δυο ομάδων είδαν 8 γκολ, εκ των οποίων τα 6 στην παράταση (στο 112' το σκορ ήταν 1-2, στο 120' το τελικό σκορ ήταν 4-4!), 38 σουτ, 19 κόρνερ, 2 δοκάρια, 18 εκτελέσεις στη διαδικασία των πέναλτι, 2 χαμένα πέναλτι στην κανονική διάρκεια (και τα 2 από τη Μπραν) και 1 κόκκινη.
Αρκετά από αυτά βέβαια περισσότερο τα φαντάστηκαν παρά τα είδαν, αφού καθ'όλη τη διάρκεια του αγώνα το γήπεδο ήταν καλυμμένο με ομίχλη!
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/267236187_10160165421645931_8596346705679468282_n.jpg?_nc_cat=109&ccb=1-5&_nc_sid=973b4a&_nc_ohc=gxzUlH1jBDIAX9rPYfl&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AT9MRHQgUxuz73AoiZe3jaBCeRowKqd30UBA5CEoO6n82Q&oe=61C0F19E)
Εδώ μπορείτε να δείτε (τρόπος του λέγειν) τα γκολ του αγώνα:
Έγιναν πραγματάκια:
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/267346291_10160165484645931_4933225416459228889_n.jpg?_nc_cat=110&ccb=1-5&_nc_sid=973b4a&_nc_ohc=8DEAQ3cJUxIAX98jUHf&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AT8bR3cGQBYq0Tz9NPITQzFhJHeD7kYMzvsWG0hH_vncHg&oe=61C04A4B)
El Sombrero (https://el-gr.facebook.com/sombrerogr/photos/a.10152239428735931/10160165421655931/?type=3&theater)
-
- Μαμά φεύγω. Θα πάω εκδρομή με το σύνδεσμο. Παίζουμε εκτός έδρας σήμερα.
- Παλτό και τραγιάσκα να πάρεις.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/274182034_10160277740405931_3322524691155715483_n.jpg?stp=dst-jpg_p280x280&_nc_cat=1&ccb=1-5&_nc_sid=8024bb&_nc_ohc=4ujeiwriP4EAX_0QfLQ&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AT8Bz3P1xLV4vHlJu2YXEq-kLj1ruuacqUQJji-UGuwiMw&oe=6216D629)
Η φωτογραφία είναι από παλιότερο εκτός έδρας παιχνίδι της Djurgårdens (διαβάστε το όπως γουστάρετε). Υπάρχει και βίντεο:
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/posts/10160277747450931?__cft__)
-
Για το φαινόμενο Μπόντο Γκλιμτ έχουμε μιλήσει αρκετές φορές αλλά δεν γίνεται να μην αναφερθούμε πάλι. Μια άσημη νορβηγική ομάδα από μια πόλη 50.000 κατοίκων, με ανύπαρκτο μπάτζετ, έναν άγνωστο Νορβηγό προπονητή και ελάχιστους ξένους, που πουλάει συνεχώς τους καλύτερους παίκτες που βγάζει, μετράει δυο σερί πρωταθλήματα, έριξε 6αρα στη Ρόμα, προκρίθηκε αήττητη από τον ευρωπαικό όμιλο της και χθες κέρδισε με 1-3 μέσα στην έδρα της Σέλτικ, παρά το ότι το χειμώνα πούλησε 4 από τους πιο σημαντικούς παίκτες της και από το ότι είχε να παίξει επίσημο ματς πάνω από 2 μήνες! Κι όλα αυτά παίζοντας κατά βάση επιθετικό ποδόσφαιρο.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/274150422_10160275551930931_1886199510950662983_n.jpg?_nc_cat=109&ccb=1-5&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=N5lkOCkv--YAX_GdSF5&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AT-a7xUpsUFHYsKAV8WLoZUdQNDs62FEC5EzSBlsektHjw&oe=6215748E)
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/photos/a.10152239428735931/10160275551935931/)
http://www.pas.gr/forum/index.php?topic=1022.msg221983#msg221983
-
Για το φαινόμενο Μπόντο Γκλιμτ έχουμε μιλήσει αρκετές φορές αλλά δεν γίνεται να μην αναφερθούμε πάλι. Μια άσημη νορβηγική ομάδα από μια πόλη 50.000 κατοίκων, με ανύπαρκτο μπάτζετ, έναν άγνωστο Νορβηγό προπονητή και ελάχιστους ξένους, που πουλάει συνεχώς τους καλύτερους παίκτες που βγάζει, μετράει δυο σερί πρωταθλήματα, έριξε 6αρα στη Ρόμα, προκρίθηκε αήττητη από τον ευρωπαικό όμιλο της και χθες κέρδισε με 1-3 μέσα στην έδρα της Σέλτικ, παρά το ότι το χειμώνα πούλησε 4 από τους πιο σημαντικούς παίκτες της και από το ότι είχε να παίξει επίσημο ματς πάνω από 2 μήνες! Κι όλα αυτά παίζοντας κατά βάση επιθετικό ποδόσφαιρο.
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/photos/a.10152239428735931/10160275551935931/)
http://www.pas.gr/forum/index.php?topic=1022.msg221983#msg221983
Ζηλεύω
-
Απίθανες σκηνές στη Βουλγαρία: Πρόεδρος έπιασε από το λαιμό παίκτη που ήθελε να εκτελέσει πέναλτι
Η Τσάρσκο Σέλο της Βουλγαρίας έγινε… ρεντίκολο με όσα συνέβησαν στον αγωνιστικό χώρο.
Απίστευτο περιστατικό συνέβη στον αγώνα της Τσάρσκο Σέλο με την Λοκομοτίβ Σόφιας για τα playoffs σωτηρίας στη Βουλγαρία.
Οι γηπεδούχοι, που ήθελαν πάση θυσία τη νίκη για να έχουν ελπίδες να μείνουν στη μεγάλη κατηγορία, κέρδισαν πέναλτι στις καθυστερήσεις και ο επιθετικός Γιουσούφ Γιαφά πήρε μόνος του την απόφαση να το εκτελέσει. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του συνήθη εκτελεστή, αρχηγού της ομάδας Μάρτιν Καβντάνσκι.
Ο Γιαφά δεν έδινε με τίποτα την μπάλα, με αποτέλεσμα να μπουκάρει στον αγωνιστικό χώρο ο πρόεδρος της ομάδας, Στόινα Μανόλοφ, για να αρπάξει από το λαιμό τον ποδοσφαιριστή και να δώσει τελικά την μπάλα για την εκτέλεση στον Καβντάνσκι. Ο Αφρικανός άσος απομακρύνθηκε με άνδρα της ασφάλειας από τον αγωνιστικό χώρο, αλλά ο αρχηγός της Τσάρσκο Σέλο δεν κατάφερε να σκοράρει. Αυτό προκάλεσε την ειρωνική αντίδραση του Γιαφά και ακολούθησε νέος κύκλος προπηλακισμών με τον πρόεδρο, μέχρι να σταματήσουν να καταγράφουν οι κάμερες.
Το τελικό 1-1 είδε την Τσάρσκο Σέλο να υποβιβάζεται, αλλά να γίνεται παγκοσμίως ρεζίλι με τις viral ντροπιαστικές σκηνές που έλαβαν χώρα στον τελευταίο της αγώνα.
&t=3s
https://www.sport-fm.gr/article/Viral/boulgaria-proedros-epiase-paikti-apo-to-laimo/4301164
Βαλκάνια forever!!!
-
Ποιος είπε ότι ένας τελικός ανόδου στη.. Sunday League της Ολλανδίας (ανάμεσα στην 6η και 5η κατηγορία) δεν μπορεί να έχει ατμόσφαιρα;
📷: Lars Smit
#football #fans #holland #sundayleague #amateurfootball #netherlands #pyro
https://www.instagram.com/p/CgYu7xtI2M7/?utm_source=ig_web_copy_link
-
Η Γκενκ θα μπορούσε να είναι η καλύτερη ομάδα του κόσμου, αλλά κέρδισε εκατομμύρια κι έγινε υπόδειγμα για την Ελλάδα
(https://www.sport24.gr/img/4533/9705337/859000/we1200/1200/mavinga-debruyne-genk.jpg)
Η Γκενκ αποτελεί το υπόδειγμα για κάθε σύλλογο που αγωνίζεται σε πρωτάθλημα εκτός top-5, αφού μία λειτουργία που κοστίζει ελάχιστα, οι ακαδημίες, της έχει αποφέρει σχεδόν 70.000.000 κέρδος μόνο μέσα σε μία δεκαετία, παράγοντας παίκτες όπως ο Κέβιν ντε Μπρόινε και ο Τιμπό Κουρτουά.
Η Γκενκ ιδρύθηκε το 1988, τρία χρόνια πριν γεννηθεί ένας από τους κορυφαίους απόφοιτους των ακαδημιών της, ο Κέβιν ντε Μπρόινε. Η συγχώνευση των Βάτερσχεϊ και Βίντερσλαγκ αποδείχθηκε ό,τι καλύτερο για την πόλη της Λιμβουργίας στα σύνορα με τη Γερμανία, σε αθλητικό επίπεδο και όχι μόνο. Διότι αυτό που συμβαίνει με τις ακαδημίες της καθιστούν το σύλλογο επίκεντρο διεθνούς ενδιαφέροντος και υπόδειγμα για κάθε ομάδα που δεν ανήκει στην ελίτ, όπως για παράδειγμα οι ελληνικές.
Ο Ντε Μπρόινε δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Ένας κανόνας που περιλαμβάνει τους Τιμπό Κουρτουά, Καλιντού Κουλιμπαλί, Γιανίκ Καράσκο, Σεργκέι Μιλίνκοβιτς Σάβιτς, Ρουσλάν Μαλινόβσκι και μία σειρά αστέρων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου που ξεχωρίζουν την τελευταία δεκαετία και στα χρόνια διάπλασης, είτε ως ενήλικοι είτε ως ανήλικοι, φόρεσαν τα χρώματα του συλλόγου.
Το πώς κατάφερε μία ομάδα που κυριολεκτικά δεν υπήρχε πριν από κάποια χρόνια να δημιουργήσει μία τέτοια ακαδημία κι ένα τέτοιο σύστημα παραγωγής δεν είναι κρυφό: το αποκάλυψαν οι ίδιοι οι άνθρωποί της, αφού δεν έχουν να φοβηθούν τον ανταγωνισμό. Τουναντίον, τον καλωσορίζουν, μέχρι να καταφέρει κάποια άλλη ομάδα να κλείσει πώληση 10.000.000 ευρώ για δύο χρόνια μετά, όπως συνέβη με τον Μάαρτεν Βαντεβόρντ, που θα πάει στη Λειψία το καλοκαίρι του 2024!
Εν αρχή ην η εκπαίδευση
Η Γκενκ πρωτοεμφανίστηκε στην Pro League, την κορυφαία κατηγορία του εγχωρίου πρωταθλήματος, μόλις το 1996-1997. Τρία χρόνια αργότερα είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Βελγίου, κατόρθωμα που επανέλαβε το 2001-2002. Το status quo είχε αλλάξει άρδην και το 2003 αποφασίστηκε η νέα κατευθυντήριος γραμμή, με την αναμόρφωση των ακαδημιών της.
Οι πόροι από το Champions League βοήθησαν ώστε ο σύλλογος να πετύχει το στόχο του. Ήδη, στα τμήματα υποδομής υπήρχαν αστέρια που οι προπονητές διέβλεπαν το αγλαό μέλλον τους, Ο Κουρτουά ήταν ένας εξ αυτών (στις ακαδημίες από το 1999), όμως το οικοδόμημα δεν έπρεπε να βασιστεί πάνω σε πρόσωπα, αλλά πάνω σε αρχές. Η πιο σημαντική εξ αυτών; Η εκπαίδευση.
Thibaut Courtois de niño en las inferiores del Genk. (https://twitter.com/amontes_98/status/1534631227818291200?ref_src=twsrc%5Etfw%7Ctwcamp%5Etweetembed%7Ctwterm%5E1534631227818291200%7Ctwgr%5E%7Ctwcon%5Es1_&ref_url=https%3A%2F%2Fwww.sport24.gr%2Ffootball%2Fi-gkenk-tha-mporoyse-na-einai-i-kalyteri-omada-toy-kosmoy-alla-kerdise-ekatommyria-ki-egine-ypodeigma-gia-tin-ellada.9705298.html)
Οι εκκολαπτόμενοι ποδοσφαιριστές που βρίσκονται στο σύλλογο δεν επιτρέπεται να αριστεύσουν μόνο στο ποδόσφαιρο, όσο αποτελούν στελέχη των ακαδημιών. Το σύστημα της Γκενκ τους ωθεί στο να αριστεύουν και στα μαθήματά τους. Αν αυτό δεν είναι εφικτό διότι τα σπίτια τους είναι μακριά από τις εγκαταστάσεις και σπαταλούν πολύ χρόνο στις μετακινήσεις, η Γκενκ έχει φροντίσει (με τη συγκατάθεση της οικογένειας φυσικά) ώστε αυτά τα παιδιά να εγγραφούν σε τοπικά ολοήμερα σχολεία, όπου μπορούν να κοιμούνται και να διαβάζουν εκεί. Για τα παιδιά από άλλες χώρες όπως ήταν ο Νιγηριανός μέσος Γουίλφρεντ Εντίντι έχει προβλεφθεί ακόμα και σύστημα ανάδοχων οικογενειών, οι οποίες τους παρέχουν ένα σπιτικό, ώστε εκείνα να μπορούν απρόσκοπτα να ασχοληθούν μόνο με τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την ομάδα.
Όταν διευθετηθεί αυτό το ζήτημα, στο προσκήνιο έρχονται οι ποδοσφαιρικές αρχές που έχουν εμφυσήσει οι προπονητές στους "μαθητές" τους. Σκοπός είναι η ανάδειξη ποδοσφαιριστών με όσο το δυνατόν πιο άρτια τεχνική κατάρτιση και ποδοσφαιρικό μυαλό, παρά γυμνασμένοι αθλητές. Η μπάλα είναι πάντα πιο σημαντική από τις αθλητικές επιδόσεις στις προπονήσεις.
"Έχουμε υπομονή με τους μικρόσωμους παίκτες. Τα καλά πόδια και το καλό ποδοσφαιρικό μυαλό είναι προτεραιότητές μας", εξηγεί ο διευθυντής των ακαδημιών, Ρόλαντ Μπρέουγκελμανς.
Πολύ σημαντικός παράγοντας είναι κι η πειθαρχία. Οι παίκτες των ακαδημιών πρέπει να φορούν ολόμαυρα παπούτσια και να μαζεύουν τους κώνους και τις μπάλες μετά το πέρας του προγράμματος.
Την ίδια στιγμή, οι προπονητές και οι άνθρωποι των ακαδημιών βρίσκονται σε μία αέναη αναζήτηση έμπνευσης για τη βελτίωση της λειτουργίας, αναζητώντας καινοτόμες ιδέες από τμήματα υποδομής άλλων συλλόγων. "Πιστεύουμε σε αυτό που κάνουμε, αλλά κρατάμε τα μάτια μας ανοιχτά για προτάσεις και ειδίκευση από άλλες χώρες και συλλόγους που θέλουν να μας βοηθήσουν", εξηγεί ο επικεφαλής των τμημάτων υποδομής και πρώην παίκτης του συλλόγου και της εθνικής Βελγίου, Κουν Ντάρντεν.
⚽️ Transfer performance of 🇧🇪 teams in the last five seasons (https://twitter.com/BelFootStats/status/1549728530405146626?ref_src=twsrc%5Etfw%7Ctwcamp%5Etweetembed%7Ctwterm%5E1549728530405146626%7Ctwgr%5E%7Ctwcon%5Es1_&ref_url=https%3A%2F%2Fwww.sport24.gr%2Ffootball%2Fi-gkenk-tha-mporoyse-na-einai-i-kalyteri-omada-toy-kosmoy-alla-kerdise-ekatommyria-ki-egine-ypodeigma-gia-tin-ellada.9705298.html)
Στο κυνήγι των ταλέντων
Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Οι ακαδημίες της Γκενκ άρχισαν να συγκεντρώνουν ταλέντα από την περιοχή και τις γύρω πόλεις ή και από μακρινές περιοχές, τα οποία πέτυχαν να σφυρηλατήσουν με τις ιδέες τους. Χωρίς να δαπανούν εκατομμύρια, κατάφεραν να βρουν ό,τι καλύτερο κυκλοφορούσε εντός των συνόρων και ορισμένες φορές ακόμα και εκτός.
Ο Κουρτουά κατευθύνθηκε στο Γκενκ από το Μπρε, μία πόλη 25 χιλιόμετρα μακριά. Οι Στίβεν Ντεφούρ και Ντένις Πρατ γεννήθηκαν επίσης σε γειτονικές πόλεις. Ο Ντε Μπρόινε ήταν από τα "ακατέργαστα διαμάντα" στις ακαδημίες της μεγάλης αντιπάλου, Γάνδης, που οι άνθρωποι της Γκενκ κατάφεραν να πείσουν να αλλάξει στέγη. Ο Κριστιάν Μπεντέκε αποκτήθηκε το 2006, σε ηλικία 15 ετών, από τη Σταντάρ και ο Καράσκο ένα χρόνο νωρίτερα, στα 12, από μικρή ομάδα των Βρυξελλών.
Δεν αρκούσαν τα δίχτυα στις κοντινές περιοχές ή σε εγνωσμένης αξίας ομάδας, όμως. Ο σύλλογος ανέπτυξε ένα δίκτυο εκτεταμένου σκάουτινγκ σε όλη τη χώρα. Ο Ντιβόκ Ορίγκι εντοπίστηκε στη βορεινή άκρη του Βελγίου, με τους σκάουτ της ομάδας να φτάνουν μέχρι τα νότια σύνορα με τη Γαλλία για να εξορύξουν το επόμενο χρυσάφι.
Δρέποντας τους καρπούς
Αρχίζοντας από τμήματα κάτω των 7 και φτάνοντας μέχρι την ομάδα Κ21, η Γκενκ "εξοπλίστηκε" όλα αυτά τα χρόνια με μία σειρά νεαρών παιδιών που είχαν ένα κοινό στόχο, να φτάσουν στην πρώτη ομάδα. Η τελευταία είχε φροντίσει ώστε όταν συνέβαινε αυτό, να είναι έτοιμη να τους υποδεχθεί.
"Το DNA κι η φιλοσοφία του συλλόγου είναι να αναπτύξει και να δώσει ευκαιρία σε νεαρούς ποδοσφαιριστές στην πρώτη ομάδα. Γενικά, στόχος της ακαδημίας είναι να αναπτύξει ταλαντούχους παίκτες και να τους βοηθήσει να εξελιχθούν σε επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Χρειαζόμαστε την ακαδημία, προσπαθούμε να αναπτύξουμε όλο και περισσότερους παίκτες για την πρώτη ομάδα", εξηγεί ο Ντάρντεν.
Το 2010-2011 ο σύλλογος επέστρεψε στην κορυφή του Βελγίου για το τρίτο πρωτάθλημα της ιστορίας του. Βασικοί ήταν ο 19χρονος Ντε Μπρόινε και ο 18χρονος Κουρτουά. Κανείς από τους δύο δεν θα μπορούσε να μακροημερεύσει στο "Φένιξσταντιον", αφού οι μνηστήρες ήταν πολλοί και κάπου εκεί άρχισε να δραστηριοποιείται το business κομμάτι του βελγικού συλλόγου.
ΟΙ ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΠΑΙΚΤΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΑΔΗΜΙΕΣ
https://infogram.com/oi-pwlhseis-paiktwn-apo-tis-akadhmies-1ho16vow0q19x4n
Η "χρυσή γενιά" κι οι πωλήσεις
Η Γκενκ είχε καταφέρει και στο παρελθόν να εντοπίσει νεαρούς, ταλαντούχους παίκτες, να τους βελτιώσει και να τους πουλήσει με κέρδος, είτε αυτοί φοίτησαν στις ακαδημίες της είτε αποκτήθηκαν σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία. Τη δεκαετία του '90 οι Μπράνκο Στρούπαρ, Φιλίπ Κλεμάν και Μπαρτ Χορ ήταν τρεις τέτοιες περιπτώσεις, την επόμενη δεκαετία οι Γουέσλεϊ Σονκ, Ντεφούρ, Μα μ##$% Νταγκανό, Ντιντιέ Ζοκορά, Άαρον Μοκοένα ήταν μερικές αντίστοιχες περιπτώσεις.
Αν βάλουμε ως "σημάδι" την πρωταθληματική σεζόν 2010-2011, τότε οι πρώτες πωλήσεις που οφείλονται στις ακαδημίες της ήταν οι Κουρτουά και Ντε Μπρόινε. Οι δύο πρώην κολλητοί, που τα "έσπασαν" για μία γυναίκα (η τότε σύντροφος του δεύτερου τον απάτησε με τον πρώτο) απέφεραν 16.950.000 στα ταμεία της ομάδας, αμφότεροι καταλήγοντας στην Τσέλσι με έξι μήνες διαφορά. Ο δεύτερος τερματοφύλακας της Γκενκ και προϊόν των ακαδημιών της, Κουν Καστέλς, πωλήθηκε στη Χόφενχαϊμ για 1.200.000. Το 2011-2012 έφυγε για τη Μαγιόρκα με 2.400.000 κι ο Μάρβιν Ογκουντζίμι που αποκτήθηκε στα 17 του.
Το 2012-2013 ήταν η σειρά του Μπεντέκε να πάρει μεταγραφή στην Άστον Βίλα ύψους 8.800.000. Εκείνη τη σεζόν, η Γκενκ αγόρασε έναν 21χρονο Σενεγαλέζο στόπερ από τη Μετς, τον Κουλιμπαλί, που το καλοκαίρι του 2014 τον πούλησε στη Νάπολι για 7.750.000. Τον επόμενο χρόνο ο Γέλε Βόσεν αποχώρησε με συνολικό αντίτιμο 4.150.000 για το δανεισμό και την πώλησή του σε Μίντλεσμπρο και Μπέρνλι, όμως η πιο ακριβή πώληση του 2015 ήταν αναπόφευκτα ο Μιλίνκοβιτς Σάβιτς, που πήγε στη Λάτσιο για 12.000.000.
Μέσα στο 2016-2017 ο σύλλογος εισέπραξε 45.700.000, τα περισσότερα εκ των οποίων τον Ιανουάριο του 2017, όταν πούλησε τους Εντίντι στη Λέστερ και Λίον Μπέιλι στη Λεβερκούζεν. Πιο πρόσφατα, ο Σάντερ Μπέργκε έσπασε το ρεκόρ πώλησης με τα 23.000.000 που έδωσε η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ τον Ιανουάριο του 2020 και δώδεκα μήνες αργότερα ο Γιόακιμ Μάλε κόστισε 13.700.000 στην Αταλάντα.
Συνολικά, από το 2011-2012 μέχρι και τη φετινή μεταγραφική περίοδο, η Γκενκ εισέπραξε 246.420.000 από τις πωλήσεις και τους δανεισμούς ποδοσφαιριστών, χωρίς να υπολογίζονται τα μπόνους μεταπώλησης και τα τροφεία, που σε περιπτώσεις όπως του Ντε Μπρόινε και του Κουρτουά πρόκειται για αξιοσημείωτα ποσά. Οι αγορές δε κόστισαν 165.830.000, κάτι που σημαίνει ότι το μεταγραφικό ισοζύγιο έχει θετικό πρόσημο κατά 80.590.000.
Υπογραμμίζεται ότι το μεγαλύτερο ποσό που εισέπραξε είναι τα 23.000.000 του Νορβηγού αμυντικού μέσου και ακολουθούν τα 15.560.000 του Λεονάρντο Τροσάρ (Μπράιτον). Ποτέ δεν προχώρησε σε πώληση με κάποιο εξωφρενικό ποσό, αντιθέτως φρόντισε να διατηρεί μία παραγωγική διαδικασία και να πουλάει παίκτες φτάνοντας περίπου σε οκταψήφιο ποσό, δηλαδή χρήματα που θα μπορούσαν να ζητούν ακόμα και οι ελληνικές ομάδες για τα δικά τους ταλέντα.
ΤΟ ΜΕΤΑΓΡΑΦΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΓΚΕΝΚ
https://infogram.com/to-metagrafiko-isozygio-ths-gkenk-1ho16vow0q1m84n
Τι θα γινόταν αν τους κρατούσε
Ο Πάτρικ Γιάνσεν, με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της ομάδας μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018, είχε την εποπτεία αρκετών από τις μεταγραφές της ομάδας και εξηγούσε ότι ο σύλλογος έχει ως σκοπό την ανάδειξη της πόλης και όχι τον πλουτισμό των μετόχων: "Ο σύλλογος αναπτύσσεται σταδιακά, αλλά διατηρεί τη δομή του, που σημαίνει κανείς δεν μπορεί να τον αγοράσει ή να τον πουλήσει. Κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει χρήματα μέσω μερισμάτων ή με κάποιον άλλον τρόπο. Δεν είναι ξεχωριστός ιστορικά, όμως γίνεται ολοένα και πιο σπάνιος".
Στο τιμόνι τον διαδέχθηκε μία θρυλική μορφή του βελγικού ποδοσφαίρου, ο Έρικ Γκέρετς, ο οποίος δεν είχε πρόθεση να πειράξει τον τρόπο λειτουργίας. Οι θεμελιώδεις αρχές παρέμειναν ίδιες και οδήγησαν στο πρωτάθλημα του 2018-2019. Τα επόμενα χρόνια δεν ήταν το ίδιο επιτυχημένα, αν και το 2020-2021 κατακτήθηκε το κύπελλο της χώρας, το πέμπτο στην ιστορία της ομάδας.
Ίσως η μεγαλύτερη κατάκτηση να είναι πως τη σεζόν 2021-2022, η Γκενκ δεν είχε στο ρόστερ της ποδοσφαιριστή άνω των 29 ετών. Αντιθέτως, είχε τον νεαρότερο τερματοφύλακα που έχει αγωνιστεί στο Champions League σε ηλικία 17 ετών και 287 ημερών, τον γεννημένο στο Νότιγχαμ Βάντενβορτ, δηλαδή τη... μεθεπόμενη μεγάλη πώληση, όπως έχει συμφωνηθεί με τη Λειψία.
Αν ο σύλλογος κατάφερνε με κάποιον παρανοϊκό τρόπο να κρατήσει όλα τα αστέρια της, θα προσέφερε στο κοινό ίσως την καλύτερη ομάδα του κόσμου. Ο Κουρτουά θα βρισκόταν στο τέρμα, οι Κουλιμπαλί, Καστάνε και Νατάν Καμπαζέλ θα βρίσκονταν στην άμυνα, ο Εντίντι θα υπερασπιζόταν αυτήν την τριπλέτα από τη μεσαία γραμμή με τους Μιλίνκοβιτς Σάβιτς και Ντε Μπρόινε μπροστά τους, ο Καράσκο θα έτρεχε ακατάπαυστα στα δεξιά, ο Πρατ στα αριστερά και οι Μπεντέκε και Ορίγκι θα σκόραραν από την κορυφή. Παίκτες όπως οι Καστέλς, Μάλε, Μπέιλι, Τροσάρ, Μαλινόβσκι, Ομάρ Κόλεϊ θα βρίσκονταν στον πάγκο και μία πλειάδα ποδοσφαιριστών ακόμα θα έριζε για χώρο στην αποστολή.
(https://www.sport24.gr/img/6139/9705339/936000/o/720/0/genk-if-1.jpg)
Αυτό που δεν θα γινόταν είναι αυτή η ομάδα να αγωνίζεται σε ένα αντίστοιχα καλό πρωτάθλημα όπως εκείνα του top-5 και κατά συνέπεια οι παίκτες που παρήγαγε δεν θα έφταναν ποτέ στο "ταβάνι" τους, κάτι που συμβαίνει μόνο όταν βρεθούν στο υψηλότερο επίπεδο όπου μπορούν να ανταπεξέρθουν. Φυσικά, δεν θα υπάρχαν και αυτά τα 80.000.000 κέρδους από το μεταγραφικό ισοζύγιο της τελευταίας δεκαετίας. Στο τέλος της ημέρας, η συνεχιζόμενη παραγωγική διαδικασία της Γκενκ δεν είναι απλά επιλογή, είναι ένας τρόπος επιβίωσης και εν τέλει επιτυχιών για μία ομάδα από το Βέλγιο που "γεννήθηκε" τρία χρόνια πριν από τον Ντε Μπρόινε.
sport24.gr
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2022/07/phil3.jpg)
Πώς να επιβιώσεις στον πόλεμο, πώς να γίνεις θρύλος της ομάδας σου και άλλες ιστορίες
Μια μέρα του Ιουλίου του 1944 ο Φρέντερικ Ζακ Φίλιπς βρισκόταν στα γραφεία της, πασίγνωστης σήμερα, εταιρείας του στο Αϊντχόφεν όταν κάποιος γνωστός του τον ενημέρωσε ότι οι ναζί είχαν αποφασίσει να τον συλλάβουν και να τον στείλουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Ο “Φριτς”, όπως τον φώναζαν όλοι, κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη βγαίνοντας από το παράθυρο και παρέμεινε κρυμμένος στις σοφίτες φίλων μέχρι την απελευθέρωση της πόλης από τους συμμάχους δυο περίπου μήνες αργότερα. Η πληροφορία εκείνη του έσωσε τη ζωή αλλά προηγουμένως ο ίδιος είχε φροντίσει να σωθούν εκατοντάδες άλλες.
Ο γιος του Άντον Φίλιπς, ενός εκ των δυο ιδρυτών της διάσημης εταιρείας, γεννήθηκε το 1905 και από μικρός προοριζόταν να διαδεχθεί τον πατέρα και τον θείο του και να αναλάβει τα ηνία της οικογενειακής, τότε ακόμα, επιχείρησης. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, ξόδευε ένα μέρος του χρόνου του παρακολουθώντας και στηρίζοντας την ομάδα που δημιούργησαν στις αρχές της δεκαετίες του 1910 οι εργαζόμενοι του πατέρας του, με τη στήριξη βέβαια της διοίκησης της επιχείρησης. Ο Φριτς Φίλιπς ήταν μάλιστα αυτός που κλώτσησε για πρώτη φορά τη μπάλα στη σέντρα του πρώτου αγώνα στην ιστορία της PSV που διεξήχθη στο σημείο που βρίσκεται και σήμερα το γήπεδο της ομάδας. Ήταν μόλις 5 ετών.
Ο “κύριος Φριτς” αγαπήθηκε ιδιαίτερα στο Αϊντχόφεν γιατί συμπεριφερόταν σε όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο, αδιαφορώντας για το αν είναι απλοί εργαζόμενοι ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Αυτή ήταν γενικότερα η στάση ζωής του. Ακόμα και στο γήπεδο δεν ήθελε να ξεχωρίζει, παρ’ότι θεωρούνταν πάντα και από όλους ο “Νο1 οπαδός της ομάδας”. Αν και η οικογένεια του είχε στη διάθεση της την καλύτερη σουίτα, ο ίδιος δεν πατούσε το πόδι του εκεί. Καθόταν σε μια απλή θέση στην κεντρική κερκίδα, δίπλα ακριβώς με τους υπόλοιπους ανώνυμους φιλάθλους. Όταν έφυγε από τη ζωή, λίγους μήνες μετά τη γιορτή για την κατάκτηση του πρωταθλήματος του 2005 κατά την οποία ο Φαν Μπόμελ ανέβηκε στην κερκίδα για να του δώσει να κρατήσει κι αυτός το τρόπαιο, η ομάδα τοποθέτησε πάνω ακριβώς από τη θέση του μια τιμητική πλακέτα για να υπενθυμίζει σε όλους ότι εκεί καθόταν για χρόνια ένας άνθρωπος που έζησε κυριολεκτικά μια ολόκληρη ζωή δίπλα στην αγαπημένη του ομάδα. Από την πρώτη της σέντρα μέχρι την κατάκτηση του 35ου τίτλου της σχεδόν έναν αιώνα μετά!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2022/07/phil4.jpg)
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής του όμως δεν ήταν ούτε επιχειρηματική, ούτε ποδοσφαιρική. Στα μέσα της δεκαετίας του 30 ανέλαβε το πόστο του υποδιευθυντή στη Φίλιπς αλλά τα δεδομένα άλλαξαν λίγα χρόνια μετά όταν ξέσπασε ο πόλεμος. Μετά την εισβολή του Χίτλερ στην Ολλανδία όλα τα μέλη της οικογένειας έφυγαν εσπευσμένα για τις ΗΠΑ, καθώς είχαν εβραικές ρίζες. Ο Φριτς ήταν ο μόνος που επέλεξε να μείνει για να προσπαθήσει να κρατήσει ζωντανή την επιχείρηση. Τελικά κατάφερε πολλά περισσότερα.
Όταν οι ναζί κατέλαβαν την πόλη, ζήτησαν από τη Φίλιπς να κατασκευάσει διάφορα ηλεκτρονικά εξαρτήματα για τους Γερμανούς. Επειδή κάποια από τα εργοστάσια της εταιρείας είχαν καταστραφεί, δημιουργήθηκε ένα ειδικό τμήμα κατασκευής μέσα στο κοντινό στρατόπεδο Φουχτ, εκεί όπου κουμάντο έκαναν τα Ες-Ες. Μέσω αυτού ο Φίλιπς βρήκε μια χρυσή ευκαιρία για να σώσει όσους περισσότερους Εβραίους μπορούσε.
Σαν άλλος Όσκαρ Σίντλερ, έπεισε τους αξιωματούχος των ναζί ότι οι εργαζόμενοι του είναι αναντικατάστατοι και με αυτό τον τρόπο τους εξασφάλιζε μεγαλύτερες μερίδες φαγητού και, το πιο βασικό από όλα, τους κρατούσε στη ζωή. Κάθε λίγες εβδομάδες εκατοντάδες κρατούμενοι από το Φουχτ (που ήταν κατά κύριο λόγο Εβραίοι και αντιφρονούντες από την Ολλανδία και το Βέλγιο), μεταφέρονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας και της Πολωνίας, εκεί που οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν πρακτικά ελάχιστες. Σχεδόν όλοι όσοι δούλευαν στη Φίλιπς όμως, έμεναν εκτός αυτής της διαδικασίας επιλογής, παρ’ότι αρκετοί από αυτούς είχαν ελάχιστη επαφή με το αντικείμενο, αφού είχαν προσληφθεί εικονικά με μοναδικό σκοπό να αποφύγουν τη μεταφορά στη Γερμανία.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2022/07/phil2.jpg)
Ο Φρις Φίλιπς στην αγαπημένη του θέση στο γήπεδο
Για μερικά χρόνια ο Φριτς Φίλιπς προσπαθούσε καθημερινά να κρατήσει μια μαγική ισορροπία, ‘μαγειρεύοντας’ σε αρκετές περιπτώσεις τα νούμερα της εταιρείας. Από τη μια η Φίλιπς δεν έπρεπε να πιάνει τους στόχους της για να μην ενισχύεται, έστω και έμμεσα, η γερμανική πολεμική μηχανή (σύμφωνα με κάποιες καταγραφές πολλά προιόντα που παρήγαγε εκείνη την περίοδο ήταν ελαττωματικά και όχι από κάποιο τυχαίο λάθος), από την άλλη όμως έπρεπε να εμφανίζει και κάποιο έργο για να πείθει τους Γερμανούς ότι αξίζει να κρατήσουν ζωντανούς τους εκατοντάδες εργαζόμενους της. “Είναι πολύ δύσκολο να κυνηγήσεις κουνέλια με απρόθυμα σκυλιά” ήταν η ατάκα που είχε χρησιμοποιήσει για να περιγράψει την κατάσταση.
Ο Φίλιπς υπερασπίστηκε τους εργαζόμενους του ακόμα και το 1943, όταν οι εργάτες όλης της χώρας κατέβηκαν σε γενική απεργία. Γι’αυτή του την αδυναμία να ‘συμμορφώσει’ τους ανθρώπους του συνελήφθη και πέρασε και αυτός πέντε μήνες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, αυτή τη φορά ως κρατούμενος. Όπως υπολογίστηκε, από τους 469 Εβραίους εργαζόμενους του κατάφερε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να σώσει τους 382! Το 1996 κάποιοι εξ αυτών τον πρότειναν για το βραβείο Γιαντ Βασέμ, που δίνεται σε ανθρώπους που ρίσκαραν τη ζωή τους για να σώσουν Εβραίους την περίοδο του Ολοκαυτώματος. Κατά την απονομή του βραβείου ο Φριτς Φίλιπς δήλωσε ότι δεν θεωρεί τον εαυτό του ήρωα και ότι αρκετοί άνθρωποι συνεργάστηκαν για να καταφέρουν να σωθούν οι εργαζόμενοι του.
Την ίδια εποχή που ο Φριτς Φίλπς κρυβόταν σε μια σοφίτα, 111 χιλιόμετρα μακριά από το Αϊντχόφεν ο Γιάαπ φαν Πράαχ καθόταν ακίνητος σε μια καρέκλα σε ένα σκοτεινό πατάρι στο Άμστερνταμ, προσπαθώντας να αποφύγει οποιοδήποτε θόρυβο που μπορει να τον προδώσει. Για 2,5 χρόνια!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2022/07/jaap3.jpg)
Στα δεξιά της φωτογραφίας ο Γιάαπ φαν Πράαχ, περιβόητος γυναικάς της εποχής του
Ο φαν Πράαχ, που πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχε ένα μαγαζί με μουσικά είδη, βίωνε τον ίδιο εφιάλτη με χιλιάδες άλλους Ολλανδούς που είχαν εβραικές ρίζες. Σύμφωνα με κάποια στατιστικά, από τους 80.000 που ζούσαν στο Άμστερνταμ στη δεκαετία του 30′ μόνο το 20% επιβίωσε! Τους πρώτους μήνες μετά την απαρχή των διώξεων ο 30χρονος είχε εκμεταλλευτεί την ιδιαίτερη σχέση που είχε με τον Άγιαξ και είχε βρει καταφύγιο στο σπίτι ενός ποδοσφαιριστή της ομάδας. Όταν τα πράγματα ζόρισαν, κάποιοι φίλοι του τον βοήθησαν να τρυπώσει στο εγκαταλελειμμένο πατάρι ενός γειτονικού φωτογραφείου, εκεί που πέρασε τα επόμενα 2,5 χρόνια αποφεύγοντας τις εργάσιμες μέρες οποιαδήποτε κίνηση μπορεί να προκαλέσει φασαρία γιατί ο ιδιοκτήτης του μαγαζίου δεν γνώριζε τίποτα για τον απρόσκλητο μουσαφίρη του.
Όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την Ολλανδία και ο φαν Πράαχ βγήκε επιτέλους από την κρυψώνα του ανακάλυψε το μέγεθος της προσωπικής τραγωδίας που είχε συντελεσθεί μέσα στα πλαίσια της γενικότερης παγκόσμιας τραγωδίας. Οι γονείς του και η αδερφή του είχαν δολοφονηθεί στο Άουσβιτς, πολλοί φίλοι του είχαν εξαφανιστεί και κανένας δεν γνώριζε αν ζούσαν ή πέθαναν και η γυναίκα του, που δεν είχε χρειαστεί να τον ακολουθήσει στο πατάρι γιατί δεν είχε εβραικές ρίζες, τον είχε παρατήσει για χάρη του καλύτερου του φίλου!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2022/07/jaap2.jpg)
Μίχελς και φαν Πράαχ πριν από τον τελικό στο Γούεμπλει απέναντι στον Παναθηναικό
Μετά το τέλος του πολέμου χρειάστηκε μερικά ακόμα χρόνια για να ορθοποδήσει αλλά όταν αυτό έγινε η επιστροφή του στα κοινά ήταν δυναμική. Τη δεκαετία του 60′ εκτός από το μαγαζί του, είχε αποκτήσει μια εκπομπή στην τηλεόραση και το 1964 έκανε ένα από τα όνειρα του πραγματικότητα: Ανέλαβε την προεδρία του Άγιαξ. Στα 14 χρόνια που έκατσε στο τιμόνι του ο ‘Αίαντας’ έζησε την καλύτερη περίοδο της ιστορίας του, κυριάρχησε εντός και εκτός συνόρων και σήκωσε τρία συνεχόμενα κύπελλα πρωταθλητριών. Όλα αυτά ο φαν Πράαχ τα κατάφερε σε μεγάλο βαθμό κάνοντας μια απλή αλλά πολύ σωστή επιλογή στο ξεκίνημα της θητείας του: Στο τέλος της πρώτης του σεζόν ως πρόεδρος προσέλαβε τον 37χρονο πρώην παίκτη της ομάδας Ρίνους Μίχελς ως προπονητή. H παρουσία αυτού στον πάγκο σε συνδυασμό με την ανέλιξη ενός αδύνατου πιτσιρικά από τις ακαδημίες, ονόματι Γιόχαν Κρόιφ, συντέλεσαν στο να αλλάξει ο Άγιαξ επίπεδο.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2022/07/jaap.jpg)
Ο Γιάαπ φαν Πράαχ σκοτώθηκε σε τροχαίο στο Άμστερνταμ το 1987 σε ηλικία 77 ετών. Ο Φριτς Φίλιπς πέθανε μετά από επιπλοκές που προκλήθηκαν από μια πτώση στον κήπο του το 2005 σε ηλικία 100 ετών. Και οι δυο κατάφεραν να επιβιώσουν από τη φρίκη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου με έναν σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο, να ζήσουν μια γεμάτη ζωή, να δουν τις αγαπημένες τους ομάδες να κυριαρχούν στο ολλανδικό ποδόσφαιρο κερδίζοντας τους περισσότερους τίτλους και να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία τους.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
Η Κόνιασπορ τερμάτισε πριν λίγους μήνες στην 3η θέση του πρωταθλήματος της Τουρκίας, έχοντας τη μεγαλύτερη συγκομιδή βαθμών εντός έδρας από όλες τις ομάδες.
Η Βαντούζ είναι μια ομάδα από μια πόλη στο μέγεθος της Κρύας Βρύσης και από μια χώρα με πληθυσμό σαν της Καρδίτσας και αυτή τη στιγμή που μιλάμε βρίσκεται στην 8η θέση της βαθμολογίας. Της 2ης κατηγορίας της Ελβετίας! (Το Λίχτενσταϊν δεν έχει καν δικό του πρωτάθλημα).
Κι όμως, η Βαντούζ, που έκανε την τελευταία προπόνηση της εχθές στους δρόμους της τουρκικής πόλης (!), πέρασε στα πλέι οφ του Κόνφερενς κερδίζοντας μέσα στην Τουρκία με 2-4!
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/299278837_10160568216180931_1158240792902788704_n.jpg?_nc_cat=109&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=GgFOwJtABTsAX_yYGXw&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AT-1OmpzKX1y8xRe__htaeKM6w1iXqLCHahRmYEPdlxkHQ&oe=62FB95C0)
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/photos/a.10152239428735931/10160568216185931/)
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/298926398_10160568239720931_3495691358837072868_n.jpg?_nc_cat=104&ccb=1-7&_nc_sid=dbeb18&_nc_ohc=eS07-2jZ5VQAX8Tr_0k&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AT8GqwS7zvZg_KfLt-TPoK9Y7h8sZ33wTXnnA0qM3L7xjQ&oe=62FC7F24)
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/photos/p.10160568239775931/10160568239775931/?type=3)
Το κέντρο της Βαντούζ που, για τους λάτρεις των λεπτομερειών, μάλλον προφέρεται Φαντούτς:
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/298775269_10160568259320931_3514880702969422477_n.jpg?_nc_cat=105&ccb=1-7&_nc_sid=dbeb18&_nc_ohc=-Y-kRIeEmpgAX9BOV9r&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AT-0GyvdLCgggDpWU3PG_KGbomklbQoqeIBgwQGxNknukg&oe=62FCCF87)
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/photos/p.10160568259325931/10160568259325931/?type=3)
-
Ανζί Μαχατσκαλά: Μια ιστορία ρωσικής παντοδυναμίας που κατέληξε σε τραγωδία
(https://i2.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/01/reRN8aOE2P0-min.jpg?fit=1170%2C658&ssl=1)
Η Ανζί εισέβαλε… βιαίως στις ζωές μας τον χειμώνα του 2011 κι όσο ξαφνικά εμφανίστηκε, τόσο ξαφνικά έγινε καπνός. Η ρωσική ομάδα ξόδεψε σχεδόν 250 εκατ. ευρώ σε τέσσερα χρόνια για τη δημιουργία μίας νέας ευρωπαϊκής δύναμης, ωστόσο, τα όνειρα βυθίστηκαν νωρίς και μαζί τους, η ίδια η ομάδα.
Ήταν Ιανουάριος του 2011 όταν γινόταν γνωστό πως ένας Ρώσος μεγιστάνας, αγόραζε το 100% των μετοχών μίας άσημης ομάδας την πρώτης κατηγορίας της χώρας. Ο Σουλεϊμάν Κερίμοφ, πέραν των πολλών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, ήθελε να προσθέσει στη ζωή του λίγη… γεύση κι έτσι αποφάσισε να εξαγοράσει την ομάδα της πόλης στην οποία μεγάλωσε. Αυτή δεν ήταν άλλη από την Ανζί Μαχατσκαλά.
(https://i0.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/01/3-min.jpeg?resize=1024%2C640&ssl=1)
Η Μαχατσκαλά είναι μία όμορφη πόλη της νοτιοανατολικής Ρωσίας, η οποία «βρέχεται» από την Κασπία Θάλασσα και βρίσκεται λίγο βορειότερα από τα σύνορα με Γεωργία και Αζερμπαϊτζάν, στα βόρεια του Καυκάσου. Η Ανζί ιδρύθηκε το 1993 και είχε καταφέρει να ανέβει γρήγορα στην πρώτη τη τάξει κατηγορία της Ρωσίας. Τότε, ήταν που θα άλλαζαν όλα.
Ο Κερίμοφ έδωσε κάμποσα εκατομμύρια ευρώ για να «μπει» στην ομάδα (φήμες λένε πως είχε την πλήρη οικονομική υποστήριξη του Προέδρου του Νταγκεστάν, Μαγκομετσαλάν Μαγκομέντοφ) και στις πρώτες του δηλώσεις, ανέφερε πως θα διέθετε πάνω από 200 εκατομμύρια ευρώ για μεταγραφές με σκοπό η ομάδα, σε βάθος τριετίας, να έπαιρνε το πρωτάθλημα και να προκρινόταν στο Τσάμπιονς Λιγκ. Σαν να μην έφτανε αυτό, υποσχέθηκε στους φιλάθλους του συλλόγου, υπερσύγχρονο γήπεδο 40.000 θέσεων αλλά και δημιουργία ακαδημιών.
Με ένα απλό σκρολάρισμα στο ίντερνετ θα ανακάλυπτε κανείς πως μόνο η περιουσία του ίδιου του Κερίμοφ άγγιζε τα 10 δις ευρώ. Ο τύπος δεν αστειευόταν.
Ένας νέος ποδοσφαιρικός κόσμος, εμφανίστηκε σε αυτή τη μικρή γωνιά του πλανήτη
Πριν καλά-καλά κοπάσουν οι πανηγυρισμοί των φίλων της Ανζί αλλά και προτού η άγνοια των δημοσιογράφων μετουσιωθεί σε βεβαιότητα, ο Κερίμοφ πραγματοποίησε καμιά 20αριά μεταγραφές αξίας 31 εκατομμυρίων ευρώ. Καταρχάς, έφερε πίσω από την… απόσυρση τον Ρομπέρτο Κάρλος. Ο 37χρονος Βραζιλιάνος ήταν έτοιμος να κρεμάσει τα παπούτσια του, έχοντας κατακτήσει τα πάντα στην καριέρα του. Ωστόσο, όταν έφτασε η πρόταση της Ανζί στα χέρια του, αποφάσισε να κάνει λίγο υπομονή ακόμα.
(https://i2.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/01/4-min.jpg?resize=1024%2C573&ssl=1)
Ο Κερίμοφ του υποσχέθηκε 10 εκατομμύρια ευρώ για δύο χρόνια και ο Ρομπέρτο Κάρλος δέχθηκε. Μάλιστα, είχε προσυμφωνηθεί πως ο παίκτης θα αγωνιζόταν ως αμυντικός χαφ κι όχι ως αριστερός μπακ. Κι επειδή, το χρήμα έρρεε άφθονο, ο Κερίμοφ έκανε δώρο στον Ρομπέρτο Κάρλος στα γενέθλιά του μία Bugatti Veyron αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Στο ίδιο μεταγραφικό παζάρι, «λιμάνι» στην Ανζί έπιασαν μεταξύ άλλων:
Όνομα Ομάδα Ποσό
Ζουσιλέι Κορίνθιανς 10 εκατ. €
Μουμπαράκ Μπουσουφά Άντερλεχτ 8 εκατ. €
Ντιέγκο Ταρντέλι Ατλέτικο Μινέιρο 5 εκατ. €
Σαμίλ Γιαχιγιάλοφ Κρασνοντάρ 5 εκατ. €
Ζοάο Κάρλος Γκενκ 2.5 εκατ. €
Οι πρώτες επιτυχίες, άνοιξαν την… όρεξη
Με το πρωτάθλημα να βρίσκεται σε εξέλιξη, καθότι είχε αρχίσει Μάρτη του ‘11 και θα τέλειωνε τον Μάιο του ‘12, η Ανζί συνέχισε να τινάζει την μπάνκα.
(https://i1.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/01/1-min-1.jpg?resize=300%2C168&ssl=1)
Ακολούθησε ίσως η πιο πολύκροτη μεταγραφή της ομάδας, αυτή του Σαμουέλ Ετό. Ο 30χρονος Καμερουνέζος, είδε με καλό μάτι το project της ομάδας κι αποφάσισε να αφήσει το κρύο του Μιλάνου και την Ίντερ για το ακόμα πιο παγωμένο Μαχατσκαλά. Το… μπουγιουρντί έφτασε τα 27 εκατομμύρια ευρώ με τον Ετό βέβαια να αρνείται να μείνει μόνιμα στην Μαχατσκαλά, φοβούμενος για τη σωματική του ακεραιότητα. Έτσι, αποφάσισε να βρει σπίτι στη Μόσχα και να διανύει αεροπορικώς καθημερινά 2000 χιλιόμετρα για να παρευρεθεί στην προπόνηση.
Συνολικά, ο Κερίμοφ έβγαλε από την τσέπη του 88 εκατομμύρια ευρώ το καλοκαίρι του 2011, με τις πιο σημαντικές προσθήκες να είναι οι εξής:
Όνομα Ομάδα Ποσό
Γιούρι Ζίρκοφ Τσέλσι 15 εκατ. €
Κριστοφέρ Σαμπά Μπλάκμπερν 14 εκατ. €
Μπάλαζ Τζούτζακ Αϊντχόφεν 14 εκατ. €
Μεχντί Καρσελά Σταντάρ Λιέγης 5.7 εκατ. €
Η μεγαλύτερη μεταγραφή βέβαια, έγινε στον πάγκο της ομάδας. Τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου προσλήφθηκε ο Γκους Χίντινκ για να καθοδηγήσει το… παράξενο καράβι της Ανζί και το έκανε μάλιστα αρκετά καλά. Ο σύλλογος τερμάτισε στην 5η θέση του πρωταθλήματος και προκρίθηκε στο Γιουρόπα Λιγκ της επόμενης περιόδου.
Η απότομη ακμή, έφερε και απότομη παρακμή…
Η ομάδα έδειχνε να μπαίνει στο σωστό δρόμο, τουλάχιστον αγωνιστικά. Ωστόσο, η κατάσταση μόνο ρόδινη δεν ήταν. Τον επόμενο ενάμιση χρόνο, ο σύλλογος ξόδεψε πάνω από 120 εκατομμύρια ευρώ, φτάνοντας έτσι τα 250 σε σχεδόν τέσσερα χρόνια.
Όνομα Ομάδα Ποσό
Γουίλιαν Σαχτάρ Ντόνετσκ 35 εκατ. €
Λασίνα Τραορέ Κουμπάν 18 εκατ. €
Έβερτον Κοΐμπρα 5.5 εκατ. €
Λασανά Ντιαρά Ρεάλ Μαδρίτης 5 εκατ. €
Αλεκσάντρ Κοκόριν Ντιναμό Μόσχας 19 εκατ. €
Ίγκορ Ντενίσοφ Ζενίτ 15 εκατ. €
Κριστοφέρ Σαμπά (Ναι, ξανά) QPR 12 εκατ. €
Η ομάδα τερμάτισε στην τρίτη θέση αυτή τη φορά, την υψηλότερη στην ιστορία τους, χάνοντας την ευκαιρία για το Τσάμπιονς Λιγκ για λίγο. Εκτός της τρίτης θέσης στη ρωσική Πρέμιερ Λίγκα, η Ανζί έφτασε ως τους «16» του Γιουρόπα Λιγκ, αποκλείστηκε όμως από τη Νιούκαστλ, ενώ κατέγραψε και μια μεγάλη νίκη επί της Λίβερπουλ στους ομίλους με 1-0.
(https://i2.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/01/5-min.jpg?resize=1024%2C682&ssl=1)
Εκεί άρχισε η κατρακύλα. Ο Κερίμοφ αποφάσισε να κόψει τα 2/3 του μπάτζετ της ομάδας ενώ ανέβαλλε τα σχέδια για το γήπεδο και απλά έκανε ανακατασκευή του παλιού Khazar Arena. Ουσιαστικά το μόνο που έγινε ήταν να αυξηθούν οι θέσεις των θεατών, να αλλάξει την ονομασία του σε Anzhi Arena και να φέρει την Cher και τον Flo Rida να τραγουδήσουν στην επίσημη επαναλειτουργία του γηπέδου.
Το Νταγκεστάν, τα χρήματα και η έλλειψη γνώσεων έφερε την τελική κατάρρευση!
Η απόφαση του Κερίμοφ δεν ήρθε ξαφνικά. Σε συνεννόηση με τον Πρόεδρο του Νταγκεστάν, είδαν πως αυτό που επιχείρησαν, δεν θα τους έφερνε πίσω ούτε τα μισά, τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Σε συνδυασμό με τις συνθήκες… πολέμου που επικρατούν μέχρι και σήμερα στη Δημοκρατία του Νταγκεστάν, λόγω κυρίως γεωγραφικής θέσης, κατάλαβαν γρήγορα πως το project Ανζί, ήταν καταδικασμένο να αποτύχει.
Αυτό που οικειοθελώς δεν ανέφερα παραπάνω, είναι πως στη Δημοκρατία του Νταγκεστάν (η Ρωσία μέχρι και σήμερα έχει 85 διοικητικές περιφέρειες στις οποίες χωρίζεται, οι 22 έχουν δική τους γλώσσα, κουλτούρα και νομοθεσία), συναντά κανείς πληθυσμιακές ομάδες τουρανικής προέλευσης αλλά και με προέλευση από τα βουνά του Καυκάσου, το Ιράν και την Τουρκία ενώ η πλειονότητα είναι μάλιστα μουσουλμάνοι. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, πως οι διαμάχες, οι προστριβές και τα… συμφέροντα είναι πολλά στην συγκεκριμένη περιοχή.
(https://i0.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/01/6-min.jpg?resize=1024%2C576&ssl=1)
Κάπως έτσι, το 2013 ο Χίντινκ πήρε… τον ομματιών του και έφυγε ενώ ακολούθησαν όλοι οι υπόλοιποι big earners της ομάδας με τη σειρά. Σε αυτά τα τέσσερα χρόνια, η Ανζί έβαλε στα ταμεία της περίπου 210 εκατομμύρια από μεταγραφές, not bad θα πω εγώ. Μόνο το καλοκαίρι του ‘13, η ρωσική ομάδα κέρδισε από πωλήσεις 160 εκατ. €. Τουτέστιν, αποχώρησαν περίπου 30 ποδοσφαιριστές και ήρθαν άλλοι τόσοι ως ελεύθεροι. Ωστόσο, η ζημία στην… τσέπη του Κερίμοφ ήταν περί των 5.5 δις ευρώ εκείνη την τετραετία. Ουπς!
Όπως είναι φυσικό, η ανησυχία στις τάξεις των οπαδών μεγάλωνε. Η διοίκηση όμως θέλησε να τους ενημερώσει πως: «Η απότομη επιδείνωση της υγείας του ιδιοκτήτη μας, Σουλεϊμάν Κερίμοφ λόγω της έλλειψης επιτυχιών του συλλόγου, μας ανάγκασε να κάνουμε τις πωλήσεις». Ναι.
Το αποτέλεσμα ήταν πικρό. Η ομάδα υποβιβάστηκε την αμέσως επόμενη σεζόν ενώ ο Κερίμοφ πούλησε τις μετοχές του στον Οσμάν Καντίγεφ τρία χρόνια αργότερα. Τα χειρότερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμα. Αυτό γιατί ο Ρώσος μεγιστάνας είχε αφήσει τέτοια οικονομική «τρύπα» στο σύλλογο που το 2019 δεν κατάφερε να πάρει αδειοδότηση για τη συμμετοχή του στην επόμενη αγωνιστική σεζόν κι έτσι η Ανζί υποβιβάστηκε στην τρίτη κατηγορία της χώρας (όπου βρίσκεται ως σήμερα), συνοδευόμενη από αρκετές ακόμα κυρώσεις.
Πηγές: transfermarkt.com, givemesport.com
inthezone.gr
-
Ίλαν Σορ: Το αφεντικό της Μιλσάμι και η μεγαλύτερη τραπεζική κλοπή του αιώνα
(https://i1.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/07/Travelog-Buddy1-min.png?fit=1170%2C658&ssl=1)
Η άνοδος της Μιλσάμι, μία τραπεζική απάτη που έφερε το κράτος της Μολδαβίας στα όρια της χρεοκοπίας και η αμφιλεγόμενη φιγούρα του Ίλαν Σορ…
Δεν είναι λίγες οι φορές που ποδοσφαιρικές ομάδες και γενικότερα το άθλημα του ποδοσφαίρου χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται προκειμένου κάποιοι να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις της μάζας καλύπτοντας άλλα πράγματα, που δεν θέλουν να βγαίνουν στην επιφάνεια, όπως γίνεται τώρα για παράδειγμα στο Μουντιάλ του Κατάρ ή εδώ και καιρό στην Ουγγαρία.
Επομένως ένα ακόμα τέτοιο παράδειγμα, πέρα από τα δεκάδες ακόμα που δεν αναφέραμε, δεν μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον στην υπόθεση του Ίλαν Σορ και της Μιλσάμι είναι το μέγεθος του εγκλήματος για το οποίο κατηγορήθηκε και εν τέλει καταδικάστηκε, αφού κόντεψε να φέρει ολόκληρο το κράτος της Μολδαβίας σε κατάσταση χρεοκοπίας.
Πάμε, όμως, να πάρουμε με την σειρά τα πράγματα και να δούμε πως ο ιδιοκτήτης της Μιλσάμι έφτασε να καταδικαστεί για την μεγαλύτερη τραπεζική απάτη του 21ου αιώνα και παρ’ όλα αυτά να είναι ακόμα ελεύθερος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε τόσο την ομάδα, όσο και ολόκληρη την πόλη του Ορχέι στην συγκεκριμένη υπόθεση.
Το πορτρέτο του Ίλαν Σορ
(https://i2.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/07/Ilan-Shor-scaled-e1655194924609-min.jpg?resize=1024%2C576&ssl=1)
Γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1987 στο Τελ Αβίβ του Ισραήλ από Μολδαβούς γονείς, με την οικογένειά του να επιστρέφει στην χώρα καταγωγής της, όταν ο Ίλαν ήταν σε ηλικία 2-3 ετών. Ο πατέρας του έπαιρνε από πολύ νεαρή ηλικία τον γιο του μαζί του στις επιχειρήσεις βάζοντάς τον μάλιστα να παρίσταται και σε συμβούλια για να μαθαίνει από πρώτο χέρι τον τρόπο που εκείνος διοικούσε.
Λένε ότι ξεκίνησε την πρώτη του επιχείρηση μόλις στα 15 του έτη και ήταν ένα μαγαζί που πουλούσε κινητά τηλέφωνα. Αυτό αποδείχθηκε πολύ σημαντικό, αφού, όταν ο πατέρας του απεβίωσε αιφνιδιαστικά το 2005, εκείνος ήταν έτοιμος να αναλάβει τις «δουλειές» της οικογένειας και το έκανε μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Η πιο γνωστή επιχείρησή του είναι η Shor Holdings, στο χαρτοφυλάκιο της οποίας ανήκουν εταιρείες, όπως η Dufremol που ασχολείται με Duty-free.
Και δεν έμεινε μόνο εκεί αφού και απέκτησε την ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης Ορχέι όπου κατοικούσε, την Μιλσάμι. Ακόημ, ασχολήθηκε με την πολιτική και εκλέκτηκε δήμαρχος στην Ορχέι για τέσσερα χρόνια ενώ ίδρυσε και κόμμα. Τέλος, έγινε και πρόεδρος του συμβουλίου του τραπεζικού ιδρύματος Saving Bank of Moldova, μία επιλογή που αποδείχθηκε ευχή και κατάρρα όπως θα δείτε στην συνέχεια.
Παντρεύτηκε με την ρωσίδα τραγουδίστρια Τζασμίν το 2011, με την οποία απέκτησαν άλλα δύο παιδιά, πέρα απ’ αυτό που είχε η ίδια ήδη, μάλιστα παραμένουν ζευγάρι μέχρι και σήμερα.
Η ενασχόλησή του με την Μιλσάμι και το ιστορικό πρωτάθλημα με την τριπλή ισοβαθμία
(https://i1.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/07/shor4-min.jpg?resize=1024%2C640&ssl=1)
Η Μιλσάμι ιδρύθηκε μόλις το 2005 με το όνομα Βιτορούλ Στεπ–Σότσι. Τρία χρόνια μετά και αφότου είχε ανέβει ήδη στην δεύτερη κατηγορία του μολδαβικού ποδοσφαίρου μεταφέρθηκε στην πόλη Ορχέι των 21.065 κατοίκων (σύμφωνα με την απογραφή του 2014). Εκεί μετονομάστηκε σε Βιτορούλ Ορχέι και αγωνιζόταν στο γήπεδο «Complexul Sportiv Raional Orhei» ή αλλιώς «CSR Orhei», το οποίο ανακαινίστηκε το 2007 (κόστισε περίπου 26 εκατ. ευρώ) και πλέον χωράει 2.539 θεατές. Δύο χρόνια μετά, όταν δηλαδή η ομάδα πέρασε στα χέρια του 23χρονου Ίλαν Σορ, κι ενώ είχε ήδη ανέβει στην πρώτη κατηγορία, το όνομά της θα αλλάξει και πάλι και θα γίνει Μιλσάμι Ορχέι. Αυτό δεν έγινε τυχαία αφού το Μιλσάμι αποτελούσε ουσιαστικά μία σύνθετη λέξη που προέκυψε από το αρχικό γράμμα του ονόματός του, αλλά και των δύο «συμπαικτών» του.
Στην πρώτη σεζόν της ομάδας υπό τη νέα διοίκηση του Σορ εκείνη σημείωσε την καλύτερη πορεία της ιστορίας τερματίζοντας στην τρίτη θέση και εξασφαλίζοντάς έτσι την έξοδό της στην Ευρώπη. Εκεί αποκλείστηκε εύκολα από την Ντινάμο Τυφλίδας την επόμενη σεζόν, έμεινε 4η στο πρωτάθλημα, αλλά κέρδισε το πρώτο της τρόπαιο, αφού κατέκτησε το Κύπελλο Μολδαβίας. Μεγάλο ρόλο στην επιτυχία της ομάδας έπαιξε η μεταγραφή του Αντεμάρ, που αποκτήθηκε από ομάδα της Γουατεμάλας κι έκανε πραγματικά την διαφορά τελειώνοντας ως πρώτος σκόρερ της ομάδας τη σεζόν έχοντας επτά τέρματα ενώ αγωνιζόταν ως μέσος.
Καλή η ανάπτυξη παικτών από τις ακαδημίες, όμως χρειαζόντουσαν και τέτοιες ποιοτικές «ενέσεις» για να αρχίσει η ομάδα να συμβαδίζει τόσο γρήγορα με τις φιλοδοξίες του ιδιοκτήτη της. Τη σεζόν 2014-2015 κατέκτησε το πρώτο της πρωτάθλημα, όντας η πρώτη ομάδα που κατάφερνε κάτι τέτοιο και δεν προερχόταν είτε από την πρωτεύουσα της χώρας Κισινάου είτε από το Τίρασπολ. Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία της αυτή έπαιξε ο ερχομός τριών εξαιρετικών Ρουμάνων ποδοσφαιριστών, με τον εξτρέμ Ρομέο Σούρντου να είναι εκείνος που ξεχώρισε παραπάνω έχοντας 11 γκολ σε 23 ματς.
Το εντυπωσιακό εκείνης της χρονιάς ήταν πως το πρωτάθλημα κρίθηκε σε τριπλή ισοβαθμία με τις Ντάτσια Κισινάου και Σέριφ Τίρασπολ κι ενώ οι ομάδες είχαν και ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα. Μάλιστα, η Μιλσάμι με την Ντάτσια ήταν ισόπαλες ακόμα και στην διαφορά των γκολ. Τελικά, αυτό που της έδωσε τον τίτλο ήταν τα αποτελέσματα στα παιχνίδια απέναντι στις δύο αντιπάλους της στην κούρσα για την κούπα του πρωταθλητή. Ακολούθησαν ένα ακόμη Κύπελλο το 2018 και δύο δεύτερες θέσεις το 2017 και το 2018.
Η μεγάλη απάτη του 2014 και η εμπλοκή του Ίλαν Σορ
(https://i2.wp.com/inthezone.gr/wp-content/uploads/2022/07/ilan-sor-catuse-retinere-1920x1020-c-default-min.jpg?resize=1024%2C544&ssl=1)
Ο Ίλαν Σορ κατά την σύλληψή του για το οικονομικό σκάνδαλο του 2014!
Τον Νοέμβριο του 2014 ανακαλύφθηκε πως 1 δις δολάρια είχαν κάνει φτερά από τρεις εκ των μεγαλύτερων τραπεζών της Μολδαβίας (Banca de Economii, Unibank και Banka Sociala). Ειρήσθω εν παρόδω και τα τρία αυτά τραπεζικά ιδρύματα είχαν αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος το 2012 από ανθρώπους που φαινομενικά δεν είχαν σχέση μεταξύ τους. Τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε εικονικές εταιρείες στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Χονγκ Κόνγκ κι από εκεί διοχετεύτηκαν μέσα από μία σειρά εταιρειών σε λογαριασμούς αλλοδαπών κατόχων στην Λετονία (Latvijas Pasta Banka) σύμφωνα με τα ευρήματα της Kroll.
Η Kroll είναι η εταιρεία που μίσθωσε το δημόσιο για να ξεκινήσει μία έρευνα σχετικά με τα όσα συνέβησαν τότε με σκοπό να τιμωρηθούν οι ένοχοι και να βρεθούν και τα χρήματα, αν αυτό ήταν δυνατόν.
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της απάτης που επετεύχθη, το ΑΕΠ της Μολδαβίας το 2015 άγγιζε μόλις τα 7,75 δις δολάρια, ήτοι εξαφανίστηκε μέσα σε λίγες μέρες από τις τράπεζες αυτές ποσό ίσο με σχεδόν το 13% του ΑΕΠ της χώρας.
Η κυβέρνηση αναγκαστικά στήριξε τις τράπεζες αυτές παρέχοντάς τους 870 εκατ. δολάρια για να μην καταρρεύσει το τραπεζικό της σύστημα, όμως η καταστροφή δεν μπόρεσε να αποφευχθεί. Η χώρα ήταν ήδη η φτωχότερη στην Ευρώπη εξαιτίας της διαφθοράς που υπήρχε όλα αυτά τα χρόνια που ήταν ανεξάρτητο κράτος, με τους ολιγάρχες και τους πολιτικούς να κερδοσκοπούν με κάθε τρόπο. Αυτό οδήγησε σε έντονες διαδηλώσεις για την αλλαγή της κυβέρνησης, όπως και συνέβη, όμως η κατάσταση δεν άλλαξε ιδιαίτερα.
Τι σχέση είχε όμως ο Ίλαν Σορ με το σκάνδαλο αυτό;
Ο Ίλαν Σορ ήταν συνιδιοκτήτης και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Banca de Economii, μίας εκ των τριών τραπεζών που μετείχαν στο σκάνδαλο, ενώ φαίνεται πως σχετιζόταν και με αρκετές από τις εταιρείες που πέρασαν τα χρήματα. Ο ίδιος δήλωσε πως όσα συνέβησαν στην τράπεζα που ήταν ο ίδιος πρόεδρος αποτελούσαν αποτέλεσμα λανθασμένης στρατηγικής στην χορήγηση δανείων, ενώ τόνισε πως αυτός δεν γνώριζε για το ύψος των χρεών όταν ανέλαβε. Του το κράτησαν μυστικό, όπως ο ίδιος υποστήριξε. Μάλιστα, όταν το έμαθε προτίμησε να μην το δημοσιοποιήσει για να μην ενεργοποίησει μία «βόμβα» και καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα της χώρας.
Όμως, ο δανεισμός του συγκεκριμένου τραπεζικού του ιδρύματος αυξήθηκε κατά τη δική του θητεία και μάλιστα, εταιρείες που συνδέονταν με τον Σορ εκείνη την περίοδο αύξησαν κατακόρυφα τον δανεισμό τους, σε σημείο να έχουν φτάσει να χρωστούν 1 δις δολάρια στις τράπεζες. Μάλιστα, άλλες εταιρείες του μετέφεραν περί τα 600 εκατ. δολάρια σε μυστηριώδης offshore εταιρείες στις 25 και 26 Νοεμβρίου του έτους αυτού σύμφωνα με την αναφορά της Kroll.
Όσον αφορά τις άλλες δύο τράπεζες ισχυριζόταν πως δεν είχε καμία σχέση μαζί τους, πέρα απ’ αυτή που είχε ως πελάτης τους, όμως σύμφωνα πάλι με την αναφορά της Kroll, η Banca Sociala, ελεγχόταν από εταιρείες που συνδέονταν μαζί του και είχε παραχωρήσει δάνεια ύψους 750 εκατ. δολαρίων σε πέντε εγχώριες εταιρείες, που πάλι φαίνεται να συνδέονταν με κείνον.
Μία απ’ αυτές ονομάζεται Caritas Group SRL και είχε δανειστεί 143 εκατ. δολάρια. Όταν οι αρχές πήγαν να βρουν τα γραφεία της συνειδητοποίησαν πως υπήρχε μόνο ένα μικρό συγκρότημα εργαστηρίων και γραφείων στο οποίο αυτή νοίακιαζε ένα απ’ αυτά. Όταν προσπάθησαν να βρουν τον ιδιοκτήτη που νοίκιασε τις εγκαταστάσεις, ενημερώθηκαν από μία γειτόνισσά του πως είχε πλέον φύγει.
Ένας άλλος βασικός λόγος για τον οποίο πολλές σκέψεις για το τι συνέβη κατέληγαν σε κείνον ήταν ένα βαν της εταιρείας klassika Force, το οποίο πρώτα αναφέρθηκε πως κλάπηκε και μετά τυλίχτηκε στις φλόγες υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες ενώ περιείχε μέσα 12 σάκους αρχείων που αφορούσαν παραχωρηθέντα δάνεια της τράπεζας Banca de Economii.
Διαβάστε ακόμη: Μπεϊτάρ Ιερουσαλήμ: Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ εξόντωσε τους ρατσιστές της ”La Familia”!
Ο κυβερνήτης της εθνικής τράπεζας της Μολδαβίας θεώρησε το όλο συμβάν σκηνοθετημένο και έλεγε πως αποσκοπούσε στην καταστροφή των εγγράφων, γιατί δεν υπήρχαν πραγματικά αρχεία για τους δανεισμούς της τράπεζας: «Αν έχεις συναλλαγές που είναι ψεύτικες και δεν υπάρχουν έγγραφα, πρέπει να δείξεις με κάποιο τρόπο πως αυτά εξαφανίστηκαν».
Ο Σορ αποτελούσε έτσι τον Νο.1 ύποπτο του εθνικού κέντρου της καταπολέμησης της διαφθοράς της Μολδαβίας και για μια περίοδο τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό τον Μάρτιο του 2015. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους, λίγο μετά το πρώτο πρωτάθλημα της Μιλσάμι, κέρδισε τις δημοτικές εκλογές, συγκεντρώνοντας ποσοστό 62% (!!) κι έγινε δήμαρχος του Ορχέι. Σε μία πόλη στην οποία ο ίδιος είχε επενδύσει αρκετά χρήματα καταστώντας την ίσως αυτή με το καλύτερο βιοτικό επίπεδο στην χώρα. Η πόλη είχε δωρεάν μετακίνηση με λεωφορεία, οι δρόμοι και τα κτήρια ήταν όλα καλοδιατηρημένα ενώ απέκτησε κι ένα πάρκο αναψυχής το οποίο είχε επίσης δωρεάν είσοδο.
Αυτή ήταν μία συνήθης πρακτική που ακολουθούσαν πολλοί επιχειρηματίες, οι οποίοι ήθελαν να έχουν την στήριξη της κοινής γνώμης σε περίπτωση που χρειαζόταν κάποια στιγμή, αν κάτι δεν πήγαινε καλά στα υπόλοιπα σχέδιά τους, όπως στην περίπτωση του Σορ, ο οποίος χρησιμοποίησε τόσο τα «κοινά» όσο και τον αθλητισμό (Μιλσάμι) για να πετύχει το σκοπό του. Και πράγματι είχε αποτέλεσμα, αφού οι κάτοικοι του Ορχέι είτε δεν πίστευαν πως αυτός σχετίζεται με την απάτη, είτε δεν νοιάζονταν γι’ αυτό, μιας και η δική τους ζωή είχε βελτιωθεί.
Το 2017 ο Σορ τελικά καταδικάστηκε για τα εγκλήματα του ξεπλύματος μαύρου χρήματος, της απάτης και της κατάχρησης της εμπιστοσύνης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7,5 ετών. Όμως, εμεινε ελεύθερος, αφού κατέθεσε έφεση, μέχρι την εκδίκαση της οποίας δεν κρίθηκε σκόπιμο προφυλακιστεί.
Και μαντέψτε τι συνέβη; Βρήκε την ευκαιρία και κάπου μεταξύ 14-17 Ιουνίου του 2019 έφυγε από την χώρα σαν κύριος από το αεροδρόμιο χωρίς να τον σταματήσουν οι αρχές, παρ’ ότι δεν είχε δικαίωμα εξόδου. Κατέληξε στο Ισραήλ όπου είχε την υπηκοότητα μιας και είχε γεννηθεί εκεί κι έτσι προστατευόταν. Την ίδια χρονιά το κόμμα που είχε ιδρύσει το 2016 με το όνομα Σορ (προς τιμήν του εαυτού του) βγήκε τέταρτο στις εκλογές εξασφαλίζοντας επτά θέσεις στην Βουλή ενώ ο πρόεδρός του ήταν φυγάς και υπόδικος. Μαντέψτε ποιος είναι μέχρι και σήμερα κανονικα βουλευτής στην Μολδαβία;
Ο Ιλάν Σορ διατηρεί φυσικά κανονικά και την θέση του πρόεδρου της Μιλσάμι, την οποία συνεχίζει να χρηματοδοτεί μαζί με τους συνεργάτες του. Μάλιστα, την περασμένη εβδομάδα, οι Μολδαβοί απέκλεισαν την Πανεβέζις με νίκη εντός έδρας με 2-0 και «λευκή» ισοπαλία στην Λιθουανία και να προκρίθηκαν στον δεύτερο προκριματικό γύρο του UEFA Conference League, που θα αντιμετωπίσουν την φινλανδική Κουόπιο. Να σημειώσουμε σ’ αυτό το σημείο πως δεν έχει μπει ποτέ σε ομίλους ευρωπαϊκής διοργάνωσης και το μακρύτερο ταξίδι της είχε τελικό προορισμό τα Play-offs του Europa League τη σεζόν 2015-2016.
Θα συνεχίσει η μικρή ομάδα από την Μολδαβία να βρίσκεται στο επίπεδο αυτό καταφέρνοντας συνεχώς να διακρίνεται ή τώρα ο Ίλαν Σορ εγκαταστάθηκε στο Ισραήλ και δεν μπορεί να γυρίσει στην χώρα του, ειδικά σε περίπτωση που απορριφθεί η έφεσή του, θα σταματήσει να ασχολείται με την ομάδα και την πόλη του; Όποια κι αν είναι η απάντηση καλό είναι τόσο μία ποδοσφαιρική ομάδα όσο και έτι περισσότερο μία πόλη να μην φτάνει εξαρτιέται από ανθρώπους οι οποίοι επιδίδονται σε τέτοιες πράξεις και δραστηριότητες.
Πηγές: Wikipedia, NYTimes, ΒBC, BalkanInsight, HITC
inthezone.gr
-
(https://i0.wp.com/www.sombrero.gr/wp-content/uploads/2022/10/union2.jpg?w=1430&ssl=1)
Η επιστροφή ενός κοιμώμενου γίγαντα
Αν κοιτάξεις τη λίστα των ομάδων με τα περισσότερα πρωταθλήματα Βελγίου, στις πρώτες θέσεις θα συναντήσεις κάποια ονόματα γνώριμα ακόμα και σε κάποιον που δεν ασχολείται καθόλου με το ποδόσφαιρο της χώρας. Άντερλεχτ, Κλαμπ Μπριζ, Σταντάρ Λιέγης. Κάπου εκεί ανάμεσα όμως, στην τρίτη θέση συγκεκριμένα, υπάρχει και ένα όνομα που λογικά ελάχιστοι γνωρίζουν: Ουνιόν Σεν-Ζιλουάζ. Γίνεται να υπάρχει μια ευρωπαϊκή ομάδα με τόσα πολλά πρωταθλήματα που να μην την ξέρει σχεδόν κανένας; Κι όμως γίνεται αν αυτή έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο εδώ και σχεδόν μισό αιώνα.
Με χρονολογία ίδρυσης το 1897 η Ουνιόν έζησε τις μεγαλύτερες στιγμές της τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της. Μέχρι και λίγο πριν την έναρξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η ομάδα από τα νότια των Βρυξελλών κυριαρχούσε στο βελγικό ποδόσφαιρο, σαρώνοντας τους τίτλους και σπάζοντας αρκετά ρεκόρ. Το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι το σερί των 60 αγώνων χωρίς ήττα που έκανε από το 1933 έως το 1935, που της έδωσε και το παρατσούκλι “Ουνίον 60”. Ένα επίτευγμα που δεν έχει επαναληφθεί στο βελγικό πρωτάθλημα μέχρι και σήμερα. Όταν το 1939 η μπάλα σταμάτησε να τσουλάει εξαιτίας του πολέμου, η Ουνιόν μετρούσε ήδη 11 πρωταθλήματα και 2 κύπελλα και το όνομα της ήταν σχεδόν συνώνυμο του βελγικού ποδοσφαίρου. Από τις υπόλοιπες τρεις σύγχρονες ‘μεγάλες’ της χώρας, η μόνη που είχε κερδίσει κάτι έως τότε ήταν η Μπριζ, κι αυτή ένα μόνο πρωτάθλημα.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/10/union3-768x511.jpg)
Τα κατορθώματα της δεν περιορίζονταν εντός συνόρων. Σε μια εποχή που οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις βρίσκονταν ακόμα στα σπάργανα, η Ουνιόν, ως η πιο αναγνωρίσιμη βελγική ομάδα, συμμετείχε σε αρκετά φιλικά παιχνίδια αλλά και σε ανεπίσημα τουρνουά με ξένους συλλόγους. Όταν δημιουργήθηκε λίγο μετά τον πόλεμο το Κύπελλο Εκθέσεων, κατάφερε να αποκλείσει τη Λειψία και τη Ρόμα και φτάσει μέχρι τα ημιτελικά, όπου και αποκλείστηκε από τη Μπέρμιγχαμ (που μετά ηττήθηκε στον διπλό τελικό από τη Μπαρτσελόνα). Κάπου εκεί όμως ξεκίνησε και ο κατήφορος.
Χρόνο με το χρόνο η ομάδα εμφανιζόταν όλο και πιο αποδυναμωμένη, γι’αυτό και ο υποβιβασμός από την πρώτη κατηγορία τον Μάιο του 1973 δεν προκάλεσε έκπληξη σε κανέναν. Αυτό που όμως δεν περίμεναν οι περισσότεροι είναι ότι ο σύλλογος θα χρειαζόταν 48 ολόκληρα χρόνια για να επανέλθει στα μεγάλα σαλόνια. Στο διάστημα αυτό, έφτασε μέχρι και την 4η κατηγορία ενώ κάποιες φορές πλησίασε ακόμα και τη διάλυση λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ο κόσμος της συρρικνώθηκε, η δυναμική της χάθηκε και το όνομα της ξεχάστηκε. Το σημαντικό όμως είναι ότι έστω και δύσκολα άντεξε. Και έναν άλλο Μάιο, αρκετές δεκαετίες μετά από εκείνο το τελευταίο παιχνίδι της στην πρώτη κατηγορία απέναντι στη Μπέρχοστ, βρήκε τον σωτήρα της στο πρόσωπο ενός Άγγλου πρώην παίκτη του πόκερ!
To πως ακριβώς έκανε λεφτά ο Τόνι Μπλουμ παραμένει ακόμα άγνωστο, αν και το όνομα του βρίσκεται στην επικαιρότητα για πάνω από μια δεκαετία. Ο 51χρονος επιχειρηματίας από το Μπράιτον ήταν για πάρα πολλά χρόνια ένας φανατικός τζογαδόρος που ξόδευε μεγάλο μέρος της μέρας του στοιχηματίζοντας ή παίζοντας πόκερ. Η τεράστια επιτυχία του στα διάφορα μεγάλα τουρνουά πόκερ υπολογίζεται ότι του έβαλε στην τσέπη περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια ευρώ, ενώ χάρη στις επενδύσεις του μετά και την είσοδο του στον χώρο των ακινήτων η περιουσία του μεγάλωσε απότομα. Αυτό που γνωρίζουμε σίγουρα είναι πως από το 2009 ο Μπλουμ είναι ιδιοκτήτης και πρόεδρος της αγαπημένης του Μπράιτον, την οποία και ανέβασε στην Πρέμιερ Λιγκ για πρώτη φορά μετά από 34 χρόνια.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/10/union4-768x431.jpg)
Ένας άνθρωπος που δεν θα ήθελες ποτέ να έχεις αντίπαλο σε μια παρτίδα πόκερ
Όταν τον Μάιο του 2018 ενδιαφέρθηκε για την απόκτηση και της Ουνιόν όλοι πίστεψαν πως αυτό που πραγματικά ήθελε ήταν να φτιάξει ένα ‘φυτώριο’ για τη Μπράιτον, που ταυτόχρονα θα του πρόσφερε λύσεις στα γραφειοκρατικά προβλήματα που πιθανόν θα δημιουργούσε το Brexit στους αγγλικούς συλλόγους. Η επιφυλακτικότητα με την οποία τον αντιμετώπισαν οι Βέλγοι δεν κράτησε πολύ. Αν και η σχέση μεταξύ των δυο ομάδων είναι αναμενόμενα πολύ καλή, τρία χρόνια μετά η σύνδεση τους παραμένει σχετικά μικρή. Την ομάδα των Βρυξελλών ‘τρέχουν’ άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με τον αγγλικό σύλλογο, με επικεφαλής τον Άλεξ Μούζιο, που εκτός από πρόεδρος είναι και κάτοχος του 10% των μετοχών, ενώ μέχρι και σήμερα οι παίκτες που έχουν πάει στο Βέλγιο ως δανεικοί από το Μπράιτον είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. “Δεν είμαι ο κλασικός πρόεδρος, που αποφασίζει τα πάντα μόνος. Περισσότερο είμαι ένας ειδικός πάνω στην επεξεργασία δεδομένων” λέει ο Μούζιο και μας εξηγεί: “Όλοι ξέρουν να αναγνωρίζουν έναν καλό παίκτη και όλοι καταλαβαίνουν πότε κάτι είναι φτηνό. Το δύσκολο είναι να συνδυάσεις αυτά τα δυο. Αυτό ουσιαστικά κάνω εγώ.”
Το βασικότερο όλων είναι ότι χωρίς να μπούνε στην ομάδα λεφτά με τη σέσουλα (το μπάτζετ της παραμένει αρκετά χαμηλό ακόμα και για τα επίπεδα του βελγικού πρωταθλήματος), ο “κοιμώμενος γίγαντας” των 30s έδειξε για πρώτη φορά μετά από αρκετές δεκαετίες κάποια σημάδια ζωής. Ο Μπλουμ έφερε μαζί του την τεχνογνωσία της Πρέμιερ Λιγκ και ένα πολύπλοκο σύστημα αξιολόγησης νέων ποδοσφαιριστών που αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η καινούργια Ουνιόν. Όταν εκείνο το πρώτο καλοκαίρι οι υπεύθυνοι του μεταγραφικού σχεδιασμού παρέλαβαν μια λίστα με 15 μεταγραφικούς στόχους που είχε φτιάξει ο τότε προπονητής Μαρκ Γκροζάν, έβαλαν τα ονόματα στη βάση δεδομένων τους και μετά από μια γρήγορη ανάλυση του επέτρεψαν τη λίστα με όλα τα ονόματα διαγραμμένα. Κανείς τους δεν είχε τον κατάλληλο συνδυασμό ποιότητας και τιμής που έψαχναν. Η Ουνιόν είχε μπει και επίσημα σε μια νέα, διαφορετική εποχή.
Τρεισήμισι χρόνια μετά οι φίλοι της ομάδας ζούνε ένα όνειρο. Μετά από αρκετές δεκαετίες στην 2η και την 3η κατηγορία η Ουνιόν επέστρεψε επιτέλους φέτος στα μεγάλα σαλόνια και μάλιστα με χαρακτηριστική άνεση καθώς τερμάτισε με 18 βαθμούς διαφορά από την 2η, παίζοντας κατά διαστήματα εξαιρετικό ποδόσφαιρο. Όπως μάλιστα φαίνεται, γύρισε με άγριες διαθέσεις κι αυτό δεν το λέμε απλά επειδή κέρδισε στην πρεμιέρα μέσα στην έδρα της γειτονικής Άντερλεχτ με 1-3. Έντεκα αγωνιστικές μετά την έναρξη του πρωταθλήματος, βρίσκεται στην 1η θέση της βαθμολογίας, ισόβαθμη με την Μπριζ, έχοντας την καλύτερη επίθεση και την καλύτερη άμυνα στη χώρα. Το Σαββάτο που μας πέρασε πρόσθεσε ένα ακόμα κεφάλαιο στο βιβλίο της φετινής τρελής πορείας της, όταν και επικράτησε με 4-2 της Σεραίνγκ παρ’ότι έχανε με 0-2 ως το 55′ και ενώ έπαιζε με παίκτη λιγότερο σε όλο το δεύτερο ημίχρονο!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2021/10/union-768x512.jpg)
Για την ώρα στα νότια των Βρυξελλών κανένας δεν αναφέρεται στη λέξη ‘τίτλος’, ούτε καν στην πιθανότητα εξόδου στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο βασικός στόχος παραμένει να μείνει η Ουνιόν όσο πιο μακριά γίνεται από το άγχος μιας μάχης για τη σωτηρία. Από την άλλη, αυτό που έχει σημασία ως τώρα είναι πως η επιστροφή στο προσκήνιο βοήθησε στο να ακουστεί ξανά το όνομα του συλλόγου, να γίνει γνωστό το ένδοξο παρελθόν του, που τόσο καιρό παρέμενε ξεχασμένο στα βιβλία της ιστορίας, και να μπει πάλι στον ποδοσφαιρικό χάρτη το ξεχωριστό γηπεδάκι της, στο πάρκο Ντούντεν στα νότιο-δυτικά της πόλης.
Ένα μικρό, παλιό και γραφικό γήπεδο δίπλα ακριβώς στο δάσος, χωρίς VIP αίθουσες, εύκολο πάρκινγκ και αναπαυτικά καθίσματα, με εξέδρες που σε κάποια σημεία γίνονται ένα με το διπλανό λόφο (από τον οποίο παρακολουθούν αρκετοί τους αγώνες τζάμπα, συχνά σκαρφαλωμένοι και σε δέντρα), με μια μεγάλη κερκίδα για όρθιους που κάθε old school ποδοσφαιρόφιλος θέλει να επισκεφτεί έστω μια φορά, ειδικά σε κάποιο ντέρμπι με κάποια ομάδα της πόλης. Γι’αυτό άλλωστε συχνά στις κερκίδες του συναντάς πολλούς φοιτητές από άλλες χώρες που μένουν στις Βρυξέλλες και ψάχνουν μια ιδιαίτερη ποδοσφαιρική εμπειρία. Όπως δήλωσε άλλωστε και ο Μούζιο, ένας από τους αρκετούς λόγους που επιλέχθηκε η Ουνιόν ήταν το προφίλ των οπαδών της, που είναι εκδηλωτικοί αλλά ταυτόχρονα χαλαροί και ανοιχτοί σε όλους τους ανθρώπους εκτός της περιοχής τους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής ή θρησκείας.
Ένα γήπεδο που είναι κανονικό μνημείο, αφού το κτίριο της κεντρικής θύρας του, με την εντυπωσιακή αρτ ντεκό πρόσοψη που χτίστηκε έναν αιώνα πριν, έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο. Αυτό βέβαια σημαίνει πως η Ουνιόν δεν έχει σχεδόν καμία δυνατότητα ανακαίνισης του αφού σύμφωνα με τον πρόεδρο της, “ακόμα και αν θέλουμε να γκρεμίσουμε έναν μικρό τοίχο, χρειαζόμαστε ειδική άδεια από πολλούς φορείς”. Σύμφωνα με τον Άγγλο αμυντικό της ομάδας, Κρίστιαν Μπέρτζες: “Το γήπεδο μας μοιάζει λες και είναι βγαλμένο από τη ρωμαϊκή εποχή, σαν ένα περίεργο αμφιθέατρο με τα σκαλοπάτια να καταλήγουν σχεδόν μέσα στο δάσος.”
Μέσα στα σχέδια των Άγγλων, που ήδη έχουν ρίξει αρκετά λεφτά στη βελτίωση των εγκαταστάσεων του προπονητικού κέντρου και στη δημιουργία ακαδημιών, είναι να αποκτήσει κάποια στιγμή η ομάδα ένα νέο, μοντέρνο γήπεδο αλλά αυτό λογικά θα αργήσει, αφού το να βρεθεί χώρος στις Βρυξέλλες και να αποκτηθούν οι κατάλληλες άδειες είναι εξαιρετικά δύσκολο και χρονοβόρο. Μέχρι τότε οι φανατικοί της Ουνιόν θα πρέπει να περιμένουν υπομονετικά στις μεγάλες ουρές που σχηματίζονται στις λιγοστές εισόδους και στις παλιές τουαλέτες, κάτι που πάντως δεν φαίνεται να πτοεί κανέναν, αφού όπως λένε αρκετοί, “εδώ το κάναμε και μας άρεσε στις εποχές που παίζαμε στην 3η κατηγορία, θα έχουμε πρόβλημα τώρα;”
sombrero.gr
-
Άλκμααρ – Ουτρέχτη 5-5: Έξι «ελληνικά» γκολ από Παυλίδη – Δουβίκα, ποτέ κάτι αντίστοιχο εφέτος στη Superleague 1
Τάσος Δουβίκας και Βαγγέλης Παυλίδης «έλαμψαν» στην ισοπαλία της Άλκμααρ με την Ουτρέχτη, καθώς πέτυχαν αμφότεροι χατ τρικ! Σε κανένα ματς της τρέχουσας Super League δεν είχαμε έξι «ελληνικά» γκολ εφέτος.
Γαλανόλευκη ματσάρα στην Eredivisie! Σε ένα απίστευτο ματς η Άλκμααρ και η Ουτρέχτη αναδείχθηκαν ισόπαλες με 5-5 με πρωταγωνιστές τους Τάσο Δουβίκα και Βαγγέλη Παυλίδη, οι οποίοι έκαναν αμφότεροι χατ τρικ, ενώ ο πρώτος είχε και δυο ασίστ. Βασικοί και αναντικατάστατοι ο Παντελής Χατζηδιάκος για τους γηπεδούχους και ο Βασίλης Μπάρκας για τους φιλοξενούμενους.
Oι φιλοξενούμενοι πήραν προβάδισμα δυο γκολ με τον Δουβίκα, ο Ντέκερ μείωσε σε 1-2 στο 20' και στη συνεχεία... ανέλαβε ο Παυλίδης. Στο 30' έκλεψε τη μπάλα, βγήκε τετ α τετ με τον συμπαίκτη του στην Εθνική, Βασίλη Μπάρκα και τον νίκησε με διπλή προσπάθεια. Στο 34' μετά από σέντρα του Μιχαΐλοβιτς κοντρόλαρε με το στήθος, βγήκε σε θέση βολής και με δυνατό σουτ ανέτρεψε το σκορ. Η Ουτρέχτη βρήκε το γκολ της ισοφάρισης στο 41' όταν ο Δουβίκας έκανε τακουνάκι μέσα στην περιοχή και ο Βιργκέβερ εξ επαφής διαμόρφωσε το 3-3
Στο δεύτερο μέρος ο πρώην επιθετικός του Αστέρα Τρίπολης και του Βόλου έκανε το 4-3 στο 65' με σουτ μέσα από την περιοχή και ισοφάρισε πέντε λεπτά αργότερα ο Ντε Βιτ. Στο 78' ο Παυλίδης υπέγραψε τη δεύτερη ανατροπή της ομάδας του με προβολή από το ύψος του πέναλτι. Στο 80΄ο Δουβίκας έδωσε τη δεύτερη του ασίστ και ο Φαν Ντε Στρεκ διαμόρφωσε το τελικό 5-5, με τον 23χρονο Έλληνα σέντερ φορ να έχει εμπλοκή και στα πέντε γκολ της ομάδας του!
Χαρακτηριστικό είναι πως σε κανένα ματς της τρέχουσας Super League μέχρι στιγμής δεν έχουν μπει έξι «ελληνικά» γκολ. Το φετινό... highscore είναι τα τέσσερα τέρματα που μπήκαν στην ισοπαλία του Ολυμπιακού με τον ΠΑΣ Γιάννινα στου Ζωσιμάδες, από Φορτούνη (δις), Παμλίδη και Λιάσο.
O Παυλίδης έφτασε τα 15 γκολ σε 19 εμφανίσεις στην τρέχουσα σεζόν, ενώ ο Δουβίκας σε ίδιο αριθμό συμμετοχών έχει σκοράρει έντεκα φορές και έχει δώσει δυο ασίστ.
https://www.gazzetta.gr/football/eredivisie/2192376/alkmaar-oytrehti-5-5-exi-ellinika-gkol-apo-paylidi-doybika-pote-kati
-
Στο πιο ακραίο φινάλε πρωταθλήματος των τελευταίων χρόνων, η Ουνιόν Σεν-Ζιλουάζ, η Γκενκ και η Αντβέρπ διεκδικούσαν στο Βέλγιο τον τίτλο έχοντας ένα μόνο βαθμό διαφορά.
Μέχρι το 88' πρωταθλήτρια ήταν η Ουνιόν που κέρδιζε 1-0 εντός την αδιάφορη Μπριζ. Μετά κατάφερε και έφαγε... τρία (3) γκολ!
Από το 89' έως το 94' πρωταθλήτρια ήταν η Γκενκ, που στο διάστημα αυτό κέρδιζε με 2-1 την Αντβέρπ.
Στο 94' η μπάλα στρώθηκε έξω από την περιοχή στον Τόμπι Αλντερβάιρελντ (στον 34χρονο σέντερ μπακ Τόμπι Αλντερβάιρελντ!), αυτός την έστειλε συστημένη στο παραθυράκι της εστίας, έκανε το 2-2 και χάρισε στην Αντβέρπ το πρώτο της πρωτάθλημα από το 1957!
Ο ορισμός του "Αυτά δεν γίνονται!".
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/347427675_578302677625456_4021068678387054259_n.jpg?stp=cp6_dst-jpg_p180x540&_nc_cat=100&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=ZdyungcTv5MAX9l_6Ut&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfBD-5ZF1zW4K6g7WPJbnGQWrNpC34uylVAFrWh1DkrTWA&oe=6484FDD9)
Απόδοση στο να γίνει αυτή η ιστορία κείμενο στο Σομπρέρο μετά από 10-15 χρόνια: 1,05
Πώς κύλησε το 90λεπτο:
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/347591225_289651356823193_3546216323323998374_n.jpg?_nc_cat=101&ccb=1-7&_nc_sid=dbeb18&_nc_ohc=9fIIyBBUs44AX-209Kj&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfAvG85JyKRY91V9Nhwp3dYTXNwygEgnqTr6RbHgYPrwFQ&oe=6484590E)
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=644399534389176&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Τον Αύγουστο του 2018 ο προπονητής της ισλανδικής Γκρότα, Όσκαρ Θόρβαλντσον, έβαλε αλλαγή σε ένα ματς 3ης κατηγορίας τον γιο του, Όρι Όσκαρσον. Ο Όσκαρσον (δηλαδή ο "Γιος του Όσκαρ") πρόλαβε να σκοράρει δυο φορές στο ντεμπούτο του. Λίγες μέρες μετά είχε γενέθλια. Έκλεισε τα 14!
Κάποια στιγμή η Κοπεγχάγη ανακάλυψε τον μικρό, τον «τσίμπησε», τον έστειλε μια σεζόν δανεικό και φέτος τον υπολογίζει κανονικά για την πρώτη ομάδα. Στον χθεσινό προκριματικό του CL απέναντι στην πρωταθλήτρια Ισλανδίας, Μπρέιδαμπλικ, τον ξεκίνησε βασικό στην επίθεση και ο 18χρονος έβαλε 3 γκολ και έδωσε μια ασίστ!
Οι Δανοί νίκησαν με 6-3 και διέκοψαν την ιστορική πορεία της Μπρέιδαμπλικ που για πρώτη φορά έκανε τρεις σερί προκρίσεις στην Ευρώπη. Προπονητής των Ισλανδών είναι ο... Όσκαρ Θόρβαλντσον. Ο μπαμπάς του.
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/362982581_683043493858113_6787499283090779662_n.jpg?_nc_cat=105&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=wX6RnudOgVUAX9mhN4h&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AfCTPpTHZc5Jfvbzzi8NKauHRgDvWh0tF6is_0SGhuePXg&oe=64D1CA7A)
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=683061857189610&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
O τερματοφύλακας Γιόναταν Γιόχανσον είχε παρατήσει το ποδόσφαιρο το 2021 και δούλευε ως ηλεκτρολόγος. Κάποια στιγμή όμως του έλειψε η μπάλα και την άνοιξη γύρισε στα γήπεδα προσωρινά ως σέντερ μπακ (!) σε μια ερασιτεχνική ομάδα της Νορβηγίας.
Στις αρχές Ιουνίου και ενώ ήταν διακοπές στη Ρόδο ένας παλιός συμπαίκτης του που είναι τώρα προπονητής στην Κλάκσβικ από τα Νησιά Φερόε τον πήρε τηλέφωνο για να τον ρωτήσει αν θέλει να δοκιμάσει ξανά την τύχη του κάτω από τα δοκάρια, καθώς έχει ξεμείνει από τερματοφύλακες.
Ο 31χρονος δέχτηκε την πρόταση, πήγε ως λύση ανάγκης "για μερικές εβδομάδες", φόρεσε ξανά τα γάντια του μετά από δυο χρόνια, κράτησε ανέπαφη την εστία στα 3 από τα 4 ματς ως τώρα των προκριματικών του CL και το φθινόπωρο θα παίζει σε ευρωπαϊκούς ομίλους, αφού οι απίθανοι «ψαράδες» απέκλεισαν μετά τη Φερεντσβάρος και την πρωταθλήτρια Σουηδίας, Χάκεν!
Και το όνειρο συνεχίζεται...
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/365196165_682774140551715_1876616074933535851_n.jpg?_nc_cat=103&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=QFapGhuv_dsAX9uwpEy&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfDJaUstsW59wAEHFDojoUSTOtCk61tW-ZKDNIOfgBMmig&oe=64CFF7AA)
Με άλλα λόγια, μια ομάδα από μια πόλη 5.000 κατοίκων των Νησιών Φερόε είναι δυο προκρίσεις μακριά από τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ!
Κι αν αυτό το σενάριο ακούγεται ακόμα ως ουτοπικό, το σίγουρο είναι ότι για πρώτη φορά θα υπάρχει μια ομάδα από εκεί σε ευρωπαϊκούς ομίλους (Γιουρόπα ή Κόνφερενς, ανάλογα τι θα κάνουν στον επόμενο γύρο με τη Μόλντε).
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=682982910530838&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Όπως έχουμε γράψει παλιότερα, για να παίξεις μπάλα στη Γροιλανδία πρέπει να το θέλεις πολύ. Μιλάμε για ένα νησί που καλύπτεται κατά 80% από πάγο, που οι μετακινήσεις από πόλη σε πόλη είναι είτε αδύνατες είτε πανάκριβες, που το χειμώνα κάνει αδιανόητο ψοφόκρυο και το καλοκαίρι σκέτο ψοφόκρυο.
Ακόμα κι έτσι όμως το ποδόσφαιρο λατρεύεται σαν θρησκεία και παίζεται με κάθε ευκαιρία. Από τους 50.000 κατοίκους του νησιού σχεδόν το 10% έχει ποδοσφαιρικό δελτίο! Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών το πρωτάθλημα διαρκεί μια εβδομάδα τον Αύγουστο, κατά την οποία οι παίκτες παίρνουν άδεια από τις δουλειές τους, όλες οι ομάδες που προκρίθηκαν στην τελική φάση ( συνήθως είναι 8 ) συγκεντρώνονται σε μια πόλη, κοιμούνται χύμα σε γυμναστήρια και δίνουν αγώνες κάθε μέρα!
Σήμερα ξεκινάει αυτή η εβδομάδα που σε εκείνα τα απομακρυσμένα μέρη αποκαλείται και "53ο πρωτάθλημα της Γροιλανδίας".
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/364771788_688463853316077_6205300399592835507_n.jpg?stp=dst-jpg_p180x540&_nc_cat=1&ccb=1-7&_nc_sid=7f8c78&_nc_ohc=UdCd5UOfCOYAX_iGTmi&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AfAm-fN4I2-zi_FTFnAGbQ9WVyzXEefseRc4Gw1h6-188Q&oe=64D996E7)
Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα γι'αυτήν την εβδομάδα του πρωταθλήματος, μπορεί να διαβάσει το πολύ καλό παλιότερο άρθρο των New York Times.
https://www.nytimes.com/2019/09/20/sports/greenland-soccer.html?fbclid=IwAR05eQ1eIkZ5tdyMQ-WUCKd0vyNA0UQ4hdDIrKuK84hicQOBV9CzkmmbERM
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/posts/pfbid0vypNfFU5meBMbcj7ckSDRofjTqw1UYWhXT9D4uVpZy8nrHxvcE2KBf1n9tozzcRgl)
-
Το πρωί της Τρίτης ο 31χρονος Άρνι Φρέντερικσμπεργκ ξύπνησε όπως κάθε μέρα πολύ νωρίς γιατί έπρεπε να είναι στο γραφείο του στις 8. Εκεί, ως υπεύθυνος μιας εταιρείας εισαγωγής τροφίμων στα Νησιά Φερόε, πέρασε από μερικά απάλευτα μίτινγκς, τσέκαρε αμέτρητα (λέμε τώρα) τιμολόγια και μίλησε για ώρα στο τηλέφωνο με προμηθευτές από διάφορες χώρες (ανάμεσα τους βρίσκονται και κάποιοι από τη Νορβηγία, που προμηθεύουν την εταιρεία του και κατ'επέκταση τα Νησιά Φερόε με νορβηγικές κατεψυγμένες πίτσες).
Νωρίς το απόγευμα έφυγε από τη δουλειά, πήγε σπίτι να αλλάξει, πήρε την αθλητική του τσάντα, πήγε στο γήπεδο, έπαιξε 90' ως δεξί εξτρέμ και με δυο δικά του γκολ γύρισε ένα παιχνίδι προκριματικών Τσάμπιονς Λιγκ απέναντι στην πρωταθλήτρια Νορβηγίας, Μόλντε!
Χάρη σε αυτό το 2-1 η απίθανη και διάσημη πλέον Κλάκσβικ, μια ομάδα αποτελούμενη κυρίως από ηλεκτρολόγους, μηχανικούς, φοιτητές και λοιπούς ημιεπαγγελματίες, που κάνουν χωριστά προπόνηση, ανάλογα με το αν δουλεύουν πρωί ή απόγευμα στις κανονικές τους δουλειές, βρίσκεται μια ισοπαλία μακριά από τα πλέι οφ του Τσάμπιονς Λιγκ.
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/364255738_688054836690312_9170340382575201330_n.jpg?stp=dst-jpg_p180x540&_nc_cat=106&ccb=1-7&_nc_sid=730e14&_nc_ohc=Uh9-G4OREwoAX_A2p8C&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AfCYbyFlqDkSCYjAZvz_gj7SFcj1z63WppbNzRbmOzJb8w&oe=64DA0DB7)
Με αυτά τα γκολ έφτασε τα 6 (+2 ασίστ) σε 5 ματς απέναντι στις πρωταθλήτριες Ουγγαρίας, Σουηδίας και Νορβηγίας!
Εδώ το άψογο τελείωμα του στο 2-1: https://twitter.com/to_amajewski/status/1689011139286601728
El Sombrero (https://www.facebook.com/sombrerogr/posts/pfbid0237BpJjNigffKSLpbiqKJAfof18eYMjp73PbfumXFZD68z8q8gsbvHFRwoa5aPpQJl)
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2023/09/imago1012135735h-2048x1401.jpg)
Κι η κυρία προεδρίνα, έφτιαξε μια ομάδα φίνα
Αν μέχρι χθες κάποιος μη-Αυστριακός έψαχνε στο ίντερνετ το όνομα Μπριγκίτε Άνερλ θα του έβγαινε φάτσα κάρτα στην αναζήτηση ένα προφίλ στο LinkedIn. Μια σοβαρή κυρία, με ντύσιμο στελέχους πολυεθνικής. Ένας άνθρωπος που σου δίνει την εικόνα ότι ξυπνάει το πρωί σε ένα μίνιμαλ σπίτι που όλα είναι λευκά, φτιάχνει καφέ, διαβάζει τα e-mail, μπαίνει σε πολύ σοβαρά site για να μάθει τα οικονομικά νέα και στη συνέχεια μπαίνει στο ακριβό αυτοκίνητο για να πάει στα γραφεία μιας μεγάλης εταιρείας και να κάνει “σοβαρές” δουλειές και άλλα τέτοια. Αν σήμερα κάποιος κάνει αναζήτηση με το όνομα Μπριγκίτε Άνερλ θα βρει μεν πάλι το προφίλ, αλλά και την ίδια είδηση, το ίδιο βίντεο σε ένα σωρό σάιτ. Μια κυρία να χοροπηδάει σαν το κατσίκι και να μοιράζει χρήματα στους εκδρομείς οπαδούς μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, πίσω από τα κάγκελα μιας εξέδρας ενός γηπέδου, κάτω από τον ήλιο.
Πιείτε μια μπιρίτσα από μένα
Τίποτα από τα δύο δεν είναι ψέμα. Και τα δύο είναι αλήθεια, δείχνοντας ότι στο ποδόσφαιρο όλα συνδυάζονται. Δεν πρόκειται για συνωνυμία, δεν είναι κάποιο ψεύτικο βίντεο που έφτιαξε το Α.Ι. Η Μπριγκίτε Άνερλ είναι όντως μια σοβαρή και επιτυχημένη επιχειρηματίας. Και μάλιστα αυτοδημιούργητη. Μεγάλωσε στη Βιέννη σε ένα σπιτικό που δεν ήταν πλούσιο. Ξεκίνησε να σπουδάζει ιατρική, αλλά τα παράτησε όταν απέκτησε το πρώτο της παιδί. Στη συνέχεια πήγε σε μια φαρμακευτική εταιρεία ως σύμβουλος, ενώ παράλληλε σπούδαζε management υγείας. Το μεγάλο βήμα το κάνει το 2006, όταν ιδρύει τη φαρμακευτική εταιρεία Lenus Pharma στην οποία εξακολουθεί να είναι CEO. Η εταιρεία έχει μεγαλώσει πλέον αρκετά, έχει περίπου 500 υπαλλήλους και το πιο επιτυχημένο προϊόν της είναι το Profertil, ένα φάρμακο για την ανδρική γονιμότητα το οποίο διαφημίζεται με το έξυπνο σλόγκαν: «Ταχύτητα στο σπέρμα». Το φάρμακο εξάγεται κατά 90% σε περίπου 70 διαφορετικές χώρες σε πέντε ηπείρους και θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένο.
Το 2013 η Μπριγκίτε, που αγαπά και ασχολείται με το ποδόσφαιρο, μαθαίνει για τη Χάρτμπεργκ. Μια μικρή ομάδα της Αυστρίας από μία μικρή πόλη 6-7.000 κατοίκων στη Στυρία. Η Άνερλ εντυπωσιάζεται από το πάθος των ανθρώπων του συλλόγου, την αγάπη για την μπάλα και κυρίως την ανιδιοτέλειά τους αφού όλοι είναι εθελοντές, κανένας δεν πληρώνεται για να τρέξει την ομάδα, το κάνουν χαραμίζοντας τον προσωπικό τους χρόνο. Η ίδια όπως είπαμε δεν είναι άσχετη με το ποδόσφαιρο. Παρακολουθεί, της αρέσει. Αυτό που βλέπει στο Χάρτμπεργκ την πείθει. Αποφασίζει να βοηθήσει την ομάδα με μια χορηγία αρχικά. Αλλά το μεράκι γίνεται κόλλημα. Το 2017 θα γίνει πρόεδρος της ομάδας.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2023/09/imago0262497653h-1024x681.jpg)
Η κεντρική πλατεία του Χάρτμπεργκ (η φωτογραφία είναι 15ετίας οπότε μπορεί να έχει αλλάξει, αλλά δεν νομίζουμε να έχει ουρανοξύστες τώρα)
H ομάδα βρίσκεται στη Γ’ εθνική, αλλά υπό την προεδρία της ανεβαίνει στη Β’. Παρότι νεοφώτιστη δεν θα έχει πρόβλημα να κάνει ακόμα μια εξαιρετική χρονιά και να τερματίσει 2η, κερδίζοντας έτσι την απευθείας άνοδο στην Μπουντεσλίγκα της Αυστρίας. Είναι όμως διαφορετικό να κερδίζεις την άνοδο και διαφορετικό να παίρνεις την άδεια της συμμετοχής. Η αρμόδια επιτροπή της Λίγκας αρνείται δύο φορές να δώσει άδεια στη Χάρτμπεργκ για διάφορους λόγους. Από θέματα υποδομών, μέχρι οικονομικά θέματα σχετικά με τη μορφή της εταιρείας. Η Άνερλ δίνει μεγάλη μάχη μαζί με τους ανθρώπους του συλλόγου και τελικά η τρίτη απόπειρα θα είναι και η φαρμακερή. Η ομάδα θαύμα κατάφερε να επισημοποιήσει αυτό που είχε καταφέρει και στο χορτάρι, παίρνοντας τελικά την πολυπόθητη άδεια και ξεκινώντας παράλληλα τα έργα στο γήπεδο που είχε υποσχεθεί να φτιάξει. Στέγαστρα, φωτισμός επιπέδου αυστριακής Μπουντεσλίγκα, νέες (πτυσσόμενες) εξέδρες, το Profertil Arena (που έχει το όνομα του φαρμάκου που έκανε διάσημη την Μπριγκίτε) δίνει αγώνα με τον χρόνο για να φιλοξενήσει τους μεγάλους της Αυστρίας. Και τα καταφέρνει.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2023/09/imago1027011625h-1024x683.jpg)
Δεν το λες και Μπερναμπέου, αλλά κάτι κάνει
Η Χάρτμπεργκ έκανε μια πρώτη χρονιά για να σωθεί, αλλά έκανε και μερικά σπουδαία αποτελέσματα, απέναντι σε ιστορικούς αντιπάλους στο κατάμεστο γηπεδάκι της, κερδίζοντας 3-0 τη Ραπίντ Βιέννης και 2-0 τη Στουρμ Γκρατς. Καταφέρνει να μείνει κατηγορία και την επόμενη σεζόν, 2019-20, τερματίζει 6η στην κανονική διάρκεια και μπαίνει αυτή τη φορά στα πλει-οφ για το πρωτάθλημα και την Ευρώπη. Κατακτά τελικά την 5η θέση και μόλις στη 2η σεζόν της στην Α’ εθνική κερδίζει την έξοδό της στην Ευρώπη αφού στα μπαράζ θα επικρατήσει της Αούστρια σε διπλούς αγώνες. Θα είναι όμως άτυχη, καθώς λόγω του COVID τα προκριματικά ματς είναι μονά, θα κληρωθεί με την πολωνική Πιαστ Γκλίβιτσε και θα χάσει με 3-2 εκτός έδρας, χωρίς τη δυνατότητα ρεβάνς. Δυστυχώς, ο κόσμος της δεν θα μπορέσει να την απολαύσει να παίζει στην Ευρώπη.
Την επόμενη χρονιά παραλίγο να μπει στα πλει-οφ της Ευρώπης ξανά, αλλά θα ακολουθήσουν δύο μέτριες σεζόν που θα κινδυνεύσει με υποβιβασμό. Προς το παρόν καταφέρνει κάθε χρόνο να σώζεται. Δεν είναι η ομάδα με τον πολύ κόσμο, είπαμε μιλάμε για μια μικρή πόλη, δεν είναι η ομάδα με τα πολλά λεφτά, αλλά είναι μια ομάδα που προσπαθεί με την αγάπη των ντόπιων και την τεχνογνωσία μιας επιτυχημένης ιδιοκτήτριας να κρατηθεί στα πόδια της. Φέτος η ομάδα έχει ξεκινήσει συμπαθητικά και αυτό το εκτός έδρας 0-3 μέσα στη Φόλφσμπεργκ έφερε τεράστια χαρά στον κόσμο και την Μπριγκίτε. Και κάπως έτσι έγινε viral, πηγαίνοντας κοντά στους εκδρομείς οπαδούς και μοιράζοντας 300€. Δεν το έκανε για ελεημοσύνη, ούτε γιατί… τα χώνει τους οργανωμένους. Όπως είπε και η ίδια: «Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω. Οι οπαδοί αντιμετώπισαν τρομερή ζέστη σήμερα. Οι εξέδρες ήταν συνέχεια κάτω από τον ήλιο. Οδήγησαν για να έρθουν εδώ. Ξόδεψαν τον χρόνο από το Σαββατοκύριακό τους για να έρθουν σε μας. Το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να πληρώσεις για να πιουν κάτι.»
&t=53s
Στιγμές χαράς για τον σύλλογο και την προεδρίνα
Η Μπριγκίτε δεν είναι ο απόμακρος ιδιοκτήτης από την πρωτεύουσα που ήρθε να ξεβλαχέψει τους Χαρτμπεργκέους. Τη βλέπεις ανάμεσά τους, δίπλα στον πάγκο να χορεύει (μεταξύ μας, όχι τόσο επιτυχημένα) και να πανηγυρίζει στις επιτυχίες της ομάδας. Να αγκαλιάζει τους παίκτες, να τραγουδάει live στην τηλεόραση με ένα μπουκέτο λουλούδια στο ένα χέρι και τη σημαία της ομάδας στο άλλο. «Το ποδόσφαιρο είναι συναίσθημα» θα πει η CEO της Lenus Pharma. Οι παίκτες μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για την ενέργεια που τους μεταδίδει και πόσο ζεστός άνθρωπος είναι. Και κυρίως, έχει καταφέρει να ξεπεράσει όλες τις προκαταλήψεις που ακολουθούν τις γυναίκες στο ποδόσφαιρο. «Για μένα δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Δεν βλέπω και δεν νιώθω κάτι τέτοιο. Αλλά δεν ένιωσα και ποτέ να βρίσκομαι σε μειονεκτική θέση. Για μένα, αξίες όπως η αφοσίωση και ο ενθουσιασμός είναι πιο σημαντικές από το φύλο». Προσπαθεί να κανονίζει το πρόγραμμά της με βάση τους αγώνες της ομάδας, αλλά αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Κλείνει τον προπονητή, ενώ βρίσκεται στη Σιγκαπούρη, μαθαίνει για μεταγραφές ανάμεσα σε meeting στην Κίνα. Όταν η ομάδα κατάφερε να πάρει την άνοδο, έστειλε με δικά της έξοδα όλη την ομάδα διακοπές στη Μαγιόρκα. Μάλιστα, ήταν πριν ακόμα πάρει την άδεια η ομάδα και οι παίκτες εμφανίστηκαν με μπλουζάκια: «Δεν έχουμε άδεια για την Μπουντεσλίγκα, αλλά έχουμε άδεια να πιούμε».
Πλέον η ομάδα είναι πολύ οργανωμένη. Η πρόεδρος αναγκάζεται συχνά να ταξιδεύει στο εξωτερικό, δεν μπορεί να βρίσκεται πάντα κοντά στην ομάδα, αλλά έχει στελεχώσει τα γραφεία με ικανούς ανθρώπους και σε συνδυασμό με τους εθελοντές συνεχίζει να λειτουργεί όσο καλύτερα μπορεί. Προσπαθεί να μην μπλέκεται στο αμιγώς αγωνιστικό. Μιλάει με τους προπονητές πριν τους προσλάβει, αλλά περισσότερο για να δει τον χαρακτήρα τους, την προσωπικότητά τους. Για τα άλλα, ασχολείται ο αθλητικός διευθυντής. Θεωρείται τόσο επιτυχημένη που το όνομά της ακούστηκε για την προεδρία μεγάλων συλλόγων της χώρας, ενώ κυκλοφόρησε η φήμη ότι θέλει να επενδύσει και σε ξένες ομάδες.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2023/09/Dein-TSV-Hartberg-Folge-11-1024x559.png)
Το ΣΚ χοροπηδάμε σαν τα κατσίκια, τη Δευτέρα έχουμε τρία calls, 3209 e-mail και ένα Δ.Σ.
Ο μεγάλος επόμενος στόχος της προέδρου είναι το νέο στάδιο της ομάδας. Ο σύλλογος έχει άδεια μέχρι το 2025-26 και μετά θα τη χάσει εξαιτίας της μορφής του σταδίου και του τρόπου κατασκευής του. Η Μπριγκίτε προσπαθεί να βάλει τις βάσεις για το έργο και ελπίζει σε οικονομική βοήθεια από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Στυρίας. «Δεν θα είναι ένα έργο μόνο για μας, αλλά για ολόκληρη την περιοχή. Το μοναδικό γήπεδο 4 αστέρων ΟΥΕΦΑ ανάμεσα στη Βιέννη και το Γκρατς».
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
Το 2005 η Ρέντ Μπουλ αγόρασε την Αούστρια Σάλτσμπουργκ και, αδιαφορώντας για τα 72 χρόνια ιστορίας της, άλλαξε άμεσα το όνομα της, τα χρώματα της και το σήμα της. Κάποιοι οπαδοί της Αούστρια δεν είχαν πρόβλημα με τις αλλαγές αυτές και απλώς μια μέρα άλλαξαν τη γκαρνταρόμπα τους και το όνομα στα συνθήματα τους. Κάποιοι άλλοι αδιαφόρησαν για τις κούπες που θα έρχονταν με το τσουβάλι και ίδρυσαν από την αρχή μια νέα Αούστρια Σάλτσμπουργκ, που ξεκίνησε από την 7η κατηγορία.
Σήμερα για πρώτη φορά οι δυο τους βρέθηκαν αντιμέτωπες σε αγώνα κυπέλλου Αυστρίας. Οι οπαδοί της Αούστρια γέμισαν το γήπεδο και υποδέχτηκαν τους αντιπάλους με ένα κορεό που δείχνει τον (ντόπιο) Μότσαρτ να βαράει με το βιολί του τον ταύρο της εταιρείας. Αν και έχαναν από τα πρώτα λεπτά δεν σταμάτησαν να τραγουδούν ενώ στην αρχή του 2ου ημιχρόνου έκαναν κι ένα σόου με πυρσούς και πυροτεχνήματα και κάπως έτσι υπενθύμισαν σε όλη τη χώρα πως η Αούστρια Σάλτσμπουργκ είναι ακόμα ζωντανή και θα παραμένει ζωντανή όσο υπάρχουν τόσοι άνθρωποι που τη στηρίζουν ανεξαρτήτως επιτυχίας και κατηγορίας. Η κανονική Αούστρια, με τα παραδοσιακά μοβ της, αυτά που φορούσαν οι παππούδες και οι μπαμπάδες τους όταν πήγαιναν στο γήπεδο.
Όσο για το αποτέλεσμα; Στο 75' η ομάδα της Ρέντ Μπουλ βρίσκεται μπροστά στο σκορ με 0-3, κάτι απόλυτα φυσιολογικό αφού η διαφορά δυναμικότητας είναι τεράστια: Η μια παίζει στο CL, η άλλη αγωνίζεται στην 3η κατηγορία. Όπως σχολιάσαμε και πιο πάνω όμως, οι οπαδοί της Αούστρια δεν φάνηκαν να πτοούνται από τη σίγουρη ήττα. Άλλωστε, αν ήταν από αυτούς που τους νοιάζει μόνο το αποτέλεσμα ενός αγώνα, το σημερινό παιχνίδι δεν θα γινόταν ποτέ.
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/376899533_718228357006293_4910112746051689815_n.jpg?stp=cp6_dst-jpg&_nc_cat=105&ccb=1-7&_nc_sid=49d041&_nc_ohc=duLFZhTDdHUAX-UkZrF&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AfCKBLxj-OkNduzVhW3KfKq9vzEzEqAXzzebnB3zbonjeg&oe=651896D9)
Η (πιο αναλυτική) ιστορία της Αούστρια και των οπαδών της είναι μια από τις 45 που υπάρχουν στο βιβλίο "Ο γύρος του κόσμου με ένα σομπρέρο" που μας το προτείνουν συνέχεια διάφοροι γνωστοί και άγνωστοι. Κάποια στιγμή θα το διαβάσουμε κι εμείς. Εσείς πάντως το βρίσκετε στα περισσότερα βιβλιοπωλεία και για ηλεκτρονικές παραγγελίες εδώ: https://mikk.ro/DGdb
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/376889332_718250273670768_5957935439588206051_n.jpg?_nc_cat=102&ccb=1-7&_nc_sid=6a0516&_nc_ohc=fwbbOwchK3oAX_lbT83&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AfAkIAHGq_yZby0CZgkt1_2xfAGBOZ6c_I7ENLNM6yJBig&oe=6519C2CC)
Η κερκίδα των γηπεδούχων την ώρα που η ομάδα τους έχανε με 0-1:
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/382978037_718250460337416_71037680160888910_n.jpg?_nc_cat=108&ccb=1-7&_nc_sid=6a0516&_nc_ohc=IVHhMyZ4G50AX8loKgw&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AfDPGOhBC-IKRicTlgyvzMgLsZIEUJKUUermge8ivs8CfA&oe=6518B0FC)
O τερματοφύλακας της Αούστρια με την απαραίτητη κοιλίτσα της 3ης κατηγορίας και με φανέλα που γράφει "Not for sale". 😎
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=718249830337479&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
"Δεν είχες κι εσύ κάποτε αυτό το όνειρο;"
Οι οπαδοί της Βασιλείας το πήγαν σε άλλο επίπεδο!
El Sombrero (βίντεο) (https://www.facebook.com/sombrerogr/videos/basel-fans/1581901679015803/)
-
Στις αρχές της χρονιάς το Σαν Μαρίνο βρισκόταν στη 211η θέση της κατάταξης της ΦΙΦΑ, δηλαδή είναι και επίσημα η χειρότερη εθνική ομάδα του πλανήτη.
Εφτά ήττες, 0-24 γκολ αλλά και αρκετή θετική αύρα αργότερα έχει σκαρφαλώσει στη θέση 207! Κάποιος κακοπροαίρετος, από αυτούς που αποκαλούμε "η ψυχή του πάρτι", θα πρόσθετε ότι αυτό έγινε μόνο και μόνο γιατί τέσσερις χώρες που βρίσκονταν πάνω του αφαιρέθηκαν από τη λίστα, μιας και δεν έχουν δώσει αγώνα τα τελευταία 4 χρόνια, αλλά ας μην αφήσουμε μερικές ανούσιες, τεχνικές λεπτομέρειες της διεφθαρμένης ΦΙΦΑ να χαλάσουν μια όμορφη ιστορία.
Τον Απρίλιο η ομάδα θα συμπληρώσει 20 χρόνια από τη μέρα που έκανε την τελευταία και ταυτόχρονα πρώτη νίκη της, εκείνο το θρυλικό 1-0 με το Λίχτενσταϊν. Εχθές στο Μπέλφαστ η ομάδα των αλύγιστων ερασιτεχνών έδωσε τον 133ο αγώνα της από τότε. Μιας και η αντίπαλος Β. Ιρλανδία βρίσκεται σε κακή κατάσταση τελευταία (με 2 νίκες σε 13 ματς), στις τάξεις του γκρουπ των πιστών οπαδών που ακολουθεί παντού το Σαν Μαρίνο (δεν το βγάλαμε από το μυαλό μας), γνωστό και με το υπέροχο όνομα "Η ταξιαρχία που δεν χαίρεται ποτέ" (ούτε αυτό το βγάλαμε από το μυαλό μας), υπήρχε μια συγκρατημένη αισιοδοξία του στιλ "μήπως έφτασε η μεγάλη μέρα;". Όπου «μεγάλη μέρα» μπορείς να πεις οποιαδήποτε θα περιλάμβανε μια νίκη, μια ισοπαλία ή έστω ένα γκολ στην αντίπαλη εστία που θα ήταν και το πρώτο επίσημο μετά από δυο χρόνια.
Στο 5' το σκορ ήταν 1-0. Στο 11' είχε γίνει το 2-0. Στο τέλος το ματς έληξε 3-0. Τελικά δεν ήταν ούτε αυτή η μεγάλη μέρα. Η προσπάθεια συνεχίζεται.
"Δεν ειν' αργά, δεν ειν' αργά ποτέ, φτάνει να θέλεις, να επιμένεις, να πιστεύεις. Για νέες ήττες, για νέες συντριβές. Για όσα ποθείς μονάχα αξίζει να παλεύεις" που τραγουδούσαν (για άλλους λόγους) και κάτι Έλληνες ροκάδες τριάντα χρόνια πριν.
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/392822469_729543325874796_4258507563422090286_n.jpg?stp=dst-jpg_p180x540&_nc_cat=108&ccb=1-7&_nc_sid=5f2048&_nc_ohc=7Vlp19BUM2UAX-KV4o0&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AfAt9NemloL_GCEYx-qax0qQHOg3_e47RuKhD3tWNaCpgA&oe=65320D19)
Αν θέλεις να διαβάσεις περισσότερα, πριν λίγες μέρες ανέβηκε αυτό το ωραίο αφιέρωμα στο ESPN:
https://www.espn.com/soccer/story/_/id/38519669/san-marino-worst-national-team-massive-pride-euro-2024
"Μη λες ποτέ, ποτέ μη λες ποτέ
Τ' αύριο πάντοτε θα' ναι μια άλλη μέρα
Καινούριοι θρήνοι και πιο βαθιές πληγές
Σε περιμένουνε λιγάκι παραπέρα"
Τα παιδιά στην κερκίδα είναι η μόνη σου ελπίδα:
(https://scontent.fath4-2.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/392758515_729574175871711_2885642679208095355_n.jpg?_nc_cat=107&ccb=1-7&_nc_sid=5f2048&_nc_ohc=-ZjXuDuFfwoAX-yrHMg&_nc_ht=scontent.fath4-2.fna&oh=00_AfB8SdQp9HoQkAS3VqBbAtqNDSlFKAG2aymackG79FVgCg&oe=6532B287)
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=729543332541462&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Ο Μπο Λάρσον έπαιξε για 14 χρόνια στη Μάλμε, κέρδισε 6 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα, έβαλε κοντά στα 300 γκολ, αναδείχθηκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος, έγινε αρχηγός της εθνικής Σουηδίας και έπαιξε σε τρία Μουντιάλ. Μέχρι και σήμερα θεωρείται ένας από τους καλύτερους και πιο ολοκληρωμένους παίκτες που έχουν περάσει από την ομάδα αλλά και το σουηδικό πρωτάθλημα.
Όλα αυτά βέβαια παλιά. Ο Λάρσον έπαιξε το τελευταίο του παιχνίδι πριν από 45 χρόνια. Οι περισσότεροι που πηγαίνουν στο γήπεδο τώρα δεν τον έχουν δει ποτέ να στέλνει τη μπάλα στα δίχτυα. Αυτό όμως δεν έχει καμία σημασία, όπως είδαμε και πρόσφατα όταν 30.000 άνθρωποι στη Σαρδηνία πήγαν σε μια κηδεία ενός ανθρώπου που έπαιζε μπάλα στην Κάλιαρι 50-60 χρόνια πριν. Αυτές οι ιστορίες περνάνε από στόμα σε στόμα, από μπαμπά σε παιδί κι έτσι μένουν ζωντανές για πάντα.
Ο Μπο Λάρσον έφυγε από τη ζωή πριν από λίγους μήνες. Στο χθεσινό παιχνίδι της Μάλμε οι οπαδοί τον τίμησαν με αυτό το εκπληκτικό σχέδιο, που επιβεβαιώνει ότι η οπαδική σκηνή της χώρας έχει περάσει σε άλλο δημιουργικό επίπεδο. Σε αυτό, τον Λάρσον υποδέχονται στον παράδεισο διάφοροι θρύλοι του συλλόγου που έχουν φύγει από τη ζωή ενώ στο βάθος τον περιμένει ο «Αρχηγός», ο Έρικ Πέρσον, ο εμβληματικός πρόεδρος που έκανε κουμάντο στην ομάδα για σχεδόν 40, άκρως επιτυχημένα, χρόνια.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/443837664_870325031796624_8096607043932332304_n.jpg?_nc_cat=108&ccb=1-7&_nc_sid=5f2048&_nc_ohc=CRcBse7sBfIQ7kNvgGOF_vA&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AYDMwW7s8X3z7qeR5617th7FyPJQgkY10qYulkKm0N2BVg&oe=6657DE6B)
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=870325048463289&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Κάποιες φορές είναι δύσκολο να καταλάβεις αν τα δάκρυα είναι χαράς ή λύπης από μια φωτογραφία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το δεύτερο και μάλιστα όχι για κάποια εφήμερη αποτυχία, αλλά για ένα οριστικό τέλος. Η Οστάνδη είναι μια παραλιακή πόλη στη Φλάνδρα του Βελγίου με ομάδα με ιστορία από το 1904. Το 2020 την K.V. Oostende αγόρασε ένα επενδυτικό γκρουπ από τις ΗΠΑ. Το ίδιο γκρουπ έχει αγοράσει πολλές ομάδες, όπως την Τουν, την Μπάρνσλεϊ, την Έσμπιεργκ και τη Νανσί. Aρκετές από αυτές με φριχτά αποτελέσματα (η Νανσί έπεσε, η Μπάρνσλεϊ αντιμετώπισε προβλήματα). Η Οστάνδη από την Α' εθνική και κέρδη 2 εκατομμυρίων το 2020, έφτασε να βρίσκεται στον πάτο της Β' εθνικής με ζημίες άνω των 5 εκατομμυρίων. Ο Πολ Κόνγουεϊ, ένας από τους συνιοδιοκτήτες, αναγκάστηκε να φυγαδευτεί στις τουαλέτες του γηπέδου πριν λίγους μήνες, καθώς θεωρείται υπεύθυνος. Για να σώσει τη Νανσί (που δεν τα κατάφερε), η Οστάνδη αγόρασε έναν παίκτη της για... 5 εκατομμύρια €, ουσιαστικά πήρε τα λεφτά από τη μία ομάδα για να σώσει την άλλη. Τα χρέη οδήγησαν την Οστάνδη όχι μόνο στην 13η θέση της Β' εθνικής, αλλά και στο να μην μπορεί να πάρει άδεια. Ο ίδιος ο Κόνγουει σαμποτάρισε κάθε προσπάθεια ώστε να βρεθεί κάποιος αγοραστής για τον σύλλογο και αφού τελικά φάνηκε να πείθεται να δώσει την ομάδα με τιμή 1€ (και μαζί όλα τα χρέη), άλλαξε απόφαση και ζήτησε άλλες 600.000. Το αποτέλεσμα είναι η Οστάνδη να πρέπει να οδηγηθεί στα ερασιτεχνικά, κάτι που με τα χρέη της είναι μη βιώσιμο. Έτσι, μετά από 100+ χρόνια ζωής η ομάδα έκανε τα "χαρτιά" της για χρεοκοπία και διάλυση. Ο κόσμος μαζεύτηκε για μια τελευταία φορά και κήδεψε την αγαπημένη του ομάδα (δεν κάνουμε πλάκα). Παιδιά και ηλικιωμένοι, ντυμένοι με τα χρώματα του συλλόγου, έκλαιγαν στις εξέδρες του γηπέδου και είπαν το τελευταίο αντίο στην ομάδα τους.
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/447702094_876698011159326_1922462545341281305_n.jpg?_nc_cat=104&ccb=1-7&_nc_sid=5f2048&_nc_ohc=ieqPF4mULOcQ7kNvgHkrf-l&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AYAYv4mPe-KLLneBMl7r4KapBdJpC0Jpg0EAC5jk8S2KvQ&oe=66650EA8)
Το εντυπωσιακό βίντεο από το "τελευταίο αντίο" των οπαδών στην ομάδα τους που διαλύεται:
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo/?fbid=876757897820004&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Όσο εμείς ασχολούμαστε με τα ευρωπαϊκά παιχνίδια και τους Ολυμπιακούς Αγώνες κάπου στα βορειοδυτικά της ηπείρου παίζεται το 54ο πρωτάθλημα Γροιλανδίας. Όχι κάποια αγωνιστική. Όλο το πρωτάθλημα! Ξεκίνησε το προηγούμενο σ/κ και θα ολοκληρωθεί το Σάββατο με τον τελικό.
Παρά τις αμέτρητες αντιξοότητες που υπάρχουν σε ένα νησί που δεν έχει δημιουργηθεί για να παίζεις μπάλα, το ποδόσφαιρο παραμένει η μεγάλη αγάπη των ντόπιων. Γι'αυτό για άλλη μια χρονιά οι καλύτερες ομάδες της περιοχής συγκεντρώθηκαν σε μια πόλη και παίζουν σχεδόν κάθε μέρα για να αναδείξουν τον νέο πρωταθλητή.
Το φετινό πρωτάθλημα φιλοξενείται μόλις για τρίτη φορά στο δροσερό Κεκερταρσουάκ, μια μικρή, απομακρυσμένη πόλη 839 κατοίκων στην οποία φτάνεις το καλοκαίρι μόνο με καράβι και το χειμώνα μόνο με ελικόπτερο. Επειδή η πόλη διαθέτει μόνο ένα μικρό ξενοδοχείο, κάποιες αποστολές κοιμούνται στρωματσάδα σε ένα κλειστό γυμναστήριο. Ακόμα και σε αυτό το μέρος όμως υπάρχει ένα γήπεδο ποδοσφαίρου που, όπως βλέπουμε στη φωτογραφία, έχει και μια θέα που σε ανταμείβει για την ταλαιπωρία που πέρασες για να φτάσεις ως εκεί.
Αν για κάποιο δικό σου μαζοχιστικό λόγο ενδιαφέρεσαι να παρακολουθήσεις την αγωνιστική δράση (τα παιχνίδια μεταδίδονται ζωντανά στο youtube), ενημερώνουμε πως τα μεγάλα φαβορί για άλλη μια σεζόν είναι η Β-67 και η Ν-48 που δεν είναι ονόματα υποβρυχίων αλλά οι σύλλογοι με τους περισσότερους τίτλους.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/454493196_918714263624367_5062161721451674851_n.jpg?_nc_cat=103&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=hHhgQpUnmXQQ7kNvgFb4Twl&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&oh=00_AYBftTFfrDQEY_U4pPV1pB2SSSgn90SdjS-OKfj3rgNCDA&oe=66B97E8A)
Αν είσαι λάτρης των ποδοσφαιρικών σημάτων, αυτός είναι ένας χάρτης με όλες τις ομάδες του νησιού. Δεν γνωρίζουμε πόσες εξ αυτών λειτουργούν μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα με κάτι παλιότερα στατιστικά το 10% του πληθυσμού έχει περάσει από μια ποδοσφαιρική ομάδα.
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/454370506_919215660240894_3866612344032542040_n.jpg?_nc_cat=110&ccb=1-7&_nc_sid=bd9a62&_nc_ohc=_WwvbQQR-GEQ7kNvgG6Ad8C&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&oh=00_AYARgZRL1zn7tKjaE6Rew-Ua5a6skj54-LVIi3XdQVuitQ&oe=66B97F99)
Εχθές ένας παίκτης της Β-67 την είδε ξαφνικά Ζιντάν και πέτυχε αυτό το γκολ:
https://x.com/sombrerogr/status/1821205710618726517
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo/?fbid=919215186907608&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
Παναγιωτάκη ξέρεις...
-
Εχθές ένας παίκτης της Β-67 την είδε ξαφνικά Ζιντάν και πέτυχε αυτό το γκολ:
https://x.com/sombrerogr/status/1821205710618726517
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo/?fbid=919215186907608&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
Παναγιωτάκη ξέρεις...
τα εισιτήρια από Γροιλανδία για Γιάννενα καθιστούν ανέφικτη την πρόταση...
-
Μπορούν να τα βάλουν από την τσέπη τους.Οι παίχτες.
-
«Αντίο» στον σπουδαίο Σβεν Γκόραν Έρικσον
Πενθεί το παγκόσμιο ποδόσφαιρο έναν μεγάλο προπονητή, ο οποίος είχε συγκλονίσει μιλώντας ανοιχτά για τη μάχη του με τον καρκίνο.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών ο σπουδαίος Σουηδός προπονητής, Σβεν Γκόραν Έρικσον, έπειτα από μεγάλη μάχη με τον καρκίνο.
Ο θρυλικός «ποδοσφαιράνθρωπος» είχε συγκλονίσει μιλώντας ανοιχτά για τη μάχη του με τον καρκίνο, ενώ μόλις πριν από μερικές ημέρες έκανε την τελευταία του δημόσια παρέμβαση με ένα βίντεο που είχε προκαλέσει συγκίνηση.
«Ελπίζω ότι θα με θυμάστε ως έναν θετικό τύπο, που προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε. Μην λυπάστε. Χαμογελάστε. Σας ευχαριστώ για όλα - προπονητές, παίκτες, το κοινό. Ήταν όλα φανταστικά. Φροντίστε τον εαυτό σας, φροντίστε τη ζωή σας και ζήστε την. Αντίο!» ήταν τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν δημόσια.
Η ανακοίνωση του θανάτου του ανέφερε «Ο Σβεν-Γκόραν Έρικσον απεβίωσε. Μετά από μακροχρόνια ασθένεια, ο Σβεν πέθανε το πρωί στο σπίτι του περιτριγυρισμένος από την οικογένειά του. Οι πιο στενοί συγγενείς η κόρη Λίνα, ο γιος Γιόχαν με τη σύζυγο Αμάνα και την εγγονή Σκάι, η σύντροφός του Γιανισέτ με τον γιο Alcides, ο αδελφός Λαρς Έρικμε με τη σύζυγο Γιούμνογκ. Η οικογένεια ζητάει σεβασμό στην επιθυμία τους να θρηνήσουν ιδιαιτέρως και να μη δεχθούν επικοινωνία. Συλλυπητήρια και χαιρετισμούς μπορείτε να αφήσετε στον ιστότοπο www.svengoraneriksson.com».
Ο Σβεν Γκόραν Έρισκον είχε καριέρα 42 ετών στους πάγκους, πανηγύρισε 18 τρόπαια, καθοδήγησε ομάδες όπως η Ρόμα, η Φιορεντίνα, η Μπενφίκα, η Λάτζιο, η Μάντσεστερ Σίτι, ενώ είχε βρεθεί για αρκετά χρόνια και στον πάγκο της εθνικής Αγγλίας, οδηγώντας τα «τρία λιοντάρια» τρεις διαδοχικές φορές σε προημιτελικά μεγάλων διοργανώσεων (Μουντιάλ 2002, 2006 και Euro 2004).
Μία από τις τελευταίες του επιθυμίες ήταν να καθίσει στον πάγκο της Λίβερπουλ, με τους «κόκκινους» να του δίνουν αυτή τη δυνατότητα σε ένα φιλικό που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του.
https://www.efsyn.gr/athlitismos/podosfairo/444324_antio-ston-spoydaio-sben-gkoran-erikson
-
Τον λένε Σωτήρη Παπαγιαννόπουλο, είναι 34 ετών, παίζει στην άμυνα, έχει καταγωγή από την Μουσιωτίτσα Ιωαννίνων, έχει περάσει από διάφορες σουηδικές ομάδες αλλά και την εθνική Σουηδίας και το 2015 φόρεσε για μερικούς μήνες τη φανέλα του ΠΑΟΚ. Από το 2020 αγωνίζεται στην ΑΙΚ.
Τις τελευταίες εβδομάδες οι φίλαθλοι της Μάλμε κάνουν μια μεγάλη προσπάθεια για να βοηθήσουν έναν νεαρό συνοπαδό τους. O 16χρονος Γιόναταν Έκμπεργκ αντιμετωπίζει θέματα με την καρδιά από μωρό. Τον Αύγουστο μια ίωση έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του και από τότε βρίσκεται στο νοσοκομείο σε μηχανική υποστήριξη. Για να στηρίξουν οικονομικά τη μητέρα του, που δεν μπορεί να δουλέψει γιατί είναι συνεχώς δίπλα του, εκατοντάδες οπαδοί συγκέντρωσαν χρήματα στα προηγούμενα παιχνίδια. Στη λίστα αυτών που συνείσφεραν, υπήρχαν και κάποιοι παίκτες της Μάλμε αλλά και ένας «ξένος». Ο Σωτήρης Παπαγιαννόπουλος που παίζει σε μια ανταγωνιστική ομάδα που, όπως και η Μάλμε, κυνηγάει φέτος το πρωτάθλημα.
Όταν το όνομα του διέρρευσε και οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν για το θέμα η απάντηση του ήταν: "Έμαθα για αυτό βλέποντας μια ανάρτηση στο ίνσταγκραμ που έκανε ένας παίκτης της Μάλμε. Σε τέτοια θέματα δεν έχει καμία σημασία ποια ομάδα υποστηρίζεις. Αν μπορείς, γιατί να μη βοηθήσεις;"
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/461494189_960114766150983_4867793676633562509_n.jpg?_nc_cat=102&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=aazWKKUvzA4Q7kNvgEAOLPf&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&_nc_gid=Axm72-bUuVBupacHxAu2uH3&oh=00_AYDuXoLg63LV_sFlOm9tSIfRljItjmTMvW2WmgMD1dRF9Q&oe=6701DF9C)
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=960114762817650&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Ο «Καναδός Ράμπο» και μια ιστορία βγαλμένη από το Χόλιγουντ
Τη νύχτα της 13ης Απριλίου 1945 ο Καναδός στρατιώτης Λίο Μέιτζορ μαζί με έναν ακόμα ξεκίνησαν για μια εθελοντική, αναγνωριστική αποστολή στην ολλανδική πόλη Τσβόλε, που βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Όταν μπήκαν στην πόλη κάποιοι Γερμανοί τους εντόπισαν και πάνω στην ανταλλαγή πυρών ο φίλος του Μέιτζορ σκοτώθηκε.
Αντί να επιστρέψει στη μονάδα του ο εξοργισμένος Μέιτζορ συνέχισε την αποστολή. Μόνος του. Μιλάμε άλλωστε για έναν τύπο που συμμετείχε στην απόβαση στη Νορμανδία, που παρασημοφορήθηκε γιατί έπιασε δεκάδες αιχμαλώτους σε μια προηγούμενη μάχη στην Ολλανδία, που πέρασε καιρό στο νοσοκομείο με σπασμένα πόδια και πλευρά από μια νάρκη, που έχασε το ένα μάτι όταν προσγειώθηκε δίπλα του μια χειροβομβίδα! Κοινώς, μιλάμε για έναν σκληρό καργιόλη που μετά το ατύχημα με το μάτι είχε δικαίωμα να επιστρέψει σπίτι του αλλά αρνήθηκε λέγοντας την ατάκα "μου αρκεί ένα μάτι για να στοχεύω"!
Μερικές ώρες αργότερα ο 24χρονος Μέιτζορ γύρισε στη μονάδα του και ανακοίνωσε ότι η πόλη είχε ελευθερωθεί. Έτσι απλά. Κανένας δεν ξέρει με σιγουριά τι έγινε εκείνο το βράδυ. Η πιο διαδεδομένη θεωρία λέει ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να υποχωρήσουν και η φυγή τους επιταχύνθηκε επειδή ο τρελο-Καναδός με διάφορα τεχνάσματα, μερικές χειροβομβίδες, αρκετούς πυροβολισμούς προς τo αρχηγείο των SS και μπόλικη μούρλα τους έκανε να πιστέψουν πως οι σύμμαχοι είχαν εξαπολύσει μαζική επίθεση. Όλα αυτά μόνος του. Με ένα μάτι.
Κάποιες πιο ρεαλιστικές θεωρίες που εμφανίστηκαν αργότερα λένε ότι δεν χρειάστηκε να κάνει και πολλά γιατί οι περισσότεροι Γερμανοί είχαν ήδη αποχωρήσει πριν φτάσει αυτός στο κέντρο, οπότε δεν χρειάστηκε να σκοτώσει περισσότερους από δυο εχθρούς. Που και πάλι δεν το λες και λίγο. Το σίγουρο είναι ότι χάρη στο πείσμα του η πόλη γλίτωσε τον βομβαρδισμό και οι σύμμαχοι μια ακόμα αιματηρή μάχη.
Ο Μέιτζορ έμεινε στην ιστορία ως ο στρατιώτης που απελευθέρωσε μόνος του μια πόλη και οι ντόπιοι τον τιμούν σε κάθε ευκαιρία. Τον έχουν βραβεύσει, έχουν δώσει το όνομα του σε ένα δρόμο, η ιστορία του διδάσκεται στα σχολεία και έχουν σηκώσει πανό γι'αυτόν σε αγώνες της Τσβόλε. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή η πόλη γιορτάζει την απελευθέρωση της από τους ναζί και ο Μέιτζορ έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στις εκδηλώσεις.
Φέτος που συμπληρώνονται 80 χρόνια η ομάδα έβγαλε την επετειακή φανέλα που βλέπετε στην εικόνα, στο γήπεδο σηκώθηκε πανό με τη μορφή του Μέιτζορ που έλεγε «Το θάρρος του χθες, διασφάλισε την ελευθερία του σήμερα» ενώ στον αγώνα ήταν επίτιμος καλεσμένος ο γιος του ανθρώπου που αν ήταν Αμερικάνος θα είχαν γυριστεί τουλάχιστον τρεις ταινίες με τα κατορθώματα του.
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/491799871_1111785370983921_2697877910985476618_n.jpg?_nc_cat=109&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=zurJhxnt2mkQ7kNvwGgecX9&_nc_oc=Adn5dIMkn3lqij2bq0a7UOpiz2oeY50o__A88pWQxfD58GvsWKcTsd7xJVLmw36Ad0Oy6PU3NqYFW-opC5O-6k5e&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&_nc_gid=hAQgM52mgHIbwCui95ifgQ&oh=00_AfF-7VymGv6QziXKE0OFOc3Rx9zh2A6eJfjgqdll5shuxw&oe=6806F4FC)
Το πανό των οπαδών σε παλιότερη επέτειο:
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/491999141_1111882530974205_8059750564225526751_n.jpg?_nc_cat=111&ccb=1-7&_nc_sid=bd9a62&_nc_ohc=RpBglrJRuiwQ7kNvwGjwRgw&_nc_oc=Adkuc3_4foBPAg-0QfVH9BufSw74CFnBAE12lfk2hfOzchYcHNRJyobsk6yoEzRdV3d6bFvtWBNLTgHStrU1W7dz&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&_nc_gid=gMptITUDSAPpB9clvXO9HA&oh=00_AfFuy6BuxAejZWUWIGv8-E1GtjgiSvZXGgnPtGf7inJ4uA&oe=6806F59E)
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo?fbid=1111882210974237&set=a.601410508688079)
-
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2025/07/imago1007064268.jpg)
Οι «χωριάτες» στην κορυφή
Αν χάζευες τις προηγούμενες μέρες στα σόσιαλ μίντια, υπήρχε η πιθανότητα να πέσεις πάνω σε ένα βίντεο με ένα γκολ από κάποιο, εκ πρώτης όψεως, άγνωστο πρωτάθλημα. Η φάση ξεκινάει με ένα κόρνερ, η μπάλα φτάνει στη μικρή περιοχή, εκεί επικρατεί μια μικρή αναμπουμπούλα, ένας αμυντικός διώχνει προσωρινά και τότε ένας επιθετικός τη στέλνει στα δίχτυα με κοντινό σουτ. Αυτό που τραβάει την προσοχή όμως στο βίντεο δεν είναι η εξέλιξη της φάσης. Είναι το γύρω-γύρω.
Στο φόντο της εκτέλεσης του κόρνερ διακρίνονται δεκάδες πανύψηλα δέντρα. Τα βλέπεις πεντακάθαρα γιατί το πέταλο πίσω από την εστία είναι τόσο μικρό που για να φτάσεις από τη βάση ως την κορυφή του χρειάζεται απλά να ανέβεις δέκα σκαλοπάτια. Οι γωνίες πίσω από τα κόρνερ είναι ανοιχτές και στο βάθος διακρίνονται κάτι γραφικά, ξύλινα σπιτάκια, με παραδοσιακές στέγες. Όταν ο σκόρερ με τα κιτρινόμαυρα πηγαίνει να πανηγυρίσει κοντά στο σημαιάκι, η κάμερα πιάνει δεκάδες όρθιους θεατές, στοιβαγμένους γύρω από το κόρνερ. Το περιβάλλον «βρωμάει» τοπικό. Η πρώτη εικασία των περισσότερων λογικά είναι πως πρόκειται για κάποια ερασιτεχνική ή ημι-επαγγελματική κατηγορία και κάποιο παιχνίδι που διεξάγεται σε χωριό. Κι όμως, είναι ο πιο σημαντικός αγώνας της αγωνιστικής της πρώτης κατηγορίας της Σουηδίας και η γηπεδούχος ομάδα που σκοράρει βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην κορυφή της βαθμολογίας!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2025/07/imago1062243681-1.jpg)
Ο λόγος που όλο το παραπάνω σκηνικό μοιάζει τόσο βγαλμένο από παιχνίδι σε κάποιο χωριό είναι πολύ απλός. Είναι αγώνας που διεξάγεται σε χωριό. Η Μιάλμπι (που στα σουηδικά μάλλον προφέρεται Μιέλμπι) έχει ως έδρα της το Χέλεβικ. Στο Χέλεβικ ζούνε όλοι κι όλοι 1400 νοματαίοι! Σε αυτό το σημείο κάποιος λεπτολόγος πιθανόν θα παρέμβαινε και θα έλεγε ότι συχνά οι ομάδες δεν αντλούν οπαδούς μόνο από την πόλη, ή στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το χωριό τους, αλλά από όλη την περιοχή. Για να ικανοποιήσουμε την παραξενιά του, ας προσθέσουμε λοιπόν πως σε όλο το δήμο που ανήκει το Χέλεβικ κατοικούν περίπου 17.000 άνθρωποι όλων των ηλικιών. Αυτοί αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της οπαδικής βάσης και είναι αυτοί που συνήθως γεμίζουν το μικρό, υποτυπώδες γήπεδο των 6.000 θέσεων.
Πώς γίνεται μια τόσο μικρή ομάδα από μια μικροσκοπική κουκίδα στα νότια της χώρας να βρίσκεται εδώ και πολλές εβδομάδες στην κορυφή του πρωταθλήματος Σουηδίας, να μετράει μόλις μια ήττα σε 18 αγώνες, να έχει αυτή τη στιγμή 4 βαθμούς διαφορά από τον δεύτερο και 10 από τον τρίτο και λίγο μετά τη μέση της σεζόν να θεωρείται πρώτο φαβορί για την κατάκτηση του τίτλου; Η απάντηση φυσικά είναι αρκετά σύνθετη, όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα με τις εκπλήξεις τέτοιου είδους.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2025/07/519606566_1300409625428393_3010494044086752696_n.jpg)
Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν πως αυτό οφείλεται στην πτώση των παραδοσιακών δυνάμεων της χώρας που παρουσιάζουν μεγάλα σκαμπανεβάσματα στην απόδοση τους. Υπάρχουν κάποιοι άλλοι που εκτιμούν πως είναι απλά θέμα τρομερής ρέντας και στηρίζουν το επιχείρημα τους στα νούμερα. Η Μιάλμπι μοιάζει να παίρνει από κάθε ματς όχι απλά το μέγιστο αλλά και κάτι παραπάνω. Βρίσκει γκολ από το τίποτα και γλιτώνει από φάσεις που στατιστικά θα έπρεπε να καταλήγουν με τη μπάλα στα δίχτυα της. Για την ακρίβεια, σε 18 παιχνίδια τα xG της είναι 27, νούμερο που τη φέρνει στην 4η θέση στη σχετική λίστα. Τα γκολ όμως που έχει βάλει είναι 35. Κλασική περίπτωση που όσοι βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο θα πούνε ότι η ομάδα είναι φοβερά αποτελεσματική και όσοι το βλέπουν μισοάδειο θα ισχυριστούν ότι είναι πολύ τυχερή. Ίδια εικόνα παρατηρείται και στα μετόπισθεν. Τα xG εναντίον της αγγίζουν τα 24, όμως οι φορές που μάζεψε τη μπάλα από τα δίχτυα της περιορίζονται στις 14!
Η αλήθεια τις περισσότερες φορές κρύβεται κάπου ενδιάμεσα. Η Μιάλμπι εκμεταλλεύεται τα προβλήματα των κλασικών διεκδικητών του τίτλου, την τύχη αλλά και την ψυχολογική ώθηση που παίρνει κάθε εβδομάδα που παραμένει σε θέση οδηγού του πρωταθλήματος. Αν και το όνομα της είναι μάλλον παντελώς άγνωστο για όσους δεν παρακολουθούν σουηδικό ποδόσφαιρο, τα βήματα προόδου της τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι δεν είναι ακριβώς ένα πυροτέχνημα. Από το 2019 που επέστρεψε στην πρώτη κατηγορία δεν έχει απειληθεί ποτέ ξανά με υποβιβασμό ενώ δυο φορές έφτασε μέχρι και την 5η θέση.
Παρά το μικρό της γήπεδο είχε καταφέρει να αποκτήσει τη φήμη της δυσκολοκατάβλητης ομάδας, που στην έδρα της πρέπει να ματώσεις για να κερδίσεις. Στις 4 από τις 5 τελευταίες σεζόν δέχτηκε με το ζόρι ένα γκολ/αγώνα, παρ’ότι όπως είπαμε ήταν μια ομάδα μέτριας δυναμικής. Η ανοδική της πορεία επιβεβαιώθηκε το 2023 όταν έφτασε ως τον τελικό του κυπέλλου για πρώτη φορά στην ιστορία της. Αν και ο τελικός διεξήχθη στην έδρα της, η κούπα δεν κατέληξε στους ντόπιους, καθώς η ανώτερη Χέκεν επιβλήθηκε εύκολα με 4-1.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2025/07/imago1063650313-1.jpg)
Αυτό που κανένας δεν αμφισβητεί πάντως είναι η συνολική δουλειά που γίνεται στο σύλλογο. Το σκάουτινγκ και ο τρόπος που εντοπίζονται, προωθούνται και αξιοποιούνται τα ταλέντα της είναι σχεδόν αξιοζήλευτος, ειδικά αν αναλογιστούμε τη δυναμική της και το μέρος που βρίσκεται. Μετά το ξεπέταγμα της και τη σταθεροποίηση της στα μισά της βαθμολογίας οι πιο ισχυρές οικονομικά ομάδες έβαλαν στο μάτι αρκετούς από τους πρωτοκλασάτους παίκτες της.
Μόνο την τελευταία τριετία έφυγαν με καλή, για τα δεδομένα του συλλόγου και του πρωταθλήματος, μεταγραφή εφτά βασικοί ποδοσφαιριστές με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Νίκλας Ρόικγιαρ, έναν από τους καλύτερους παίκτες της φετινής πορείας, που αποχώρησε πριν λίγες εβδομάδες με αντίτιμο που πλησιάζει τα 2 εκατομμύρια ευρώ. Αν και αρκετοί πίστευαν πως η ομάδα θα επηρεαστεί αρνητικά από την απώλεια αυτή, αυτή συνεχίζει απτόητη μετρώντας 4/4 νίκες από τη μεταγραφή και έπειτα.
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2025/07/imago1061917880-1.jpg)
Κάτι αντίστοιχο έκανε και στις προηγούμενες περιπτώσεις. Με το που έχανε έναν πρωτοκλασάτο παίκτη, έβρισκε σχεδόν αστραπιαία κάποιον άγνωστο αλλά αξιόλογο αντικαταστάτη. Αυτό το πετύχαινε περισσότερο με σωστή οργάνωση και ικανό προσωπικό παρά με τον μοντέρνο τρόπο του ποδοσφαίρου, δηλαδή πληρώνοντας ακριβά κάποιον έτοιμο παίκτη. Στην ιστορία της έχει πραγματοποιήσει μόνο μια μεταγραφή που το κόστος της ξεπέρασε τις 500 χιλιάδες ευρώ, όταν απέκτησε τον νεαρό Δανό Γίπε Κιάερ από τη Μπόντο/Γκλιμτ με 700.000 ευρώ.
Με μπάτζετ που κανονικά την κατατάσσει κάπου στη μέση της βαθμολογίας, χωρίς ιδιοκτήτη (οι μετοχές βρίσκονται στα χέρια των οπαδών-μελών) και με την περιορισμένη οικονομική δύναμη ενός χωριού που βασίζεται κυρίως στο ψάρεμα ρέγγας και στην εκτροφή των βιζόν (ίσως τα ξέρετε ως mink) η φετινή υπέρβαση μοιάζει για την ώρα απίστευτη. Ο μοναδικός σύνδεσμος οπαδών, που γυρνάει στο υπέροχο όνομα «Τα παιδιά της ρέγγας», ζει μεγάλες στιγμές. Τα 500 περίπου μέλη του ακολουθούν την ομάδα παντού ενώ πρόσφατα διοργάνωσαν πάρτι στην παραλία δίπλα από το γήπεδο, με αλκοόλ, μπέργκερς και πολύ τραγούδι.
Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν ζήσει ποτέ ξανά κάποια ποδοσφαιρική επιτυχία. Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της η Μιάλμπι έπαιζε στις χαμηλότερες κατηγορίες. Την πρώτη φορά που ανέβηκε στην πρώτη κατηγορία, το 1980, στο πρώτο κιόλας παιχνίδι ο μεγάλος της αστέρας, ο Δανός Φλέμινγκ Πέρσον που είχε ψηφιστεί και καλύτερος παίκτης στη χώρα την προηγούμενη σεζόν, τραυματίστηκε σοβαρά μόλις στο 11ο λεπτό και έχασε μεγάλο μέρος της σεζόν!
(https://blog.stoiximan.gr/wp-content/uploads/2025/07/imago1063651279.jpg)
Την προηγούμενη δεκαετία ο σύλλογος βρέθηκε ακόμα και κοντά στη διάλυση. Τα έσοδα είχαν στερέψει και η διοίκηση δυσκολευόταν να βρει τρόπους για να κρατήσει ζωντανή την ομάδα. Λίγες μέρες πριν ξεκινήσει η προετοιμασία για τη σεζόν 2013-14, που είχε προγραμματιστεί να γίνει στην Κύπρο, οι άνθρωποι της ενημέρωσαν το δήμο ότι μάλλον θα ακυρώσουν όλη την προετοιμασία καθώς τα νούμερα δεν βγαίνουν πια. Η σωτηρία τελικά ήρθε από τα… βιζόν, που ανέκαθεν αποτελούσαν έναν από τους χρηματοδότες της. Η τοπική βιομηχανία που εκτρέφει τα ζώα αυτά για να εκμεταλλευτεί τη γούνα τους (μια βιομηχανία που πάντως συρρικνώνεται σταδιακά λόγω αντιδράσεων των οργανώσεων για τα δικαιώματα των ζώων) έβαλε έκτακτα το χέρι στην τσέπη και έβγαλε το σύλλογο από το αδιέξοδο.
Ακόμα και χωρίς τα χρήματα από τα βιζόν, οι κιτρινόμαυροι μοιάζουν αυτή τη στιγμή να έχουν βρει το δρόμο τους. Το φετινό πρωτάθλημα έχει πολύ δρόμο μπροστά του αλλά και μόνο η παρουσία τους στις συζητήσεις για τους διεκδικητές αποτελεί μια τεράστια νίκη. Σε μια προσπάθεια να τους μειώσουν και να τους κοροϊδέψουν οι οπαδοί των άλλων ομάδων αποκαλούν τους ανθρώπους της Μιάλμπι “χωριάτες” ή “αγρότες”. Οι φίλοι της όμως δεν φαίνεται να ενοχλούνται ιδιαίτερα από το χαρακτηρισμό αυτό. Το αντίθετο. Έχουν πλήρη επίγνωση του ποιοι είναι και από πού προέρχονται, ξέρουν ότι για πολλές δεκαετίες μέχρι και η ενδεκάδα τους αποτελούνταν κατά βάση από παίκτες που έβγαζαν το ψωμί τους ως ψαράδες ή αγρότες, και νιώθουν διπλά υπερήφανοι που ένα χωριό έχει βάλει για την ώρα τα γυαλιά σε όλες τις μεγάλες δυνάμεις της Σουηδίας. Όπως λέει κι ένα από τα πανό τους: «Εμείς είμαστε χωριάτες, εσείς τι διάολο είστε;»
blog.stoiximan.gr
el sombrero
-
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/07/wunderteam_cover.jpg)
Η Σχολή του Δούναβη
Το απόγευμα της Τετάρτης 25 Νοεμβρίου του 1953, 150.000 θεατές αποχώρησαν από το Wembley έχοντας παρακολουθήσει ένα από τα παιχνίδια που επηρέασαν περισσότερο την εξέλιξη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Όπως συνήθως γίνεται σ’αυτές τις περιπτώσεις, λίγοι ήταν ίσως αυτοί που θα μπορούσαν να καταλάβουν την ιστορική σημασία όσων εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια τους, ωστόσο ίσως ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που και σήμερα, περισσότερο από μισό αιώνα μετά, τοποθετούν το συγκεκριμένο γεγονός στο πραγματικό του μέγεθος. Η ήττα της Αγγλίας στο Wembley έμεινε στην Ιστορία, καθώς ήταν βαριά ήττα, αλλά κυρίως γιατί ήρθε σε ένα παιχνίδι που η Αγγλία είχε ανάγκη για πρώτη φορά να κερδίσει, προκειμένου να υπαρασπιστεί την κυριαρχία της στο σπορ, ως μητέρα του αθλήματος. Βεβαίως, αυτή η κυριαρχία ίσως ήδη είχε χαθεί, καθώς στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950 το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της Αγγλίας ηττήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισπανία, ωστόσο αυτή δεν ήταν μια διοργάνωση μεγάλου κύρους για τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στη Γηραιά Αλβιώνα. Η Αγγλία είχε χάσει επίσης αρκετά παιχνίδια από άλλες ομάδες του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις περισσότερες ήττες απέναντι στο combination game της Σκωτίας, για το λεγόμενο Home Championship, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε ηττηθεί σε κάποιο ευρωπαϊκό γήπεδο. Αυτή ωστόσο ήταν η πρώτη φορά που μία εθνική ομάδα από την ηπειρωτική Ευρώπη κέρδιζε σε αγγλικό έδαφος, ένα παιχνίδι μάλιστα που είχε αναχθεί ως εθνική υπόθεση πριν τη διεξαγωγή του.
Λίγους μήνες αργότερα, στις 23 Μαΐου του 1954, στο τελευταίο παιχνίδι των δύο ομάδων πριν από το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ελβετίας, οι Ούγγροι, μπροστά σε ένα ανεπανάληπτο αντίστοιχα μεγάλο κοινό, επανέλαβαν το κατόρθωμά τους, κερδίζοντας αυτή τη φορά με 7-1 τους Άγγλους, για να σφραγίσουν την υπεροχή του ευρωπαϊκού ηπειρωτικού ποδοσφαίρου απέναντι σε εκείνο της χώρας που γέννησε το σπορ. Αναζητώντας την εξέλιξη της υπεροχής του ευρωπαϊκού ηπειρωτικού ποδοσφαίρου έναντι του Αγγλικού, μέσα στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει ακόμα 2 αποτελέσματα, σε διασυλλογικό επίπεδο, που έδειχναν ότι το ποδόσφαιρο εξελισσόταν πιο γρήγορα σε μια άλλη μεριά της ηπείρου. Το ένα είναι η ιστορική πρώτη νίκη ευρωπαϊκού συλλόγου απέναντι σε αγγλικό, που επετεύχθη στις 20 Μαΐου του 1909, όταν η Sunderland που είχε καταταγεί 3η στο αγγλικό πρωτάθλημα και βρισκόταν σε tour στην Κεντρική Ευρώπη ηττήθηκε από τη Wiener Athletic Club με σκορ 2-1, ενώ ίσως μεγαλύτερης σημασίας ήταν η ήττα της Chelsea στον τελικό του Διεθνούς Τουρνουά Διεθνούς Έκθεσης του Παρισιού, που διοργανώθηκε μόνο μια φορά, το 1937. Στο τουρνουά αυτό συμμετείχαν ομάδες από τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα της εποχής, με την Chelsea να εκπροσωπεί την Football League, ακόμα κι αν είχε τερματίσει 11η την κούρσα του εγχώριου πρωταθλήματος. Έχοντας κερδίσει στο κέρμα τη Marseille για τα προημιτελικά και με το καθαρό 2-0 μια μεγάλη δύναμη της εποχής, την Austria Βιέννης, αντιμετώπισε στον τελικό τη Bologna του Árpád Weisz, από την οποία ηττήθηκε με σκορ 4-1.
Όλα αυτά τα αποτελέσματα έχουν έναν κοινό παρονομαστή: οι ομάδες που κέρδισαν τις αντίστοιχες αγγλικές προέρχονταν από μια γεωγραφική περιοχή που εξέλιξε το ποδόσφαιρο με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που εξελισσόταν στην Αγγλία, εντάσσοντας νέες αντιλήψεις και στον τρόπο παιχνιδιού αλλά και στη γενικότερη κουλτούρα του σπορ, που αποτέλεσαν ουσιαστικά τη βάση για να εξελιχθεί το σύγχρονο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Η ποδοσφαιρική αυτή σχολή, που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα “Σχολή του Δούναβη”, παραπέμποντας στην ομώνυμη σχολή εικαστικών του 16ου αιώνα, είναι η ρίζα όλου του ποδοσφαίρου του 20ου και 21ου αιώνα στην Ευρώπη, επηρεάζοντας και τη Λατινική Αμερική.
Η χρονική απόσταση και τα τεχνικά μέσα εκείνης της εποχής δεν έχουν αφήσει πολλά στοιχεία για την ιδιοσυγκρασία του παιχνιδιού στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ τα ονόματα των πρωταγωνιστών αυτής της ιστορίας είναι πλέον χαμένα σε βιβλία και αποκόμματα, καθώς ακόμα και οι περισσότεροι αυτόπτες μάρτυρες των κατορθωμάτων τους δε βρίσκονται πια στη ζωή. Ωστόσο, η ανασκόπηση και ανάδειξη της ξεχωριστής αυτής ιστορίας του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου αποτελεί εργασία απαραίτητη για την κατανόησή του.
Η ποδοσφαιρική διεύρυνση
Τον Νοέμβριο του 1895, η Ευρώπη θυμίζει καζάνι που σιγοβράζει, γεμάτη πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις. Η μεγάλη φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, η Γαλλία, συγκλονίζεται από την υπόθεση Dreyfus, ένα γεγονός ορόσημο στην ανάδυση του σύγχρονου ευρωπαϊκού αντισημιτισμού, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα έχει υπογράψει σύμφωνο συμμαχίας με την τσαρική Ρωσία, σε μια πρώτη υποψία της μεγάλης σύγκρουσης μεταξύ των νέων εθνικών κρατών και των παλιών πολυεθνικών αυτοκρατοριών. Στην Αυστροουγγαρία, που έχει κληρονομήσει ουσιαστικά τη μακραίωνη Αυτοκρατορία των Αψβούργων, ανάλογες ζημώσεις έχουν ξεκινήσει να εξελίσσονται, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη συνοχή ενός κράτους με δεκάδες εθνοτικές και γλωσσικές μειονότητες στην επικράτειά του. Η ηγεσία της Αυτοκρατορίας, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Φραγκίσκο Ιωσήφ τον Α’, έχει ως ιδεολογία της την επιβολή της παλαιάς τάξης στο εσωτερικό, δουλεύοντας προς την ίδια κατεύθυνση και σε ό,τι αφορά τις διεθνείς ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Σε οικονομικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο κομμάτι της Αυτοκρατορίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένο στην αγροτική παραγωγή, με τη βιομηχανική επανάσταση και τη συνεπή ανάπτυξη του εργατικού προλεταριάτου να συμβαίνει στις μεγάλες πόλεις, τη Βιέννη, την Πράγα και τη Βουδαπέστη. Την ίδια εποχή όμως που στη Βικτωριανή Αγγλία τα εργατικά συνδικάτα δυναμώνουν, με την εξέλιξη της ιδεολογικής αντιπαράθεσης να συμβαίνει στο επίπεδο της ταξικής υπόθεσης, το εργατικό κίνημα στην Αυστροουγγαρία είναι κατακερματισμένο, οδηγούμενο από τις επιμέρους εθνικές φιλοδοξίες. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δεν υπήρχε ανάπτυξη και του προσανατολισμένου ταξικού κινήματος, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα, ειδικά σε αυτές τις μεγάλες πόλεις, να δημιουργείται ένα εκρηκτικό μίγμα στους κόλπους της εργατικής τάξης που εγκυμονούσε συγκρούσεις σε κάθε επίπεδο: εθνικό και ταξικό.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Unbekannt_-_The_Graben_Vienna_Austria_1895_-_MeisterDrucke-765967-1024x779.jpg)
Το μεσημέρι της Πέμπτης, 15 Νοεμβρίου του 1895, ωστόσο, στην έπαυλη του Βαρώνου Nathaniel von Rothschild, γόνου της γνωστής εβραϊκής καταγωγής οικογένειας τραπεζιτών, στα προάστια της Βιέννης, το κλίμα μοιάζει πολύ διαφορετικό. Στον τεράστιο κήπο της έπαυλης, η ομάδα ενός νεοϊδρυμένου αθλητικού συλλόγου, του Vienna Cricket and Football Club, αντιμετωπίζει την ομάδα των Σκωτσέζων κηπουρών, την First Vienna Football Club. Οι δύο σύλλογοι είχαν ιδρυθεί μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, με τη First, όπως μαρτυρά και το όνομά της, να έχει προλάβει την πρωτιά όσο αφορά την ιστορία των ποδοσφαιρικών συλλόγων της πόλης, στις 22 Αυγούστου, ενώ σύμφωνα με το καταστατικό του, την επόμενη μέρα, στις 23 Αυγούστου, ιδρύθηκε ο σύλλογος του Vienna Cricket and Football Club.
Στον τεράστιο κήπο του Rothschild οι ποδοσφαιριστές των δύο συλλόγων δεν είναι μόνοι τους, το παιχνίδι παρακολουθεί ένα μεγάλο κομμάτι της βιεννέζικης ελίτ, αποτελούμενο και από ντόπιους επιχειρηματίες και ευγενείς, αλλά και από διπλωμάτες και ιδίως Βρετανούς κατοίκους της Βιέννης. Για την άρχουσα τάξη της Αυτοκρατορίας, άλλωστε, η επαφή με το αγγλικό σπορ σημαίνει εγγύτητα με τη βρετανική κουλτούρα, την οποία προσπαθεί να μιμηθεί και να αφομοιώσει. Αυτή η ανάγκη της άρχουσας τάξης είναι βεβαίως ευεργετική για την ανάπτυξη του αθλήματος στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου.
Η Βιέννη και το γκαζόν της έπαυλης του Rothschild δεν είναι ο μόνος τόπος που το ποδόσφαιρο βρίσκει εύφορο έδαφος για να αναπτυχθεί. Στη Βουδαπέστη καταγράφεται ο πρώτος αγώνας μεταξύ του τοπικού Cricket Club και της Budapesti Torna Club (BTC) στις 9 Μαΐου του 1897, στην Πράγα οι δύο μεγάλοι σύλλογοι της πόλης, η εθνική Slavia και η ταξική Sparta, αφομοιώνουν το ποδόσφαιρο στην πολυαθλητική τους δραστηριότητα, ενώ το Δεκέμβριο του 1893 ο ναυταθλητικός σύλλογος Regatta, που ιδρύθηκε από γερμανόφωνους εβραίους της πόλης, αντιμετωπίζει στο πρώτο καταγεγραμμένο παιχνίδι της τοπικής ιστορίας τη Viktoria Berlin, έναν από τους πρώτους ποδοσφαιρικούς συλλόγους της Γερμανίας, που με τη σειρά της ιδρύθηκε από Άγγλους και Βρετανούς, μέλη της διπλωματικής και βιομηχανικής ελίτ της πόλης.
Ο ποδοσφαιρικός αγώνας στην έπαυλη του Rothschild, ακόμα κι αν δεν ήταν ο πρώτος του είδους του, έχει μια μεγάλη συμβολική σημασία όσο αφορά τον τρόπο που μεταδόθηκε το ποδόσφαιρο έξω από τη βρετανική αυτοκρατορία. Στο κομμάτι αυτό του κόσμου, οι Βρετανοί δεν αποτελούσαν την άρχουσα αποικιοκρατική τάξη, ωστόσο οι οικονομικές και διπλωματικές δραστηριότητες της Βρετανίας είχαν ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση βρετανών ως εξειδικευμένων τεχνικών, μηχανικών, εμπόρων, τραπεζικών υπαλλήλων, ναυτικών, εκπαιδευτικών και διπλωματών σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Το ίδιο συνέβαινε και στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όπου υπήρχε έντονη δραστηριότητα βρετανικών επενδύσεων και συναλλαγών. Οι τομείς της οικονομίας που χαρακτηρίζονταν από πιο έντονη βρετανική παρουσία ήταν αυτοί που ουσιαστικά αποτελούσαν και πεδίο εξαγωγής τεχνογνωσίας, όπως οι σιδηρόδρομοι, η ναυτιλία, οι ασφάλειες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Έτσι, ένας βρετανικός στρατός είτε εξειδικευμένων εργαζόμενων, με ικανότητες οργάνωσης συλλόγων και θεσμών, είτε ανειδίκευτων, με το απλό κίνητρο της ψυχαγωγίας που ενέπνεε την οργάνωση ποδοσφαιρικών αγώνων, αποτέλεσε το λίπασμα για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στην Ευρώπη και όλο τον πλανήτη.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/886.jpg)
Αυτή η εκτός Αυτοκρατορίας εξέλιξη του σπορ ήταν, ωστόσο, διαμετρικά αντίθετη με την ανάπτυξη της αθλητικής κουλτούρας στις βρετανικές αποικίες – κάτι που έχει αφήσει το στίγμα του στον αθλητικό χάρτη της Γης ως τις μέρες μας. Στις αποικίες, όπως η Ινδία, η Αυστραλία, ή η Νότια Αφρική, τα σπορ έφταναν κυρίως μέσω της στρατιωτικής παρουσίας, των αποικιακών διοικήσεων και των χριστιανών ιεραπόστολων, αποτελώντας κομμάτι μιας ηθικής και πειθαρχικής αποστολής. Έτσι, σε αυτές τις χώρες, τα σπορ που ευδοκίμησαν ήταν τα λεγόμενα “gentleman’s sports”, όπως το κρίκετ και το ράγκμπι, καθώς ήταν περισσότερο εναρμονισμένα με αυτό το πνεύμα της πειθαρχίας, της τάξης και της αυταπάρνησης. Αντιθέτως, το ποδόσφαιρο, που έτσι κι αλλιώς είχε ξεφύγει από τον έλεγχο της ελίτ στη Μητρόπολη, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερο τις εργατικές μάζες – για μια σειρά από λόγους, όπως η απλότητα της διεξαγωγής του και η ευκολία να παιχτεί σε αστικό περιβάλλον – ήταν αντιστοίχως πιο εύκολο να μεταφερθεί από το ετερογενές μίγμα των βρετανών εργαζομένων, κάθε επιπέδου ειδίκευσης, καθώς και να μιμηθεί και να αφομοιωθεί από τους ντόπιους πληθυσμούς. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι έγινε άμεσα το λαοφιλές σπορ στο οποίο εξελίχθηκε. Η μετάγγιση της ποδοσφαιρικής κουλτούρας ευνοήθηκε καθοριστικά από τις εντόπιες ελίτ, οι οποίες μέσω της συμμετοχής τους στη βρετανική αθλητική κουλτούρα προσέβλεπαν στην προσέγγιση του βρετανικού τρόπου ζωής, τον οποίο θεωρούσαν στοιχείο εξέλιξης και βάση του εκμοντερνισμού.
Οι τοπικές ελίτ συμμετείχαν είτε ως αθλητές, είτε ως παράγοντες, στην ανάπτυξη της ποδοσφαιρικής κουλτούρας, σε συνεργασία με τους Βρετανούς γνώστες του σπορ. Έτσι ιδρύθηκαν οι πρώτοι μεγάλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι, οι οποίοι έφεραν ονομασίες που παρέπεμπαν στη σύνδεσή τους με τη Βρετανία ή τη βρετανική κουλτούρα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πρώτες ομάδες της Βιέννης, με τις αγγλικές ονομασίες First Vienna και Vienna Cricket and Football Club, ενώ αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν και σε άλλες χώρες, με τη Milan και τη Genoa για παράδειγμα να φέρουν ως σήμερα τις αγγλικές ονομασίες των πόλεών τους, καθώς είχαν ιδρυθεί από Άγγλους μετοίκους στη Βόρεια Ιταλία. Οι ονομασίες Sporting Club, Athletic Club και Foot-ball and Cricket Club μαρτυρούν ως σήμερα την άμεση βρετανική ανάμιξη στην ίδρυση των ποδοσφαιρικών συλλόγων, είτε αυτοί ιδρύθηκαν από Βρετανούς, με αποκλειστική συμμετοχή αυτών στις τάξεις τους, είτε από τη συνεργασία της κάθε εντόπιας ελίτ με Βρετανικά στοιχεία της εκάστοτε κοινωνίας.
-
Η αφομοίωση στην Κεντρική Ευρώπη
Ανάμεσα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, πολλές εκ των οποίων αποτελούσαν αναδυόμενα εθνικά κράτη, η Αυστροουγγαρία ήταν αυτή που συγκέντρωνε μια σειρά από χαρακτηριστικά που επέτρεπαν τη ραγδαία ανάπτυξη της νέας αθλητικής ασχολίας, με συγκριτικά πιο γρήγορους ρυθμούς. Ίσως το σημαντικότερο στοιχείο ήταν η απουσία της ενιαίας εθνικής ταυτότητας, που ενώ αποτελούσε την αιτία εσωτερικών συγκρούσεων, ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως βάση για την ανεκτικότητα στην αφομοίωση εισερχόμενων πολιτισμικών στοιχείων. Την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, που στη Γαλλία το σύνολο των δραστηριοτήτων ευθυγραμμιζόταν με το ρητό της “μίας και αδιαίρετης δημοκρατίας”, στις χώρες του Δούναβη υπήρχε ένας οργασμός αναδυόμενων ποδοσφαιρικών συλλόγων που ενσωμάτωναν είτε τον εναγκαλισμό των βρετανικών προτύπων, είτε την εθνική ταυτότητα, είτε την ταξική εκπροσώπηση. Συγκρίνοντας το περιβάλλον αυτό, με το αντίστοιχο της Βρετανίας, όπου οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι χαρακτηρίζονταν κυρίως από το ταξικό υπόβαθρο της κοινωνίας και της βάσης των υποστηρικτών τους, η πολυγλωσσική και πολυεθνική συνύπαρξη Γερμανών, Ούγγρων, Τσέχων, Σλοβάκων, Κροατών, Σέρβων, Ρουμάνων, Ιταλών, Εβραίων και Πολωνών, προσέθεσε ένα ακόμα στοιχείο που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της ποδοσφαιρικής κουλτούρας.
Τα αποτελέσματα αυτής της γλωσσικής και εθνικής πολυμορφίας στο ποδόσφαιρο είναι ορατά κυρίως στην ποδοσφαιρική γεωγραφία των μεγάλων πόλεων της Αυστροουγγαρίας, δηλαδή της Βιέννης, της Βουδαπέστης και της Πράγας. Στη Βιέννη, πέρα από τους 2 πρώτους βρετανόπνευστους συλλόγους, τεράστια ήταν η συμβολή στην τοπική ποδοσφαιρική ανάπτυξη των εβραϊκών συλλόγων, όπως η Hakoah και η Wiener Amateur που μετονομάστηκε αργότερα σε Austria, καθώς και της εργατικής Rapid. Στη Βουδαπέστη η Budapesti Torna, ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος της χώρας, γρήγορα βρήκε την τοπική αντιπαλότητα με την ίδρυση της πατριωτικής, χριστιανικής και εργατικής Ferencváros, η οποία είχε κυρίως γερμανόφωνη βάση, και της φιλελεύθερης, εβραϊκής και κοσμοπολίτικης αστικής MTK. Στην Πράγα, πέρα από την εθνική Slavia και την εργατική Sparta, υπήρξε η ομάδα της γερμανικής ελίτ, η DFC Prag, ενώ η εντόπια εθνική αθλητική κουλτούρα του Sokol, μιας μορφής γυμναστικής, αφομοιώθηκε στη μεθοδολογία που αφορούσε την ποδοσφαιρική ανάπτυξη.
Ιδιαίτερο παράδειγμα, όσο αφορά τη συμβολή της πολυπολιτισμικής συνύπαρξης, αποτελούσε και η Ιταλία, που την ίδια εποχή έγινε κομμάτι αυτού του κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού συνόλου. Αν και εθνικό κράτος, ιδρυμένο μέσα από τη διαδικασία απελευθέρωσης του Risorgimento το 1861, η Βόρεια Ιταλία κουβαλούσε ακόμα την πολυδιάσπαση των τοπικών γλωσσών και πολιτισμικών προτύπων, κάτι που σε ένα βαθμό χαρακτηρίζει την κοινωνική εξέλιξη της χώρας ως τις μέρες μας. Για αιώνες, οι διάφορες ιταλικές πόλεις αποτελούσαν όχι απλά κομμάτια διαφορετικών κρατών, αλλά ανεξάρτητες γεωγραφικές οντότητες που η κοινωνική τους εξέλιξη καθοριζόταν από την εκάστοτε εξουσία που τις κατακτούσε. Αυτή η ιδιαίτερη αποκέντρωση και η παράλληλη ύπαρξη του τοπικισμού, μέσα από την υπερηφάνεια για την πόλη και όχι για το έθνος, δημιούργησε ένα αντίστοιχο περιβάλλον όπου ποδοσφαιρικοί σύλλογοι μπορούσαν να γιγαντωθούν πολύ πιο άμεσα, εκπροσωπώντας κάτι περισσότερο από μια γειτονιά ή ένα εργοστάσιο, όπως αρχικά γινόταν στη Βρετανία. Μάλιστα, καθώς η βιομηχανική εξωστρέφεια του βορειοϊταλικού τριγώνου Τορίνο, Μιλάνο, Γένοβας, ενέτεινε την πολιτισμική ανταλλαγή με το βρετανικό στοιχείο, η ακαδημαϊκή παράδοση άλλων πόλεων, όπως της Μπολόνια και της Φλωρεντίας, βοήθησε την επαφή με ένα μεγαλύτερο εύρος ευρωπαϊκών πολιτισμικών στοιχείων, κάτι που αποτυπώνεται και στη θριαμβευτική διεθνή ποδοσφαιρική ιστορία της πρώτης ακαδημαϊκής πόλης, στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/oreficispaderie-693x1024.jpg)
Τα στοιχεία αυτά, πέρα από το γεγονός ότι βοήθησαν την ανταλλαγή ποδοσφαιρικής τεχνογνωσίας, λόγω της συνύπαρξης, δημιούργησαν και μια ιδιαίτερη ποδοσφαιρική κουλτούρα. Οι πολύ έντονες κοινωνικές προεκτάσεις του σπορ δημιούργησαν τη βάση για να εξελιχθεί και ως πεδίο ιδεολογικής και άρα πνευματικής αντιπαράθεσης. Το γεγονός αυτό, που αποσυνέδεε ένα σπορ από την αποκλειστικότητα της σωματικής δραστηριότητας, προσέλκυσε ένα σημαντικό κομμάτι διανοούμενων, που ασχολήθηκαν με αυτό καθώς το θεωρούσαν στοιχείο μορφωτικής εξέλιξης και εκσυγχρονισμού και όχι μια κοινή ποταπή δραστηριότητα. Η συμμετοχή της ελίτ στη δημιουργία ποδοσφαιρικών συλλόγων και θεσμών ήταν απαραίτητη ώστε να υπάρξουν οι υλικές προϋποθέσεις, μέσα στο δεδομένο πολιτικό πλαίσιο της εποχής, για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου. Η απαραίτητη χρηματοδότηση, η χρήση των κατάλληλων χώρων, η μεταφορά των ομάδων από το ένα μέρος στο άλλο, η ανάπτυξη όλων των συναφών υποδομών, ήταν πράγματα που είχαν ανάγκη τη συμβολή των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων που μπορούσαν μέσα και στο συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο να επενδύσουν στην ανάπτυξη του σπορ.
Όμως η ανάπτυξη της ιδιαίτερης ποδοσφαιρικής κουλτούρας της Κεντρικής Ευρώπης δεν είχε μόνο την υλική στήριξη της ελίτ. Το βρετανικό σπορ έγινε αντικείμενο συζητήσεων, αναλύσεων, ως και στοχασμών μέσα στις πόλεις, πριν γίνει ο αγωνιστικός χώρος το πεδίο που αντανακλούσε αυτές τις ζυμώσεις. Εξέχον παράδειγμα μιας τέτοιας διαδικασίας ήταν η Βιέννη, η οποία στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μια μητρόπολη ανταλλαγής ιδεών. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην αυστριακή πρωτεύουσα εκείνα τα χρόνια ζούσαν ταυτόχρονα και σε πολύ κοντινές αποστάσεις προσωπικότητες όπως ο Sigmund Freud, οι στοχαστές του λεγόμενου Κύκλου της Βιέννης, οι λογοτέχνες Zweig, Schnitzler, Kraus και Altenberg, οι καλλιτέχνες Klimt, Schiele, Schoenberg και Mahler, ο Trotsky και ο Stalin. Οι εξέχουσες αυτές μορφές του πνευματικού και πολιτικού στερεώματος συναντιόντουσαν στα περίφημα café της πόλης, που αποτελούσαν τόπους παραγωγής ιδεών, πνευματικής ζύμωσης και πολιτισμικής αντιπαράθεσης. Από το Café Central μέχρι το Griensteidl και το Herrenhof, αυτοί οι χώροι αποτέλεσαν το αθέατο εργαστήρι του βιεννέζικου μοντερνισμού. Εκεί γεννήθηκαν οι συζητήσεις για τις θεωρίες του ασυνείδητου, για τη διάσπαση του εαυτού, για το τέλος του ρομαντισμού και την αρχή του μοντερνισμού, καθώς και για τις μεγάλες επαναστάσεις του αιώνα που ξεκινούσε.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/1968520_default.jpg)
Σε αντίθεση με την pub, που αποτέλεσε το κέντρο της ζύμωσης στη Βρετανία, με αντίστοιχη συμβολή στην ανάπτυξη ιδεών που αφορούσαν την εξέλιξη της κοινωνίας αλλά και την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου, το café ως χώρος προσέφερε μία διαφορετική δυνατότητα προσέγγισης του όποιου θέματος. Στην pub οι συζητήσεις γίνονταν συνήθως με τους συμμετέχοντες σε αυτές όρθιους, μέσα σε ένα γενικά θορυβώδες κλίμα, με κάποιο ποτήρι μπύρας στο χέρι. Στα café οι ίδιες συζητήσεις συνέβαιναν σε ένα πολύ πιο ήρεμο περιβάλλον, με τους ανθρώπους να κάθονται σε τραπέζια, διακοσμημένα με μια πιο προσεγμένη αισθητική. Το βάθος και η πολυπλοκότητα των πνευματικών αναζητήσεων μπορούσε σε αυτές τις συνθήκες να είναι πολύ μεγαλύτερα, με αποτέλεσμα το περιεχόμενό τους να μην είναι αυστηρά διεκπαιρεωτικό, να μην απαντάει μόνο σε μια άμεση ανάγκη, αλλά να έχει στόχο την μετουσίωση μιας ιδεολογικής θέσης σε υλική δραστηριότητα. Σήμερα λίγοι γνωρίζουν ότι οι συνθήκες που αποτέλεσαν το σπέρμα για μερικές από τις πιο επιδραστικές ιδέες στη φιλοσοφία, τις επιστήμες, τις τέχνες και την επαναστατική θεωρία ήταν αυτές που αποτέλεσαν και το σπέρμα της σύγχρονης ποδοσφαιρικής αντίληψης.
Κι αν η Βιέννη με τα café της ήταν μια μικρογραφία της Ευρώπης πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου παράγονταν πολιτισμός και η μοντέρνα συνείδηση, την ίδια στιγμή στα café της Βουδαπέστης η φιλελεύθερη – κυρίως εβραϊκής καταγωγής αστική τάξη – αντιμετώπιζε το ποδόσφαιρο ως κομμάτι της αναζήτησης της αριστείας και της χειραφέτησής της σε ένα περιβάλλον πολιτισμικών διακρίσεων, ενώ στα Πανεπιστήμια της Πράγας οι φοιτητές οραματίζονταν την ανάπτυξη ενός εθνικού αθλητικού πολιτισμού και στο βιομηχανικό ιταλικό βορρά οι circoli συναντιόντουσαν στις birrerie μετατρέποντάς τις στα μέρη όπου σχηματιζόντουσαν οι νέοι πολυσυλλεκτικοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι και αναλυόταν η εθνική ταυτότητα του σπορ, ως καθρέφτης της αναζητούμενης και ανολοκλήρωτης εθνικής ταυτότητας ενός κράτους.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/tribuna-1024x778.jpg)
Αν όμως οι ελίτ ήταν ο ιθύνων νους της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης, ο αιμοδότης του σπορ ήταν η εργατική τάξη και η μαζική συμμετοχή της σε αυτό αποτέλεσε και στην Κεντρική Ευρώπη τη βασική αιτία της ανάπτυξης της κοινωνικής του εμβέλειας. Οι Σκωτσέζοι κηπουροί του Rothschild ήταν οι φορείς του λεγόμενου combination game στο νέο τόπο της μετοίκησής τους – του Σκωτσέζικου τρόπου παιξίματος που υιοθετήθηκε και από τις αγγλικές εργατικές ομάδες – και ίσως χωρίς να το προσδοκούν εμφύσησαν και τις βασικές αρχές του τρόπου ανάπτυξης της κεντροευρωπαϊκής ποδοσφαιρικής τακτικής. Ωστόσο, το ποδόσφαιρο έγινε και η αγαπημένη ασχολία της ντόπιας εργατικής τάξης, της νεολαίας των πόλεων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, που αξιοποιούσε κάθε χώρο και κάθε μέσο προκειμένου να κλοτσήσει μια μπάλα, ή κάτι που έμοιαζε με μπάλα και μέσα από τα σπλάχνα του νεοσχηματιζόμενου αστικού τοπίου να δημιουργήσει τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς ήρωες της επόμενης ημέρας.
Το πιο χαρακτηριστικό ιστορικό και καλλιτεχνικό τεκμήριο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται στο βιβλίο “Οι πιτσιρικάδες της Οδού Παζ”, του Ferenc Molnár, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1906 και αναφέρεται στη Βουδαπέστη του 1889. Στο εν λόγω νεανικό μυθιστόρημα, μια παρέα πιτσιρικάδων υπερασπίζεται ωσάν την πατρίδα τους έναν ανοιχτό χώρο στη γειτονιά του Jószefváros της Βουδαπέστης, την 8η δημοτική περιφέρεια της πόλης, μια πυκνοκατοικημένη συνοικία, με έντονο το εργατικό και μικροαστικό στοιχείο που αποτέλεσε και τη γενέτειρα του πρώτου ουγγρικού ποδοσφαιρικού συλλόγου, της Budapesti Torna Club. Η σημασία της μυθιστορηματικής αφήγησης του Molnár όμως δεν αφορά τόσο πολύ το οργανωμένο σπορ, όσο τον ίδιο το χώρο που αυτό συναντούσε τα παιδιά της εργατικής τάξης. Ο ανοιχτός αυτός χώρος, το grund, ήταν ένα σύνηθες στοιχείο στη γεωγραφία της αναδομούμενης Βουδαπέστης στα χρόνια κοντά στην αλλαγή του αιώνα. Στο μυθιστόρημα εξαίρεται ο ηρωισμός των παιδιών που τον υπερασπίζονται ως χώρο του παιχνιδιού τους, ωστόσο στην πραγματικότητα αυτά ήταν τα “γήπεδα” των παιδιών της ουγγρικής πρωτεύουσας, με σκληρά χώματα και πέτρες, που επηρέασαν την τεχνική εξέλιξη των καλύτερων, που στη συνέχεια έγιναν ποδοσφαιριστές των μεγάλων συλλόγων. Οι πρώιμοι σκάουτερ των ομάδων περιδιάβεναν στα grund για να εντοπίσουν τα ταλέντα που θα άλλαζαν την ιστορία μιας μεγάλης εθνικής σχολής ποδοσφαίρου.
Αν και δεν υπάρχει ένα αντίστοιχο θρυλικό στοιχείο που να αφορά τους ανοιχτούς χώρους άλλων πόλεων, τα παιδιά της Βιέννης έβρισκαν ανοιχτωσιές σε αυλές μεταξύ πολυκατοικιών, άδεια οικοδομικά τετράγωνα και αποθήκες σιδηροδρόμων που υπήρχαν κυρίως σε συνοικίες έξω από το Ringstrasse, όπως το Ottakring, το Favoriten και το Meidling. Αντίστοιχα στην Πράγα, οι εργατικές συνοικίες του Karlín και του Žižkov, ήταν γεμάτα από προαύλιους χώρους που αποτέλεσαν την κοιτίδα των μεγάλων ηρώων του τσεχικού ποδοσφαίρου.
Με τον τρόπο αυτό, το ποδόσφαιρο βρισκόταν παντού, αγκαλιάζοντας κάθε κοινωνικό στρώμα. Στις εργατικές συνοικίες τα παιδιά έπαιζαν αυθόρμητα παιχνίδια στους ανοιχτούς χώρους, οι νεοϊδρυμένοι σύλλογοι με τη συμβολή ντόπιων διανοούμενων και Βρετανών μετοίκων οργανώνονταν με καταστατικά, αξιωματούχους και υποδομές, το ντόπιο ταλέντο εξελίσσονταν στη συνέχεια μέσα σε νέα γήπεδα, μεγάλα στάδια και γυμναστηριακές εγκαταστάσεις, ώσπου οι μεγάλοι σύλλογοι που εκπροσωπούσαν κάθε ταξική, εθνοτική ή γλωσσική ομάδα γιγαντώνονταν και γινόντουσαν καθρέφτης της κάθε επιμέρους υπερηφάνειας. Οι σύλλογοι δεν περιορίζονταν μάλιστα στις ποδοσφαιρικές δραστηριότητες: πέρα από τη διοργάνωση κοινωνικών εκδηλώσεων αναψυχής, όπως χοροεσπερίδες, που αποτελούν βασικό κομμάτι στις δραστηριότητες κάθε ποδοσφαιρικού συλλόγου παγκοσμίως, έφτιαξαν τα clubhouses που λειτούργησαν ως συνέχεια των café για τη συζήτηση επί της ποδοσφαιρικής ιδιοσυγκρασίας και τακτικής, ενώ διοργάνωναν συχνά και σεμινάρια ή ημερίδες όπου η ζύμωση πάνω στο ιδεολογικό πλαίσιο της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης έβρισκε το κατάλληλο έδαφος για να δημιουργήσει ένα πρωτόγνωρο και όπως φάνηκε από την ιστορία πολύτιμο και μοναδικό πεδίο ποδοσφαιρικής κουλτούρας, η οποία καταγραφόταν και αναπαράγονταν από τον Τύπο της εποχής.
-
Το νήμα μιας φιλοσοφικής μετάγγισης
Edward Shires
Αναζητώντας κανείς τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες, που διαμόρφωσαν με τη σκέψη και την πολύπλευρη εμπειρίας τους το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, ξετυλίγει ένα νήμα που ξεκινάει από τον Edward Shires. Ο Shires, που γεννήθηκε το 1878 στο Bollington του Cheshire, εργαζόταν ως υπάλληλος της εταιρείας Underwood, που παρήγαγε γραφομηχανές στο Manchester. Εκεί φαίνεται να ήρθε σε επαφή με το combination game, δηλαδή τον Σκωτσέζικο τρόπο παιχνιδιού που υιοθέτησαν οι αγγλικές εργατικές ομάδες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ωστόσο, σε ηλικία 17 ετών, ο Shires μετακομίζει με τον πατέρα του στη Βιέννη, καθώς το κλίμα του Manchester ήταν επιβλαβές για την υγεία του και εκεί παράλληλα με την πώληση γραφομηχανών δραστηριοποιείται και στον τομέα της εισαγωγής αθλητικών ειδών.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/1320-1024x614.jpg)
Η δραστηριότητά του αυτή και η έντονη παρουσία του στους βρετανικούς κύκλους της Βιένης τον έφεραν σε επαφή με άλλα μέλη της τοπικής ελίτ των μετοίκων, μεταξύ τον οποίων ο Harold William Gandon, με τον οποίο ανέπτυξε προσωπική φιλία. Όταν ο Gandon κέρδισε το πρώτο στην Ιστορία αυστριακό τενιστικό όπεν στην Πράγα το 1894, κερδίζοντας στον τελικό τον Γερμανό Voss, εκπρόσωποι του αθλητικού συλλόγου Regatta, που είχε ιδρυθεί από το γερμανόφωνο κομμάτι της τσέχικης μητρόπολης το 1891 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1893, παρέδωσαν στον Gandon μια επιστολή με αποδέκτη μία ποδοσφαιρική ομάδα της Βιέννης, με την οποία εξέφραζαν την επιθυμία τους να δώσουν ένα φιλικό αγώνα. Ο Gandon, φτάνοντας στη Βιέννη, παρέδωσε με τη σειρά του την επιστολή αυτή στον Shires, ο οποίος αποφάσισε για το σκοπό αυτό να φτιάξει την πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης, με το όνομα First Vienna. Ωστόσο, η επιλογή αυτού του ονόματος ανέδειξε ότι ήδη υπήρχε στην πόλη ομάδα με αυτό το όνομα, που είχε ιδρυθεί από τους Σκωτσέζους κηπουρούς του Rothschild στις 22 Αυγούστου του 1894. Έτσι ο Shires ήρθε σε επαφή μαζί τους, προκειμένου αρχικά να πραγματοποιηθεί το ιστορικό παιχνίδι της 15ης Νοεμβρίου, με αντίπαλο την πλήρως βρετανική ομάδα του Cricket and Football Club, προκειμένου οι δύο σύλλογοι να ενωθούν ώστε να αντιμετωπίσουν τη Regatta στην Πράγα, κερδίζοντας εκείνο το διεθνές διασυλλογικό παιχνίδι με σκορ 2-1.
John Tait Robertson
Ο Shires εξελίχθηκε σε εξέχων στέλεχος του πρώιμου αυστριακού ποδοσφαίρου, εκπροσωπόντας μάλιστα την εθνική ομάδα και όντας ο αρχηγός της σε έναν αγώνα. Το 1904, όμως, η εταιρεία Underwood επιθυμεί τη μεταφορά του στη Βουδαπέστη, προκειμένου να στηρίξει τις δραστηριότητές της στο ουγγρικό κομμάτι της Αυτοκρατορίας. Εκεί ο Shires εντάσσεται στο δυναμικό της MTK, ενός συλλόγου που ιδρύθηκε το 1888 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1901. Πρόεδρος της MTK από το 1905 ήταν ο Alfréd Brüll, εβραϊκής καταγωγής βιομήχανος, που έμεινε στα ηνία του συλλόγου μέχρι και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και στην πρώτη συμμετοχή της στο εθνικό πρωτάθλημα της Ουγγαρίας, το Nemzeti Bajnokság, η MTK κατέκτησε την 3η θέση και τη δεύτερη σεζόν της αναδείχθηκε πρωταθλήτρια, την ίδια εποχή ξεκίνησε και η πρώτη μεγάλη κυριαρχία του γερμανόφωνου εργατικού σωματείου της πόλης, της Ferencváros, που μέσα σε μια δεκαετία κατέκτησε 8 πρωταθλήματα.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/c0add1fd-49ca-4177-9da1-1ecc268aaaf8-1024x585.webp)
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Shires, που είχε εξελιχθεί σε παράγοντα της MTK, με τη στήριξη του Brüll, προχώρησε σε αποφασιστική ενίσχυση του συλλόγου, με σημαντικότερη απόφαση την εύρεση του κατάλληλου τεχνικού που θα αναδιαμόρφωνε το ποδοσφαιρικό στυλ του. Όντας λάτρης του Σκωτσέζικου ποδοσφαίρου, με τις κοντινές πάσες και την ομαδική ανάπτυξη, ο Shires εντόπισε ως ιδανική επιλογή για τη θέση του προπονητή τον John Tait Robertson, ενός Σκωτσέζου που έχοντας κερδίσει 3 προωταθλήματα με τους Rangers της Γλασκώβης, στη συνέχεια ανέλαβε θέση παίχτη-προπονητή στην Chelsea, αν και παραιτήθηκε πριν ο λονδρέζικος σύλλογος κερδίσει την άνοδο στην κορυφαία κατηγορία για πρώτη φορά στην ιστορία του. Ο Shires προσέγγισε τον Robertson όταν αυτός ήταν βοηθός προπονητή στη Manchester United και αξιοποιώντας τις γνωριμίες του στους βρετανικούς κύκλους των βιομηχάνων καθώς και την οικονομική εμβέλεια του Brüll κατάφερε να τον φέρει στη Βουδαπέστη. Στα 2 χρόνια που έμεινε ο Robertson στην MTK δεν κατάφερε να κερδίσει το πρωτάθλημα από την Ferencváros, κατακτώντας όμως 2 φορές το Κύπελλο. Ωστόσο, η συμβολή του θεωρείται πολύ μεγαλύτερη, καθώς αναδιαμόρφωσε ριζικά το πρόγραμμα των προπονήσεων και το στυλ παιχνιδιού, επηρεάζοντας την εξέλιξη του ουγγρικού και κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαίρου για τις επόμενες δεκαετίες και βάζοντας τις βάσεις για τη μεγάλη ποιοτική αλλαγή που έπονταν.
Jimmy Hogan
Μετά την αποχώρηση του Robertson, ο Shires προσέλαβε τον Robert Holmes, ποδοσφαιριστή της χρήσης γενιάς της Preston North End, στη θέση του προπονητή. Ο Holmes είχε κερδίσει το πρωτάθλημα Αγγλίας ως προπονητής της Blackburn το 1912 και προερχόμενος από την ίδια ποδοσφαιρική σχολή του combination game, όπως και ο προκάτοχός του, βοήθησε την MTK να φτάσει στο θρίαμβο τη σεζόν 1913-14, κερδίζοντας το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο Ουγγαρίας. Όμως το 1914, οι πολιτικές εξελίξεις στη Γηραιά Ήπειρο, έφεραν στην MTK μία προσωπικότητα που θεωρείται από πολλούς ο πατέρας της ποδοσφαιρικής τακτικής – όλες οι σχολές και οι φιλοσοφικές προσεγγίσεις που έχουν εμφανιστεί στον κόσμο έχουν κοινές ρίζες και καταλήγουν σε αυτόν, τον Jimmy Hogan.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/bcef87e2-9641-4df4-aa00-7a65af4191a8_16-9-discover-aspect-ratio_default_0-1024x576.jpg)
Ο Hogan γεννήθηκε το 1882 στο Nelson του Lancashire από μια ιρλανδική καθολική οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη. Μεγάλωσε και πήγε σχολείο στο Burnley, ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στο ιερατικό κολλέγιο του St Bede στο Manchester, χωρίς όμως να ακολουθεί το επάγγελμα του ιερέα, κάτι που ήταν το όνειρο του πατέρα του. Η ποδοσφαιρική του καριέρα ξεκίνησε από τη Rochdale Town, όπου έπαιζε σε θέση μέσα επιθετικού, για να μτεαγραφεί στη συνέχεια στη Burnley και μετά από ένα γρήγορο πέρασμα από την τοπική ομάδα του Nelson στη Fulham, με την οποία σημείωσε 18 συμμετοχές. Μετά από ένα πιο σύντομο πέρασμα από τη Swindon Town, το 1908 μεταγράφηκε στη Bolton, με την οποία είχε μια εμπειρία που θα άλλαζε τη δική του ζωή αλλά και την πορεία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Σε ένα παιχνίδι προετοιμασίας η Bolton αντιμετώπισε την ολλανδική Dordrecht. Με τη διαφορά μεταξύ της ποιότητας του ποδοσφαίρου των δύο χωρών να είναι τεράστια, δεν ήταν έκπληξη το γεγονός ότι η Bolton κέρδισε εκείνο το παιχνίδι με σκορ 10-0. Ωστόσο, αυτή η διαφορά στην αντίληψη του παιχνιδιού ενέπνευσε τον Hogan να αναλάβει τα ηνία της Dordrecht το 1910, προκειμένου να μεταλαμπαδεύσει τις αρχές του βρετανικού ποδοσφαίρου, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 20ου αιώνα.
Στη διετία που παρέμεινε στο πόστο του τεχνικού της Dordrecht, ο Hogan ανέλαβε την ηγεσία της εθνικής ομάδας της Ολλανδίας σε έναν φιλικό αγώνα απέναντι στη Γερμανία, το οποίο κέρδισε με σκορ 2-1, ενώ η φήμη του φέρεται να τον έφερε για πρώτη φορά στην Αυστρία, όπου προπόνησε περιστασιακά τη Wiener Amateur, δηλαδή τη μετέπειτα Austria της Βιέννης, μεταξύ του 1911 και 1912. Την ίδια περίοδο, ωστόσο, που ο Hogan βρισκόταν ως προπονητής στην Ολλανδία και την Αυστρία, σημείωνε συμμετοχές και ως ποδοσφαιριστής της Bolton, με την οποία αγωνίστηκε συνολικά 54 φορές ως το 1913, σημειώνοντας 18 γκολ.
Τα συχνά ταξίδια του μεταξύ των 3 χωρών δεν είναι πλήρως καταγεγραμμένα, ωστόσο είναι σίγουρο ότι με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 1914, ο Hogan βρισκόταν στη Βιέννη, όπου και ως Βρετανός υπήκοος συνελήφθη ως πολίτης εχθρικής χώρας και τέθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό. Αυτή η σύλληψη οδήγησε στην ενεργοποίηση μιας σειράς παραγόντων, μεταξύ των οποίων ο Αυστριακός Hugo Meisl που ήταν τότε ο ομοσπονδιακός προπονητής της Αυστροουγγαρίας, οι βρετανοί αδελφοί Blyth, με έναν εξ’αυτών, τον Ernest, να αποτελεί και ιδρυτικό μέλος του Cricket and Football Club, καθώς και των Shires, Brüll και Baron Dirstay, εκ μέρους της ΜΤΚ, ώστε ο Hogan να διαφύγει στη Βουδαπέστη, όπου είχε σχετικά μεγαλύτερη ελευθερία και ανέλαβε την τεχνική ηγεσία του συλλόγου. Ο Hogan ήταν ο ιδανικός συνεχιστής της κληρονομιάς του Robertson στην MTK και το πρόσωπο που έψαχνε ο Shires για να δημιουργήσει την τεράστια ομάδα της εποχής, η οποία κέρδισε 10 κατά σειρά πρωταθλήματα, τα 6 από αυτά υπό τις οδηγίες του Hogan. Ξεκινώντας από τη βάση του combination game, ο Hogan επέμεινε στην ανάπτυξη στοιχείων που ήταν εντελώς άγνωστα στο ευρωπαϊκό παιχνίδι, όπως η πάσα με την πρώτη επαφή, η ευχαίρεια στη χρήση της μπάλας και με τα δύο πόδια, ο έλεγχος και η κατοχή υπό πίεση, καθώς και ο συντονισμός των γραμμών, η συλλογική πίεση, η ομαδική ανάπτυξη και η αντίληψη των επιλογών για την πάσα σε κάθε σενάριο του παιχνιδιού. Ουσιαστικά, ο Hogan βρήκε στην MTK το εύφορο έδαφος για να αναπτύξει την καινοτομία στην τακτική προσέγγιση του παιχνιδιού, επειδή θεωρούνταν εξ’αντικειμένου, λόγω της καταγωγής του, πιο έμπειρος και ικανός να ενσταλλάξει το σωστό τρόπο παιξίματος. Την ίδια στιγμή στην Αγγλία ένας προπονητής είχε μικρότερη προσωπική ελευθερία, ακόμα κι αν το ποδόσφαιρο εξελισσόταν πιο γρήγορα λόγω της συνολικά μεγαλύτερης και πιο μακροχρόνιας ανάπτυξής του, ιδιαίτερα όσο αφορά το επαγγελματικό επίπεδο.
Την εποχή εκείνη, που ο Hogan συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των ποδοσφαιρανθρώπων για πρώτη φορά, κινούμενος κυρίως μεταξύ Βιέννης και Βουδαπέστης (με ένα πέρασμα επίσης από την Ελβετία, για την ομάδα των Young Boys), δημιουργήθηκε ένας από τους πιο σημαντικούς φιλικούς δεσμούς που έχουν υπάρξει για στο ποδόσφαιρο.
Hugo Meisl
Μία από τις πιο επιδραστικές μορφές στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, ο Hugo Meisl, αντιμετώπιζε τον Hogan ως τον Προμηθέα της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας, της βάσης πάνω στην οποία θα μπορούσε να οργανωθεί το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Ο Meisl ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα, με εξαιρετικά ταλέντα σε πολλούς τομείς, τα οποία όλα έθεσε στην υπηρεσία της ποδοσφαιρικής ανάπτυξης στην εποχή του. Γεννημένος το 1881 στο Maleschau (Malešov) της Βοημίας, που τότε ανήκε στην Αυστροουγγαρία, γόνος εβραϊκής οικογένειας, μετοίκησε στη Βιέννη το 1895 όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως τραπεζικός υπάλληλος και αγωνιζόταν ως ακραίος επιθετικός στη Vienna Cricket and Football Club. Κοσμοπολίτης και πολύγλωσσος – αφού πέρα από τη μητρική γερμανική γλώσσα μιλούσε επίσης άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά – είχε την ικανότητα να επιδρά σε διεθνές επίπεδο, αναπτύσσοντας μάλιστα μια στενή φιλία με μερικούς από τους μεγαλύτερους οραματιστές του ευρωπαϊκού και παγκοσμίου ποδοσφαίρου, όπως ο πρώτος πρόεδρος της FIFA, Jules Rimet, και ο Henri Delaunay, εμπνευστής του ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού ενιαίου χώρου, που υπήρξε αργότερα και ο πρώτος γενικός γραμματέας της UEFA.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/meisl-monografie-wp.jpg)
Ο Meisl αποτελούσε την ιδανική ενσάρκωση της Βιεννέζικης αντίληψης του ποδοσφαίρου, ως βαθιά ιδεολογικοποιημένου σπορ με ιδιαίτερη και ευρεία κοινωνική διάσταση. Υπήρξε ο εμπνευστής και ο βασικός παράγοντας υλοποίησης μιας σειράς ποδοσφαιρικών θεσμών που άλλαξαν το ποδόσφαιρο στις αρχές του 20ου αιώνα και καθόρισαν την ταυτότητά του στο διηνεκές. Ήταν θαμώνας των βιενέζικων café, εκεί που συζητούσε την εξέλιξη της ποδοσφαιρικής τακτικής, εξελισσόμενος και επαγγελματικά από τραπεζικό υπάλληλο σε δημοσιογράφο και γενικό γραμματέα της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου σε διεθνή διαιτητή και έπειτα ομοσπονδιακό τεχνικό της Αυστροουγγαρίας το 1912. Η σχέση του με τον Hogan τον βοήθησε να δώσει έμφαση στην ανάπτυξη του παιχνιδιού με τη μπάλα στο έδαφος και να βάλει τις βάσεις για το μεγάλο έργο του που θα έβαζε τη σφραγίδα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Όντας πάντα σε νευραλγικές θέσεις μέσα στο διεθνές ποδοσφαιρικό δίκτυο παραγόντων, ήταν αυτός που έφερε ουσιαστικά για πρώτη φορά τον Hogan στην Αυστρία, όταν του ζητήθηκε η γνώμη του για τον Βρετανό τεχνικό από τη Γερμανική ομοσπονδία για τη θέση του εκλέκτορα. Ο Meisl, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη και αντί να δει τον Hogan που θαύμαζε να αναλαμβάνει την ηγεσία μιας αντίπαλης εθνικής ομάδας, του προσέφερε τη θέση του προπονητή στην Αυστροουγγαρία, με σκοπό την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1916 που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Το παιχνίδι της ιστορίας, βέβαια, οδήγησε μέσω αυτής της μετακίνησης τον Hogan στη Βουδαπέστη και την MTK, διατηρώντας όμως τη στενή σχέση με τον Meisl, που έκανε παράλληλα ποδοσφαιρικά βήματα στη Βιέννη.
Αυτή η τετράδα των τεράστιων μορφών, θεμελιωτών του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Σχολής, που έμεινε στην ιστορία και ως η “Σχολή του Δούναβη”, άφησε το στίγμα της στην ιστορία επειδή υπήρχαν οι συνθήκες εκείνες που επέτρεπαν το έργο της να ξεδιπλωθεί απρόσκοπτα, με τεράστιες κοινωνικές δυνάμεις και υλικές προϋποθέσεις να το υποστηρίζουν. Το ποδόσφαιρο που είχε περάσει από τους κήπους των ευγενών στους δρόμους των πόλεων και οργανώθηκε σε σύγχρονες εγκαταστάσεις που φιλοξενούσαν τους μεγάλους συλλόγους, μέσα στα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα βρέθηκε να παίζεται σε στάδια χωρητικότητας 70 και 80 χιλιάδων θεατών.
Στην Αυστρία, ο πρώτος ποδοσφαιρικός θεσμός ξεκίνησε το 1897. Επρόκειτο για το Challenge Cup, που αρχικά ήταν ένας θεσμός Κυπέλλου στον οποίο αγωνίζονταν μόνο ομάδες της Βιέννης. Από το 1901 όμως, με τη συμμετοχή των ομάδων της Βοημίας, Ceski και Slavia, η διοργάνωση έγινε πολυεθνική, ακόμα κι αν βρισκόταν εντός της ίδιας κρατικής αυτοκρατορικής οντότητας. Στον τελικό εκείνης της χρονιάς, η αναμέτρηση της Slavia με την Wiener Amateur ήταν ουσιαστικά το πρώτο διεθνές επίσημο διασυλλογικό παιχνίδι στην ιστορία του ποδοσφαίρου, που κέρδισαν οι Αυστριακοί με 1-0 και σκόρερ τον Josef Taurer. Η Ferencváros ήταν η πρώτη ομάδα που διέκοψε την κυριαρχία των βιεννέζικων συλλόγων στη διοργάνωση το 1909, κερδίζοντας έτσι τον μοναδικό τίτλο για ομάδα εκτός της αυστριακής πρωτεύουσας, στη σύντομη ιστορία της διοργάνωσης, που πραγματοποιήθηκε για τελευταία φορά το 1911.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/89777674-1024x851.jpg)
Το τέλος του Challenge Cup συνέβη λόγω της έναρξης του αυστριακού πρωταθλήματος, του οποίου η πρώτη σεζόν διεξήχθη το 1911-12, με τη Rapid να κερδίζει τον τίτλο και την Cricket and Football Club να υποβιβάζεται. Στην Ουγγαρία, το πρώτο πρωτάθλημα, με τη συμμετοχή 5 ομάδων σε έναν ενιαίο όμιλο, διεξήχθη το 1901 και το κέρδισε η BTC, ενώ στην Τσεχία υπήρχε εθνικό πρωτάθλημα – που έμοιαζε περισσότερο με ένα υπό διαμόρφωση τουρνουά – από το 1896, διοργανωμένο σε 2 σεζόν, όπως γίνεται στις μέρες μας στην Αργεντινή. Στην Ιταλία, το πρώτο εθνικό πρωτάθλημα ξεκίνησε το 1898, με την κυριαρχία της Genoa και έναν τίτλο της έταιρης βρετανικής ομάδας, της Milan, στην πρώτη φάση της διεξαγωγής του, μέχρι την ίδρυση της λεγόμενης Prima Categoria, το 1904, που και πάλι βρήκε νικήτρια τη Genoa, με την ομάδα του λιμανιού να κερδίζει 6 από τις 7 πρώτες διοργανώσεις.
Η εμβέλεια του ποδοσφαίρου στην κοινωνία συγκρινόταν με αυτή του κινηματογράφου, ξεπερνώντας μορφές τέχνης όπως τα εικαστικά, η μουσική και η λογοτεχνία. Μάλιστα στη Βιέννη υπήρχε το ρητό: “η μπύρα του μπαμπά, το σινεμά της μαμάς και το ποδόσφαιρο του αδερφού”. Αυτή η κοινωνική βάση του σπορ, που στην Αγγλία δημιουργήθηκε μέσα από τεράστιες αλλαγές στη σύνθεση του αστικού πληθυσμού και κοσμογονικές αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και συνεπώς την καθημερινότητα της εργατικής τάξης, συνέβη πολύ πιο γρήγορα στην Αυστροουγγαρία, στη βάση ενός εθνοτικού μωσαϊκού που μάλλον είχε ξεπεράσει το προσδόκιμο που του επέτρεπε η ιστορία του κόσμου. Μεγάλες εξελίξεις θα αναδιαμόρφωναν το έδαφος της αυτοκρατορίας, αλλά δε θα διέκοπταν την ποδοσφαιρική ανάπτυξη, το αντίθετο!
-
Τα χαρακώματα
Το καλοκαίρι του 1914 η Wiener στέφθηκε για πρώτη φορά πρωταθλήτρια Αυστρίας, κερδίζοντας στην ισοβαθμία το πρωτάθλημα από τη Rapid, ενώ η First Vienna, ο πρωτοπόρος σύλλογος της αυστριακής πρωτεύουσας, υποβιβάστηκε στη 2η κατηγορία. Στην Ουγγαρία η MTK πήρε τα σκήπτρα μετά από την κυριαρχία της Ferencváros, ενώ στην Τσεχία δε διεξήχθη πρωτάθλημα, με τα σκήπτρα να κρατάει από την προηγούμενη χρονιά η Slavia Πράγας. Στην Ιταλία, η Casale θριάμβευσε επί της Lazio στον τελικό της Prima Categoria για να κερδίσει τον πρώτο και μοναδικό τίτλο της ιστορίας της. Αυτά ήταν τα τελευταία πρωταθλήματα που διεξήχθησαν σε ειρηνικές συνθήκες…
Στις 28 του Ιούνη, ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, βρέθηκε στο Σάράγεβο προκειμένου να επιθεωρήσει τις στρατιωτικές ασκήσεις της αυστροουγγρικής διοίκησης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η περιοχή αυτή είχε περιέλθει δικαιωματικά στην Αυστροουγγαρία με τη Συνθήκη του Βερολίνου, το 1878, μία συμφωνία που ουσιαστικά άναψε το φυτίλι της Ιστορίας στα Βαλκάνια, εκφράζοντας ταυτόχρονα τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, καθώς και την ύστατη προσπάθεια διαφύλαξης των αυτοκρατοριών της Ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε ουσιαστικά οθωμανική επαρχία ως και το 1908, όταν με την άνοδο των Νεότουρκων και την αστάθεια στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Αυστροουγγαρία αποφάσισε να διαφυλάξει τις αυτοκρατορικές κτήσεις στα Βαλκάνια και προσάρτησε ολοκληρωτικά την επαρχία στην επικράτειά της. Η κίνηση αυτή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις εθνικές επιδιώξεις των Σέρβων, που είχαν αποκτήσει επίσης το δικό τους εθνικό κράτος με τη συνθήκη του Βερολίνου.
Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, σε μια συμβολική κίνηση, φρόντισε να πραγματοποιήσει την επίσκεψη αυτή την ημέρα του Vidovdan, δηλαδή την επέτειο της μάχης του Κοσσυφοπέδιου, καθώς θεωρείται η πρώτη πατριωτική θυσία απέναντι στην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, που λειτούργησε και ως γενεσιουργός της σερβικής εθνικής συνείδησης. Έτσι, ο διάδοχος του αυστροουγγρικού θρόνου, θέλησε να επιδείξει τη σιδερένια πυγμή της δικής του Αυτοκρατορίας, που είχε τη δυνατότητα να επιδεικνύει την ισχύ της απέναντι στα μικρότερα εθνικά κράτη σε ένα από τα διαχρονικά ευρωπαϊκά πεδία των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η επιλογή του αυτό, ωστόσο, απεδείχθη θανάσιμη, καθώς ο Gavrilo Princip, μέλος της σερβοβοσνιακής παραστρατιωτικής οργάνωσης “Μαύρο Χέρι”, δολοφόνησε το διάδοχο και τη σύζυγό του Σοφία. Σε μια εποχή που έτσι κι αλλιώς μύριζε μπαρούτι, με την κούρσα των εξοπλισμών στα αναδυόμενα εθνικά καπιταλιστικά κράτη και τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες να κρατάει για περίπου μισό αιώνα, η σκανδάλη του Princip πυροδότησε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη σφαίρα που είχε τοποθετήσει στο όπλο του: η Ευρώπη θα άλλαζε ριζικά και η Ιστορία θα σημάδευε το τέλος των αυτοκρατοριών. Μαζί με τις αυτοκρατορίες, ωστόσο, θα έβρισκαν τέλος οι ζωές περίπου 9 εκατομμυρίων ανθρώπων, σε μια τετραετή πολεμική σύρραξη που τότε ονομάστηκε “Ο Μεγάλος Πόλεμος”.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/outbreak-of-world-war-i-gettyimages-506127736-1024x512.jpeg)
Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου είχε ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των αυτοκρατοριών των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε μια σειρά εθνικών κρατών. Έτσι, σχηματίστηκε το κράτος της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Τσεχοσλοβακία στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας, Η δημοκρατία της Βαϊμάρης, ενώ με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ άνοιξε ο δρόμος για τη δημιουργία των κρατών της Πολωνίας, της Λιθουανίας, της Εσθονίας και της Λετονίας. Φυσικά, στο ίδιο διάστημα η Οκτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε το πρώτο στην ιστορία εργατικό κράτος, τη Σοβιετική Ρωσία και μετέπειτα τη Σοβιετική Ένωση, που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στις ιδεολογικές διαδικασίες που αφορούσαν τις πολιτικές εξελίξεις των νέων εθνικών κρατών.
Τα χρόνια του λεγόμενου “πολέμου των χαρακωμάτων” το ποδόσφαιρο δε σταμάτησε. Στη γενέτειρά του, την Αγγλία, μπορεί να έπεσε το επίπεδο και η ένταση του ανταγωνισμού, όμως συνέχισε να αποτελεί διέξοδο για τις εργατικές μάζες, που ειδικά υπό το βάρος της πολεμικής κατάστασης έψαχναν στο σπορ την απαραίτητη ψυχική ανακούφιση. Οι γυναίκες που πήραν τη θέση των ανδρών στα εργοστάσια, όσο αυτοί πολεμούσαν στα χαρακώματα, έφτιαξαν και τις δικές τους ποδοσφαιρικές ομάδες, γράφοντας χρυσές σελίδες στην ιστορία του σπορ, τόσο σημαντικές που θεωρήθηκαν επικίνδυνες ώστε μεταπολεμικά να προκαλέσουν την απαγόρευση του γυναικείου σπορ για περίπου μισό αιώνα. Πολλοί φαντάροι, εξαντλημένοι από έναν πόλεμο στον οποίο δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο θα σκοτωνόντουσαν, επέστρεφαν στη χώρα τους και βρίσκονταν στα γήπεδα, δηλώνοντας αδυναμία στράτευσης.
Στην Αυστρία, η Wiener Amateur του Hugo Meisl κέρδισε το πρωτάθλημα του 1915, για να ξαναπάρει τα σκήπτρα η εργατική Rapid το 1916 και 1917. Στην Ουγγαρία το πρωτάθλημα διακόπηκε για 2 σεζόν, όμως στα μέσα του πολέμου η MTK συνέχισε την κυριαρχία της υπό τον Jimmy Hogan, κερδίζοντας τα πρωταθλήματα του 1917 και 1918. Στην Τσεχία, η DFC Prag, κληρονόμος των παραδόσεων της Regatta, κέρδισε το πρωτάθλημα του 1917, με δεύτερη μια άλλη ομάδα του γερμανόφωνου κομματιού της Πράγας, τη Viktoria Žižkov. Στην Ιταλία, ωστόσο, διεξήχθη μόνο το πρωτάθλημα της σεζόν 1914-15, το οποίο και κέρδισε η Genoa, επικρατώντας στον τελικό γύρο της Torino, της Inter και της Milan, για να παραλάβει τον τίτλο της όμως μόνο μετά το τέλος του πολέμου.
Αν και το τέλος του πολέμου σήμαινε την ήττα για την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, όσο αφορά το ποδόσφαιρο του Δούναβη ξεκινούσε η πιο λαμπρή εποχή του, ίσως γιατί το ίδιο συνέβαινε και με τις προσδοκίες των λαών αυτών για την επόμενη μέρα σε έναν ειρηνικό κόσμο.
Η εποχή των χαμένων ονείρων
Στη νεοσύστατη Αυστρία, η επόμενη μέρα του Μεγάλου Πολέμου διαμόρφωσε ένα ουσιαστικά διπολικό κράτος, με μία τεράστια πολιτική και κοινωνική ανισομετρία και αντίθεση μεταξύ της πρωτεύουσας, της Βιέννης και της υπόλοιπης χώρας. Το εργαστήρι του αυστριακού ποδοσφαίρου όμως ήταν η κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα και στο έδαφος των εξελίξεων σε αυτήν συντελέστηκαν και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες που εξέλιξαν την Αυστρία στη μεγαλύτερη ίσως ποδοσφαιρική δύναμη της εποχής. Από το 1919 ως το 1934 η δημοτική διοίκηση της πόλης πέρασε στην κυριαρχία των Σοσιαλδημοκρατών και το κόμμα SDAP. Σε μία ιδεολογική διαπάλη με τους αυστριακούς κομμουνιστές, οι σοσιαλδημοκράτες υποστήριζαν την μετάβαση στο σοσιαλισμό με τη χρήση των εργαλείων διακυβέρνησης της αστικής εξουσίας, κάτι που όποτε κι αν συνέβη στην ιστορία, πριν ή μετά από εκείνη την εποχή, είχε δυστυχώς πάντα εντυπωσιακή αρχή και τραγική κατάληξη. Ωστόσο, η εντυπωσιακή μετάβαση στη σοσιαλιστική, τη λεγόμενη “Κόκκινη Βιέννη”, εκφράστηκε με την κατασκευή εργατικών κατοικιών, με προεξέχον το συγκρότημα Karl-Marx-Hof, καθώς και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υγεία, την εκπαίδευση, την παιδική μέριμνα και τη λαϊκή κουλτούρα. Η σοσιαλιστική ουτοπία που ήταν πλέον καθημερινότητα για τους εργαζόμενους της Βιέννης, τροφοδοτούσε την αντιπαλότητα των συντηρητικών επαρχιών, υποσκάπτοντας σιγά σιγά την ύπαρξη της, μέχρι την τελική σύγκρουση και κατάρρευση το 1934, από το καθεστώς του Engelbert Dollfuss. Αυτά τα χρόνια όμως ήταν καθοριστικά για την εκτόξευση του βιεννέζικου και συνεπώς αυστριακού ποδοσφαίρου, που γινόταν η υλοποίηση των οραμάτων μιας φιλόδοξης ελίτ διανοούμενων.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/image-asset-1024x683.jpeg)
Σε αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε με μια νέα μορφή, με μεγαλύτερο φιλοσοφικό βάθος, η αντιπαράθεση για τον επαγγελματισμό στο ποδόσφαιρο. Στη Βρετανία ο επαγγελματισμός υπήρχε από πολύ νωρίς, περίπου μια δεκαετία ύστερα από την ίδρυση της Football Association, και επετεύχθη ως αξίωση των εργατικών σωματείων που δε μπορούσαν διαφορετικά να εξασφαλίσουν τον ελεύθερο χρόνο για προπόνηση και αγώνες στους αθλητές τους που αναγκάζονταν να δουλέψουν για την επιβίωση τους. Ωστόσο, υπό το σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς της Βιέννης, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η είσοδος του επαγγελματισμού συνδεόταν με την εμπορευματοποίηση του παιχνιδιού, κάτι που συνέβη και στη Βρετανία, φέρνοντάς το ξανά υπό τον έλεγχο της άρχουσας τάξης. Έτσι προέκυπτε ένα ηθικό και ιδεολογικό ερώτημα που κρατάει ως τις μέρες μας: είναι ο επαγγελματισμός σύμφυτος με την καπιταλιστική εκμετάλλευση του αθλήματος; Η ιστορία του κόσμου γενικά και του ποδοσφαίρου ειδικά απέδειξε ότι το μόνο που είναι σύμφυτο με τη φύση του αθλήματος είναι η οικονομική βάση, το πολιτικό-κοινωνικό σύστημα της κάθε εποχής. Ο επαγγελματισμός είναι αναγκαίος για να μπορούν να συμμετέχουν και να διακρίνονται σ’αυτό ανεξαιρέτως αθλητές από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ωστόσο η εμπορευματική εκμετάλλευσή του ως προϊόντος ή η ανάδειξή του ως κοινωνικού φαινομένου εκπροσώπησης ιδεολογικών ως και φιλοσοφικών αντιλήψεων έχει να κάνει με τον τύπο της οικονομίας. Στην καπιταλιστική οικονομία θα είναι εμπόρευμα, σε μια οικονομία με κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και αντίστοιχο έλεγχο του παραγόμενου πλούτου είναι μια μη εμπορεύσιμη ανάγκη και καθολικό δικαίωμα.
Στη φιλελεύθερη και σοσιαλδημοκρατική Βιέννη ήταν ίσως λογικό να επικρατήσει η λογική της αναγκαιότητας του επαγγελματισμού, κάτι που δε συνέβη σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, όπου αν και υπήρχε ήδη η ποδοσφαιρική αγορά, με την έννοια των μεταγραφών, δεν επιτρεπόταν οι ποδοσφαιριστές να λαμβάνουν επίσημα μισθό για να παίζουν ποδόσφαιρο. Πρωτεργάτης αυτής της διαδικασίας και ουσιαστικά ιδεολογικός της θεμελιωτής ήταν ο Hugo Meisl, ο οποίος ανέδειξε φυσικά όλους τους τρόπους με τους οποίους το ποδόσφαιρο ήταν ήδη ένα εμπορεύσιμο προϊόν, μέσω της πώλησης εισιτηρίων, που συνδέονταν με τις μεταγραφές και άρα με την επίδοση των συλλόγων. Επίσης, στις οικονομικές σχέσεις που αφορούσαν το προ-επαγγελματικό ποδόσφαιρο της Αυστρίας συμπεριέλαβε τις άτυπες πληρωμές των ποδοσφαιριστών, μέσω αμοιβών για συμβολική εργασία σε άλλους φορείς – κάτι που επαναλήφθηκε αρκετές φορές στην Ιστορία από καθεστώτα που μάχονταν υπέρ του ερασιτεχνικού πνεύματος. Το ποδόσφαιρο, με 40 ως 50 χιλιάδες θεατές στους αγώνες της πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος, ήταν ήδη μια επιχείρηση – το μόνο ερώτημα ήταν αν και οι ποδοσφαιριστές θα θεωρούνταν εργαζόμενοι σε αυτήν. Αυτή η αλλαγή είχε και ως αποτέλεσμα την ίδρυση του πρώτου συνδικάτου ποδοσφαιριστών στην ηπειρωτική ευρώπη, με πρόεδρο τον Josef Brandstetter, αμυντικό και αρχηγό της εργατικής Rapid Βιέννης.
Οι εξελίξεις στη Βιέννη επηρέασαν άμεσα τα πρωταθλήματα της Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας, που αν και πλέον δε βρίσκονταν εντός της ίδιας κρατικής οντότητας, το δίκτυο επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των τριών πρωτευουσών λειτουργούσε καταλυτικά στο να διαδίδονται οι ίδιες ιδέες και αποφάσεις πολύ γρήγορα από τη μία χώρα στην άλλη. Έτσι, το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα Αυστρίας ξεκίνησε τη σεζόν 1924-25, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα της νεοσύστατης Τσεχοσλοβακίας και την επόμενη, δυο χρόνια μετά την Αυστρία, ξεκίνησε και το επαγγελματικό πρωτάθλημα στην Ουγγαρία.
Η πορεία της Τσεχοσλοβακίας μετά τον πόλεμο έμοιαζε επίσης με ουτοπία, ωστόσο όχι τόσο λόγω της επικράτησης των σοσιαλιστικών ιδεών. Το νέο κράτος, που περιλάμβανε την περιοχή της Σουδητίας, μιας γερμανόφωνης περιοχής με αρκετούς τους κατοίκους του να επιθυμούν την ένταξη σε ένα από τα γερμανικά κράτη της Αυστρίας ή της Γερμανίας, βάζοντας τον σπόρο αρνητικών μελλοντικών εξελίξεων, τη Βοημία και Μοραβία, τη Σλοβακία και την Υποκαρπαθιακή Ρουθηνία. Έτσι, η Τσεχοσλοβακία, που δεν υπήρχε ποτέ στο παρελθόν ως ανεξάρτητο κράτος, παρέμεινε μια οντότητα με πολυεθνική σύσταση, καθώς στο έδαφος της ζούσαν, πέρα από τους Τσέχους, Γερμανοί, Ούγγροι, Σλοβάκοι και Ρουθήνιοι, μία ανατολική σλαβική εθνοτική ομάδα.
Η νέα αστική δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, ουσιαστικά δανείστηκε τα ίδια ιδεολογικά εργαλεία που είχαν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως στην Αυστροουγγαρία, ώστε να αξιοποιήσει το ποδόσφαιρο ως μέσο κοινωνικής και εθνικής σύγκλισης. Όσο αφορά τους τίτλους, αυτοί ήταν μια σχεδόν αποκλειστική υπόθεση μεταξύ Slavia και Sparta Πράγας, με τη γερμανόφωνη Viktoria Žižkov να κερδίζει μόνο τον τίτλο της σεζόν 1927-28. Ωστόσο, το καθεστώς προστάτευσε την ανάπτυξη των συλλόγων όλων των εθνοτικών ομάδων, αξιοποιώντας τον ενιαίο χώρο του νέου εθνικού πρωταθλήματος ως ενσάρκωση της νέας εθνικής ταυτότητας.
Πολύ πιο ταραχώδης ήταν, ωστόσο, από την αρχή της, η μεσοπολεμική περίοδος στην Ουγγαρία. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από την Αυστροουγγαρία συνέβη το 1918, με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Λίγους μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1919, σε αντίθεση με την αστικοδημοκρατική σοσιαλιστική ουτοπία της Βιέννης, εγκαθιδρύθηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία με επικεφαλής τον Béla Kun, έναν εβραίο αξιωματικό του Αυστροουγγρικού στρατού που αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους το 1916 και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στα Ουράλια, όπου και ήρθε σε επαφή με το Κόμμα των Μπολσεβίκων και στη συνέχεια ίδρυσε την Ουγγρική πτέρυγα του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Kun, που στο εσωτερικό των Μπολσεβίκων αντιτάχθηκε στον Lenin, κατηγορώντας τον για συμβιβαστικούς χειρισμούς με τις μεγάλες δυνάμεις κατά την περίοδο της προσπάθειας εκεχειρίας για την εξασφάλιση της εξόδου της Ρωσίας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνασπίστηκε με άλλους αριστεριστές λεγόμενους “ριζοσπάστες”, όπως ο Ιταλός Terracini και ο Ούγγρος Rákosi γύρω από τη γραμμή των Grigory Zinoviev και Karl Radek. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία, ο Kun οργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, παίρνοντας με το μέρος του ένα σημαντικό κομμάτι της μορφωμένης και υπερδραστήριας εβραϊκής κοινότητας της Βουδαπέστης, ανοίγοντας κυριολεκτικό και όχι μόνο ιδεολογικό πόλεμο με τους Σοσιαλδημοκράτες, σε μια πορεία που οδήγησε στην εγκαθίδρυση σοβιετικής εξουσίας στις 21 Μαρτίου του 1919. Όσο όμως ο Kun οργάνωνε την πάλη απέναντι στους Σοσιαλδημοκράτες της πρωτεύουσας, οι αντιδραστικές εθνικιστικές δυνάμεις οργανώνονταν με τη συνδρομή Ρουμάνων εθνικιστών και υπό την ηγεσία του ναύαρχου Miklós Horthy, ώστε το αριστερίστικης γραμμής εγχείρημα να ανατραπεί τον Αύγουστο του 1919, σηματοδοτώντας την αρχή μιας περιόδου τρομοκρατίας απέναντι σε κάθε προοδευτικό στοιχείο και εξαιρετικά επιθετικού αντισημιτισμού που κορυφώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Λευκή Τρομοκρατία του Horthy ουσιαστικά δέχθηκε τρομερό πλήγμα τον Ιούνη του 1920, όταν με τη Συνθήκη του Τριανόν, στις Βερσαλλίες, η Ουγγαρία έχασε με τη συνθήκη αυτή περίπου το εν τρίτο των εδαφών της και από τότε ζει μεταξύ της πάλης των όποιων προοδευτικών στοιχείων και των τάσεων του ακραίου αλητρωτισμού.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/fortepan_82672-Deak-ter-1904-Klosz-1024x718.jpg)
Η εβραϊκή κοινότητα της Βουδαπέστης, που είχε εξέχοντα ρόλο στην ποδοσφαιρική ανάπτυξη της ουγγρικής πρωτεύουσας, βρέθηκε προφανώς στο στόχαστρο του νέου καθεστώτος. Ωστόσο, το γεγονός ότι ήταν αφομοιωμένη πολύ βαθιά στην ουγγρική κοινωνία, καθώς και οι κυρώσεις που πλήρωσε ένα πολυεθνικό κράτος που επιθυμούσε να γίνει εθνικό, λειτούργησαν ανασταλτικά, ώστε από το 1920 και μετά, παρά τον συνεχή συστημικό αντισημιτισμό, να σταματήσουν οι διωγμοί και τα πογκρόμ και η τρομοκρατία που κύριο στόχο είχε πρωταρχικά τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος και όχι τις εθνικές μειονότητες.
Παρόλα αυτά, η Λευκή Τρομοκρατία είχε οδηγήσει ήδη των Hogan σε απομάκρυνση, καθώς χωρίς να αναφέρεται ότι έχασε τη θέση του προπονητή, την ίδια περίοδο εργάστηκε στην Ελβετία για τη Young Boys, ενώ άλλοι εβραϊκής καταγωγής ποδοσφαιριστές, όπως οι αδελφοί Konrád, Kalmán και Jenö, μεταγράφηκαν στη Wiener Amateure του Hugo Meisl, ενώ ο Péter Szabó εντάχθηκε στο δυναμικό της Nürnberg. Οι απώλειες αυτές δε φάνηκε να επηρέασαν την υπεροχή της MTK, τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο, καθώς το tour που πραγματοποίησε στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1919 συγκέντρωσε μεγάλα πλήθη, με τα αποτελέσματα απέναντι στις υποδεέστερες γερμανικές ομάδες να είναι θριαμβευτικά. Μάλιστα, μετά από το παιχνίδι με αντίπαλο τη Bayern Μονάχου, που διεξήχθη υπό τα βλέμματα 10,000 θεατών και το τελικό σκορ ήταν 7-1 για τους Ούγγρους, η Bayern ξεκίνησε τη διαδικασία αναμόρφωσης της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας της με σκοπό την υιοθέτηση των αρχών του Ποδοσφαίρου του Δούναβη.
Το κενό του Hogan κάλυπτε εκείνη την εποχή μια άλλη μεγάλη μορφή του ποδοσφαίρου, που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην εξαγωγή της Κεντρικής Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας στην Ελβετία και τη Λατινική Αμερική, ο Dori Kürschner. Επίσης εβραϊκής καταγωγής, ο Kürschner έφυγε το 1920 προκειμένου να αναλάβει επίσημα χρέη προπονητή στη Nürnberg. Ωστόσο, παρά την αναταραχή, η MTK συνέχιζε να θριαμβεύει και εντός των συνόρων, κερδίζοντας μετά το 1919 και τα πρωταθλήματα του 1920 και 1921, ενώ την επόμενη σεζόν ως προπονητής προσελήφθη ένας άλλος εκπρόσωπος του εργατικού ποδοσφαίρου του Manchester, ο Herbert Burgess, ο οποίος αφού πρώτα αγωνίστηκε στις City και United, εντάχθηκε στο δυναμικό της MTK ως ποδοσφαιριστής τα χρόνια του πολέμου και τελικά την οδήγησε από τη θέση του τεχνικού στην κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1922. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα, που η MTK σημείωσε μόλις μια ήττα σε 22 αγώνες, αγωνίστηκε για μοναδική χρονιά με τα χρώματά της μια ακόμα μεγάλη μορφή που γέννησε ο σύλλογος της Βουδαπέστης, ο επίσης εβραϊκής καταγωγής Béla Guttmann, που έμελε να αφήσει εποχή ως τεχνικός και μέντορας άλλων βασικών εκπροσώπων ολόκληρων ποδοσφαιρικών αντιλήψεων, αλλά και αστέρων του ποδοσφαίρου. Ο Guttmann, ωστόσο, όπως και άλλοι Εβραίοι, έφυγε γρήγορα για τη Βιέννη, στο πιο φιλικό περιβάλλον της αυστριακής σοσιαλδημοκρατικής πρωτεύουσας.
Την ίδια μεταπολεμική εποχή, η Ιταλία, η οποία είχε αποσχιστεί από τις Κεντρικές Δυνάμεις και είχε πολεμήσει στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων, όντας ανάμεσα στους νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ταλανιζόταν από μεγάλα προβλήματα, καθώς η διάσπαση της Αυστροουγγαρίας της έδωσε πολύ ισχνές εδαφικές προσαρτήσεις, με τη νίκη να αποκαλείται “vittoria mutilata”, δηλαδή “κακοποιημένη”. Ο έντονος μεταπολεμικός πληθωρισμός, η ανεργία και η ακρίβεια, δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη ικανοποιητικών συνθηκών ζωής για τις εργατικές μάζες, ενώ υπό την επιρροή των διεθνών εξελίξεων τα εργατικά σωματεία και οι σοσιαλιστικοί, κομμουνιστικοί και αναρχικοί φορείς μεγάλωναν οργανωτικά, το ίδιο και η επιρροή τους. Η ιταλική αστική τάξη ένιωσε την απειλή μιας κομμουνιστικής επανάστασης και στο σχέδιο απεμπλοκής της από αυτό το σενάριο βρήκε το “σωτήρα” της στο πρόσωπο ενός διωγμένου από το σοσιαλιστικό κόμμα τυχωδιωκτικού στοιχείου. Ο Benito Mussolini, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στη λαϊκή προπαγάνδα και αξιοποιώντας τις εθνικιστικές επιδιώξεις της μεταπολεμικής ιταλικής αστικής τάξης, δημιούργησε τις πρώτες ένοπλες ομάδες “μελανοχιτώνων” που είχαν στο στόχαστρό τους κάθε εργατικό επαναστατικό στοιχείο. Το 1922, όταν ξεκίνησε τη διαβόητη “Πορεία προς της Ρώμη”, ο βασιλιάς Vittorio Emmanuele ο Γ’ του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το φασιστικό κόμμα εδραίωσε σταδιακά την αυταρχική εξουσία του, κατήργησε τα υπόλοιπα κόμματα, ενέτεινε τους πολιτικούς διωγμούς, ωστόσο διατήρησε φιλικές σχέσεις με τη γείτονα Αυστρία, υπό το φόβο μιας γερμανικής επίθεσης, που θεωρούνταν η μεγαλύτερη απειλή για την εθνική κυριαρχία της Ιταλίας.
Όσο κι αν σήμερα φαίνεται παράδοξο, υπό τη γνώση της ιστορικής συνέχειας, τα πρώτα χρόνια της φασιστικής εξουσίας στην Ιταλία δεν υπήρχαν φυλετικές διώξεις και ιδίως δεν υπήρχαν διώξεις των Εβραίων, που αποτελούσαν επίσης ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού του σχετικά νεοσύστατου κράτους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σειρά Εβραίων τεχνικών και ποδοσφαιριστών από την κυρίαρχη ουγγρική σχολή να ξεκινήσει να διαρρέει προς την Ιταλία, όπου μπορούσε να εργαστεί σε πολύ καλύτερες συνθήκες.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/1923%E2%80%9324_Genoa_CFC-1024x723.jpg)
Όσο αφορά το εθνικό πρωτάθλημα, οι προπολεμικές δυνάμεις του βιομηχανικού βορρά συνέχισαν να κυριαρχούν, με τους τίτλους των πρώτων χρόνων να κερδίζουν η Inter (που σύντομα μετονομάστηκε σε Ambrosiana από το φασιστικό καθεστώς), η Pro Vercelli, η Genoa, η Bologna και η Juventus. Από αυτές τις ομάδες, η Bologna ήταν αυτή που είχε τα χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν περισσότερο από κάθε άλλη με τη φυσιογνωμία του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης. Σύλλογος σε μια κατ’εξοχήν ακαδημαϊκή πόλη, ιδρύθηκε από ένα εθνικά ετερογενές μίγμα μορφωμένων μετοίκων και ντόπιων που είχαν διδαχθεί το ποδόσφαιρο στις γειτονικές χώρες της Αυστρίας και της Ελβετίας. Ακόμα και τα χρώματά της προέρχονταν από το κολλέγιο του Schönberg στο Rossbarg της Ελβετίας, εκεί όπου είχε φοιτήσει και έπαιξε για πρώτη φορά ποδόσφαιρο ο πρώτος αρχηγός της, Arrigo Gradi. Η φυσιογνωμία αυτή της Bologna έπαιξε ρόλο στη θεαματική ιστορία που κατέγραψε κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής του Κεντροευρωπαϊκού Ποδοσφαίρου, ή της λεγόμενης Σχολής του Δούναβη. Προπονητής της ομάδας στο πρώτο της πρωτάθλημα, το 1925, ήταν ο αυστριακός Hermann Felsner, που έμεινε στο τιμόνι της Bologna από το 1920 ως το 1931 και στη συνέχεια από το 1938 ως το 1942, προερχόμενος από τη σχολή της Wiener Sport-Club, ενός από τους πρώτους αθλητικούς και ποδοσφαιρικούς συλλόγους της Βιέννης, που ιδρύθηκε το 1883 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1907.
Το 1926, με τη “Χάρτα του Viareggio” που απέστειλε η Ιταλική Ομοσπονδία στη φασιστική κυβέρνηση, ο επαγγελματισμός εισήχθη και στην Ιταλία, με τη διάλυση των προηγούμενων πρωταθλημάτων και τη δημιουργία της Divisione Nazionale. Στον τελικό γύρο του πρωταθλήματος, στον οποίο συμμετείχαν 6 ομάδες, η Torino κατέκτησε την πρώτη θέση, μπροστά από τη Bologna, όμως ο τίτλος αφαιρέθηκε, καθώς αποκαλύφθηκε σκάνδαλο διαφθοράς, με τους παράγοντας της Torino να εξαγοράζουν παίχτες της Juventus, ώστε να εξασφαλίσουν τη νίκη στο μεταξύ τους παιχνίδι – που τελικά ήρθε, με σκορ 2-1 – η οποία τους έδωσε το πρωτάθλημα. Η Torino κέρδισε τελικά επίσημα τον πρώτο επαγγελματικό τίτλο την επόμενη σεζόν, επικρατώντας στο τελικό τουρνουά 8 ομάδων και τερματίζοντας μπροστά από τη δεύτερη Genoa.
Μέσα σε μια πορεία ανασυγκρότησης μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, όλες οι χώρες της Σχολής του Δούναβη είχαν περάσει από πολυτάραχες πολιτικές διαδικασίες, με δημοκρατικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα να εγκαθίστανται και τελικά να κυριαρχούν. Ωστόσο, όσο αφορά το ποδόσφαιρο, παρά την αναταραχή που επηρέασε το καθεστώς εργασίας πολλών εκ των πρωταγωνιστών του, σε όλες τις χώρες εξελίχθηκε σε επαγγελματικό, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη μητρόπολή του, την Αγγλία. Η είσοδος στην επαγγελματική εποχή θα άνοιγε την πόρτα στη χρυσή περίοδο αυτής της Σχολής Ποδοσφαίρου, με την οργάνωση πρωτόγνωρων θεσμών που έβαλαν τις βάσεις για τη διεθνή υπόσταση του αθλήματος στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.
-
Το ποιοτικό άλμα
Οι διεθνείς ποδοσφαιρικοί αγώνες ξεκίνησαν να διεξάγονται από το 1872, με πρώτη αναμέτρηση την ιστορική συνάντηση της Σκωτίας με την Αγγλία, στο Hamilton Crescent της Γλασκώβης, της οποίας το αποτέλεσμα ήταν λευκή ισοπαλία. Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια του ερασιτεχνισμού, στο ποδόσφαιρο ακολουθούνταν μία τακτική που επικράτησε για πολλές δεκαετίες στα άλλα βρετανικά σπορ, όπως το ράγκμπι και το κρίκετ, αυτή την test matches, δηλαδή φιλικών αγώνων έξω από το πλαίσιο κάποιας διοργάνωσης και χωρίς την αιγίδα κάποιου συγκεκριμένου θεσμού.
Η διάδοση του ποδοσφαίρου στην ηπειρωτική Ευρώπη, στην αλλαγή του αιώνα, οδήγησε ωστόσο στη λογική σκέψη της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός ενιαίου κεντρικού θεσμού που θα διευθύνει το ποδόσφαιρο σε διεθνές επίπεδο. Η αναγκαιότητα αυτή βρήκε εύφορο έδαφος στους κόλπους των ευρωπαϊκών ομοσπονδιών, όμως συνάντησε την αντίσταση της Football Association, η οποία επισήμως διαφωνούσε στις αρχές του αιώνα με τον ερασιτεχνικό χαρακτήρα του σπορ στην ηπειρωτική Ευρώπη, ωστόσο αναφέρεται ιστορικά ότι δεν έβλεπε το λόγο να ενταχτεί σε μια διεθνή συνομοσπονδία διεύθυνσης του δικού της αθλήματος. Υπό αυτές τις συνθήκες, συνήλθε στθς 21 Μαΐου του 1904 το πρώτο συνέδριο στο Παρίσι, με τη συμμετοχή των ομοσπονδιών της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Δανίας, του Βελγίου, της Ελβετίας και της Σουηδίας, προκειμένου να ιδρυθεί η Fédération International de Football Association, δηλαδή η Διεθνής Συνομοσπονδία του Football Association, όπως είναι το κανονικό πλήρες όνομα του σπορ, η FIFA.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/midi-olympique-17-august-1934_orig.jpg)
Οι χώρες της Αυστροουγγαρίας είχαν ιδρύσει εθνικές συνομοσπονδίες, με την Αυστρία να αλλάζει αλλεπάλληλα τη μορφή της δικής της, σε μια μετάβαση από τη βρετανική στην εντόπια διοίκηση του αθλήματος. Ωστόσο, αρχικά οι Ομοσπονδίες αυτές δεν έγιναν δεκτές, καθώς δεν εκπροσωπούσαν κάποια ξεχωριστή χώρα ενώ με τη συμμετοχή της Τσεχικής Ομοσπονδίας διαφωνούσε η Αυστρία, καθώς δεν αποτελούσε αναγνωρισμένη διοικητική δομή της Αυτοκρατορίας (όπως ήταν το Βασίλειο της Ουγγαρίας). Η Ιταλία, από τη μεριά της, δεν είχε απεμπλακεί ακόμα από τη βρετανοκρατία στην εθνική της ομοσπονδία, που ιδρύθηκε το 1898, με αποτέλεσμα να μη βρίσκεται σε θέση να αποφασίσει την ένταξή της στο νέο εγχείρημα.
Τελικά, η αυστριακή ομοσπονδία έγινε μέλος της FIFA το 1905, την ίδια χρονιά που εισχώρησε και η ιταλική, ενώ η ουγγρική ένα χρόνο αργότερα, το 1906. Η ομοσπονδία της Τσεχίας έγινε δεκτή στη FIFA το 1907, ωστόσο, λόγω των προστριβών με την Αυστρία απεβλήθη και ξαναέγινε δεκτή ως Τσεχοσλοβακία με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Πρώτος πρόεδρος της FIFA εκλέχτηκε ο Γάλλος Robert Guérin, ενώ 2 χρόνια αργότερα, με την είσοδο και της Αγγλίας, ενόψει της προετοιμασίας του Ολυμπιακού Τουρνουά των Αγώνων του Λονδίνου, που έλαβαν χώρα το 1908, πρόεδρος εξελέγη ο Άγγλος Daniel Burley Woolfall, παραμένοντας στο θώκο του μέχρι και το τέλος του πολέμου.
Η νέα μεταπολεμική πραγματικότητα σφραγίστηκε στο διεθνές ποδοσφαιρικό στερέωμα κατά τη διάρκεια του 12ου Συνεδρίου της FIFA, που έγινε στη Γενεύη, με τη συμμετοχή 17 εθνικών ομοσπονδιών, πολλών εκ των οποίων από τη Νότια Αμερική. Στο Συνέδριο αυτό Πρόεδρος εξελέγη ο Jules Rimet, που ανέπτυξε προσωπική φιλία με τον Hugo Meisl και είχε αντίστοιχες αντιλήψεις για την εξάπλωση του ποδοσφαίρου καθώς και την ιδεολογική τοποθέτηση ότι το λαοφιλές σπορ μπορεί να γίνει γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των εθνών, μια θέση που είχε ιδιαίτερα εύφορο έδαφος να αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης.
Στα συνέδρια της Γενεύης και του Παρισιού, που πραγματοποιήθηκε το 1924, πέρα από τη σταδιακή αποδοχή του επαγγελματισμού, που άνοιξε το δρόμο για να γίνουν και τα εθνικά επαγγελματικά πρωταθλήματα στην Κεντρική Ευρώπη, ξεκίνησαν οι πρώτες ζυμώσεις και για την ύπαρξη διεθνών διοργανώσεων υπό την αιγίδα της FIFA, σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Ως τότε, το κορυφαίο τουρνουά ποδοσφαίρου ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες – και μόνο ερασιτέχνες αθλητές επιτρεπόταν να αγωνιστούν. Οι εξελίξεις όμως που άλλαζαν το ποδόσφαιρο σε κάθε νέα χώρα που αυτό αναπτυσσόταν, μετατρέποντάς το σε ένα μεγάλο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά και ένα πεδίο οικονομικών δραστηριοτήτων, που περιελάμβανε επαγγελματίες αθλητές, έκαναν όλο και πιο άμεση την ανάγκη η FIFA να χαράξει ξεχωριστεί πορεία για το σπορ, έξω από τους κύκλους και τις αντιλήψεις της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Meisl, θιασώτης της ιδέας δημιουργίας ενός ποδοσφαιρικού δικτύου στην Ευρώπη, εργάστηκε με σκοπό τη θεσμοθέτηση ενός διασυλλογικού και ενός διεθνούς τουρνουά, κατά τη διάρκεια των Συνεδρίων που έγιναν το 1925 στην Πράγα και το 1926 στη Ρώμη. Στο τελευταίο αυτή η πρόταση απορρίφθηκε επισήμως από ένα σώμα στο οποίο συμμετείχαν 23 ομοσπονδίες, όμως ο Meisl δεν το έβαλε κάτω και αποφάσισε να βρει τους συμμάχους με τους οποίους θα προχωρούσε το σχέδιό του. Η αλήθεια είναι ότι εκείνα τα χρόνια, με προτεραιότητα το σχεδιασμό ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου, καθώς και το φόβο των συγκρούσεων μεταξύ οπαδών που συχνά συνέβαινε σε διεθνείς αναμετρήσεις, μεταφέροντας το πολεμικό κλίμα των μισσαλόδοξων ιδεολογιών της εποχής στην κερκίδα, δεν ήταν λίγοι αυτοί που θεωρούσαν μεγάλη σπατάλη δυνάμεων την προσπάθεια δημιουργίας περισσότερων διοργανώσεων, πόσο μάλλων περιφερειακών στην Ευρώπη.
Ο Meisl κι οι συνεργάτες του, οι πρόεδροι των ομοσπονδιών της Ουγγαρίας, Fodor, και Τσεχοσλοβακίας, Loos, καθώς και μερικά μέλη της ιταλικής ομοσπονδίας, έψαξαν να βρουν αλλού τη στήριξη που δεν τους έδωσε το συνέδριο της FIFA. Έτσι, σε μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 27 Οκτώβρη του 1926 αποφάσισαν τη δημιουργία 2 θεσμών, ενός διασυλλογικού και ενός διεθνούς, με τη συμμετοχή των ομάδων των χωρών τους, του λεγόμενου Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης και του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης αντίστοιχα.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/ElkBgtgX0AEH1eG-1024x683.jpg)
Την επόμενη χρονιά, το 1927, στο συνέδριο της FIFA στο Ελσίνκι οι ενδιαφερόμενες ομοσπονδίες απέτυχαν και πάλι να πετύχουν τη διεξαγωγή των διοργανώσεων υπό την αιγίδα της διεθνούς συνομοσπονδίας και έτσι προχώρησαν με τη χορηγία μιας εταιρείας, της γερμανικής Mitropa AG, η οποία διαχειριζόταν τις κλίνες και τα εστιατόρια των τρένων που κυκλοφορούσαν στην Κεντρική Ευρώπη. Από αυτήν τη χορηγία πήρε το όνομά του ο διασυλλογικός θεσμός του Mitropa Cup, που θεωρείται ο πρόγονος όλων των σύγχρονων ευρωπαϊκών διασυλλογικών ποδοσφαιρικών διοργανώσεων. Λόγω των δυσκολιών να ενταχτούν όλες οι αναμετρήσεις στο βεβαρυμένο πρόγραμμα της κάθε σεζόν, αποφασίστηκε το Mitropa Cup να διοργανώνεται κάθε χρόνο, ενώ το Διεθνές Κύπελλο είχε ακαθόριστη κάθε φορά διάρκεια, ανάλογα με τις συνθήκες.
Το πρώτο Mitropa Cup διεξήχθη από τον Αύγουστο ως το Νοέμβρη του 1927 και συμμετείχαν σε αυτό οι δύο πρώτες ομάδες των πρωταθλημάτων της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Γιουγκοσλαβίας, μιας και οι εκπρόσωποι της ιταλικής ομοσπονδίας δήλωσαν ότι υπήρχε δυσκολία για τις ομάδες τους να συμπεριλάβουν το θεσμό στο πρόγραμμά τους. Στο Διεθνές Κύπελλο, ωστόσο, πέρα από την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία, συμμετείχε κανονικά και η Ιταλία, καθώς και η Ελβετία.
Η εκκίνηση αυτών των θεσμών, με την τακτική συμμετοχή των 4 χωρών και την περιστασιακή παρουσία της Ελβετίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας, οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου αξιόλογου ποδοσφαιρικού δικτύου στην Ευρώπη, καθώς την ίδια στιγμή η Νότια Αμερική βρισκόταν σε πιο προχωρημένο στάδιο, με το Copa América να διεξαγεται από το 1916. Οι ευεργετικές συνέπειες που είχε στο επίπεδο των συλλόγων και των εθνικών ομάδων που συμμετείχαν σε αυτές, όχι μόνο σε καθαρά αθλητικό επίπεδο, αλλά συνολικότερα στη διείσδυση του ποδοσφαίρου μέσα στη γενικότερη κουλτούρα τους και την ανάδειξή του ως δραστηριότητας κεντρικής στη λειτουργία των κοινωνιών τους, βοήθησαν καθοριστικά στο να καμφθούν σταδιακά οι αντιστάσεις και να δημιουργηθεί το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμών και διοργανώσεων που υπάρχουν σήμερα. Επιπλέον, ανέδειξε τη σημασία της ανταλλαγής ιδεών και προσεγγίσεων με τρόπο οργανωμένο – κάτι που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία για κάθε μεγάλη ποιοτική αλλαγή σε οποιοδήποτε πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας καθ’όλη τη διάρκεια της γνωστής ιστορίας του είδους μας.
Εκείνη την περίοδο μπήκαν ουσιαστικά και οι βάσεις για να επικρατήσει με μια ευρεία αποδοχή η αντίληψη ότι το ποδόσφαιρο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μηχανιστικά, ότι η τακτική του παιχνιδιού, η καινοτομία στον τρόπο παιξίματος και στην προπόνηση, η οργάνωση των συλλόγων, πρέπει να γίνεται μέσα από την ανάπτυξη της αντίστοιχης θεωρητικής επεξεργασίας, με επίσης επαγγελματικό τρόπο, όπως επαγγελματίες ήταν και οι ποδοσφαιριστές πλέον στον αγωνιστικό χώρο. Την εποχή που η Football Association άλλαζε το ποδόσφαιρο με τη ριζική αλλαγή στο νόμο του offside το 1925, η μεγαλύτερη αλλαγή στις τακτικές ήταν αυτή του Herbert Chapman στην Arsenal που αντιλήφθηκε ότι χρειάζονται περισσότεροι παίχτες στην άμυνα για να μπορέσει να λειτουργήσει ολόκληρο το σύνολο. Την ίδια περίοδο όμως στην Κεντρική Ευρώπη άρχισαν να αναπτύσσονται οι πρώτες ιδέες για τη ρευστότητα των θέσεων, να δίνεται έμφαση στην ξεχωριστή κίνηση της κάθε μονάδας, να υπάρξει προβληματισμός για τη συνοχή των διαφορετικών γραμμών, καθώς και η αντίληψη της μετάβασης από ένα παιχνίδι γραμμών, προερχόμενο από την προϊστορία του, σε ένα παιχνίδι χώρου, που άρμοζε στο μέλλον του. Η απτή απόδειξη της υπεροχής αυτής της αντίληψης χρειαζόταν ακόμα κάμποσα χρόνια για να έρθει, αλλά αυτός ο ερχομός ήταν πλέον νομοτελειακός.
Αυτές τις νομοτέλειες γνώριζε αρκετά καλά ο Jimmy Hogan, ο οποίος εκείνα τα χρόνια είχε επιστρέψει αρχικά στην MTK ενώ στη συνέχεια εργάστηκε και στην Austria Βιέννης, την παλιά Wiener Amateure, το σύλλογο του Meisl, πριν μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις του για πρώτη φορά εκτός Κεντρικής Ευρώπης στη Racing Club του Παρισιού, τον μεγαλύτερο πολυαθλητικό σύλλογο, βάσει επιτυχιών, που έχει γνωρίσει στην Ιστορία της η Γηραιά Ήπειρος. Ο Hogan και άλλοι Βρετανοί που συνέρρεαν σε αυτό το πολύ πιο δυναμικό ποδοσφαιρικό περιβάλλον, μετέτρεψαν τη γνώση του combination game σε συνεργασία με τους ντόπιους τεχνικούς και παράγοντες σε μία εντελώς νέα μορφή συνεργατικού ποδοσφαίρου.
Οι πρωταγωνιστές της ένδοξης εποχής
Ένας από τους μεγάλους Βρετανούς που ανέλαβαν πατριαρχικό ρόλο στη μετάδοση του ποδοσφαίρου στην Κεντρική Ευρώπη ήταν ο Johny Dick, Σκωτσέζος που γεννήθηκε στο Eaglesham του Renfrewshire το 1876. Ο Dick αγωνίστηκε αρχικά στην τοπική ομάδα των Airdrieonians, πριν αγωνιστεί στη Woolwich Arsenal, όπως ήταν το όνομα της ομάδας πριν τη μεταφορά της στο Βόρειο Λονδίνο, από το 1898 ως το 1912. Το 1919, με το τέλος του Πολέμου, μετέβη στην Πράγα προκειμένου να αναλάβει την τεχνική ηγεσία αρχικά της DFC Prag και στη συνέχεια της Sparta, στης οποίας τον πάγκο κάθησε σε 2 θητείες, με τη δεύτερη να ολοκληρώνεται το 1933. Ο John Dick εφάρμοσε ακριβώς την αναγκαιότητα της εποχής του στη Sparta και ενέπνευσε στην εργατική ομάδα της Πράγας τις αρχές αλλά και τη μοντέρνα εξέλιξη του combination game. Στην πρώτη του θητεία, από το 1919 ως το 1923 κέρδισε 5 πρωταθλήματα σε ισάριθμες σεζόν, με την ομάδα του να χάνει την πρωτιά μόνο μετά την πρώτη αποχώρησή του.
Ωστόσο, υπό την ηγεσία του Τσέχου Václav Šplinder, η Sparta κέρδισε το πρωτάθλημα του 1927 και συμμετείχε στην παρθενική έκδοση του Mitropa Cup. Στον πρώτο γύρο ξεκίνησε με μια θριαμβευτική νίκη επί της Admira Βιέννης με 5-1, χάνοντας τον επαναληπτικό με 5-3 και κερδίζοντας έτσι την πρόκριση. Στα ημιτελικά ωστόσο, αντιμετώπισε την ομάδα-σύμβολο της εποχής, MTK, από την οποία μόλις είχε αποχωρίσει ο Hogan, αφήνοντας τη θέση του στον Ούγγρο Guyla Feldmann. Ο αγώνας της Βουδαπέστης έληξε ισόπαλος με σκορ 2-2 και ο επαναληπτικός της Πράγας με λευκή ισοπαλία. Ωστόσο, η συμμετοχή του Kálmán Konrád με την MTK βρέθηκε να είναι αντικανονική – κάτι που θα έπρεπε να αποτελέσει ιστορικό παράδειγμα για όλους τους συλλόγους στο μέλλον – καθώς ο ποδοσφαιριστής είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο με άλλη ομάδα, τη Hungaria, κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης. Αυτό ήταν κάτι που παρέβαινε τους θεσμοθετημένους κανόνες, με αποτέλεσμα η Sparta να πάρει την πρόκριση για το μεγάλο τελικό. Στον πρώτο αγώνα, τον οποίο παρακολούθησαν στην Πράγα 25,000 θεατές, η Sparta επικράτησε με 6-2 της Rapid Βιέννης, ωστόσο οι Αυστριακοί ήταν τόσο πιστοί στις δυνατότητες της ομάδας τους που στον επαναληπτικό 40,000 άνθρωποι συνέρρευσαν ευελπιστώντας για τη μεγάλη ανατροπή. Τελικά, η Rapid κέρδισε με σκορ 2-1 και η Sparta στέφθηκε η πρώτη τροπαιούχος του νέου θεσμού, του πρώτου στην ιστορία διασυλλογικού ευρωπαϊκού ποδοσφαιρικού κυπέλλου! Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των οπαδών που γέμιζαν τα γήπεδα των μεγάλων πόλεων της Κεντρικής Ευρώπης καθιστούσε το Mitropa Cup από την παρθενική του σεζόν μια μεγάλη επιτυχία, ένα εγχείρημα που πολλοί άρχισαν σιγά σιγά να ζηλεύουν, αλλά χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να μιμηθούν. Η βάση της ποδοσφαιρικής αριστείας άλλωστε, στην οποία διεξήχθη αυτός ο θεσμός, δεν ήταν ακόμα κοινό κτήμα ολόκληρης της ηπείρου.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/ferencvaros-1024x703.jpg)
Το 1928, πρωταθλήτρια του θεσμού ήταν η Ferencváros κερδίζοντας τον πρώτο διασυλλογικό τίτλο για την Ουγγαρία, ενώ το 1929 το κατόρθωμά της επανέλαβε η Újpest. Στην τρίτη αυτή σεζόν του Mitropa Cup συμμετείχαν για πρώτη φορά και 2 ιταλικές ομάδες, που αντικατέστησαν τις γιουγκοσλαβικές. Ωστόσο, η Genova 1893 (όπως είχε μετονομαστεί στα ιταλικά η Genoa) και η Juventus, δεν κατάφεραν να προχωρήσουν πέρα από την πρώτη, προημιτελική φάση.
Τα σκήπτρα από την Ουγγαρία πήρε για τις επόμενες 2 σεζόν η Αυστρία, με τη Rapid Βιέννης, που μετρούσε ήδη 2 χαμένους τελικούς, να καταφέρνει τελικά να κάμψει την αντίσταση της Sparta σε μια άτυπη ρεβάνς του πρώτου τελικού, ενώ το 1931 ο τελικός ήταν ενδοαυστριακή υπόθεση, με τη First Vienna να κερδίζει τον τίτλο απέναντι στη Wiener AC.
Η διοργάνωση του 1932, ωστόσο, έμελε να είναι ιστορική για διάφορους λόγους, όχι απαραίτητα με θετικό πρόσημο. Η πρώτη φάση χαρακτηρίστηκε από τη σχετικά άνετη επικράτηση των ομάδων που προκρίθηκαν, οι οποίες εξασφάλισαν την πρόκρισή τους από τον πρώτο αγώνα. Η Slavia Πράγας κέρδισε με 3-0 την Admira Βιέννης, χάνοντας τον επαναληπτικό με 1-0, η Bologna, στην πρώτη συμμετοχή της στο Mitropa Cup, ξεκίνησε με μια επιβλητική νίκη απέναντι στη Sparta, με σκορ 5-0 στο Littoriale, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό Stadio dall’Ara, χάνοντας με 3-0 τη ρεβάνς στην Πράγα. Η Juventus επικράτησε με 4-0 της Ferencváros στο Τορίνο, αποσπώντας και την ισοπαλία με 3-3 στον επαναληπτικό, ενώ στην πιο αμφίρροπη ίσως αναμέτρηση, η First Vienna κέρδισε στον πρώτο αγώνα με 5-3 την Újpest, εξασφαλίζοντας την πρόκριση με το 1-1 του επαναληπτικού.
Ωστόσο, η σειρά τον ημιτελικών σημαδεύτηκε από πρωτοφανή επεισόδια που επηρέασαν και το αθλητικό αποτέλεσμα της διοργάνωσης. Ο ημιτελικός ανάμεσα στη Slavia Πραγας και τη Juventus ξεκίνησε με τον πρώτο αγώνα της σειράς στην Πράγα, τον οποίον οι γηπεδούχοι κέρδισαν με σκορ 4-0. Ωστόσο, σημαδεύτηκε από επεισόδια μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων και χαρακτηρίστηκε από μια πρωτοφανή βιαιότητα των 28,000 οπαδών των γηπεδούχων απέναντι στους παίχτες της Juventus, με τους ποδοσφαιριστές να κινούνται στα ίδια επίπεδα, μετατρέποντας τον ποδοσφαιρικό αγώνα σε κάποια μορφή πολεμικής αναμέτρησης. Μέσα σ’όλα, υπήρξε και εισβολή των οπαδών στο γήπεδο, η οποία αρχικά ηρέμησε, για να ξανασυμβεί μετά από ένα βίαιο φάουλ του Cesarini. Οι οπαδοί επιτέθηκαν στους παίχτες της Juventus και χρειάστηκε η συμβολή της αστυνομίας για να μη συμβούν τα χειρότερα. Αυτό ανάγκασε τους φιλοξενούμενους να τελειώσουν το παιχνίδι με 8 παίχτες, λόγω 1 αποβολής και 2 τραυματισμών από τα επεισόδια, καθώς δεν υπήρχε τότε η δυνατότητα αλλαγών. Στον επαναληπτικό της 10ης Ιουλίου στο Τορίνο οι οπαδοί της Juventus δεν περίμεναν τον αγώνα και ξεκίνησαν τις επιθέσεις από την άφιξη του λεωφορείου των παιχτών της Slavia. Η αναμέτρηση μπορεί να ξεκίνησε κανονικά, με τη Juventus μάλιστα να προηγείται με 2-0 στο 40ο λεπτό, ωστόσο προς το τέλος του ημιχρόνου, ο Junek, επιθετικός της Slavia, επέστρεψε στην κερκίδα ένα από τα αντικείμενα που έπεσαν στον αγωνιστικό χώρο. Μια αλληλουχία γεγονότων οδήγησε την κατάσταση σε γενικευμένη σύρραξη και οι παίχτες της Slavia απομακρύνθηκαν από το γήπεδο από την τοπική αστυνομία. Μετά από αυτή την κακοποίηση του θεσμού και στα δύο γήπεδα, οι διοργανωτές αποφάσισαν την αποβολή και των 2 ομάδων από τη συνέχεια της διοργάνωσης.
Έτσι, χωρίς να το γνωρίζουν, οι ομάδες του άλλου ημιτελικού αγωνίζονταν ουσιαστικά για την κατάκτηση του θεσμού. Ο πρώτος αγώνας διεξήχθη την ίδια μέρα με τον επαναληπτικό της άλλης σειράς. Οι γηπεδούχοι Rossoblu κατάφεραν να κερδίσουν την εντός έδρας αναμέτρηση με σκορ 2-0 και σκόρερ τους Maini και Sansone, ενώ στον επαναληπτικό της 17ης Ιουλίου κατάφεραν να διατηρήσουν το σκορ στο 1-0, εξασφαλίζοντας έτσι τον τίτλο, τον πρώτο διεθνή διασυλλογικό τίτλο στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, ακόμα κι αν ήρθε με κάπως παράδοξο τρόπο.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/un-secolo-fa-lo-scudetto-infinito-veleni-e-revolverate-poi-fu-bologna-1024x576.jpeg)
Αυτό που είχε όμως μεγαλύτερη σημασία και έχει μείνει στις ιστορικές αναφορές ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Bologna αγωνίστηκε τα 20 τελευταία λεπτά στον αγώνα της Βιέννης. Ακόμα κι αν το σκορ ευνοούσε τους Ιταλούς, που είχαν κάθε λόγο να παίξουν συντηρητικά για να εξασφαλίσουν τη μεγάλη πρόκριση (ή τίτλο), οι παίχτες της Bologna συνέχισαν να ξεδιπλώνουν το επιθετικό παιχνίδι τους, προσπαθώντας να πετύχουν την ισοφάριση. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της βαθιάς επιρροής που είχε στην εξέλιξη του συλλόγου η επαφή του με το ποδόσφαιρο του Δούναβη.
Η Bologna, που ως πρωταθλήτρια Ιταλίας του 1929 δεν είχε αγωνιστεί στο Mitropa Cup εκείνης της σεζόν, καθώς είχε κανονίσει tour στη Νότια Αμερική, διήνυε μια χρυσή δεκαετία σε όλα τα επίπεδα. Όσο αφορά το αγωνιστικό μέρος, η εποχή του Felsner ήταν αυτή που μετέδωσε για πρώτη φορά στο σύλλογο τις αρχές του ποδοσφαίρου του Δούναβη, για περίπου μια δεκαετία, μετουσιώνοντάς την σε εθνικά πρωταθλήματα και στην μόνιμη διεκδίκηση όλων των τίτλων στις διοργανώσεις που συμμετείχε. Ο Felsner μπορεί να αποχώρησε το 1930, ωστόσο τον διαδέχθηκε ο Ούγγρος Gyula Lelovics, δίνοντας συνέχεια στην Κεντροευρωπαϊκή παράδοση του συλλόγου. Αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη ζωή του Lelovics, που το αυθεντικό του όνομα ήταν Lelowichnak, που μαρτυρά σλαβική προέλευση και ίσως εβραιοσλαβική σύνθεση επιθέτου, είναι γνωστή η επαγγελματική του πορεία στην Ιταλία, που ξεκίνησε το 1930 στη Bologna και διήρκησε μέχρι το 1961, περνώντας ακόμα 2 φορές από τον πάγκο της ομάδας της Emilia-Romagna.
Ωστόσο, η Bologna ξεχώριζε και για έναν ακόμα λόγο στο διεθνές ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι της εποχής: ήταν η ομάδα με το μεγαλύτερο και πιο σύγχρονο στάδιο στην Ευρώπη, του οποίου η ιστορία έχει και φαιές αποχρώσεις και γι’αυτό αργότερα άλλαξε όνομα, καθώς δε θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές οι αναφορές αυτές στην πιο προοδευτική ιταλική πόλη του 20ου αιώνα. Το Stadio Littoriale εγκαινιάστηκε στις 29 Μαΐου του 1927, ωστόσο, μισό περίπου χρόνο νωρίτερα, ο Mussolini επισκέφθηκε το γήπεδο, το οποίο θεωρούσε υπόδειγμα της μοντέρνας και φουτουριστικής αρχιτεκτονικής του καθεστώτος του. Ήταν πραγματικά ένα μεγαλειώδες στάδιο, με χωρητικότητα 50,000 θεατών, που θύμιζε στο εξωτερικό του ρωμαϊκή αρένα. Μέχρι σήμερα το γήπεδο αυτό θεωρείται ιστορικό αρχιτεκτονικό μνημείο και η επικείμενη ανακαίνισή του πρόκειται να γίνει με σεβασμό στην ιστορική του ταυτότητα. Τη μέρα της επίσκεψης του Mussolini, όμως, στις 31 του Οκτώβρη του 1926, ο Ιταλός δικτάτορας επιστρέφοντας από το στάδιο στο κέντρο της πόλης δέχθηκε επίθεση με πυροβολισμό. Οι τριγύρω μελανοχίτωνες εντόπισαν ως δράστη έναν 15χρονο γιο τυπογράφου, τον Anteo Zamboni, τον οποίο με εντολή του αρχηγού της αστυνομίας, Carlo Alberto Pasolini, λύντσαραν επί τόπου. Αργότερα, ο πολύ πιο διάσημος γιος του αρχηγού της αστυνομίας, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Pier Paolo Pasolini, σκιαγράφησε τη σχέση με τον πατέρα του στην ταινία “Οιδίπους Τύρρανος”. Σήμερα, στο σημείο που βρήκε μαρτυρικό θάνατο ο 15χρονος Anteo, στην Piazza Maggiore, υπάρχει μία πλάκα που θυμίζει το γεγονός, ενώ ένας μικρός δρόμος της πόλης έχει πάρει το όνομα του επίδοξου δολοφόνου του φασίστα δικτάτορα.
-
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/anteo-zamboni-sito-1024x576.jpg)
Για την ιστορία, η τελική απόφαση για την απονομή του τίτλου της επεισοδιακής διοργάνωσης του 1932 πάρθηκε τελικά στις 7 του Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς, με τη Bologna να χρειάζεται να περιμένει λίγο ακόμα ώστε να πετύχει τη μεγάλη ιστορική νίκη της στο γήπεδο.
Σε αντίθεση με τη χρονιά των επεισοδίων, η επόμενη σεζόν του Mitropa, αυτή του 1933, ήταν ιστορική για άλλους λόγους, καθώς ήταν ίσως η επιτομή της μάχης μεταξύ των 2 κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Η κλήρωση έπρεπε να βοηθήσει σ’αυτό και ευτυχώς η Austria Βιέννης και η Ambrosiana (όπως λεγόταν τότε η Inter) δε συναντήθηκαν πριν τον τελικό. Οι Αυστριακοί στον πρώτο γύρο πέρασαν με μια μεγάλη ανατροπή, αντιστρέφοντας το εις βάρος τους 3-1 από τη Slavia Πράγας, κερδίζοντας με 3-0 στη Βιέννη, ενώ στον ημιτελικό κέρδισαν με το ίδιο σκορ τη Juventus πριν φέρουν ισοπαλία με 1-1 στο Torino. Από την άλλη, η Ambrosiana ανέτρεψε το σαφώς πιο ισχνό 1-0 με το οποίο έχασε από τη First Vienna στον επαναληπτικό του Μιλάνου με το ευρύ 4-0, ενώ στα ημιτελικά ξεκίνησε με νίκη 4-1 απέναντι στη Sparta για να εξασφαλίσει την πρόκριση με το 2-2 που ήταν το σκορ του αγώνα της Πράγας.
Με τον τρόπο αυτό οι δύο ομάδες, η Ambrosiana και η Austria, βρέθηκαν αντιμέτωπες στον τελικό. Αυτό σήμαινε ότι το μεγάλο διασυλλογικό τρόπαιο θα διεκδικούσαν ο Giuseppe Meazza για την ιταλική ομάδα και ο Matthias Sindelar για την ομάδα της Βιέννης. Στην ιστορία του ποδοσφαίρου έχουν υπάρξει πολλά διλήμματα για το ποιος είναι ο κορυφαίος της εποχής του, ή ο κορυφαίος όλων των εποχών. Συνήθως, οι αντιπαραθέσεις αυτές διχάζουν τις γενιές που έζησαν σε πιο ευαίσθητες ηλικίες τα κατορθώματα ενός ή άλλου ποδοσφαιριστή, ή ακόμα και το εσωτερικό γενεών που ταυτίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο αστέρα της ίδιας περιόδου. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Pele-Maradona και το πιο πρόσφατο μεταξύ του Messi και του Cristiano Ronaldo. Η τηλεοπτική εικόνα, ακόμα και η κινηματογραφική καταγραφή, επιτρέπει σε επόμενες γενιές να ρίχνουν ματιές στο παρελθόν και να αντιλαμβάνονται αυτά τα διλήμματα. Ωστόσο, το 1933 δεν υπήρχε διαγενεακό δίλημμα, ήταν σίγουρο ότι οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της εποχής – και όλων των ως τότε εποχών – ήταν οι Meazza και Sindelar. Δυστυχώς πολύ μικρό και αποσπασματικό οπτικό υλικό έχει σωθεί ως τις μέρες μας, μάλιστα ένα κομμάτι είναι από τον πρώτο αγώνα της σειράς του τελικού στο Μιλάνο.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/maxresdefault-1024x576.jpg)
Ο Matthias Sindelar γεννήθηκε με το όνομα Matěj Šindelář στο Kozlov, ένα μικρό χωριό της Νότιας Μοραβίας, κοντά στην πόλη Jihlava. Ο πατέρας του, Jan (ή Johann) Sindelar ήταν σιδεράς και η μητέρα του, Marie Švengrová, πλύστρα. Ακολουθώντας μια κοινή πορεία για πολλές οικογένειες από τη Μοραβία, τη Βοημία και την Ουγγαρία, η οικογένεια του Sindelar μετακόμισε στη Βιέννη και εγκαταστάθηκε στην εργατική συνοικία του Favoriten, όπου ο Matthias πήγε σχολείο και ξεκίνησε να παίζει μπάλα στους δρόμους, σε πάρκα και εγκαταλελειμένα πάρκινγκ. Ωστόσο η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή με την εγκατάσταση στην αυστριακή πρωτεύουσα τσακίστηκε από την πραγματικότητα του πολέμου, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μία από τις μάχες του ποταμού Isonzo, το 1917, όταν ο Sindelar ήταν 14 χρονών. Έτσι, προκειμένου να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του, που πλέον αποτελούνταν από τη μητέρα του και τις 3 αδερφές του, βρήκε δουλειά ως μαθητευόμενος σιδηρουργός. Το ταλέντο του Sindelar όμως αναγέννησε την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή την ίδια χρονιά, όταν σε έναν από τους αγώνες που επιτρέπονταν να παίξουν οι μαθητές των σχολείων του Favoriten στο τοπικό προπονητικό κέντρο, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του παράγοντα της Hertha Βιέννης, ονόματι Febus, που του πρόσφερε συμβόλαιο στην ομάδα. Ωστόσο, υπάρχουν αναφορές ότι το όνομά του ήταν ήδη γνωστό στο δίκτυο των σκάουτερ που τότε όργωναν τις συνοικίες των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας. Έτσι, στις 26 Μαΐου του 1918, σε ηλικία 15 χρονών, ο Sindelar υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο ποδοσφαιριστή. Στη Hertha αγωνίστηκε για 3 χρόνια, με το σύλλογο να μην πετυχαίνει καμία διάκριση και να ταλανίζεται από εσωτερικά προβλήματα. Ωστόσο, από τη δεύτερη σεζόν ο Sindelar άρχισε να ξεχωρίζει ατομικά, αγωνιζόμενος απέναντι στις μεγάλες ομάδες της Βιέννης, ώστε τελικά, το 1921, η Wiener Amateur, που μετονομάστηκε σε Austria Βιέννης με τη μετάβαση στον επαγγελματισμό, να προσφέρει 3000 σελίνια για να αποκτήσει τα δικαιώματα της μεταγραφής του. Σύμφωνα με ύστερη μαρτυρία του Wolfgang Hafer, εγγονού του Hugo Meisl, ο ίδιος ο παππούς του ήταν ο ιθύνων νους της μεταγραφής, καθώς παρακολουθούσε τον Sindelar για αρκετά χρόνια.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Giuseppe_Meazza.jpg-1024x576.jpg)
Η ενηλικίωση και η είσοδος στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του Giuseppe Meazza ήταν ουσιαστικά ένας παράλληλος βίος, μια ιστορία με πολύ κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη του Sindelar. Ο Meazza γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1910, κοντά στην Porta Vittoria. Σε ηλικία 7 ετών, το 1917, έχασε επίσης τον πατέρα του, που σκοτώθηκε στον Πόλεμο, μεγαλώνοντας με τη μητέρα του, την οποία βοηθούσε στη δουλειά της, πουλώντας φρούτα σε λαϊκές αγορές. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο ξυπόλητος σε ηλικία 6 ετών, σε μια ομάδα που λεγόταν Maestri Campionesi και χρησιμοποιούσε για μπάλα ένα σύμπλεγμα από δεμένα κουρέλια στις αλάνες του Greco Milanese και της Porta Romana. Στα 12 του χρόνια η μητέρα του επέτρεψε την εγγραφή του στο σύλλογο Gloria FC, όπου απέκτησε και τα πρώτα του ποδοσφαιρικά παπούτσια. Όντας οπαδός της Milan, πέρασε από δοκιμαστικά στον αγαπημένο του σύλλογο σε ηλικία 14 ετών, όμως απορρίφθηκε λόγω του γεγονότος ότι ήταν πολύ αδύνατος. Ωστόσο, την ευκαιρία που έχασε στη Milan τη βρήκε στην Inter, που τον ενέταξε στο δυναμικό της και αργότερα, λόγω της κορμοστασιάς του, του απένειμε το παρατσούκλι “il Balilla” που φέρεται να είναι μια έμπνευση του Leopoldo Conti. Στα 17 του χρόνια εντάχθηκε στο δυναμικό της πρώτης ομάδας, χωρίς όμως να παίρνει συμμετοχές από τον Ούγγρο προπονητή József Viola. Ωστόσο, με την έναρξη της Serie A, τη σεζόν 1929-30, η Inter στράφηκε σε έναν άλλο Ούγγρο, που άφησε πολύ μεγαλύτερη κληρονομιά στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, τον Árpád Weisz, που είχε αφήσει τη Βουδαπέστη για την Ιταλία το 1924, αγωνίστηκε με την Inter κλείνοντας την καριέρα του τη σεζόν 1925-26 και είχε θητεύσει ήδη μια φορά στον πάγκο της, μεταξύ του 1926 και 1928. Την ίδια σεζόν, που ξεκινούσε το 1929, η Ιντερ έχασε τον κεντρικό επιθετικό της, Fulvio Bernardini, που μεταγράφηκε στη Roma και ο Weisz ουσιαστικά ανακουφισμένος, δήλωσε “επιτέλους, τώρα μπορώ να βάλω το παιδί να παίξει”, αναφερόμενος στον Meazza που θεωρούνταν σε ηλικία 19 ετών ακόμα πολύ μικροκαμωμένος για να αγωνιστεί στο σκληρό ιταλικό πρωτάθλημα.
Οι δύο παίχτες άρχισαν να γράφουν ιστορία με τους συλλόγους τους. Ο Sindelar, επίσης αδύνατος, απέκτησε το παρατσούκλι Die Papierene, ξεχώρισε για τον αέρινο τρόπο με τον οποίο κινούνταν στο γήπεδο. Οι κινήσεις του ήταν τόσο καλλιτεχνικές που ο Alfred Polgar, ένας από τους κορυφαίους εκφραστές του αυστριακού μοντερνισμού, έγραψε γι’αυτόν: “Έπαιζε ποδόσφαιρο όπως ένας κορυφαίος σκακιστής κινεί τα πιόνια του, με μια τέτοια εκτεταμένη διορατικότητα που μπορούσε να υπολογίζει εκ των προτέρων τις κινήσεις και την αντίδραση του αντιπάλου, επιλέγοντας πάντα την καλύτερη επιλογή. Είχε έναν απαράμιλλο έλεγχο της μπάλας, σε συνδιασμό με την ικανότητα να οργανώνει αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ενώ ήταν απίστευτα ικανός στο να ξεγελλά τους αντιπάλους του με προσποιήσεις.” Άλλες μεταφορικές περιγραφές του ανέφεραν ότι τα πόδια του είχαν εγκέφαλο, ενώ αυτή η πνευματική διάσταση του παιχνιδιού του τον ανέδειξε ως το πρότυπο του ποδοσφαίρου των café της Βιέννης, μέχρι το σημείο που ονομάστηκε “ο Mozart του ποδοσφαίρου”. Από την άλλη μεριά, ο Meazza ήταν το πρότυπο του φασιστικού ποδοσφαίρου, χωρίς ο ίδιος βεβαίως να ταυτίζεται ιδεολογικά με αυτό με κάποια δήλωση ή δράση του, ωστόσο, όπως και το σύνολο των μεγάλων Ιταλών ποδοσφαιριστών της εποχής, ποτέ δεν προέβη και σε κάποια κίνηση αντίστασης στο καθεστώς, περιοριζόμενος στα ποδοσφαιρικά του καθήκοντα και ακολουθώντας το εκάστοτε πρωτόκολλο με τους αντίστοιχους συμβολισμούς.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Coppa-Europa-Centrale-8-settembre-1933-Austria-Vienna-Ambrosiana-Inter-3-1-Ceresoli-devia-un-tiro-di-Molzer-con-Viani-che-sorride.jpg)
Ο πρώτος τελικός του Mitropa Cup του 1933 είχε οριστεί για τις 3 του Σεπτέμβρη και θα διεξαγόταν στην Arena Civica του Μιλάνου, την έδρα της Inter (ή Ambrosiana, όπως ονομαζόταν εκείνα τα χρόνια), ένα πανέμορφο γήπεδο με κερκίδες σε σχήμα οβάλ και νεοκλασσικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, που χτίστηκε το 1807 και σώζεται ως σήμερα και διεξάγονται ακόμα αγώνες χαμηλότερων κατηγοριών και γυναικείου ποδοσφαίρου, καθώς και αγώνες ράγκμπι και συναντήσεις κλασικού αθλητισμού. Η ομάδα της Austria, ταξίδεψε με νυχτερινό τρένο από τη Βιέννη και την αποστολή συνόδευαν ο Hugo Meisl και ο πρόεδρος του συλλόγου, Schwarz. Υπό τα βλέμματα 35,000 θεατών που συνέρρευσαν στο μιλανέζικο στάδιο, η Austria ξεκίνησε δυνατά το παιχνίδι, κουβαλώντας και τον τίτλο του φαβορί, χωρίς όμως να καταφέρει να πετύχει κάποιο γκολ παρά γις χαμένες προσπάθειες και μια τρομερή ατομική ενέργεια του Sindelar, που αφού κατάφερε να ξεφύγει με μια προσποίηση από 3 αντιπάλους του, είδε το δυνατό σουτ του να καταλήγει λίγο έξω από την εστία. Ωστόσο, η κατάσταση σταδιακά άλλαζε, με τους Nerazzurri να πετυχαίνουν αρχικά ένα γκολ στο 35ο λεπτό, το οποίο ακυρώθηκε ως offside και στο 40ο λεπτό της αναμέτρησης να ανοίγουν το σκορ με τον Meazza, που στην επαναφορά της μπάλας από απόκρουση του αυστριακού γκολκίπερ, έστειλε τη μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα. Ένα μόλις λεπτό εργότερα, ο Levratto σκόραρε με απ’ευθείας εκτέλεση κόρνερ για να κάνει το 2-0 και να προκαλέσει πανδαιμόνιο στις τάξεις των οπαδών των γηπεδούχων. Στο δεύτερο ημίχρονο οι Αυστριακοί ξαναμπήκαν δυνατά, προσπαθώντας με τη δεξιοτεχνία τους να κάμψουν την ιταλική αντίσταση, με τους αντιπάλους τους να προσπαθούν να ελέγξουν το σκορ. Τελικά στο 77ο λεπτό, μετά από μια ασίστ του Sindelar, ο Rudolf Viertl διαμόρφωσε το τελικό 2-1.
Όλα ήταν ανοιχτά για το μεγάλο παιχνίδι του Praterstadion, που διεξήχθη 6 μέρες αργότερα στη Βιέννη. Είναι χαρακτηριστικό το φιλικό κλίμα μέσα στο οποίο διεξήχθησαν οι αναμετρήσεις αυτού του τελικού, κυρίως σε αντίθεση με τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη διοργάνωση της προηγούμενης χρονιάς. Μετά τον πρώτο αγώνα οι δύο ομάδες δείπνησαν μαζί στο Μιλάνο, ενώ η Austria φρόντισε τη φιλοξενία των αντιπάλων της στο ξενοδοχείο Meissl & Schadn, όπου ο Sindelar εθεάθη στο λόμπι να συζητάει με τον Meazza πριν τον επαναληπτικό αγώνα. Στο Praterstadion, οι βιεννέζοι δημιούργησαν το πανδαιμόνιο, σημειώνοντας ρεκόρ προσέλευσης, με 58,000 εισιτήρια να κόβονται για εκείνο το ιστορικό παιχνίδι. Στον αγωνιστικό χώρο, το θέαμα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες, με τις δύο ομάδες να σημειώνουν πολλές ευκαιρίες στο πρώτο ημίχρονο, χωρίς την επίτευξη κάποιου γκολ, μέχρι το 44ο λεπτό, όταν ο Viertl κέρδισε ένα πέναλτι από ανατροπή του Agosteo, προκειμένου ο Sindelar να ανοίξει το σκορ και να ισοφαρίσει το συνολικό σκορ του τελικού. Στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα θα κρινόταν ο μεγάλος τίτλος. Η Ambrosiana πάγωσε το Prater με την έναρξη της επανάληψης, ωστόσο το γκολ του Frione μετά από σέντρα του Meazza ακυρώθηκε ως offside, προκαλώντας διαμαρτυρίες και κάποιες αψιμαχίες για δεύτερη φορά, μετά το πέναλτι του πρώου ημιχρόνου, κάτι που προκάλεσε σταδιακά μεγαλύτερη ένταση, η οποία με τη σειρά της ήταν και ο λόγος που δύο παίχτες της Ambrosiana αποβλήθηκαν για σκληρά φάουλ, με τον Allemandi και τον Demaría να αποβάλονται στο 65ο και 67ο λεπτό αντίστοιχα. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Sindelar έγινε εκτελεστής και του δεύτερου γκολ της ομάδας του, στο 80ο λεπτό, όμως 3 λεπτά αργότερα, ο Meazza, κερδίζοντας μια εναέρια μονομαχία διαμόρφωσε το 2-1 και οι δύο ομάδες βρίσκονταν και πάλι στην απόλυτη ισορροπία. Η Ambrosiana αμυνόταν σθεναρά, όμως σε μια φάση στο 88ο λεπτό ο Sindelar βρέθηκε ελεύθερος στην αντίπαλη περιοχή, με αποτέλεσμα να πετύχει με βολέ, μετά από σέντρα του Molzer, το τελικό 3-1 που έδινε τον τίτλο για πρώτη φορά στην Austria, μέσα σε κλίμα αποθέωσης στο κατάμεστο βιεννέζικο στάδιο. Στο κοντράστ των συναισθημάτων, τα δάκρυα του Meazza, που χαρακτήρισε τις διαιτητικές αποφάσεις “ένα αθλητικό σκάνδαλο”. Η αρθρογραφία της La Stampa, πλούσια όσο αφορά τη σφοδρή κριτική της στον Τσεχοσλοβάκο διαιτητή František Cejnar, είναι ένα μνημείο της απογοήτευσης που επικρατούσε στις τάξεις της Μιλανέζικης ομάδας μετά από αυτό τον μεγάλο χαμένο τελικό. Όμως η ρεβάνς δε θα αργούσε…
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Bild-6.jpg)
Στον τελικό του 1933 το Mitropa Cup βρήκε ίσως το απόγειό του. Ίσως ακόμα κι ο ίδιος ο Meisl δε θα μπορούσε να φανταστεί την επιτυχία του θεσμού που οραματιζόταν για πολλά χρόνια και είχε ξεκινήσει μόλις 6 σεζόν νωρίτερα. Συνολικά 93,000 θεατές βρέθηκαν στα γήπεδα των δύο αναμετρήσεων, το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης είχε αποκτήσει τους δικούς του αστέρες, με τη φήμη τους να φεύγει πολύ έξω από τον αγωνιστικό χώρο και τα γήπεδα, οι τοπικές κοινωνίες των μεγάλων πόλεων ζούσαν για αυτές τις μεγάλες αναμετρήσεις με συλλόγους που προέρχονταν από γειτονικές αλλά ξένες κουλτούρες και το ποδόσφαιρο είχε μετατραπεί στην πραγματικότητα σε μέσο επικοινωνίας των εθνών, της μορφωμένης αστικής τάξης και των εργατικών μαζών. Ωστόσο, την ίδια εποχή, συνέβαιναν και κοσμογονικές αλλαγές στο Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο, που εκφράζονταν μέσα από την εξέλιξη του παιχνιδιού των εθνικών ομάδων – που δεν εκπροσωπούσαν συνοικίες, αλλά σχολές ποδοσφαιρικής αντίληψης.
-
Το διεθνές στερέωμα
Η ανάπτυξη του διεθνούς ποδοσφαίρου ήταν μια διαδικασία πολύ πιο δύσκολη απ’ό,τι μπορεί να φαίνεται σήμερα. Κατά τις πρώτες δεκαετίες ανάπτυξης του σπορ δεν ήταν καθόλου δεδομένη η αντίληψη ότι η ύπαρξη διεθνών διοργανώσεων αποτελεί αναγκαιότητα για τη συνολική ανάπτυξή του. Τα διάφορα φιλικά παιχνίδια, ονομαζόμενα tests, όπως συνέβαινε στο ράγκμπι και στο κρίκετ, διοργανώνονταν μετά από συνεννόηση μεταξύ των εθνικών ομοσπονδιών και δεν υπήρχε κάποια συνάντηση, με συγκεκριμένη περιοδικότητα, που να ορίζει το πρόγραμμα ανάπτυξης του κάθε εθνικού ποδοσφαίου, προκειμένου να συγκριθεί με το σύνολο των άλλων εθνικών σχολών.
Έτσι, τα πρώτα διεθνή ποδοσφαιρικά τουρνουά ήταν αυτά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ωστόσο, ακόμα κι εκεί η κατάσταση ήταν πολύ ερασιτεχνική. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1900 και του Σεν Λιούις το 1904, αντί για εθνικές ομάδες, κάποιοι μεμονωμένοι και επιλεγμένοι σύλλογοι, εκπροσώπησαν συμβολικά τις χώρες τους, με τη δομή των τουρνουά να είναι επίσης παράξενη. Για παράδειγμα, στους αγώνες του Παρισιού, η Upton Park κέρδισε το χρυσό μετάλλιο αγωνιζόμενη μόνο στον τελικό, απέναντι στη Stade Français που είχε κερδίσει τους προηγούμενους 3 αγώνες της, σε ένα σύστημα πρόκρισης και αποκλεισμού που θύμιζε περισσότερο τον ανταγωνισμό στην επαγγελματική πυγμαχία. Το 1904 μόνο 2 ομάδες από τις ΗΠΑ και μία από τον Καναδά έλαβαν μέρος, ενώ στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, το 1906, ο Εθνικός εκπροσωπούσε την Αθήνα, ο Όμιλος Φιλομουσών τη Θεσσαλονίκη, ο Ορφέας τη Σμύρνη και μια ομάδα ενός Δανέζικου πολεμικού πλοίου τη Δανία. Σ’αυτό το τουρνουά ο αγώνας μεταξύ των ομάδων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς σοβαρά επισόδεια έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας των 2 ημιχρόνων, θέτοντας ένα ιστορικό προηγούμενο για την κοινωνική και όχι την αθλητική ποδοσφαιρική παράδοση της χώρας.
Τα πράγματα διαφοροποίησε η ίδρυση της FIFA το 1904 και η ενεργή ανάμιξή της στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Τουρνουά, αρχής γενομένης από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους, άλλωστε, που την προεδρεία της ανέλαβε ο Daniel Burley Woolfall το 1906. Στο Λονδίνο πραγματοποιήθηκε ένα κανονικό τουρνουά με την προγραμματισμένη συμμετοχή 8 ομάδων, εκ των οποίων 2 ήταν γαλλικές. Η Τσεχία θα συμμετείχε ως Βοημία, αντιμετωπίζοντας τη Γαλλία στον πρώτο γύρο και η Ουγγαρία επρόκειτο να αντιμετωπίσει την Ολλανδία. Ωστόσο και οι δύο Κεντροευρωπαϊκές ομάδες απέσυραν τη συμμετοχή τους, επικαλούμενες οικονομικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι την ίδια χρονιά το Ποδόσφαιρο του Δούναβη υστερούσε ακόμα εμφανώς απέναντι στο Βρετανικό, με την εθνική ομάδα της Αγγλίας να κερδίζει και τους 4 αγώνες που έδωσε απέναντι στις 3 εθνικές ομάδες της αυστοκρατορίας: 6-1 και 11-1 τα σκορ απέναντι στην Αυστρία, 7-0 απέναντι στην Ουγγαρία και 4-0 τη Βοημία.
Το 1912, ωστόσο, η προετοιμασία της Αυστρίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, ήταν αυτή που γέννησε μία από τις πιο θρυλικές συνεργασίες στην ιστορία του ποδοσφαίρου, καθώς ο Meisl προσέλαβε τον Hogan ως ομοσπονδιακό προπονητή. Η μίξη των ιδεών του combination game με την τακτική ρευστότητα οδήγησαν στην καινοτομία και όσο αφορά τα συστήματα. Εκείνη την εποχή το γενικό στάνταρ, προερχόμενο προφανώς από τη βρετανική σχολή, ήταν το σύστημα 2-3-5, δηλαδή η λεγόμενη “πυραμίδα”. Πολύ πριν την εξέλιξη του συστήματος από τον Herbert Chapman, ο Hogan και ο Meisl συζητούσαν προσαρμογές, όπως το 3-2-2-3, ή μια πολύ πρώιμη μορφή του κεντρικού επιθετικού που θα έπαιζε πιο πίσω από την υπόλοιπη επιθετική τετράδα. Με αυτές τις τακτικές προσαρμογές η Αυστρία κατάφερε να σκορπίσει με 5-1 τη Γερμανία στον πρώτο γύρο του Ολυμπιακού Τουρνουά, όμως η Ολλανδία, στην οποία ήδη είχε εργαστεί ο Hogan ως προπονητής της Dordrecht, ήταν πιο υποψιασμένη, αντιμετωπίζοντας τους αυστριακούς πειραματισμούς και κερδίζοντας τον προημιτελικό με σκορ 3-1. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στο ίδιο τουρνουά ο Meisl συμμετείχε ως διαιτητής, διευθύνοντας τον αγώνα του πρώτου γύρου μεταξύ Ιταλίας και Φινλανδίας, που βρήκε τους Σουόμι νικητές στην παράταση, με σκορ 3-2. Στο ρεπεσάζ, ή πιο σωστά “το τουρνουά της παρηγοριάς” αφού οι αγώνες αυτοί δεν καθόριζαν κάποιο μετάλλιο ή την τελική κατάταξη, συμμετείχαν και οι 3 ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης. Στον πρώτο γύρο η Αυστρία κέρδισε με 1-0 τη Νορβηγία και με το ίδιο σκορ επικράτησε η Ιταλία της Σουηδίας. Έτσι, στον ημιτελικό ήρθαν αντιμέτωπες η ομάδα του Hogan και του Meisl, με την Ιταλία, την οποία προπονούσε για πρώτη φορά ο Vittorio Pozzo, που εκείνη τη μέρα ανέπτυξε μια φιλία με τον Meisl, προκειμένου να διατηρήσουν κι οι δυο μια αντιπαλότητα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Η Αυστρία κέρδισε εκείνο τον αγώνα με 5-1, ενώ στον άλλο ημιτελικό η Ουγγαρία επικράτησε της Γερμανίας με 3-1. Στον τελικό, η Ουγγαρία κέρδισε την Αυστρία με σκορ 3-0, στον μοναδικό επίσημο αγώνα των δύο ομάδων, όσο ακόμα ήταν κομμάτι της ίδιας κρατικής οντότητας.
Το σκανδιναβικό και βορειοευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έμοιαζε να υπερέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, έναντι του Κεντροευρωπαϊκού, ωστόσο αυτό αντανακλούσε περισσότερο την ικανότητα μιμητισμού του αγγλικού παιχνιδιού, που στηριζόταν στη φυσική κατάσταση, παρά στην εξέλιξη του παιχνιδιού εκ μέρους τους. Η Σουηδία και η Δανία ήταν ομάδες που πρωταγωνιστούσαν, με τη Μεγάλη Βρετανία να κερδίζει και τα δύο χρυσά μετάλλια το 1908 και 1912. Η διοργάνωση του 1916 δεν έλαβε ποτέ χώρα, λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην Αμβέρσα, το 1920, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, λόγω της μεταβολής ολόκληρης της ευρωπαϊκής πολιτικής γεωγραφίας. Από την Κεντρική Ευρώπη συμμετείχε μόνο η ομάδα της Τσεχοσλοβακίας, καθώς η Αυστρία ήταν σε κατάσταση πλήρους ανοικοδόμησης και η Ουγγαρία στη μέση μιας πολύ ταραγμένης περιόδου, λίγους μήνες μετά τη Συνθήκη του Τριανόν. Οι Τσεχοσλοβάκοι επικράτησαν με 7-0 στον πρώτο γύρο της νεοσύστατης Σερβίας-Κροατίας-Σλοβενίας, δηλαδή της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας, ενώ στα προημιτελικά κέρδισαν με 4-0 τη Νορβηγία και στον ημιτελικό με 4-1 τη Γαλλία. Σε έναν κωμικοτραγικό τελικό, όπου η βρετανική διαιτητική τριάδα φαίνεται ότι βοήθησε εξόχως τους οικοδεσπότες Βέλγους να κερδίσουν το πρώτο μεταπολεμικό χρυσό μετάλλιο στο ποδόσφαιρο, η ομάδα της Τσεχοσλοβακίας αποχώρησε από το γήπεδο στο 39ο λεπτό, τη στιγμή που το Βέλγιο είχε το προβάδισμα με 2-0. Οι Τσεχοσλοβάκοι δεν παρέλαβαν ποτέ τα ασημένια μετάλλιά τους – και αυτή ήταν η μοναδική φορά ως τις μέρες μας που ένας διεθνής τελικός ποδοσφαίρου δεν ολοκληρώθηκε. Η Ιταλία, που αγωνίστηκε το ρεπεσάζ, κέρδισε τη Νορβηγία στην παράταση, με 2-1, ενώ στη συνέχεια αποκλείστηκε από την Ισπανία, χάνοντας με 2-0.
Ίσως το πρώτο πραγματικά μεγάλο Ολυμπιακό Τουρνουά ήταν εκείνο του Παρισιού, το 1924, με τη συμμετοχή 22 ομάδων από 4 συνομοσπονδίες και για πρώτη φορά τη συμμετοχή μίας ομάδας από τη Νότια Αμερική. Η Ουρουγουάη, που έφτασε στο Παρίσι ως το απόλυτο αουτσάιντερ, εξέπληξε τους πάντες κερδίζοντας κατά σειρά τη Γιουγκοσλαβία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οικοδέσποινα Γαλλία, την Ολλανδία και στον τελικό την Ελβετία με 3-0, ώστε να κερδίσει το χρυσό μετάλλιο και να στρέψει το παγκόσμιο ενδιαφέρον για πρώτη φορά στις εξελίξεις που αφορούσαν την ανάπτυξη ενός μεγαλειώδους ποδοσφαιρικού δικτύου σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, εκτός Ευρώπης. Εκείνα τα χρόνια στη Νότια Αμερική ο τρόπος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου είχε τη δική του ιδεολογική ταυτότητα, όχι ίδια με αυτήν της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά με τρόπο που έδινε τις δυνατότητες να ξεχωρίσει απέναντι στο πολύ υποδεέστερο και ερασιτεχνικά οργανωμένο σπορ των ευρωπαίων. Η απουσία των χαρακωμάτων και των απωλειών του Πολέμου στη Νότια Αμερική, είχε επίσης επιτρέψει την απρόσκοπτη ανάπτυξη εκείνων των ποδοσφαιρικών ιδεών και της αντίστοιχης ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Η υπεροχή αυτή, μάλιστα, επισφραγίστηκε 4 χρόνια αργότερα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ, όπου συμμετείχε και η εθνική ομάδα της Αργεντινής, ζηλεύοντας τη δόξα των γειτόνων της. Ο τελικός παίχτηκε φυσικά ανάμεσα στην Ουρουγουάη και την Αργεντινή και χρειάστηκε επαναληπτικός αγώνας προκειμένου η Celeste να κερδίσει το δεύτερο σερί χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο, με μια νίκη που όρισε σε μεγάλο βαθμό τον τόπο διεξαγωγής του Πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA, που εκείνα τα χρόνια ήταν ο μεγάλος στόχος της FIFA, υπό την ηγεσία του Γάλλου Jules Rimet.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/imago1016204211h-1024x649.jpg)
Από την Κεντρική Ευρώπη στους αγώνες του 1924 συμμετείχε η Ελβετία και η Ιταλία, με την πρώτη να φτάνει στον τελικό και τη δεύτερη να αποκλείεται στον μεταξύ τους αγώνα για την προημιτελική φάση, ενώ η Ουγγαρία γνώρισε μια ντροπιαστική και ανέλπιστη ήττα, με σκορ 3-0, από την Αίγυπτο. Το 1928, μόνο η Ιταλία και η Ελβετία έλαβαν μέρος, καθώς οι υπόλοιπες ομάδες της παλιάς αυτοκρατορίας δε θεώρησαν σημαντική υπόθεση το Ολυμπιακό Τουρνουά, με την Ιταλία να κερδίζει το χάλκινο μετάλλιο, χάνοντας με σκορ 3-2 στα ημιτελικά από την Ουρουγουάη, τη στιγμή που η Ελβετία έχασε στον πρώτο γύρο με 4-0 από τη Γερμανία.
Όμως, όταν πραγματοποιήθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1928, ήδη για την Κεντρική Ευρώπη είχε ξεκινήσει ένα πολύ μεγαλύτερης σημασίας διεθνές ποδοσφαιρικό τουρνουά. Την ίδια χρονιά που ξεκίνησε το Mitropa Cup, έλαβε χώρα και η πρώτη διοργάνωση του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης, με τον πρώτο αγώνα, μεταξύ Τσεχοσλοβακίας και Αυστρίας, να πραγματοποιείται στις 18 Σεπτέμβρη του 1927. Η διοργάνωση θα πραγματοποιούνταν σε ένα εύρος τριών χρόνων, με το καλοκαίρι του 1928 να θεωρείται “νεκρή περίοδος” ώστε να επιτραπεί η συμμετοχή της Ιταλίας και της Ελβετίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Τα μεγάλα φαβορί για τη διοργάνωση του 1927-1930 ήταν η Αυστρία και η Ιταλία. Η Αυστρία με πρώτο βιολί τον Sindelar και τον Hugo Meisl στην τεχνική ηγεσία, βρισκόταν στις απαρχές της οικοδόμησης μιας τεράστιας ομάδας, της λεγόμενης Wunderteam, της ομάδας-θαύμα, που ενσάρκωσε όλη την πρόοδο της βιεννέζικης ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας. Η Ιταλία, στην αρχή του τουρνουά, βρισκόταν σε ένα επίπεδο γοργής ανάπτυξης, που ευνοήθηκε από την αναδιαμόρφωση του επαγγελματικού διασυλλογικού ποδοσφαίρου, όμως οι μεγάλες μορφές που οδήγησαν στην αναμόρφωση της εθνικής ομάδας θα εμφανίζονταν κατά τη διάρκεια της τριετούς διεξαγωγής του. Στον αγωνιστικό χώρο, προεξέχουσα μορφή ήταν προφανώς ο Giuseppe Meazza, ο οποίος φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Squadra Azzurra το 1930. Στον πάγκο όμως θα βρισκόταν από το 1929, επιστρέφοντας μετά από τρεις θητείες, το 1912, 1921 και 1924, ο Vittorio Pozzo.
Ο Pozzo γεννήθηκε στο Τορίνο το 1886. Γόνος αστικής οικογένειας, στα μαθητικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον κλασικό αθλητισμό και διακρίθηκε στο αγώνισμα των 400 μέτρων, ωστόσο μεγαλώνοντας τον κέρδισε το ποδόσφαιρο. Χωρίς να έχει τα φόντα για να διακριθεί ως ποδοσφαιριστής, συνέχισε τις σπουδές του και μετοίκησε στη Ζυρίχη, όπου σπούδασε στην Σχολή Εμπορίου. Εκεί έγινε πολύγλωσσος, καθώς έμαθε να μιλά με ευχαίρεια Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά και ανάπτυξε μια εξωστρέφεια, που ήταν σε αντίθεση με τα σχέδια της οικογένειάς του, που τον πίεζε να επιστρέψει στην Ιταλία. Αντ’αυτού ο Pozzo μετακόμισε στην Αγγλία, αρχικά στο Λονδίνο, στο οποίο όμως δεν ένιωθε άνετα μέσα στην πολυάριθμη κοινότητα των expats. Έτσι, μετακινήθηκε βόρεια, στο Bradford, όπου μπορούσε να ζήσει πλήρως τη βρετανική ζωή, την οποία είχε λατρέψει. Η αγγλοφιλία του ήταν τόσο μεγάλη που, αν και Καθολικός, ξεκίνησε να πηγαίνει τακτικά στην Αγγλικανική εκκλησία τις Κυριακές, ακολουθώντας ένα πρόγραμμα που περιείχε εργασία στη διεύθυνση της υφαντουργίας μέσα στην εβδομάδα και ποδόσφαιρο το Σάββατο. Παρά τις πιέσεις της οικογένειάς του να επιστρέψει, ώστε να αναλάβει διοικητικό πόστο στην εταιρεία του αδερφού του, ο ίδιος αρνήθηκε ακόμα και όταν διακόπηκε η οικονομική στήριξη που είχε από τον πατέρα του. Στην Αγγλία ο Pozzo έγινε οπαδός της Manchester United, συνδεόμενος με το σωματείο και την πόλη που ήδη είχε επηρεάσει μέσω μιας σειράς προσωπικοτήτων το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ ανέπτυξε και την πολιτική ιδεολογία του, με βάση την οποία θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει φιλελεύθερο-μοναρχιστή. Οι βρετανικές πολιτισμικές βάσεις που υιοθέτησε ο Pozzo του ενστάλαξαν και μια μιλιταριστική αντίληψη και αντίστοιχο τρόπο ζωής – κάτι που μεταφράστηκε αργότερα και στις μεθόδους που εισήγαγε στο ποδόσφαιρο και συγκεκριμένα την προπόνηση. Ωστόσο, οι μέρες του στην Αγγλία έληξαν άδοξα, καθώς η επιστροφή του στην Ιταλία για να παραστεί στο γάμο της αδερφής του αποτέλεσε το λόγο που πρακτικά του απαγορεύτηκε από την οικογένειά του να ξαναφύγει.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/vittorio-pozzo-2-1024x726.jpg)
Ο Pozzo, που είχε παρακολουθήσει προπονήσεις μεγάλων ομάδων στη Βρετανία, μεταξύ των οποίων της Arsenal στο Λονδίνο, αλλά και άλλων στο βορρά, όπου έζησε στην συνέχεια, είχε μια δυσεύρετη για τα χρονικά τεχνογνωσία που του εξασφάλισε θέση εργασίας μέσα στην Ιταλική Ομοσπονδία, αναλαμβάνοντας τα χρέη του γραμματέα. Ωστόσο, το 1912, εν’όψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Στοκχόλμης, του ζητήθηκε για πρώτη φορά να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας. Τα αποτελέσματα, όμως, και κυρίως η βαριά ήττα από την Αυστρία στους Ολυμπιακούς αγώνες και η επανάληψή της σε φιλικό αγώνα τον επόμενο Δεκέμβρη, τον οδήγησαν στην απόφαση να παραιτηθεί. Για δύο χρόνια συνέχισε τα ταξίδια του, μέχρι το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, όταν και στρατολογήθηκε ως αξιωματικός ενός τάγματος Αλπινιστών – κάτι που συμβάδιζε με τις μιλιταριστικές αρχές του. Μετά το τέλος του Πολέμου ανέλαβε και πάλι την τεχνική ηγεσία της Ιταλίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, το 1924, και τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα, ωστόσο ο θάνατος της συζύγου του τον οδήγησε ακόμη μια φορά στην παραίτηση και συνέχισε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες αναλαμβάνοντας διευθυντικό πόστο στην Pirelli, ξοδεύοντας τον ελεύθερό του χρόνο κάνοντας ορειβασία στα Αλσατικά βουνά. Το 1929, όμως, ήταν η στιγμή που η πορεία του Pozzo και της Squadra Azzurra θα ξεκινούσαν ένα μακρύ κοινό ταξίδι, σημαδεμένο από δόξα, αλλά και από τη σύνδεση με ένα καθεστώς, του οποίου το ιστορικό βάρος χρεώθηκε και ο ίδιος ο Pozzo ως προσωπικότητα. Αν και δεν υπήρξε ποτέ μέλος του φασιστικού κόμματος, κι αν και υπήρξαν αργότερα ιστορικές ενδείξεις ότι βοήθησε αντάρτικα σώματα παρτιζάνων στην Biella, καθώς και αιχμαλώτους των Συμμάχων να δραπετεύσουν, στρατευόμενος σαφώς με τη μεριά των Άγγλων και αναπτύσσοντας τεράστια εκτίμηση για τον Winston Churchill, ο Pozzo θεωρείται ότι αξιοποίησε όλα τα εργαλεία που του διέθετε το φασιστικό καθεστώς, υλικά και ιδεολογικά, με αποτέλεσμα το όνομά του στην Ιταλία να μην κοσμεί σήμερα κανένα στάδιο και να μην αναφέρεται ανάμεσα στις μεγάλες προσωπικότητες για τις οποίες οι Ιταλοί νιώθουν εθνική ποδοσφαιρική υπερηφάνεια.
Όσο αφορά το πρώτο Διεθνές Κύπελλο, το 1927 τα αποτελέσματα στο ξεκίνημά του αποτέλεσαν έκπληξη, δεδομένης της θεωρητικής ισχύος της εποχής, καθώς στις πρώτες δύο αναμετρήσεις η Αυστρία γνώρισε ισάριθμες ήττες από την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία. Η Ιταλία, από τη μεριά της, απέσπασε ισοπαλία εκτός έδρας, με σκορ 2-2, στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από αυτά τα αποτελέσματα, τα δύο φαβορί του θεσμού θα βρίσκονταν αντιμέτωπα για πρώτη φορά, στο νεόκτιστο Stadio Littoriale της Μπολόνια, στις 6 του Νοέμβρη. 30,000 θεατές γέμισαν τις κερκίδες του εμιλιάνικου σταδίου, βλέποντας ωστόσο την Αυστρία να παίρνει τη μεγάλη νίκη – την πρώτη της στο θεσμό – με σκορ 0-1 και σκόρερ τον Franz Runge, επιθετικό της Austria Βιέννης, στο 44ο λεπτό. Η Ιταλία βρήκε με τη σειρά της την πρώτη νίκη της απέναντι στην υποδεέστερη Ελβετία, πριν κερδίσει και την Ουγγαρία στο παλιό Flaminio, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που έληξε με σκορ 4-3, στις 25 Μάρτη του 1928. Μία βδομάδα αργότερα η Αυστρία έχασε ξανά, αυτή τη φορά εντός έδρας, από την Τσεχοσλοβακία, ενώ η Ουγγαρία επικράτησε της Τσεχοσλοβακίας με 2-0 στον τελευταίο αγώνα πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ. Από το φθινόπωρο του 1928 και μετά όμως η Αυστρία και η Ιταλία άρχισαν να βρίσκουν τη φόρμα τους, με την πρώτη να επικρατεί με 5-1 της Ουγγαρίας και 2-0 της Ελβετίας και την Ιταλία να κερδίζει με 3-2 εκτός έδρας την ελβετία και 4-2 εντός την Τσεχοσλοβακία. Έτσι, στις 7 του Απρίλη του 1929, ξανασυναντήθηκαν, αυτή τη φορά μπροστά σε 49,000 θεατές στο Στάδιο Hohe Warte της Βιέννης, σε ένα παιχνίδι όπου ο Horvath σκόραρε 2 γκολ και ο Weselik άλλο ένα, για να διαμορφώσουν το ευρύ 3-0, που σφράγιζε την υπεροχή της αυστριακής ομάδας απέναντι στους άμεσους αντιπάλους της για το θεσμό. Μετά από εκείνο το παιχνίδι, η Ιταλία προηγούνταν με ένα βαθμό της Αυστρίας στη βαθμολογία, έχοντας 4 νίκες, 1 ισοπαλία και 2 ήττες, έναντι 4 νικών και 3 ηττών των Αυστριακών. Στο τελευταίο παιχνίδι του 1929, η Αυστρία κέρδισε στη Βέρνη την Ελβετία και προσπερνώντας την Ιταλία στο βαθμολογικό πίνακα, περίμενε το αποτέλεσμα του τελευταίου αγώνα της διοργάνωσης, που θα έκρινε και το τρόπαιο.
Όμως, η τεράστια χρονική απόσταση μεταξύ των παιχνιδιών, σήμαινε ότι πολλά μπορούσαν να αλλάξουν για την κάθε ομάδα κατά τη διάρκεια μίας διοργάνωσης. Έτσι, η Ιταλία που είχε γνωρίσει 2 ήττες από την Αυστρία, δεν ήταν η ίδια με την ομάδα που αγωνίστηκε στις 11 Μαΐου του 1930 στη Βουδαπέστη, με αντίπαλο την Ουγγαρία. Δύο προσωπικότητες μπορούν να θεωρηθούν ως οι πιο σημαντικές προσθήκες του μεσοδιαστήματος για τη Squadra Azzurra: στην ενδεκάδα της συμμετείχε ο νεαρός Giuseppe Meazza και στον πάγκο της είχε επιστρέψει ο Vittorio Pozzo. Ο Pozzo, βετεράνος του Πολέμου, πριν από τον κρίσιμο αγώνα προγραμμάτισε περιήγηση των Ιταλών παιχτών στα πεδία των μαχών της Oslavia και της Gorizia, σταματώντας και στο νεκροταφείο πολέμου της Redipuglia. Εκεί οι ποδοσφαιριστές σοκαρίστηκαν από τη βιαιότητα του πολέμου και ο Pozzo τους είπε ότι “ήταν καλό που το θλιβερό και τρομακτικό θέαμα τους σόκαρε” και “αυτό που πλέον ήταν το ζητούμενο γι’αυτούς δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενο με όσα ζητήθηκαν από εκείνους που έχασαν τη ζωή τους στους γύρω λόφους”. Αν και δε μπορεί να εξακριβωθεί το κατά πόσο αυτή η περιήγηση λειτούργησε ως ιδεολογική ένεση για να βελτιώσει την απόδοση των Ιταλών, το αποτέλεσμα είναι ότι απέναντι στην Ουγγαρία που διεκδικούσε επίσης τον τίτλο, έχοντας τους ίδιους βαθμούς, ενώ είχε και την υποστήριξη 40,000 θεατών, οι Ιταλοί έγραψαν μια χρυσή σελίδα στην ιστορία τους, κερδίζοντας τον αγώνα με σκορ 5-0, με τον Meazza να πετυχαίνει hat-trick και τη Squadra Azzurra να κατακτά τον πρώτο επίσημο τίτλο στην ιστορία της.
Το ίδιο καλοκαίρι, του 1930, καμία ομάδα της Κεντρικής Ευρώπης δεν ταξίδεψε στην Ουρουγουάη για το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA, καθώς το ταξίδι ήταν μακρινό και όλες οι ομοσπονδίες θεώρησαν ότι ήταν αδύνατο να προσαρμώσουν ανάλογα τα προγράμματα των πρωταθλημάτων και των διεθνών θεσμών προκειμένου να συμμετέχουν σ’αυτό οι ομάδες τους. Άλλωστε, το πρώτο αυτό Παγκόσμιο Κύπελλο, ανατρέχοντας στον Τύπο της εποχής, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι έμοιαζε περισσότερο σαν πειραματική και νεοτερίστικου τύπου διοργάνωση που το κύρος του καμία σχέση δεν είχε με το Μουντιάλ που γνωρίζουμε σήμερα.
Έτσι, η επόμενη διεθνής διοργάνωση που οι ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης πήραν μέρος ήταν το Διεθνές Κύπελλο του 1931-1932. Ο πρώτος αγώνας προγραμματίστηκε να είναι η μεγάλη αναμέτρηση μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας, που αυτή τη φορά έλαβε χώρα στο San Siro. Αν και ο Hovarth άνοιξε το σκορ στο 4ο λεπτό για τους φιλοξενούμενους, ο Meazza στο 34′ ισοφάρισε, σε ένα γήπεδο που αργότερα θα έπαιρνε το όνομά του, ενώ ο Αργεντίνος που είχε πολιτογραφηθεί Ιταλός, Raimundo Orsi, έδωσε στο 52′ τη νίκη στους γηπεδούχους διαμορφώνοντας το τελικό 2-1. Η Αυστρία συνέχισε τη διοργάνωση πετυχαίνοντας 2 νίκες, μεταξύ των οποίων μία με σκορ 8-1, εκτός έδρας με την Ελβετία – που είχε αποκτήσει νέα τεχνική ηγεσία και βοηθοί του προπονητή Teddy Duckworth ήταν δύο από τους μεγάλους διαμορφωτές του ποδοσφαίρου του Δούναβη, ο Jimmy Hogan και ο Dori Kürschner – και 2 ισοπαλίες με την Ουγγαρία, ενώ το ίδιο ρεκόρ είχε και η Ιταλία. Στις 20 Μαρτίου του 1932, οι δύο ομάδες ήρθαν ξανά αντιμέτωπες στο Prater, όπου μπροστά σε 63,000 θεατές και με σκόρερς τους Sindelar και Meazza για την κάθε ομάδα, οι αυστριακοί κέρδισαν με 2-1, φέρνοντας την απόλυτη ισορροπία στο κυνήγι του τίτλου. Οι δύο ομάδες συνέχισαν με εκτός έδρας ισοπαλίες, η Ιταλία στην Ουγγαρία και η Αυστρία στην Τσεχοσλοβακία, με τον τίτλο να κρίνεται τελικά τον Οκτώβρη του 1932. Στις 23 του μήνα, η Αυστρία υποδέχτηκε στο Prater την υποδεέστερη Ελβετία, που ένα χρόνο νωρίτερα είχε φιλοδωρήσει με 8 γκολ στη Βασιλεία, με 55,000 θεατές να προσέρχονται στο Prater. Οι Αυστριακοί κέρδισαν με 3-1 το παιχνίδι, στο οποίο διαιτητής ήταν ο Τσεχοσλοβάκος František Cejnar, ο ίδιος που διηύθυνε τον αγώνα της Austria με την Inter, στο Mitropa Cup του 1933. Μετά από αυτό το αποτέλεσμα, η Ιταλία χρειαζόταν μία ευρεία νίκη απέναντι στην Τσεχοσλοβακία προκειμένου να έχει ελπίδες για τον τίτλο, όμως ηττήθηκε στις 28 Οκτώβρη στην Πράγα, με σκορ 2-1 και η Αυστρία του Meisl και του Sindelar, η Wunderteam, κατέκτησε τον πρώτο και μοναδικό τίτλο στην ιστορία της!
Μετά το θρίαμβό της στο Διεθνές Κύπελλο, η εθνική ομάδα της Αυστρίας, θεωρούμενη η καλύτερη της ηπειρωτικής Ευρώπης, κλήθηκε σε φιλικό παιχνίδι που πραγματοποιήθηκε στις 7 του Δεκέμβρη, στο Stamford Bridge του Λονδίνου, με αντίπαλο την Αγγλία. Η εθνική ομάδα της μητέρας του ποδοσφαίρου, που μετρούσε πλέον περισσότερα από 60 χρόνια διεθνών αγώνων, δεν είχε ηττηθεί ποτέ στην έδρα της από ευρωπαϊκή ομάδα, παρά μόνο από τις ομάδες των βρετανικών νήσων, στο λεγόμενο Home Championship. Η πρώτη της ήττα απέναντι σε ευρωπαϊκή ομάδα συνέβη το Μάιο του 1929, όταν στο Estadio Metropolitano της Μαδρίτης ηττήθηκε από την Ισπανία με 4-3, ενώ το Μάιο του 1931 είχε χάσει και στο Παρίσι, με το βαρύ 5-2 από τη Γαλλία. Η ίδια η πρόσκληση επί βρετανικού εδάφους ήταν μια μεγάλη τιμή από μόνη της, καθώς υπήρχαν μέχρι τότε μόλις 2 αντίστοιχα ιστορικά προηγούμενα: το 1923 η Ολυμπιονίκης ομάδα του Βελγίου προσκλήθηκε σε ένα παιχνίδι που έγινε στο Highbury και η Αγγλία κέρδισε με 6-1, ενώ το 1931 η Ισπανία προσκλήθηκε για τη ρεβάνς του αγώνα του Metropolitano και οι Άγγλοι επικράτησαν και πάλι στο Highbury με 7-1, σφραγίζοντας έτσι την κυριαρχία τους επί αγγλικού εδάφους. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτοί οι αγώνες γίνονταν πάντα Δεκέμβρη, όταν το έδαφος των γηπέδων ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από το βαρύ βρετανικό κλίμα, ευνοώντας τους γηπεδούχους και το παιχνίδι δύναμης που είχαν αναπτύξει. Υπό αυτό το πρίσμα, το κίνητρο για την Αυστρία ήταν τεράστιο, καθώς θα μπορούσε να γίνει η πρώτη ομάδα που θα υποσκέλιζε την Αγγλία μέσα στην έδρα της, κερδίζοντας τον τίτλο της νέας παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ηγέτιδας.
Ο Meisl για αυτό το παιχνίδι είχε ξαναζητήσει τη συνδρομή του Jimmy Hogan, που μόλις είχε αφήσει τον πάγκο της Austria για να αναλάβει τη Racing Club de France. Ο Hogan δήλωσε για αυτή την πρόσκληση ότι ήταν “η μεγαλύτερη τιμή της καριέρας του” και “ένα εξαίσιο δώρο για τα 50ά του γενέθλια”. Την ίδια στιγμή, τη διοργάνωση αυτού του μεγάλου φιλικού βοήθησε και ο ίδιος ο Herbert Chapman, ο οποίος συνέβαλε στο να πειστεί η Racing να απελευθερώσει τον προπονητή της για διάστημα 2 εβδομάδων, προκειμένου να προετοιμάσει την ομάδα της Αυστρίας. Διαιτητής της αναμέτρησης ορίστηκε ο κορυφαίος της εποχής, ο Βέλγος John Langenus, που είχε σφυρίξει και στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, 2 χρόνια νωρίτερα.
Στην αποχώρηση της ομάδας της Αυστρίας από τον σταθμό Westbanhof, χιλιάδες οπαδοί παραβρέθηκαν ώστε να εμψυχώσουν την ομάδα τους, ενώ τα προεόρτια στην Αγγλία αντανακλώνται και στον Τύπο της εποχής, που κατά γενικό κανόνα τόνιζε ότι αυτό το παιχνίδι δε θα έμοιαζε με κανένα προηγούμενο, εξαίροντας την ποιότητα των Αυστριακών. Το παιχνίδι ξεκίνησε ιδανικά για τους Άγγλους, που σκόραραν στο 5ο λεπτό με τον Crooks, όμως η ομάδα της Αυστρίας ήταν επικίνδυνη και ο Άγγλος τερματοφύλακας της Birmingham, Harry Hibbs, ήταν σε κακή μέρα, καθώς είχε ιδιαίτερο στρες ξέροντας ότι στις κερκίδες βρισκόταν ο Chapman που μπορούσε να του εξασφαλίσει τη μεταγραφή στην Arsenal. Παρ’όλα αυτά, ο Hampson διπλασίασε τα τέρματα των Άγγλων, διαμορφώνοντας το σκορ του ημιχρόνου. Στο δεύτερο ημίχρονο η Αυστρία συνέχισε να πιέζει με τους Smistik και Sindelar να παίρνουν τον έλεγχο του παιχνιδιού στις πλάτες τους και τελικά τον Zischek της Wacker Βιέννης να μειώνει στο 58ο λεπτό. Ο Houghton στη συνέχεια ξαναμεγάλωσε την απόσταση στο σκορ στο 77ο λεπτό, για να μειώσει και πάλι ο Sindelar 3 λεπτά αργότερα με ένα γκολ που έμοιαζε πολύ με εκείνο του Maradona απέναντι στους Άγγλους, το 1986, εκείνο που έμεινε στην ιστορία ως “το γκολ του αιώνα”. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποδοσφαιρικά καλλιεργημένο αγγλικό κοινό χειροκρότησε την ενέργεια του “Μότσαρτ”. Με 10 λεπτά να απομένουν, τίποτα δεν έμοιαζε να έχει κριθεί και σε ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία και για την ομορφιά αλλά και τη συναρπαστική εξέλιξη του σκορ, το κοινό των 40,000 στο Stamford Bridge ξέσπασε στο 82ο λεπτό, όταν ο Hampson, βάζοντας το δεύτερο προσωπικό του γκολ, έδωσε ξανά προβάδισμα ασφαλείας στην ομάδα του. Ο Zischek έβαλε ακόμα ένα γκολ για να μειώσει στο 87′ και ένα γκολ της Αγγλίας ακυρώθηκε στα τελευταία λεπτά της αναμέτρησης με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 4-3 υπέρ των Άγγλων. Η Αυστρία έφτασε πολύ κοντά στην κατάκτηση μιας συνειδησιακής ποδοσφαιρικής κορυφής, ωστόσο αυτός ο άθλος μετατέθηκε για αργότερα στην Ιστορία και θα τον πετύχαινε τελικά μια άλλη ομάδα.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/2040-1024x768.jpg)
Η διοργάνωση του 1933-1935 είχε ξανά μεγαλύτερη διάρκεια, λόγω της διεξαγωγής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που αυτή τη φορά θα λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Το καθεστώς έδινε τα πάντα για να πανηγυρίσει μια διεθνή αθλητική νίκη και αυτό σήμαινε ότι ο Pozzo είχε στη διάθεσή του όλα τα τεχνικά μέσα για να δημιουργηθεί μια τεράστια υπερομάδα, της οποίας την πρωτοκαθεδρία δε θα μπορούσε να απειλήσει κανείς, ιδίως σε ιταλικό έδαφος. Αυτό συμπεριλάμβανε και τις ιταλοποιήσεις παιχτών που είχαν διακριθεί στο παγκόσμιο στερέωμα, με τον νόμο του αίματος του Mussolini, που προέβλεπε ότι κάθε απόγονος Ιταλών, μέχρι 7 γενιές, μπορούσε να λάβει την ιταλική υπηκοότητα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι οποιοσδήποτε νοτιοαμερικάνος παίχτης, εν ανάγκη και με εφευρέσεις όσο αφορά την οικογενειακή του ιστορία, μπορούσε να γίνει Ιταλός. Αυτή η νέα και πιο ισχυρή Ιταλία μέσα στο 1933 κέρδισε και τα 4 παιχνίδια για το Διεθνές Κύπελλο, απέναντι στην Τσεχοσλοβακία και την Ελβετία εντός έδρας, καθώς και στις έδρες της Ελβετίας και της Ουγγαρίας.
Το παιχνίδι με την Αυστρία στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 είχε πολύ φορτισμένο κλίμα, καθώς – πέρα από το γεγονός ότι ήταν αυτό που διαφαινόταν να κρίνει ακόμα μια φορά τον τίτλο – ήταν και η πρώτη αναμέτρηση μετά τον τελικό του Mitropa Cup, ανάμεσα στην Austria και την Inter/Ambrosiana, που άφησε τεράστια πικρία στον Meazza και ένα ολόκληρο έθνος. Επίσης, διεξαγόταν στη γενέτειρα πόλη του Pozzo, το Τορίνο, στο σημερινό Ολυμπιακό Στάδιο, που τότε είχε το όνομα του Ιταλού δικτάτορα. Πέραν των συμβολισμών όμως, το παιχνίδι είχε τεράστια σημασία καθώς από τακτικής άποψης, είχαν διαμορφωθεί πλέον δύο συστήματα που αποτελούσαν την ταυτότητα των δύο ομάδων. Από τη μια, η Ιταλία του Pozzo, έπαιζε το λεγόμενο metodo, ένα σύστημα 2-3-2-3, το οποίο κρατούσε την υπεροπλία στο κέντρο, το οποίο ήταν ενισχυμένο και βοηθούνταν από τους εσωτερικούς επιθετικούς (τότε τα νούμερα 8 και 10), οι οποίοι έπαιζαν πιο πίσω από τους άλλους τρεις. Η Αυστρία του Meisl, από την άλλη, αγωνιζόταν με το λεγόμενο W-M, δηλαδή 3-2-2-3, με τρεις αμυντικούς σε γραμμή και μία διάταξη τετραπλεύρου στο κέντρο, ένα σχηματισμό που βλέπουμε διαχρονικά στο ποδόσφαιρο, κυρίως στη φάση της επιθετικής λειτουργίας των ομάδων. Αμφότερα τα συστήματα ήταν εξέλιξη του 3-2-5 του Herbert Chapman (το οποίο έμοιαζε περισσότερο με το W-M), με το οποίο ο βρετανός τεχνικός θριάμβευσε στην Arsenal. Στην αναμέτρηση του Τορίνο, οι Αυστριακοί κατάφεραν να φύγουν και πάλι με τη νίκη, με το ευρύ 4-2, προκαλώντας προβληματισμό στους αντιπάλους τους και ένα ολόκληρο καθεστώς, λίγους μήνες πριν τη διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Πριν το καλοκαίρι η Αυστρία έπαιξε ακόμα ένα παιχνίδι με αντίπαλο την Ελβετία, την οποία και κέρδισε με σκορ 3-2 στη Γενεύη.
-
Η παγκόσμια ακτινοβολία
Το καλοκαίρι του 1934 ήρθε η στιγμή που το Ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης θα έλαμπε στο παγκόσμιο στερέωμα. 2 χρόνια νωρίτερα, στο 21ο Συνέδριο της FIFA που έλαβε χώρα στη Στοκχόλμη, 2 χώρες διεκδικούσαν το δικαίωμα διοργάνωσης της 2ης έκδοσης του θεσμού. Ωστόσο, συνεχίζοντας την παράδοση των παραιτήσεων, που είχε ξεκινήσει στη διαδικασία επιλογής του τόπου διεξαγωγής του πρώτου Μουντιάλ, η Σουηδία αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση, καθώς δεν είχε σκοπό να διαθέσει ένα τόσο μεγάλο προϋπολογισμό όπως η Ιταλία, που παρουσίασε ένα σχέδιο που το κόστος του έφτανε τις 3.5 εκατομμύρια λιρέτες.
Για τη συγκεκριμένη διοργάνωση έγιναν για πρώτη φορά και προκριματικά, καθώς από τις 36 Ομοσπονδίες που δήλωσαν συμμετοχή στο τελικό τουρνουά θα αγωνίζονταν οι 16. Η Ιταλία, στον 3ο όμιλο, έπρεπε να κάμψει το εμπόδιο της Ελλάδας, την οποία κέρδισε με σκορ 4-0 στο San Siro του Μιλάνου, στις 25 Μαρτίου του 1934. Η Ουγγαρία και η Αυστρία πέρασαν από τον όμιλό τους επικρατώντας της Βουλγαρίας. Η Τσεχοσλοβακία κέρδισε τη σειρά απέναντι στην Πολωνία με 2-1 εκτός έδρας και άνευ αγώνως εντός, καθώς η αντίπαλη ομάδα αποσύρθηκε. Η Ελβετία πέρασε δεύτερη από τον δύσκολο όμιλο με αντιπάλους τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία, φέρνοντας και με τις 2 ισοπαλίες. Έτσι, όλες οι ομάδες του λεγόμενου ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης θα βρίσκονταν στα ιταλικά γήπεδα, διεκδικώντας τον κορυφαίο ποδοσφαιρικό τίτλο στον πλανήτη, που σιγά σιγά αποκτούσε και την αίγλη που του άρμοζε.
Οι πρώτοι αγώνες, για τη φάση των 16, πραγματοποιήθηκαν στις 27 Μαΐου. Η οικοδέσποινα Ιταλία ξεκίνησε με θρίαμβο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες στο Flaminio, κερδίζοντας με 7-1, με τον Angelo Schiavio της Bologna να πετυχαίνει hat-trick. Εύκολο έργο είχε και η Ουγγαρία, η οποία αν και ισοφαρίστηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα από την Αίγυπτο, στο δεύτερο ημίχρονο πήρε την πρόκριση με σκορ 4-2, στο Partenopeo της Νάπολι. Στο Stadio Littorio της Τεργέστης, η Τσεχοσλοβακία έκαμψε την αντίσταση της Ρουμανίας με ανατροπή στο δεύτερο ημίχρονο, παίρνοντας την πρόκριση με σκορ 2-1, ενώ η Ελβετία κέρδισε στο San Siro την Ολλανδία με 3-2. Την πιο δύσκολη ημέρα είχε η Αυστρία στο Τορίνο, όπου χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση με αντίπαλο τη Γαλλία, όπου τελικά στο 109ο λεπτό, με γκολ του Josef Bican, ενός τσέχικης καταγωγής θρυλικού επιθετικού της Rapid, κατάφερε να πάρει την πρόκριση.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Holland_-_Switzerland_-_Football_World_Cup_1934-1024x719.jpg)
Με τις 5 ομάδες του Διεθνούς Κυπέλλου να συμμετέχουν στα προημιτελικά, το τουρνουά έμοιαζε πλέον μια αρκετά γνώριμη υπόθεση – πλήρως ευρωπαϊκή μάλιστα, καθώς Αργεντινή και Βραζιλία είχαν αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο, από τη Σουηδία και την Ισπανία αντίστοιχα. Στα προημιτελικά, που διεξήχθησαν στις 31 Μαΐου, 2 αγώνες αποτελούνταν από τυπικά κεντροευρωπαϊκά ντέρμπι. Η Αυστρία τέθηκε αντιμέτωπη με την Ουγγαρία, στο Littoriale της Μπολόνια, εκεί που είχε πετύχει την πρώτη μεγάλη νίκη της απέναντι στην Ιταλία. Με γκολ των Horvath και Zischek, πήρε το προβάδισμα, ενώ η Ουγγαρία κατάφερε μόνο να μειώσει στο 60′ με πέναλτι του Sárosi. Στον άλλο αγώνα μεταξύ ομάδων του Διεθνούς Κυπέλλου, η Τσεχοσλοβακία κατάφερε να κερδίσει τη βελτιωμένη πλέον Ελβετία στο Τορίνο, με σκορ 3-2, προκειμένου να πάρει το εισιτήριο για τα ημιτελικά. Το πιο δύσκολο έργο αυτή τη φορά είχε η Ιταλία, που στη Φλωρεντία δεν κατάφερε να κερδίσει μετά και το τέλος της παράτασης την Ισπανία, με το τελικό σκορ να είναι 2-1 και τελικά να χρειαστεί ακόμα ένα παιχνίδι, την επόμενη ημέρα, που κρίθηκε από το γκολ του Meazza ώστε να προχωρήσει στην επόμενη φάση. Βέβαια, ιστορικό μυστήριο παραμένει η απουσία του θρυλικού Ισπανού τερματυφύλακα Zamora και των Βάσκων επιθετικών Iraragorri και Langara, από εκείνο το επαναληπτικό παιχνίδι. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Zamora μάλιστα καθόταν λίγο πιο δίπλα από τον Meisl, που είχε παραβρεθεί στο γήπεδο ως θεατής.
Το μεγάλο παιχνίδι της διοργάνωσης, που θα μπορούσε και να χαρακτηριστεί “πρώιμος τελικός”, ήταν αναμφίβολα η ημιτελική αναμέτρηση μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας που είχε προγραμματιστεί για τις 3 Ιούνη, στο San Siro του Μιλάνου. Η Αυστρία και η Ιταλία μπορεί να ήταν στη μέση μιας χρυσής περιόδου ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας, όμως στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα ήταν λίγο πιο περίπλοκα. Οι εχθροί του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την κληρονομιά που άφησε στον Pozzo, αλλά κυρίως σε ποδοσφαιριστές όπως ο Sindelar και ο Meazza, που έμειναν ορφανοί, επαναδιατύπωναν τις μεταξύ τους σχέσεις το Μάρτιο του 1934, με μία συμφωνία μεταξύ Ιταλίας, Αυστρίας και Ουγγαρίας, που έμεινε γνωστή ως τα “Πρωτόκολλα της Ρώμης”. Σε αυτή τη συμφωνία οι τρεις χώρες που είχαν πλέον όλες απολυταρχικά καθεστώτα, καθώς λίγες μέρες νωρίτερα είχε διαλυθεί και η 1η Αυστριακή Δημοκρατία με τον Καγκελάριο Dollfuss, τον λεγόμενο Millimetternich, να αναλαμβάνει επ’αόριστον την εξουσία, δημιούργησαν μια συμμαχία κυρίως υπό το φόβο της γερμανικής επιθετικότητας, καθώς ένα μόλις χρόνο νωρίτερα στις 30 Ιανουαρίου του 1933, την Καγκελαρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε αναλάβει ένας Αυστριακής καταγωγής αποτυχημένος ζωγράφος, μετατρέποντάς τη στο περιβόητο γερμανικό ράιχ. Πέρα από το φόβο των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών, ωστόσο, οι 3 χώρες με τη συμφωνία τους αυτή άνοιγαν και ένα νέο κύκλο επιθετικότητας στα Βαλκάνια, εποφθαλμιώντας τα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας, που η καθεμιά για τους δικούς της λόγους πίστευε ότι έχει ιστορικά κυριαρχικά δικαιώματα, τροφοδοτώντας έτσι τα εθνικιστικά αφηγήματα στον αιώνα τον άπαντα. Αυτή η διπλωματική σύγκλιση, ωστόσο, λίγα πράγματα σήμαινε για τον Pozzo, που έφερε ένα γραμμόφωνο στα αποδυτήρια της Squadra Azzurra προκειμένου να εμψυχώσει τους παίχτες του υπό τους ήχους του Canzone del Piave, ενός πατριωτικού τραγουδιού που υμνούσε την ηρωικότητα των Ιταλών στα πεδία της μάχης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάζοντας μάλιστα τους ποδοσφαιριστές να το τραγουδήσουν δυνατά πριν βγουν στον αγωνιστικό χώρο. Στην ίδια γραμμή βεβαίως βρισκόταν και ο Mussolini, παρών στο στάδιο, που επιθυμούσε διακαώς να δει την εθνική ομάδα της χώρας του να παίρνει μια νίκη που θα γινόταν σύμβολο του καθεστώτος του.
Τα εισιτήρια για τον αγώνα προφανώς εξαντλήθηκαν και στο San Siro 60,000 θεατές στριμώχτηκαν για να δουν διά ζώσης το μεγαλύτερο παιχνίδι όλων των εποχών μέχρι εκείνη τη μέρα. Πέρα από τη στήριξη των οπαδών τους, ωστόσο, οι Ιταλοί είχαν και την εύνοια του καιρού, καθώς λίγες ώρες πριν την έναρξη του αγώνα μια τρομερή καταιγίδα χτύπησε το Μιλάνο και την ώρα της σέντρας ο αγωνιστικός χώρος ήταν ακόμα σε πολλά σημεία του πλυμμηρισμένος. Αυτό δυσκόλευε εξαιρετικά τις προσπάθειες των Αυστριακών που στηρίζονταν περισσότερο στην υψηλή τεχνική τους και βοηθούσε το πιο δυναμικό παιχνίδι της ιταλικής ομάδας. Ακόμα και σ’αυτές τις συνθήκες όμως ο Sindelar δε σταμάτησε να εντυπωσιάζει, ο Papierene που έμαθε το ποδόσφαιρο στα ανώμαλα εδάφη των ανοιχτών χώρων της εργατικής μεριάς της Βιέννης ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα και με ένα πλυμμηρισμένο γήπεδο, σε έναν από τους καλύτερους αγωνιστικούς χώρους της εποχής του. Οι αυστριακές επιθέσεις έρχονταν κατά κύμματα και οι Ιταλοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν είναι να παίζουν ένα ανασταλτικό παιχνίδι, χωρίς καμία θέληση για δημιουργία. Στο έργο τους αυτό αρωγό είχαν και τον Σουηδό διαιτητή Ivan Eklind, στον οποίον είχε δοθεί η υπόσχεση ότι αν κριθεί καλή η παρουσία του θα διευθύνει και τον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης. Αυτό το κίνητρο ίσως έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην απόφαση που πήρε στο 19ο λεπτό, όταν σε μια εναέρια διεκδίκηση μεταξύ του Schiavio και του Αυστριακού τερματοφύλακα Peter Platzer, ο δεύτερος κατάφερε να μαζέψει τη μπάλα. Ωστόσο, ο Schiavio έπεσε με δύναμη πάνω του, σε κάτι που αποτελεί ορισμό του φάουλ στους κανονισμούς του παιχνιδιού, με αποτέλεσμα ο Platzer να χάσει τον έλεγχο της μπάλας ώστε ο Schiavio να τροφοδοτήσει τον Guaita που πέτυχε το γκολ της αναμέτρησης. Για τους Αυστριακούς και ίσως όλο τον κόσμο επρόκειτο για ένα ξεκάθαρο φάουλ, για τον διαιτητή Eklind όμως ίσως ήταν η ευκαιρία για να παίξει στον μεγάλο τελικό της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/campionato-mondiale-di-calcio-italia-1934.jpg)
Το αποτέλεσμα διατηρήθηκε στο 1-0, παρά τις πολλές ευκαιρίες που είχαν και οι δύο ομάδες, με τους Αυστριακούς να παίζουν καλύτερα για το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, όμως άλλοτε να συναντούν ένα σκληρό αμυντικό ιταλικό τείχος μπροστά τους και άλλοτε να είναι ελάχιστα άστοχοι, όπως ο Zischek στην εκπνοή της αναμέτρησης. Η Ιταλία είχε περάσει στον τελικό που τόσο ήθελε ο Duce, ωστόσο έμεινε στην ιστορία ο λεκές της άδικης αντιμετώπισης μιας από τις καλύτερες ομάδες που έχει γνωρίσει ο ποδοσφαιρικός κόσμος. Ο Meisl δήλωσε ότι ήταν απίθανο να κερδίσει κανείς την Ιταλία υπό αυτές τις συνθήκες, ενώ ο Josef Bican πήγε ακόμα πιο μακριά στις δηλώσεις του, καταγράφοντας στην ιστοριογραφία ότι ο διαιτητής έφτασε στο σημείο να …πασάρει τη μπάλα σε Ιταλό κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης. Από την άλλη, ο Raimundo Orsi δήλωσε ότι ζούσαν υπό το φόβο της εκτέλεσης, κάτι που θα ήταν πολύ πιθανό αν ο διαιτητής Eklind δεν έπαιρνε το μέρος τους.
Στον άλλο ημιτελικό η Τσεχοσλοβακία, εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου του Δούναβη που διέπρεπε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, κέρδισε τη Γερμανία με σκορ 3-1 και hat-trick του Oldřich Nejedlý της Sparta, αν και ο Rudi Noack είχε ισοφαρίσει για τους Γερμανούς, παίρνοντας έτσι το άλλο εισιτήριο για το μεγάλο τελικό που διεξήχθη στη Ρώμη, στις 10 Ιουνίου. Νωρίτερα, στο μικρό τελικό, η αποκαρδιωμένη από την αδικία Αυστρία έχασε από τη Γερμανία στη Napoli, χάνοντας έτσι και το χάλκινο μετάλλιο. Η Squadra Azzura του Pozzo χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση, μετά από το 1-1 της κανονικής διάρκειας, προκειμένου να κάμψει την αντίσταση των Τσεχοσλοβάκων, κερδίζοντας τελικά τον “άγιο δισκοπότηρο” με την ονομασία του Jules Rimet χάρη στο γκολ του Schiavio στο 95ο λεπτό.
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Ιταλία είχε με τη σειρά της την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Λονδίνο απέναντι στην Αγγλία τον προσεχή Νοέμβρη, όμως στο γήπεδο της Arsenal έχασε με τρόπο αρκετά πιο εύκολο από ότι συνέβη με την Αυστρία δύο χρόνια νωρίτερα, με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 3-2, χάρη σε 2 γκολ του Meazza στο δεύτερο ημίχρονο. Ωστόσο, οι επιτυχίες της συνεχίστηκαν απέναντι στην Αυστρία, κερδίζοντας το μεταξύ τους παιχνίδι στο Prater για το Διεθνές Κύπελλο, το οποίο και τελικά κατέκτησε το 1935.
Οι δύο ομάδες θα ξανασυναντιόντουσαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, όπου λόγω των μεταβαλλόμενων πολιτικών συνθηκών οι δύο χώρες μπορούσαν, για διαφορετικούς λόγους, να νιώθουν ότι παίζουν και λίγο στην έδρα τους. Τον Ιούλη του 1934 ο Καγκελάριος και πλέον δικτάτορας “Millimetternich” Dolfuss δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ενός αποτυχημένου ναζιστικού πραξικοπήματος και την εξουσία είχε αναλάβει ο Kurt Schuschnigg. Ωστόσο, στην Αυστρία η επιρροή του Ναζισμού και η υποστήριξη του Anschluss, δηλαδή της ιστορικής εθνικής ένωσης με τη Γερμανία, που είχε απαγορευτεί από τη Συνθήκη του Τριανόν, κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Η Ναζιστική Γερμανία είχε κάθε λόγο να κάνει επιθέσεις φιλίας και αδελφότητας στην Αυστρία, θέλοντας να προσαρτήσει τη γεννέτειρα του δικού της δικτάτορα στο Ράιχ. Την ίδια περίοδο, η αρχική αμυντική στάση της Μουσολινικής Ιταλίας απέναντι στο Ράιχ είχε αρχίσει να αλλάζει, καθώς δυσχαίρεναν οι σχέσεις με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία λόγω της ιταλικής εισβολής στην Αιθιοπία. Έτσι, σταδιακά οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών βελτιώνονταν, ενώ από το 1935 στη συμμαχία της Ναζιστικής Γερμανίας είχε εισχωρήσει επίσημα και η Ιαπωνία, σε μια από κοινού βλέψη εναντίωσης στην Κομμουνιστική Διεθνή και τη Σοβιετική Ένωση. Ουσιαστικά μέσω της ανάπτυξης φιλικών δεσμών με την Ιαπωνία, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1936 και επισημοποιήθηκε ουσιαστικά το 1937 όταν η Ιταλία δεν καταδίκασε την ιαπωνική εισβολή στην Κίνα στην Κοινωνία των Εθνών, , ξεκίνησε και η περίοδος της Γερμανοϊταλικής συνεργασίας.
Στο τουρνουά που συμμετείχαν 16 ομάδες η Ιταλία κέρδισε δύσκολα τις Ηνωμένες Πολιτείες με 1-0 στον πρώτο γύρο, πέρασε με επιβλητικό τρόπο απέναντι από τη “φίλη” Ιαπωνία, με 8-0, ενώ χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση απέναντι στη Νορβηγία, όπου με γκολ του Annibale Frossi πήρε το εισιτήριο για τον τελικό. Η Αυστρία, που κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της κέρδισε την Αγγλία στο Prater με 2-1, πέρασε από τον πρώτο γύρο νικώντας την Αίγυπτο με 3-1, πριν παίξει σε ένα από τα πιο σκανδαλώδη παιχνίδια της Ιστορίας. Στον προημιτελικό, με αντίπαλο το Περού, οι Αυστριακοί πήραν προβάδισμα με γκολ των Wergin και Steinmetz στο 23ο και 37ο λεπτό αντίστοιχα. Ωστόσο, η ομάδα του Περού μπήκε αποφασισμένη στο δεύτερο ημίχρονο, καταφέρνοντας να ισοφαρίσει το σκορ με γκολ των Alcalde και Villanueva στο 75ο και 81ο λεπτό αντίστοιχα. Στην παράταση, ακόμα κι αν ο Νορβηγός διαιτητής ήταν επιφορτωμένος με το έργο της υποστήριξης της “άρειας” Αυστρίας, οι Περουβιανοί ήταν ανώτεροι, πέτυχαν 5 συνολικά γκολ, από τα οποία ακυρώθηκαν τα 3, ωστόσο ακόμα κι έτσι στη λήξη της αναμέτρησης βρίσκονταν να προηγούνται με σκορ 4-2. Το παιχνίδι μπορεί να έληξε με αυτό το σκορ, ωστόσο, λόγω της “απόδοσης” του διαιτητή του αγώνα Περουβιανοί οπαδοί είχαν εισέλθει στον αγωνιστικό χώρο και αναφέρεται ότι έφτασαν σε σημείο να χτυπήσουν Αυστριακούς ποδοσφαιριστές, ενώ ένας από αυτούς ήταν οπλισμένος. Η Αυστρία άσκησε ένσταση και η FIFA αποφάσισε την επανάληψη του αγώνα, κάτι που το Περού δε δέχτηκε με τη Wunderteam να περνάει στον επόμενο γύρο. Η απόφαση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των χωρών της λατινικής Αμερικής, που με ανακοινώσεις τους δήλωσαν τη συμπαράστασή τους στο Περού, ενώ οι ολυμπιακές ομάδες του Περού και της Κολομβίας αποχώρησαν από τη Γερμανία.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/L5NAPLMV5NAGDAYTWANU4DRM74.jpg)
Στον ημιτελικό, σε πολύ πιο ήρεμο κλίμα, η Αυστρία κέρδισε την εθνική ομάδα μιας άλλης χώρας που εποφθαλμιούσε η ναζιστική ηγεσία, της Πολωνίας. Με σκορ 3-1 οι Αυστριακοί προκρίθηκαν στον τελικό, όπου θα αντιμετώπιζαν ακόμα μια φορά την Ιταλία, στη μεγάλη ρεβάνς του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μπροστά σε 85,000 θεατές στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, το απόγευμα του δεκαπενταύγουστου, η Ιταλία επικράτησε στην παράταση με σκόρερ τον Frossi που πέτυχε και τα δύο γκολ για να διαμορφωθεί το τελικό 2-1. Έτσι, η Squadra Azzurra του Pozzo είχε καταφέρει να αφήσει χωρίς παγκόσμιο τίτλο τη μεγάλη Wunderteam, την εκπρόσωπο μιας χώρας που άλλαζε, προερχόμενη από την Κόκκινη Βιέννη που δεν υπήρχε πια, την ενσάρκωση ενός μεταπολεμικού κοσμοπολιτισμού που πλέον έδινε τη θέση του στην εθνικιστική επιθετικότητα σε όλο και περισσότερες χώρες της Ευρώπης.
-
Η λάμψη πριν από την καταιγίδα
Η Ευρώπη βάδιζε προς την πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της και τα σύννεφα ενός ακόμα πολέμου είχαν αρχίσει να πυκνώνουν κατά το μέσο της δεκαετίας του 1930. Την ίδια στιγμή, η αναπτυσσόμενη συμμαχία που εξελίχθηκε στον Άξονα και η ιδεολογική βάση του φασισμού και του Ναζισμού, συντέλεσαν ώστε να εγκαθιδρυθούν σε μια σειρά χωρών αντιφυλετικοί και αντισημιτικοί νόμοι. Το ένα απολυταρχικό καθεστώς μετά το άλλο, ξεκινώντας από το κυνήγι όλων των προοδευτικών στοιχείων των κοινωνιών τους, έβαλε στο στόχαστρο και την πολυάριθμοι και για αιώνες αφομοιωμένη κοινότητα των Εβραίων, καθώς και τους απανταχού Ρομά, ξεκινώντας από τους αποκλεισμούς και καταλήγοντας σε μια επιχείρηση μαζικού αφανισμού.
Πριν γίνουν όμως όλα αυτά πραγματικότητα, παιζόταν ακόμα ποδόσφαιρο – και μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, στο Mitropa Cup της ίδιας χρονιάς, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Squadra Azzura, Angelo Schiavio, οδήγησε τη Bologna στο δεύτερο τίτλο της, τον πρώτο που κερδήθηκε μέσα στον αγωνιστικό χώρο, μετά τα γεγονότα του 1932. Το 1935 η Sparta επανέλαβε τον άθλο της Bologna, κατακτώντας επίσης για δεύτερη φορά το θεσμό, ενώ το ίδιο έκαναν τις επόμενες χρονιάς και η Austria Βιέννης και η Ferencváros.
To Μάιο και Ιούνιο του 1937, ωστόσο, μια άλλη διοργάνωση, που έλαβε χώρα μόνο για μία φορά, πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία. Το λεγόμενο Διεθνές Τουρνουά της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού ήταν μία συνάντηση συλλόγων από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές δυνάμεις της εποχής, μεταξύ των οποίων και της Αγγλίας, που μέχρι τότε αρνούνταν να συμμετέχει σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία διασυλλογικής διοργάνωσης μαζί με τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Συνολικά 8 ομάδες έλαβαν μέρος, εκπροσωπώντας 7 χώρες, με την οικοδέσποινα Γαλλία να συμμετέχει με τη Marseille και τη Socheaux που είχαν τερματίσει στις 2 πρώτες θέσεις του πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς. Από την Αυστρία συμμετείχε η Austria ως κάτοχος του προηγούμενου Mitropa Cup, από την Ουγγαρία η Phöbus FC, που είχε αγωνιστεί την προηγούμενη σεζόν για πρώτη φορά στην κορυφαία κατηγορία, από τη Γερμανία η Leipzig, από την Τσεχοσλοβακία η Slavia Πράγας που είχε κερδίσει το πρωτάθλημα, ενώ από την Ιταλία εκπρόσωπος ήταν η πρωταθλήτρια Bologna. Από την Αγγλία, η ομάδα που συμμετείχε ήταν η Chelsea, που αν και είχε τερματίσει 11η στη Football League που είχε προηγηθεί, προερχόμενη από το πιο κοσμοπολίτικο Λονδίνο, θέλησε να λάβει μέρος σε αυτή τη διοργάνωση προσδοκώντας μάλιστα σε μια διεθνή επιτυχία.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Bologna-Chelsea-1937-1024x684.jpg)
Έτσι, ενώ από την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ουγγαρία επιλέχθηκαν τυχαίες ομάδες, από τις υπόλοιπες χώρες συμμετείχαν κορυφαίοι εκπρόσωποι. Αυτό είχε φυσικά αντίκτυπο στα αποτελέσματα του πρώτου, προημιτελικού γύρου, όπου η Austria Βιέννης απέκλεισε τη Leipzig, η Slavia Πράγας την Phöbus, η Bologna τη Socheaux, ενώ η Chelsea χρειάστηκε το στρίψιμο του κέρματος προκειμένου να προκριθεί επί της Marseille, μιας και τότε δεν υπήρχε ακόμα η διαδικασία των πέναλτι και δεν προβλεπόταν επαναληπτικός αγώνας στη διοργάνωση. Bologna και Chelsea κέρδισαν αμφότερες με 2-0 τις Slavia και Austria αντίστοιχα, προκειμένου να δώσουν ραντεβού για τον μεγάλο τελικό που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιούνη στο Ολυμπιακό Στάδιο του Colombes, έξω από το Παρίσι. Μία από τις μεγαλύτερες ομάδες της ηπειρωτικής Ευρώπης θα αντιμεώπιζε με διακύβευμα ένα διεθνές τρόπαιο μία εκπρόσωπο της Football League και αυτό από μόνο του ήταν κάτι ιστορικό.
Όμως πιο ιστορική και από το διακύβευμα του συγκεκριμένου αγώνα ήταν η προσωπικότητα του τεχνικού που βρισκόταν στον πάγκο της Bologna. O Árpád Weisz γεννήθηκε στο Solt της Δυτικής Ουγγαρίας στις 16 Απρίλη του 1896. Γόνος εβραϊκής μεσοαστικής οικογένειας, καθώς ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος, έφερε το μικρό του όνομα από τον γενάρχη των Μαγυάρων, κάτι που είναι μια ένδειξη της αφομοίωσης του εβραϊκού στοιχείου στα διάφορα εθνικά φύλα της Κεντρικής Ευρώπης. Σε αντίθεση με πολλά παιδιά της εποχής του, η ταξική καταγωγή του τού επέτρεψε να φοιτήσει και στο γυμνάσιο και ξεκίνησε και σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, τις οποίες όμως παράτησε, προκειμένου να ακολουθήσει την ποδοσφαιρική καριέρα στο εξωτερικό. Με το ποδόσφαιρο ασχολήθηκε συστηματικά από τα 15 του χρόνια, καθώς εντάχθηκε στις ακαδημίες της Törekvés, με την οποία έκανε το ντεμπούτο του στο κορυφαίο επίπεδο σε ηλικία 17 χρονών. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου στρατολογήθηκε και πολέμησε στο πλευρό της Αυστρο-Ουγγαρίας, με αποτέλεσμα να πιαστεί αιχμάλωτος των Ιταλών στις 28 Νοεμβρίου του 1915, στην 4η Μάχη του Isonzo, στο όρος Mrzli. Οδηγήθηκε για την υπόλοιπη διάρκεια του πολέμου σε κέντρο αιχμαλώτων στο Trapani, όπου έμαθε την ιταλική γλώσσα, κάτι που θα σημάδευε τη μετέπειτα ζωή του. Με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Ουγγαρία και την Törekvés, ενώ το 1923 μεταγράφηκε στην Τσεχοσλοβακική Macabbi Brno. Στις 4 Μαρτίου του 1923 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την εθνική Ουγγαρίας και συμμετείχε και στην αποστολή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, το 1924. Το 1925, με το κλίμα κατά των εβραϊκών κοινοτήτων να βαραίνει στην Ουγγαρία του Horthy, αποφάσισε να μετακομίσει στην Ιταλία, όπου έπαιξε αρχικά στην Alessandria, πριν μεταγραφεί στο μέσο της ίδιας χρονιάς στην Inter. Ωστόσο, ένας τραυματισμός στο γόνατο έληξε πρόωρα την καριέρα του.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/weisz-apertura-w-ktsH-1440x624@IlSole24Ore-Web-1024x444.jpg)
Ο Weisz, έχοντας ζήσει από τα μέσα όλη την πορεία ανάπτυξης του Ουγγρικού ποδοσφαίρου αποφάσισε να γίνει προπονητής και την ίδια χρονιά έγινε προπονητής της Inter, που τότε είχε ήδη μετονομαστεί σε Ambrosiana. Το 1927 ο Weisz ήταν αυτός που εντόπισε στις ακαδημίες του συλλόγου τον νεαρό Giuseppe Meazza και – αν και έλειψε ένα χρόνο από τον πάγκο της μιλανέζικης ομάδας – επέστρεψε το 1929, δίνοντας θέση βασικού στον Meazza και κερδίζοντας το πρωτάθλημα του 1930. Έτσι, σε ηλικία 34 ετών, έγινε ο νεώτερος στην Ιστορία προπονητής που κατακτά το ιταλικό πρωτάθλημα, ένα ρεκόρ που κατέχει ως τις μέρες μας. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε να ασχολείται με την ανάλυση του ποδοσφαίρου και δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο υπό τον τίτλο “Το παιχνίδι του ποδοσφαίρου”, το οποίο προλόγιζε ο Vittorio Pozzo. Ύστερα από ένα πέρασμα από τη Bari, επέστρεψε για τρίτη φορά στην Ambrosiana, όντας ο προπονητής της και στη μυθική σειρά τελικών του 1933. Το 1934 πήγε για μία σεζόν στη Novara, πριν μετακινηθεί το 1935 για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της αποκαλούμενης ως “πιο δουνάβιας ιταλικής ομάδας”, της Bologna. Με τη Bologna, όπου συνέχισε την παράδοση των προπονητών από την Αυστροουγγαρία, κέρδισε τα πρωταθλήματα του 1936 και 1937, πριν βρεθεί στο Παρίσι, αντιμέτωπος της Chelsea για τον τελικό του Κυπέλλου Διεθνούς Έκθεσης.
Στον τελικό του Παρισιού η Bologna μπήκε με τον αέρα της πρωταθλήτριας μιας χώρας που ήταν ταυτόχρονα πρωταθλήτρια κόσμου και χρυσή ολυμπιονίκης, όπως κι αν είχαν έρθει αυτοί οι τίτλοι, μα πάνω απ’όλα με την εμπειρία μιας ομάδας που είχε αγωνιστεί για χρόνια και είχε κερδίσει 2 φορές έναν διεθνή τίτλο, στο υψηλότερο επίπεδο που υπήρχε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Έτσι, ο Carlo Reguzzoni, ο οποίος έπαιζε σε θέση έξω αριστερά, πέτυχε ένα γκολ στο 15ο και ένα στο 31ο λεπτό, ενό ο Busoni, μέσος της ιταλικής ομάδας, είχε επίσης σκοράρει στο 20′. Με το 3-0 να είναι το σκορ του ημιχρόνου, διαφαινόταν ότι η πρώτη μεγάλη νίκη του Ποδοσφαίρου του Δούναβη απέναντι στη Μητέρα του Σπορ θα ερχόταν σε διασυλλογικό επίπεδο. Στην επανάληψη ο Reguzzoni επανέλαβε τα κατορθώματά του, σημειώνοντας hat-trick και οι Λονδρέζοι κατάφεραν μόνο να μειώσουν με τον Sam Weawer στο 72ο λεπτό. Η Bologna είχε κερδίσει μια αγγλική ομάδα – το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο μετρούσε την πρώτη μεγάλη νίκη του, στο πεδίο που είχε ξεχωρίσει, δηλαδή στην ανάπτυξη ενός διασυλλογικού ποδοσφαιρικού δικτύου σε διεθνές επίπεδο! Αυτό το αποτέλεσμα ίσως ήταν για το όραμα του Meisl ακόμα πιο σημαντικό και από το να κέρδιζε η μεγάλη Wunderteam την Αγγλία στο γήπεδό της, γιατί μπορεί το διακύβευμα να μην ήταν στο κορυφαίο επίπεδο, όμως η ανάγνωση του αποτελέσματος έδειχνε ότι το όραμά του για το ποδόσφαιρο ήταν δίκαιο – και πριν τον δικαιώσει η ιστορία, τον δικαίωσε ένα θύμα αυτής, ο Árpád Weisz.
Ο Weisz έμεινε ακόμα μια χρονιά στη Bologna, όμως οι διωγμοί των Εβραίων που ξεκίνησαν και στην Ιταλία και η εγκαθίδρυση των ρατσιστικών νόμων τον ανάγκασαν να διαφύγει. Το τελευταίο του παιχνίδι στην Ιταλία, σαν σε παιχνίδι της μοίρας, ήταν αυτό ανάμεσα στη Bologna και την Ambrosiana, τον Οκτώβρω του 1938. Έχοντας διορία να αποχωρήσει από τη χώρα, όπως και όλοι οι υπόλοιποι Εβραίοι, μέχρι το Μάρτιο του 1939, διέφυγε με τη βοήθεια των παραγόντων του συλλόγου στις 10 του Γενάρη, πηγαίνοντας αρχικά στο Παρίσι. Ψάχνοντας να εργαστεί, βρήκε δουλειά στη Dordrecht στην Ολλανδία, την ομάδα από την οποία ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα ο Jimmy Hogan. Εκείνη την εποχή πολλοί Εβραίοι θεωρούσαν την Ολλανδία μια ασφαλή χώρα, καθώς οι συμφωνίες που είχε συνάψει με τη Ναζιστική Γερμανία αποτελούσαν αιτία να πιστεύουν ότι η ναζιστική θηριωδία δε θα επεκταθεί και σε μια χώρα που δε χρειάζεται να κατακτηθεί. Αυτό το λάθος, ωστόσο, απεδείχθει μοιραίο για χιλιάδες Εβραίους, καθώς η Ολλανδία ουσιαστικά άνοιξε τα σύνορα στο Ολοκαύτωμα. Το Σεπτέμβρη του 1941 του απαγορεύτηκε να ξαναδουλέψει και τα παιδιά του, Clara και Roberto, αποβλήθηκαν από το σχολείο. Στις 4 Οκτώβρη του 1942, ο Árpád Weisz και όλη του η οικογένεια επιβιβάστηκαν σε ένα τεθωρακισμένο τρένο με προορισμό το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης του Auschwitz. Εκεί, η σύζυγος, Ilona και τα δύο του παιδιά, στάλθηκαν απευθείας στους θαλάμους αερίων, ενώ ο Árpád κρατήθηκε στη ζωή για να δουλέψει στα καταναγκαστικά έργα. Περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, ένας από τους μεγαλύτερους τεχνικούς στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου πέθανε από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, στις 31 Γενάρη του 1944, σε ηλικία 47 ετών.
Το όνομα και η προσωπικότητα του Weisz σήμερα αποτελούν στοιχεία ταυτότητας για την Inter και τη Bologna, ενώ μνημεία του έχουν ανεγερθεί έξω από τα στάδια των δύο ομάδων, καθώς και στο γήπεδο της Dordrecht. Στο Stamford Bridge, το γήπεδο της Chelsea, της ομάδας που κέρδισε σε εκείνο τον ιστορικό αγώνα στο Παρίσι, μια τοιχογραφία του Weisz, του Εβραίου Γερμανού Ολυμπιονίκη Julius Hirsch και του βρετανού τερματοφύλακα Ron Jones, που επίσης πέθαναν στο Auschwitz κοσμεί το εξωτερικό του γηπέδου.
-
Το ποδόσφαιρο κάτω από τη Σβάστικα
Ο Árpád Weisz ήταν ένα από τα εκατομμύρια θύματα της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια της θηριωδίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα της θηριωδίας του φασισμού και του ναζισμού που ξεκίνησε πριν μεταφερθούν οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στα πεδία των μαχών. Οι χώρες που απάρτιζαν το θαυμαστό δίκτυο του Ποδοσφαίρου του Δούναβη σιγά σιγά άρχιζαν να εξαφανίζονται. Το Διεθνές Κύπελλο του 1936-1938 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, γιατί δεν υπήρχαν πια όλες οι χώρες που ξεκίνησαν να παίζουν σε αυτό – και συγκεκριμένα η Αυστρία.
Στις 15 Μαρτίου του 1938, από ένα μπαλκόνι του Neue Hofburg στην Heldenplatz, μπροστά σε 250,000 ανθρώπους, ο Αδόλφος Χίτλερ ανακοίνωνε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ναζιστικό Ράιχ, η οποία από εκείνη τη στιγμή και έπειτα ονομαζόταν Ostmark. Μαζί με πολλές άλλες κατακτήσεις της Αυστριακής Δημοκρατίας, το ποδόσφαιρο που οραματίστηκαν και έφτιαξαν οι κοσμοπολίτες ιδεολόγοι των café μιας πολυσυλλεκτικής πρωτεύουσας πατήθηκε από το ζυγό του πιο τερατώδους ιδεολογικού μορφώματος που έχει γνωρίσει το είδος μας. Ο Hugo Meisl είχε πεθάνει λόγω ενός καρδιακού επεισοδίου ένα χρόνο νωρίτερα και δεν έζησε να δει αυτή την εξέλιξη. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο έγινε ερασιτεχνικό, στα γερμανικά πρότυπα και το αυστριακό πρωτάθλημα ένα από τα περιφερειακά πρωταθλήματα του ομοσπονδιακού πρωταθλήματος της Γερμανίας. H Wunderteam, η θρυλική εθνική ομάδα της Αυστρίας, καταργήθηκε και οι παίχτες της θα αποτελούσαν πλέον κομμάτι της ενιαίας γερμανικής ομάδας. Η διαδικασία αυτή θα ξεκινούσε με ένα πανηγυρικό παιχνίδι, το λεγόμενο Anschlusspiel, στο οποίο η εθνική ομάδα της Αυστρίας θα έπαιζε έναν τελευταίο αγώνα, απέναντι στη Γερμανία, πριν οι δύο εθνικές ενωθούν.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/Anschlussspiel-1938_Fotocoepb.at_-1024x761.jpeg)
Η Αυστριακή ομάδα ήταν ήδη αποδυναμωμένη, καθώς πέρα από τους παίχτες-θρύλους που βρίσκονταν στη δύση της καριέρας τους, πολλοί ακόμα, εβραϊκής καταγωγής, είχαν διαφύγει από τη χώρα. Στις 3 του Απρίλη, 9 μόλις μέρες μετά το δημοψήφισμα που με ποσοστό 99.73% ενέκρινε την προσάρτηση της Αυστρίας, το Praterstadion είχε διακοσμηθεί με τις σβάστιγκες, θυμίζοντας περισσότερο τη Νυρεμβέργη παρά τη Βιέννη. Η αυστριακή ομάδα, καθώς οι δύο εθνικές είχαν τα ίδια χρώματα, έπαιξε με κόκκινες εμφανίσεις, χωρίς καθόλου άσπρο ή μαύρο όμως σε αυτές, ώστε να μην αποτελούν για κανένα λόγο αναφορά στην αυστριακή σημεία. Σ’αυτό το παιχνίδι αγωνίστηκε για τελευταία φορά ο Matthias Sindelar, ο Papierene, ο “Μότσαρτ του Ποδοσφαίρου” που δε δέχθηκε ποτέ να φορέσει τη φανέλα του γερμανικού αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Η Αυστρία κέρδισε το παιχνίδι με γκολ των Sindelar και Sesta, ολοκληρώνοντας έτσι, με μια ακόμα νίκη αλλά με τρόπο κάθε άλλο παρά θριαμβευτικό, τον κύκλο της Wunderteam.
Πέρα από την Αυστρία, η ναζιστική Γερμανία ενσωμάτωσε στην κυριαρχία της και εδάφη ακόμα μίας χώρας της Κεντρικής Ευρώπης. Στη συνάντηση που έγινε στο Μόναχο, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1938, με την παρουσία των ηγετών του Ράιχ, της φασιστικής Ιταλίας, της αστικής δημοκρατίας της Γαλλίας και της συνταγματικής μοναρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου, που θα μπορούσε συνεπώς να ονομάζεται και “συμφωνία των Hitler, Mussolini, Chamberlain και Daladier”, αποφασίστηκε η λήξη των εχθροπραξιών της Γερμανίας στην Τσεχοσλοβακία με την παράδοση της περιοχής της Σουδητίας, όπου ήταν συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του γερμανόφωνου πληθυσμού της χώρας, στη Γερμανία. Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Γερμανίας, ωστόσο, δε σταμάτησαν εκεί, με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία να αποδέχονται το σχέδιο του Hitler λίγους μήνες αργότερα και ουσιαστικά μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 1939 η Τσεχοσλοβακία να πέφτει ολοκληρωτικά στην κυριαρχία του Ράιχ. Έτσι, ακόμα μία κοσμοπολίτικη δημοκρατία παραδινόταν στη ναζιστική λαίλαπα, σβήνοντας μαζί της και μία πολυεθνική ποδοσφαιρική σχολή, περιμένοντας την αναγέννηση με την παράλληλη αναμονή μιας μεγάλης και πανανθρώπινης νίκης.
Την ίδια περίοδο ο Hitler αναγνώριζε ως την Πολωνία και την Ουγγαρία ως χώρες της ευρύτερης γερμανικής επιρροής, διακηρύσσοντας τη θέλησή του να προσαρτίσει και αυτές. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες που είτε παραδόθηκαν μέσω συμφωνιών, είτε κατακτήθηκαν από τους επιθετικούς πολέμους, η Ουγγαρία, υπό την ηγεσία του Horthy γρήγορα ενσωμάτωσε στην πολιτική της ουσιαστικά τον Ναζισμό, ξεκινώντας τα εθνικά πογκρόμ και στο έδαφός της, τα οποία φυσικά στράφηκαν εναντίον της πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας και συνεπώς πολλών εκ των πρωταγωνιστών του μεσοπολεμικού ουγγρικού ποδοσφαίρου. Στις 20 Νοέμβρη του 1940 η Ουγγαρία έγινε το τέταρτο μέλος των δυνάμεων του Άξονα και πλέον οι φορείς ενός παιχνιδιού επικοινωνίας μεταξύ των εθνών έπρεπε να κρυφτούν από τους ξένους κατακτητές και τους φορείς του ντόπιου εθνικισμού.
Την ίδια όμως περίοδο που στη ναζιστική μεριά της Ευρώπης το ποδόσφαιρο πέθαινε, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ένας σπόρος του μεταφυτεύτηκε στην ουδέτερη γη της Ελβετίας. Εκεί, προπονητής της εθνικής ομάδας ήταν από το 1938 ο Αυστριακός Karl Rappan, ο οποίος είχε αγωνιστεί σε 3 ομάδες της Βιέννης, τη Wacker, την Austria και τη Rapid, πριν κλείσει την καριέρα του στη Servette, ώστε στη σενέχεια να κάνει μια μακρά προπονητική καριέρα στην Ελβετία. Ο Rappan προφανώς ήταν κομμάτι της σχολής που ανέπτυξε το W-M, ενώ έβλεπε και την εξέλιξη της βρετανικής πυραμίδας του Chapman. Έχοντας όμως ως στόχο να βελτιώσει την πιο αδύναμη από τις ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης, εστίασε το ενδιαφέρον του στην τακτική αμυντική ενίσχυση. Οι πειραματισμοί του οδήγησαν σε ένα σύστημα με έναν έξτρα αμυντικό παίχτη, ο οποίος είχε το καθήκον να “καθαρίζει” το χώρο και να κλειδώνει με αυτό τον τρόπο την άμυνα. Το σύστημα αυτό, που ονομάστηκε “verrou” και ο παίχτης που καθάριζε, δηλαδή ο “sweeper” που ήταν ελεύθερος να κινείται στην άμυνα, και ονομάστηκε libero, αποτέλεσαν τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου σε μεγάλο μέρος της Νότιας Ευρώπης και ιδιαίτερα της Ιταλίας, καθώς αποτέλεσαν τη βάση για το περίφημο catenaccio.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/5a81d47214003397f3000001jpeg-1024x720.jpg)
Στα τέλη του Αυγούστου του 1939 τα σύννεφα του πολέμου είχαν πυκνώσει για τα καλά πάνω από την Ευρώπη. Η Σοβιετική Ένωση, που ένα χρόνο νωρίτερα είχε ζητήσει τη συνδρομή της Πολωνίας και της Ρουμανίας, προκειμένου να αποσοβήσει τη Γερμανική επέκταση στην Τσεχοσλοβακία, με τις δύο χώρες να αρνούνται να την παράσχουν έβλεπε την πολεμική μηχανή των Ναζί να ετοιμάζεται για μια μεγάλη έφοδο προς ανατολάς. Έτσι, στις 23 Αυγούστου, οι υπουργοί εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας βρέθηκαν στη Μόσχα ώστε να υπογράψουν ένα “Σύμφωνο Μη Επίθεσης”, το οποίο από τα ονόματά τους έμεινε στην Ιστορία ως “Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ”. Παραταύτα, η Γερμανία μία εβδομάδα αργότερα, την 1η του Σεπτέμβρη του 1939, εισέβαλε στην Πολωνία – και πάλι σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσε ο γερμανόφωνος πληθυσμός – ξεκινώντας την πορεία της προς την Ανατολή, που θα εξελισσόταν στην “Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”, δηλαδή την πλήρη ακύρωση του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, που σήμανε την ολική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, στις 22 Ιουνίου του 1941. Ολόκληρη σχεδόν η ανατολική Ευρώπη, μέχρι το μέτωπο, βρισκόταν είτε υπό την κυριαρχία των Ναζί, είτε των συμμάχων τους.
Πέρα από τον Weisz που είχε αιχμαλωτιστεί στην Ολλανδία και στάλθηκε στο Auschwitz, μια σειρά άλλων μεγάλων μορφών του κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαίρου ήταν θύματα των Ναζιστών. Ο István Tóth, βετεράνος ποδοσφαιριστής και προπονητής της Ferencváros, εκτελέστηκε στη Βουδαπέστη από τα SS στις 6 Φεβρουαρίου του 1945. Ο Géza Kertész, που δούλεψε όπως άλλοι αρκετά χρόνια ως τεχνικός στην Ιταλία, επέστρεψε στη Βουδαπέστη τον Οκτώβρη του 1943, πιστεύοντας ότι το κλίμα των διώξεων βρίσκεται σε ύφεση. Τελικά είχε την ίδια μοίρα μαζί με τον Tóth, όταν αποκαλύφθηκε ένα σχέδιο αντιστασιακής δράσης που αφελώς δεν περιφρούρησαν. Ο József Eisenhoffer, που είχε αγωνιστεί με τη Hakoah της Βιέννης και τη Ferencváros και είχε διατελέσει και προπονητής της Marseille, πέθανε από τα τραύματά του μετά από μια αεροπορική επιδρομή το Φλεβάρη του 1945, λίγο πριν την απελευθέρωση της Βουδαπέστης. Ο Alfréd Schaffer, με τεράστια συμβολή στον εκσυγχρονισμό του γερμανικού ποδοσφαίρου και τεχνικός της Ουγγαρίας το 1938, βρέθηκε δολοφονημένος σε ένα βαγόνι τον Αύγουστο του 1945.
Υπήρχαν ωστόσο και αυτοί που γλίτωσαν, όπως ο Márton Bukovi, σέντερ χαφ που ακολουθούσε προπονητική καριέρα στο Zagreb, προπονώντας την τοπική Gradanski, που μετά τον πόλεμο μετονομάστηκε σε Dinamo. Ο σύλλογος που εναντιώθηκε στη δράση της φιλοναζιστικής εθνικιστικής Ustaše, βοήθησε να διαφύγουν τη σύλλυψη πολλοί Εβραίοι, όπως ο Max Reisfeld, που έζησε κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της για 4 χρόνια. Η συμβολή του Bukovi σ’αυτή την αντιστασιακή δράση ήταν καίρια, καθώς μαζί με άλλους παράγοντες του συλλόγου συντόνιζε την επιχείρηση απόκρυψης και επιβίωσης των κυνηγημένων. O άσχετος με το ποδόσφαιρο Sandor Schwartz έζησε την απελευθέρωση από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή είπε ψέμματα πως ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και απελευθερώθηκε στις 2 Μαΐου του 1945, έχοντας μεταφερθεί σε τόπο αιχμαλωσίας στη γαλλική Mulhouse, στα σύνορα με την Ελβετία. Ο Béla Guttman, αναμορφωτής του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, μαζί με τον Ernö Erbstein, προπονητή της μεγάλης και αδικοχαμένης Torino του δυστυχήματος της Superga το 1949, απέδρασε από την αιχμαλωσία με τη συμβολή των γύρω κατοίκων. Ο Kálmán Konrád δε σταμάτησε να αλλάζει πόλεις και χώρες προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, καταφέρνοντας έτσι να επιβιώσει. Τέλος, ο Dezsö Steinberger, ο οποίος άλλαξε αργότερα το επώνυμο του σε Solti, συνεργάστηκε με τους Ναζί και τον Josef Meggele κατά τη σύλληψη του και το 1949 διέφυγε από την Ουγγαρία προκειμένου να γίνει ένας από τους πιο περιβόητους ποδοσφαιρικούς παράγοντες στην Ευρώπη, αφήνοντας ιστορία για τον τρόπο που έστηνε αγώνες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Πέρα από τους ήρωες του ποδοσφαίρου, οι ήρωες της αντιφασιστικής πάλης των λαών έδιναν το αίμα τους στο ανατολικό μέτωπο και σε κάθε χώρα όπου οργανώνονταν αντιστασιακές οργανώσεις. Ο πόλεμος κρινόταν όμως στο τεράστιο μέτωπο που οι Ναζί αντιμετώπιζαν τον Κόκκινο Στρατό. Από τη λήξη της πολιορκίας του Στάλινγκραντ, στις 2 Φλεβάρη, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το Γερμανικό Ράιχ, ενώ η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού σήμανε και τη μεγάλη ενεργοποίηση των Δυτικών Δυνάμεων που ρίχτηκαν στη μάχη σε άλλα μέτωπα. Η πρώτη πόλη της Κεντρικής Ευρώπης που απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό ήταν η Βουδαπέστη, στις 13 Φλεβάρη του 1945. Στη Βιέννη τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν ως απελευθερωτές στις 13 του Απρίλη και στις 9 του Μάη, την ημέρα της αντιφασιστικής νίκης, επέλαυναν και στην Πράγα. Πριν από όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες όμως, ο Κόκκινος Στρατός είχε μπει ως απελευθερωτής στο κολαστήριο του Auschwitz, στις 27 Γενάρη, ενώ στις 29 Απρίλη τα αμερικανικά στρατεύματα έκαμψαν την αντίσταση των γερμανικών στο Dachau. Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί παρτιζάνοι, με τη συμβολή των συμμαχικών δυνάμεων, κέρδιζαν τη μία μετά την άλλη τις ιταλικές πόλεις, ανεβαίνοντας προς το βορρά, μπαίνοντας στις 25 Απρίλη στο Μιλάνο και νικώντας ολοκληρωτικά τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν απομείνει, στις 2 Μαΐου. Στις 28 Απρίλη, οι παρτιζάνοι εκτέλεσαν τον Mussolini και την επόμενη μέρα το κουφάρι του κρεμάστηκε στην πλατεία Loreto του Μιλάνου, μαζί με άλλους περιβόητους Ιταλούς φασίστες.
Η Ευρώπη απελευθερώθηκε, ο φασισμός νικήθηκε και ήρθε ξανά η στιγμή για την ελπίδα, για τη συνέχεια της ζωής και μαζί για τη συνέχεια του ποδοσφαίρου. Πάνω στα συντρίμμια του πολέμου και με τη θυσία εκατομμυρίων ανθρώπων, είτε μαχόμενων, είτε αμάχων, οι λαοί της Ευρώπης ξεκινούσαν μία πορεία που θα χαρακτηριζόταν “χρυσή” μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Παρά το γεγονός ότι το 1945 σήμανε την αρχή μιας περιόδου που ολόκληρος ο κόσμος θεωρούνταν χωρισμένος σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από μιας μακρόχρονη ειρήνη και ένα διαρκές αίσθημα σταθερότητας, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν εντάσεις που έμοιαζαν να προετοιμάζουν το φυτίλι για τον όλεθρο, δεδομένης της ύπαρξης των πυρηνικών όπλων που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά – και μοναδική ως σήμερα – κατά της ανθρωπότητας από τον αμερικανικό στρατό, στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τον Αύγουστο του 1945. Δεκαετίες μετά το τέλος εκείνης της εποχής, η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία των λαών σε κάθε μια από τις δύο αυτές μεριές, έχει μείνει να λησμονείται και η αντίληψη ότι ο πλανήτης είναι ένα ήσυχο μέρος όπου οι λαοί μπορούν να ζουν στο σπίτι τους χωρίς φόβο για το μέλλον, μοιάζει μια μακρινή εμπειρία του παρελθόντος.
Η αναγέννηση
Μαζί με την αναγέννηση του κόσμου όμως, αναγεννήθηκε και η ελπίδα για το ποδόσφαιρο και στην Κεντρική Ευρώπη η εμπειρία του μεσοπολεμικού ποδοσφαίρου του Δούναβη αποτέλεσε τη βάση για να αναπτυχθεί ταχύτατα ολόκληρο το ευρωπαϊκό και εν πολλοίς και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Η πιο αποδυναμωμένη ομάδα του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης ήταν η άλλοτε κραταιά Αυστρία. Ο Meisl και ο Sindelar είχαν πεθάνει πριν τον πόλεμο, ο Hogan δεν ξαναπροπόνησε μετά τον πόλεμο και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στην Αγγλία. Ολόκληρο το δίκτυο της παλιάς ποδοσφαιρικής Βιέννης είχε εξαφανιστεί μετά από μία δεκαετία επιβολής του ναζιστικού νόμου. Η Wunderteam ήταν ένα κομμάτι της Ιστορίας και το αυστριακό ποδόσφαιρο δε θα έβρισκε ποτέ ξανά την παλιά του αίγλη, παρά μόνο μέσα από τους βετεράνους του, που τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες βρέθηκαν στους πάγκους συλλόγων κάθε γωνιάς της Ευρώπης.
Σε αντίθεση με την Αυστρία, ωστόσο, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία βρίσκονταν πλέον στο κομμάτι που οικοδομούνταν στην Ευρώπη ο Σοσιαλισμός, εισερχόμενες έτσι και σε ένα άλλο μεγάλο ποδοσφαιρικό δίκτυο, με τη δική του παράδοση και τη δική του ξεχωριστή ιδεολογία. Αμφότερες οι χώρες αυτές γνώρισαν μια νέα περίοδο μεγάλης ποδοσφαιρικής ανάπτυξης. Αυτή που βρήκε όμως την κορύφωση στα μεταπολεμικά χρόνια ήταν η Ουγγαρία, δημιουργώντας μια κληρονομιά που βρίσκεται για πάντα στο πάνθεον της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας αυτής, που αποτέλεσε ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του ποδοσφαίρου του Δούναβη και ολοκληρώθηκε με μια ιστορική και συμβολική νίκη, ήταν ο Márton Bukovi, ο προπονητής της Dinamo Zagreb που έκρυβε Εβραίους κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της ομάδας του. Ο Bukovi επέστρεψε στην Ουγγαρία το 1947 για να αναλάβει την ηγεσία της MTK, του συλλόγου που είχε γεννήσει τόσες μεγάλες προσωπικότητες, της ομάδας που γιγάντωσε ο Hogan. Εκεί ξεκίνησε έναν τακτικό πειραματισμό που θα άφηνε ιστορία. Αφορμή για αυτή την τακτική σκέψη ήταν ίσως και το γεγονός ότι το 1948, το βαρύ πυροβολικό της ομάδας, ο σέντερ-φορ Norbert Höfling, πήρε μεταγραφή στη Lazio. Έτσι, ο Bukovi έμεινε χωρίς κάποιον αντίστοιχο παίχτη στη σύνθεση της ομάδας του, αναγκαζόμενος να χρησιμοποιήσει τον Péter Pelotás, έναν παίχτη με περισσότερες δημιουργικές αρετές, στο κέντρο της επίθεσης. Προκειμένου να αξιοποιήσει τις αρετές του Pelotás, ο Bukovi τον έφερε λίγο πιο πίσω, πιο κοντά στους μέσους, αφήνοντας και περισσότερο χώρο στους υπόλοιπους 4 επιθετικούς να δημιουργήσουν ένα αρκετά ευέλικτο σύνολο στον μεγαλύτερο χώρο που είχαν να καλύψουν. Η οπισθοχώρηση αυτή του σέντερ-φορ, που εξελίχθηκε σε έναν ιδιότυπο επιτελικό μέσο, με απουσία παίχτη-αιχμής στο κέντρο της επίθεσης, έκανε πολύ πιο ευέλικτο το Ουγγρικό ποδόσφαιρο. Η MTK στα χρόνια του Bukovi είχε συνεχώς ανοδική πορεία, καθώς από την 6η θέση το 1948, μέχρι το 1954 είχε κατακτήσει 2 πρωταθλήματα και το μοναδικό Κύπελλο Ουγγαρίας υπό την ηγεσία του.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/979-1024x614.jpg)
Η τακτική ιδιοφυΐα του Bukovi, ωστόσο, θα αξιοποιούνταν στο διεθνές στερέωμα από έναν άλλο Ούγγρο οραματιστή του ποδοσφαίρου, καθώς και μεγάλη πολιτική προσωπικότητα, που λόγω κυρίως της δεύτερης ιδιότητάς του είχε βρεθεί στο τιμόνι της εθνικής ομάδας. O Gusztáv Sebes ήταν επίσης ποδοσφαιριστής της MTK από το 1927 ως το 1940 και τελείωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα στον ίδιο σύλλογο αγωνιζόμενος και το 1945. Στα χρόνια αυτά είχε αγωνιστεί μόνο μια φορά με τα χρώματα της εθνικής ομάδας. Γεννημένος το 1906 στη Βουδαπέστη, γιος ενός ράφτη, πέρα από ποδοσφαιριστής εξελίχθηκε και σε συνδικαλιστή στη βιομηχανία της Βουδαπέστης και αργότερα στο εργοστάσιο της Renault στο Παρίσι. Στη Γαλλία ξεκίνησε και το ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος στις ομάδες Sauvages Nomades και Club Olympique Billancourt, πριν σταματήσει της συνδικαλιστική του δράση για να ξεκινήσει να αγωνίζεται επαγγελματικά με την MTK, ωστόσο το 1949 η νέα ηγεσία της Ουγγαρίας του ανέθεσε τη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή. Προηγουμένως είχε προπονήσει σε έναν αγώνα την MTK, όταν ο Gyula Feldmann υπέστη καρδιακό επεισόδιο, ενώ είχε περάσει από μια σειρά μικρότερων συλλόγων στην κατεχόμενη και μεταπολεμική Ουγγαρία, πριν αναλάβει την εθνική ομάδα.
Ο ιδεολόγος κομμουνιστής Sebes, πέρα από την κληρονομιά του ποδοσφαιρικού Δούναβη, είχε αρχίσει να μελετάει και την εξέλιξη του παιχνιδιού στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ξεκίνησε επίσης να διαμορφώνεται μια μεγάλη σχολή ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας, με έναν από τους πρώτους εκπροσώπους της τον Boris Arkadiev, που είχε γράψει το 1946 το βιβλίο “Τακτική στο Ποδόσφαιρο”. Το γεγονός ότι ο Arkadiev ήταν ο προπονητής της Dinamo Μόσχας που απέσπασε ισοπαλία από την Chelsea στο Stamford Bridge, με σκορ 3-3, το 1949, είχε κινήσει το ενδιαφέρον του Sebes, που έψαχνε και λόγω ιδεολογικών αντιλήψεων να καταλάβει καλύτερα τη σοβιετική καινοτομία που είχε ήδη αρχίσει να πειραματίζεται με συστήματα τετράδας στην άμυνα και ένα 4-2-4 που θα ακολουθούσαν πολύ αργότερα σε άλλα μέρη του κόσμου.
Ο Sebes αρχικά υιοθέτησε στην εθνική ομάδα την καινοτομία του Bukovi στην MTK, δίνοντας στον Pelotás το ρόλο του οπισθοχωρημένου σέντερ φορ. Με αυτή την τακτική προσέγγιση και με μια σπουδαία γενιά Ούγγρων ποδοσφαιριστών, της οποίας ηγούνταν ο Ferenc Puskás, που έπαιζε σε θέση μέσα αριστερά, ξεκίνησε μια απίστευτη πορεία θριαμβευτικών αποτελεσμάτων. Αυτή η πορεία οδήγησε στην απίστευτη πορεία της Ουγγαρίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, το 1952, όπου κερδίζοντας κατά σειρά τη Ρουμανία, την Ιταλία, την Τουρκία και στον τελικό τη Γιουγκοσλαβία, οι Ούγγροι πέτυχαν 20 γκολ, δεχόμενοι μόνο 2, για να αποκτήσουν το προσωνύμιο των Τρομερών Μαγυάρων, ή της Χρυσής Ουγγαρίας, ή της Χρυσής Ομάδας, της Aranycsapat. Όμως ο Sebes, μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, στο παιχνίδι με την Ελβετία για το Διεθνές Κύπελλο που είχε ξαναξεκινήσει στην Κεντρική Ευρώπη, δοκίμασε να αλλάξει τον Pelotás και στη θέση του να βάλει τον Nándor Hidegkuti της MTK που ως τότε αγωνιζόταν στη δεξιά μεριά του κέντρου. Ο Hidegkuti αποδείχθηκε πολύ πιο κατάλληλος για αυτό το ρόλο και από εκείνο το παιχνίδι και μετά έγινε το σήμα κατατεθέν της θέσης του “ψεύτικου 9”, που εξελίχθηκε αργότερα σε βάθος δεκαετιών.
Όπως συνηθιζόταν πριν από τον πόλεμο, η ομάδα που θεωρούνταν η καλύτερη στην ηπειρωτική Ευρώπη καλούνταν να παίξει φιλικό παιχνίδι στην Αγγλία. Ο μεγάλος αγώνας μεταξύ Ουγγαρίας και Αγγλίας ορίστηκε για τις 25 Νοεμβρίου του 1953, στο θρυλικό, παλιό, αυτοκρατορικό Wembley, που τότε ονομαζόταν The Empire Stadium. Η Αγγλία ακόμα δεν είχε ηττηθεί στην έδρα της και ο κόσμος ολόκληρος περίμενε με τεράστιο ενδιαφέρον αυτή τη μονομαχία, η οποία πριν ακόμα από τη διεξαγωγή της ονομάστηκε “Το Παιχνίδι του Αιώνα”. Αυτό ίσως βοήθησε και την εμπορική επιτυχία του παιχνιδιού, καθώς περισσότεροι 100,000 θεατές βρέθηκαν στο μυθικό στάδιο για να παρακολουθήσουν την ιστορική αναμέτρηση.
Οι Άγγλοι παρατάχθηκαν με ένα κλασικό WM. Τερματοφύλακας ήταν ο Gil Merrick της Birmingham City, στο κέντρο της άμυνας έπαιζε ο Harry Johnston της Blackpool, αριστερός αμυντικός ήταν ο Alf Ramsey της Tottenham (μετ’έπειτα προπονητής της εθνικής) και δεξιά έπαιζε ο Bill Eckersley της Blackburn. Το δίδυμο των μέσων ήταν οι Billy Right των Wolves και Jimmy Dickinson της Portsmouth. Στην επίθεση, έξω δεξιά έπαιζε ο Stanley Matthews της Blackpool, μέσα δεξιά ο Ernie Taylor επίσης της Blackpool, σέντερ-φορ ο Stan Mortensen από τη Blackpool κι αυτός, μέσα αριστερά ο Jackie Sewell της Sheffield Wednesday και έξω αριστερά ο George Robb της Tottenham.
Η Ουγγαρία εμφανίστηκε με τον Gyula Grosics της Honvéd στα γκολπόστ, τον Gyula Lóránt της Honvéd, μετ’ έπειτα προπονητή του ΠΑΟΚ, που άφησε την τελευταία του πνοή στον πάγκο της Τούμπας, αγωνιζόμενο ως sweeper, με αντίστοιχο τρόπο του verrou του Karl Rappan, στα δεξιά της άμυνας έπαιζε ο Jenó Buzánszky της Dorogi και αριστερά ο Mihály Lantos της Vörös Lobogó – όπως είχε μετονομαστεί η MTK – , μέσα αριστερά στην άμυνα ήταν ο József Zakariás της Vörös και μέσα αριστερά, αλλά πιο προωθημένος, ως μέσος, ο József Bozsik της Honvéd, μπροστά σε ελεύθερο χώρο ως επιτελικός μέσος ο Nándor Hidegkuti από τη Vörös, δεξί εξτρέμ o László Budai της Honvéd, αριστερό εξτρέμ ο Zoltán Czibor της Honvéd, ενώ επιθετικό δίδυμο ήταν δεξιά ο Sándor Kocsis και αριστερά ο Ferenc Puskás, αμφότεροι από τη Honvéd.
Το στοιχείο του αγώνα, που έκανε περισσότερο αίσθηση, ήταν η εμφάνιση του Hidegkuti. Ο Άγγλος κεντρικός αμυντικός, Harry Johnston, που είχε επιφορτωθεί το ατομικό του μαρκάρισμα, δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει. Όταν ανέβαινε πιο ψηλά για να τον πλησιάσει, άφηνε ένα τεράστιο κενό στο κέντρο της άμυνας, όταν έμενε πίσω για να κλείσει αυτό το κενό, ο Hidegkuti είχε τεράστια ελευθερία να δημιουργεί μέσα στο γήπεδο. Αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή, καθώς ο Hidegkuti πέτυχε το πρώτο του γκολ στο 1ο λεπτό της αναμέτρησης. Στο 13ο λεπτό ο Sewell ισοφάρισε, με τον Hidegkuti όμως να ξανασκοράρει στο 20ο λεπτό και τον Puskás με 2 γκολ στο 24′ και 27′ να κάνει το σκορ 1-4! Ο Mortensen μείωσε στο 38′ για να διαμορφώσει το 2-4 που ήταν και το σκορ του ημιχρόνου. Στο 50ο λεπτό, ωστόσο, ο Bozsik ξαναμεγάλωσε το προβάδισμα των Ούγγρων, πριν ο Hidegkuti ολοκληρώσει το hat-trick του στο 53′. Στο 57′ ο Ramsey με penalty διαμόρφωσε το τελικό 3-6, που αποτελούσε φυσικά μια συντριβή βιβλικών διαστάσεων για τους Άγγλους.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2024/11/England-Hungary-3-6-25-November-1953-1024x576.png)
59 χρόνια μετά το ιστορικό παιχνίδι στον κήπο της έπαυλης του Rothschild, εκεί που οι βρετανικής καταγωγής κηπουροί επιδείκνυαν το παιχνίδι τους στην ντόπια ελίτ, η Αγγλία είχε ηττηθεί στη μεγαλοπρεπή έδρα της από μια ομάδα που γεννήθηκε μέσα στα grund της Βουδαπέστης, έχοντας στις τάξεις της παιδιά από τις εργατικές της συνοικίες, στην κληρονομιά της το παιχνίδι που ανέπτυξαν οι Εβραίοι προπονητές της και στον πάγκο της έναν τεχνικό που έμαθε το ποδόσφαιρο οργανώνοντας απεργίες στα εργοστάσια της Βουδαπέστης και του Παρισιού! Ο Βασιλιάς είχε πέσει από το θρόνο του και αυτό που δεν κατάφερε η μεγάλη Wunderteam το 1932 και η Ιταλία του Pozzo το 1934 το πέτυχε η Ουγγαρία του Sebes, του Puskás, του Koscis, του Hidegkuti και του Lóránt. Εκτός από αυτούς όμως στο Wembley εκείνη τη μέρα βρισκόταν και ο Jimmy Hogan, που έβλεπε τη δικαίωση ενός έργου ζωής. Ο ίδιος ο Sebes μετά το τέλος του αγώνα δήλωσε πως “ό,τι ξέρουμε για το ποδόσφαιρο το μάθαμε από τον Hogan”, δείχνοντας έτσι την πορεία που ακολούθησε μια ποδοσφαιρική φιλοσοφία πριν ανθρίσει στις χώρες του Δούναβη. Πλέον στόχος ήταν μόνο η παγκόσμια κορυφή.
Το 1954, στα γήπεδα της Ελβετίας, η Ουγγαρία δεν πήγαινε απλά ως το φαβορί, αλλά ως η ανίκητο ομάδα που δε θα μπορούσε κανείς να σταθεί απέναντί της, αφού κατατρόπωσε την Αγγλία μέσα στην έδρα της, ρίχνοντάς την από τον κατά φαντασία ποδοσφαιρικό θρόνο της και επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα της αυτό εντός έδρας, στη ρεβάνς του Μαΐου, όπου οι Ούγγροι μπροστά σε 92,000 θεατές στο Nepstadion κέρδισαν με 7-1 τους Άγγλους σφραγίζοντας την υπεροχή τους. Επόμενος αντίπαλός τους, για τη φάση των ομίλων, στη Ζυρίχη, ήταν η Νότια Κορέα, την οποία σκόρπισαν με 9-0, ενώ απέναντι στη Δυτική Γερμανία, στο αγώνα που έγινε στη Βασιλεία, το σκορ σταμάτησε στο 8-3. Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η φιναλίστ της προηγούμενης διοργάνωσης, Βραζιλία, την οποία οι Μαγυάροι κέρδισαν με 4-2, ωστόσο χρειάστηκαν την παράταση για να κάμψουν με το ίδιο σκορ την αντίσταση της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Ουρουγουάης, στα ημιτελικά.
Στις 4 Ιούλη του 1954, διεξήχθη στη Βέρνη της Ελβετίας ο τελικός του 5ου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA. Στον αγωνιστικό χώρο και υπό τα βλέματα 62,500 θεατών, παρατάχθηκαν δύο ομάδες που είχαν τους δικούς τους λόγους για να πανηγυρίσουν την κατάκτηση της κορυφής του ποδοσφαιρικού Έβερεστ. Η Γερμανία, πέρα από τη βαριά ήττα απέναντι στην Ουγγαρία, έπαιξε 2 αγώνες πρώτου γύρου με την Τουρκία, κερδίζοντάς την αρχικά με 4-1 και μετ΄έπειτα με 7-2. Στον προημιτελικό επιβλήθηκε της φιναλίστ του Ολυμπιακού τουρνουά Γιουγκοσλαβίας με 2-0 και στον ημιτελικό διέλυσε την Αυστρία με 6-1. Αντίθετα με το πολύ ελκυστικό σύστημα της Ουγγαρίας, η Γερμανία είχε ήδη υιοθετήσει την φυσιολογική εξέλιξη του metodo, δηλαδή του συστήματος του Pozzo, που είχε κυριαρχήσει στην ηπειρωτική Ευρώπη κατά τον μεσοπόλεμο. Έτσι, αγωνιζόταν με το 4-2-4 και ένα υπερενισχυμένο κέντρο με ένα ιδιότυπο τετράγωνο όπου ο δεξιός εσωτερικός επιθετικός αγωνιζόταν πιο προωθημένος από τον αριστερό (όντας ένας από τους 4 επιθετικούς) και ο αριστερός ήταν ένας από τους 2 μέσους, λίγο πιο μπροστά από τον δεξί χαφ που έπαιζε μπροστά από την αμυντική γραμμή.
Το παιχνίδι του τελικού δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνο του ομίλου. Η καταρρακτώδης βροχή που είχε πέσει στο γήπεδο της Βέρνης δυσκόλευε πάρα πολύ τις συνεχείς πάσες του παιχνιδιού των Ούγγρων. Αν και στην αρχή βρέθηκαν να προηγούνται 2-0 με γκολ των Puskás και Czibor, στο 6ο και 8ο λεπτό αντίστοιχα, ισοφαρίστηκαν επίσης γρήγορα με γκολ που πέτυχαν οι Morlock και Rahn στο 10′ και 18′. Στην επανάληψη ο αγωνιστικός χώρος βρίσκονταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, ευνοώντας το παιχνίδι της λιγότερο τεχνικής ομάδας, δηλαδή της Δυτικής Γερμανίας, που ευτύχησε με τον Rahn να σκοράρει ξανά στο 84ο λεπτό για να γράψει το τελικό σκορ της αναμέτρησης.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2024/07/Bern1954.jpg)
Η νίκη αυτή, η επονομαζόμενη και ως “Θαύμα της Βέρνης” άνοιξε τεράστιες συζητήσεις για τη φυσική κατάσταση των Γερμανών παιχτών, ωστόσο αυτό που ακόμα κι αν δε συζητήθηκε πολύ έμεινε ως παρακαταθήκη είναι η σημασία του σχηματισμού και του τρόπου ανάπτυξης του παιχνιδιού ανάλογα όχι μόνο με τις ικανότητες των παιχτών, των αντιπάλων και την αντίπαλης τακτικής, αλλά και συνθηκών όπως οι κλιματικές και άλλες εξωτερικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του αγώνα ενός σπορ που είναι φτιαγμένο για να παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο.
Ο χαμένος τελικός για την Ουγγαρία έμοιαζε με το χαμένο ημιτελικό της Αυστρίας το 1934. Η μεγαλύτερη και πιο εντυπωσιακή ομάδα της εποχής γνώριζε την ήττα από ένα σύνολο που είχε τη φυσική δύναμη να ανταπεξέλθει σε ένα παιχνίδι που δε μπορούσε να υπερισχύσει η τεχνική. Σε αντίθεση με το 1934, ωστόσο, 20 χρόνια αργότερα δε συνέβησαν τα ίδια διαιτητικά σκάνδαλα. Ο αγώνας αυτός αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μεγάλης γενιάς του ουγγρικού ποδοσφαίρου που σκόρπισε υπό και την επιρροή της πολιτικής αναταραχής, της τρομοκρατίας κατά των κομμουνιστών από οργανωμένους πολιτικούς φορείς της ουγγρικής αστικής τάξης, που επιθυμούσε την εγκαθίδρυση μιας αστικής δημοκρατίας που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ στη χώρα.
-
Τα κύματα του Δούναβη
Η Ουγγαρία μπορεί να μην κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1954, όμως η δεκαετία του ’50 ήταν αυτή που το ποδοσφαιρικό οικοδόμημα της Σχολής του Δούναβη βρήκε την ιστορική δικαίωση, μέσω της εξάπλωσης του πυρήνα των ιδεών που το δημιούργησαν. Το Διεθνές Κύπελλο θα παιζόταν για τελευταία φορά την πενταετή σεζόν 1955-1960 και θα το κέρδιζε η νέα μεγάλη εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης, η Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, αυτή η κληρονομιά σε επίπεδο εθνικών ομάδων θα άφηνε το χώρο για να αναπτυχθεί σε ευρεία κλίμακα ένα ποδοσφαιρικό δίκτυο που θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Το 1954 ιδρύθηκε η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία ποδοσφαίρου, η UEFA, και το 1960 διεξήχθη στα γαλλικά γήπεδα το πρώτο Ευρωπαϊκό Κύπελλο Εθνών, αυτό που στη συνέχεια έμεινε να αποκαλείται ως Euro. Η πρωτοκαθεδρία στο παιχνίδι των συλλόγων πέρασε από την Κεντρική στη Νότια Ευρώπη, που ξεκίνησε να διοργανώνει το λεγόμενο Λατινικό Κύπελλο, ως τουρνουά μικρής διάρκειας σε ουδέτερη έδρα, με τη συμμετοχή των πρωταθλητών από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Από αυτές τις χώρες προήλθαν και οι πρώτες πρωταθλήτριες ομάδες Ευρώπης, σε μια εποχή που το Mitropa Cup έχανε την αίγλη του, με υποδεέστερες ομάδες να συμμετέχουν, καθώς είχε ξεκινήσει να διεξάγεται από τη σεζόν 1955-56 το Ευρωπαϊκό Κύπελλο, αυτό που στη δεκαετία του 1990 μετατράπηκε στο Champions League.
Η κληρονομιά του Meisl δεν ήταν μόνο η Wunderteam, η τακτική εξέλιξη του W-M, το ποδοσφαιρικό δίκτυο που για πρώτη φορά έφερε τον επαγγελματισμό στην Κεντρική Ευρώπη και γέμισε τα ποδοσφαιρικά γήπεδα με δεκάδες χιλιάδες θεατές, αποθεώνοντας τα παιδιά των εργατικών συνοικιών που γίνονταν λαϊκοί ήρωες, εκπροσωπόντας ιδεολογίες και αφηγήματα. Ήταν και ολόκληρο ουσιαστικά το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό οικοδόμημα, με την ίδρυση της UEFA, των διεθνών και διασυλλογικών θεσμών της, ενός δικτύου που περιλαμβάνει κάθε έθνος της Γηραιάς Ηπείρου και έχει γεννήσει τις ιστορίες που μοιράζονται οι λαοί της!
Πέρα από το υπόβαθρο για την ποδοσφαιρική ανάπτυξη όμως, η Σχολή του Δούναβη γέμισε τον κόσμο με τεχνικούς που έμαθαν το ποδόσφαιρο αυτό σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Dori Kürschner θεωρείται ο αναμορφωτής του ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, ο Imre Hirschl, που ήταν άγνωστος στη χώρα του, ήταν ο δημιουργός της τρομερής River Plate της δεκαετίας του ’30, επηρρεάζοντας την αντίληψη του ιδιαίτερα ιδεολογικοποιημένου αργεντίνικου ποδοσφαίρου, ο Béla Guttmann πέρασε από δεκάδες ευρωπαϊκούς πάγκους, αφήνοντας ιδιαίτερη κληρονομιά στην Πορτογαλία, ανακαλύπτοντας και ανδρώνοντας ποδοσφαιρικά τον Eusebio, ενώ νωρίτερα ήταν από τους πρωτοπόρους που αγωνίστηκαν στο πρωτάθλημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο επίπεδο της τακτικής, το verrou του Karl Rappan, αποτέλεσε τη βάση για το catenaccio του Nereo Rocco που αποθέωσε ο Helenio Herrera στην Inter, ενώ το ποδόσφαιρο του Hogan αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του πιο εντυπωσιακού ποδοσφαιρικού πειράματος, του totalvoetbal, που μέσα από την ιδιοφυΐα του Cruijff άλλαξε χώρες, περνώντας από την Ολλανδία στην Ισπανία και από εκεί επηρέασε ολόκληρες γενιές προπονητών που κερδίζουν τίτλους μέχρι τις μέρες μας.
Το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, η λεγόμενη ποδοσφαιρική Σχολή του Δούναβη, αναπτύχθηκε μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, ακόμα και κατά τη διάρκεια μεταβολών της οικονομικής βάσης στην οποία οικοδομούνταν οι εκάστοτε κοινωνίες. Ξεκίνησε από τα κέντρα της εκβιομηχάνισης των μεγάλων πόλεων μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας και έφτασε μέσα από μια ενιαία διαδικασία ανάπτυξης να ενσαρκώνει την εκπροσώπηση νέων εθνικών κρατών. Πρωτοπαρουσιάστηκε ως ασχολία με την οποία επιδίωκε να κερδίζει το πρεστίζ της η άρχουσα τάξη για να γίνει το μέσο με το οποίο θα ξεκλείδωναν τη δόξα τα παιδιά των εργατικών συνοικιών. Εμφανίστηκε ως το προϊόν ενός ξένου πολιτισμού για να γίνει από τη μια ένα από τα πιο εξαγώγιμα πολιτισμικά προϊόντα των χωρών του Δούναβη και από την άλλη να θριαμβεύσει απέναντι στον ξένο πολιτισμό από τον οποίο προερχόταν. Η μορφή του άλλαζε, πρώτα ως θεωρία, μέσα σε κοσμοπολίτικα café και μετά στην πράξη, με την υλοποίηση των ιδεών των αναμορφωτών του και την τεχνική δεξιοτεχνία των πρωταγωνιστών του, που τη διδάχθηκαν σε ανώμαλους αγωνιστικούς χώρους και τη χρήση μιας ευρείας γκάμας αντικειμένων που περισσότερο συμβόλιζαν παρά αντικαθιστούσαν την ίδια τη μπάλα. Όμως πάνω απ’όλα το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης αρνήθηκε να σβήσει μέσα σε πολέμους, κάτω από απολυταρχικά καθεστώτα, ακόμα και κάτω από τη φρικαλεότητα του Ναζισμού που έβαλε στο ιδεολογικό του στόχαστρο όλη τη φιλοσοφία του ποδοσφαιρικού Δούναβη και στο πραγματικό του στόχαστρο τους εμπνευστές και πρωταγωνιστές του.
Το ποδόσφαιρο στις χώρες του Δούναβη από εμπειρία μετατράπηκε σε γνώση και αυτή είναι η μεγαλύτερη προσφορά του. Όπως πολλές μορφές τέχνης, ξέφυγε από τα καθιερωμένα πλαίσια της ψυχαγωγικής ασχολίας και όχι μόνο συστηματοποιήθηκε το ίδιο, αλλά συστηματοποιήθηκε και ο τρόπος που εξελίσσεται η μεθοδολογία του. Αυτό συνέβη γιατί ο στόχος των εμπνευστών του δεν ήταν απλά το αποτέλεσμα. Το ποδόσφαιρο αποτελείται από αναμετρήσεις με σκορ – και φυσικά το αποτέλεσμα είναι πάντα ένα ζητούμενο. Αλλά στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης το ζητούμενο ήταν το αποτέλεσμα να έρθει μέσα από την εξέλιξη της μορφής του, μέσα από την αναζήτηση των στοιχείων εκείνων που θα ήταν άξια να παράξουν τη μεθοδολογία που θα δημιουργούσε τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο υπήρξε και η βάση διαφορετικών ποδοσφαιρικών σχολών που φτάνουν ως τις μέρες μας, που στο όσο ποτέ εμπορευματοποιημένο σπορ το αποτέλεσμα είναι το ζητούμενο για την επαγγελματική επιβίωση. Πάνω απ’όλα, το ποδόσφαιρο του Δούναβη έβαλε τις βάσεις για να γνωρίζουμε τον τρόπο που το ποδόσφαιρο αλλάζει μορφή μέσα στο χρόνο, μέσω των δικτύων ανταλλαγής ιδεών και αντιλήψεων, μέσω των αναμετρήσεων που αυτές δοκιμάζονται και βελτιώνονται, ξεπερνώντας έτσι τα όρια μιας αυστηρά περιορισμένης σωματικής ασχολίας, όπως ήταν στη Βρετανία και μεταβάλλοντας το χαρακτήρα του σε ένα πεδίο πνευματικών αναζητήσεων, κάτι που η εξέλιξη της τεχνολογίας επαλήθευσε με το μοντέρνο σπορ να βασίζεται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό στην τεχνική και περίπλοκη ανάλυση του κάθε στοιχείου του.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/08/20240629_BLP510-1024x576.jpg)
Όμως το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι και ως τέτοιο πάνω απ’όλα το ποδόσφαιρο του Δούναβη είναι ξεχωριστό γιατί η ύπαρξή του έφτιαξε ένα κομμάτι της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων που είτε βρέθηκαν σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό για να χαιρετήσουν την ομάδα τους που ταξίδευε σε μια γειτονική χώρα, είτε στριμώχνονταν μέσα στα στάδια κατά δεκάδες χιλιάδες ελπίζοντας σε αδύνατες ανατροπές, λόγω της πίστης στην ανωτερότητα της δικής τους ποδοσφαιρικής παράδοσης, είτε απλά είχαν ιστορίες να πουν για τους ήρωες των δικών τους χρόνων στις γενιές που ακολούθησαν και με την απουσία του οπτικοακουστικού υλικού μπορούν να εκτείνουν στο άπειρο τα όρια της φαντασίας τους στην προσπάθεια να διαισθανθούν το κλίμα και τις εικόνες μιας ολόκληρης εποχής. Ήταν η εποχή που μια ολόκληρη ήπειρος γονάτισε και σηκώθηκε πάλι όρθια για να γιορτάσει την πιο μεγάλη νίκη, όλων των λαών, μαζί με το ποδόσφαιρο, το παιχνίδι όλων των λαών.
futbol.gr
-
Το 1996 ο Νίκος Μαχλάς αφήνει στα 23 του τον ΟΦΗ για να πάει να παίξει στη Φίτεσε. Θα κάτσει εκεί για τρία χρόνια, θα μάθει σε όλο το Άρνεμ πώς χορεύεται το συρτάκι και με τα κιτρινόμαυρα θα γίνει ο μοναδικός Έλληνας που έχει κερδίσει το Χρυσό Παπούτσι, χάρη στη μαγική σεζόν 1997-98, όταν και έβαλε 34 γκολ σε 32 παιχνίδια!
Εχθές η Φίτεσε έχασε οριστικά λόγω χρεών την επαγγελματική της άδεια, κάτι που σημαίνει πως είτε θα αγωνιστεί του χρόνου στο τοπικό, είτε θα διαλυθεί. Πριν από λίγους μήνες ο σύλλογος είχε κλείσει 133 χρόνια ιστορίας, καθώς έχει ιδρυθεί το 1892!
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/530670247_1201805225315268_5173407704719105000_n.jpg?_nc_cat=1&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=0vTLQRlp_t0Q7kNvwGFkMry&_nc_oc=AdnuRsHa8a6kDy53q0lxzG2SViDt-4M6RTufpriEsUf6AI7FF1q9Y5Eewgmh5Y6KujeBjRP-spcCJDiO5vJqr8Pw&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&_nc_gid=Bu2NlbcCtTk9uSOTY2w1XA&oh=00_AfW5QZPdyxDwPSD4VeRCwR9BtNw1f8v3DmF1ohxsv7F14w&oe=689D3CB2)
Περισσότερα για το θέμα και τις αντιδράσεις των οπαδών της Φίτεσε μπορείτε να βρείτε στην ανάρτηση που κάναμε πρόσφατα στο instagram: https://www.instagram.com/p/DMhXPz3o1bD/
El Sombrero (https://www.facebook.com/photo/?fbid=1201894411973016&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Φίτεσε (που κάποτε στο ωραίο της γήπεδο έπαιζε συρτάκι για τον Νίκο τον Μαχλά), το 2023-24 τερμάτισε τελευταία στην Α’ εθνική της Ολλανδίας, έχοντας τιμωρία 18 βαθμών για οικονομικές παραβάσεις (μέσα από έναν κυκεώνα «επενδυτών» που πέρασαν, κατά σειρά Γεωργιανοί, Ρώσοι και Αμερικάνοι), και υποβιβάστηκε. Το μαρτύριο συνεχίστηκε πέρσι, καθώς τερμάτισε τελευταία και στη Β’ εθνική της Ολλανδίας, αφού αρχικά της αφαιρέθηκαν 6 βαθμοί και στη συνέχεια ακόμα 21. Μετά ακόμα 3, μετά ακόμα 3 και στο τέλος ακόμα 6. Αν χάσατε το νούμερο, συνολικά της αφαιρέθηκαν… 39 βαθμοί. Η ομάδα του Άρνεμ τελείωσε το πρωτάθλημα με… 5 βαθμούς. Βέβαια, στην Ολλανδία δεν υπάρχει υποβιβασμός σε πιο χαμηλή κατηγορία, μόνο αν χάσεις την άδειά σου. Και μαντέψτε, η Φίτεσε την έχει χάσει προς το παρόν, σύμφωνα με απόφαση της Ομοσπονδίας. Αν καταφέρει να την πάρει πίσω θα παίξει ξανά με -12 βαθμούς στη Β’ εθνική (για αρχή), αλλιώς θα πρέπει να πέσει χαμηλά. Πολύ χαμηλά, σε κάτι του στιλ 9η κατηγορία συνολικά, 7η ερασιτεχνική (γιατί μετά τις πρώτες δύο, οι υπόλοιπες δεν είναι επαγγελματικές), κάτι που πιθανώς θα σημαίνει και αφανισμό της Φίτεσε.
Ο κόσμος της ομάδας κάνει ό,τι μπορεί: βγαίνει στους δρόμους και ελπίζει η έφεση που άσκησε ο σύλλογος να γίνει αποδεκτή και έστω με τεράστιες τιμωρίες να μπορεί να φυτοζωεί στη Β’ εθνική, μέχρι να βρεθεί κάποια λύση. «Η Φίτεσε δεν είναι απλά μια ποδοσφαιρική ομάδα, πρέπει να επιζήσει. Δεν είμαστε το πιο ωραίο κλαμπ, αλλά είμαστε το κλαμπ που μαζεύει όλους αυτούς τους τρελούς τύπους και πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό», είπε ένας από τους πολλούς οπαδούς της που διαδήλωσαν.
-
Σε ηλικία μόλις 16 μηνών ο Φρέντρικ Νίσταντ Στένσε διαγνώστηκε με καρκίνο στο μάτι. Τα επόμενα χρόνια έλαβε πολλές θεραπείες, πέρασε καιρό στα νοσοκομεία και κατάφερε να νικήσει τον καρκίνο. Οι γιατροί όμως δεν κατάφεραν να σώσουν το μάτι. Όταν πριν μερικούς μήνες αποφασίστηκε να βάλει προσθετικό, ζήτησε να έχει πάνω το σήμα της αγαπημένης του Μπόντο/Γκλιμτ.
Προχθές η Μπόντο/Γκλιμτ υποδέχτηκε την Τότεναμ στο πρώτο εντός έδρας παιχνίδι της στη League Phase του Τσάμπιονς Λιγκ και οι οπαδοί της επέλεξαν να γιορτάσουν την ιστορική στιγμή με ένα τεράστιο πανό για έναν 9χρονο που συνεχίζει να χαμογελάει βλέποντας τα κατορθώματα της ομάδας του με ένα κιτρινόμαυρο μάτι.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/557806047_1247838067378650_4226351798273612724_n.jpg?_nc_cat=103&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=TkKfroYrZk8Q7kNvwEZRZsP&_nc_oc=AdlwTS8DX3A6OejoKrzBk_8jtASTQ0wcGDrm_ntVUtpTbHh6XXvo9J0QamynQlCfdK2iHHM7e1bbWzPnIEXrcl7G&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&_nc_gid=DPAPnaOT88TakZIw5pCCpA&oh=00_AfZznxQI1oQq8ih2ViitwueYyC2-4Rch9q3bpkH32y08wA&oe=68E46745)
El Sombrero (φωτογραφία) (https://www.facebook.com/photo?fbid=1247838064045317&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Ένας τύπος έφτιαξε καφέ, έκατσε στον υπολογιστή του ένα βράδυ, άνοιξε το Football Manager και αποφάσισε να δοκιμάσει το σουηδικό πρωτάθλημα. Έκανε μια γρήγορη έρευνα στο ίντερνετ και τυχαία έπεσε πάνω στη Μιάλμπι.
Μια ομάδα από ένα χωριό με 1400 κατοίκους που τόσα χρόνια ήταν γνωστό μόνο για το ψάρεμα ρέγγας. Μια ομάδα που το 2018 έπαιζε ακόμα στην 3η κατηγορία και η μεγαλύτερη επιτυχία της ήταν όταν τερμάτισε 5η στην 1η κατηγορία. Μια ομάδα που στην ιστορία της έχει πραγματοποιήσει μόνο μια μεταγραφή που το κόστος της ξεπέρασε τις 500 χιλιάδες ευρώ. Μια ομάδα που ο σύνδεσμος οπαδών της έχει 500 μέλη και το υπέροχο όνομα «Οι στραγγαλιστές της ρέγγας». Μια ομάδα την οποία οι αντίπαλοι κορόιδευαν αποκαλώντας την "οι χωριάτες" και οι οπαδοί της απαντούσαν με πανό που έλεγε «Εμείς είμαστε χωριάτες, εσείς τι διάολο είστε;».
Ο τύπος σκέφτηκε "εδώ είμαστε, αυτή είναι μια καλή πρόκληση", την ανέλαβε, έφαγε ώρες πάνω από μια οθόνη και τελικά κάποια στιγμή την οδήγησε για πρώτη φορά στην ιστορία της στην κατάκτηση του πρωταθλήματος τρεις αγωνιστικές πριν το φινάλε και (πολύ πιθανόν) στην κατάρριψη του ρεκόρ βαθμών. Μια κλασική ιστορία Football Manager που έχουμε ζήσει πολλοί.
Τώρα από όλα τα παραπάνω αφαιρέστε τον τύπο και το Football Manager και σκεφτείτε το να συμβαίνει πραγματικά.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/568600703_1265321422296981_897585735813970591_n.jpg?_nc_cat=108&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=tlLHy-BWICYQ7kNvwG4jA0a&_nc_oc=AdmKb4ER7GrbuxX7E74fubthNE_Zn4HrRQuct6nWKXPxpVXC1ua5jkiqcUbfjC0cOu-ws9SxaBQGLGoh2EBTbncZ&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&_nc_gid=6QqKXX3o0tVqkGeOM-mlDQ&oh=00_Afc-gYcMoexdpRV_a4zxxv8rwL5pGShSixWzHqGrRrQ7Jg&oe=68FD5F97)
El Sombrero (φωτογραφία) (https://www.facebook.com/photo?fbid=1265321418963648&set=a.601410508688079)
-
O φωτογράφος Πίτερ Γουίντιγκ έβγαλε αυτή την τρομερή φωτογραφία το 1990 σε ένα παιδικό τουρνουά στη Σουηδία κάνοντας ένα ρεπορτάζ για μια τοπική εφημερίδα. Το 2016 ο Γουίντιγκ αυτοκτόνησε. Ένας συνεργάτης του αποφάσισε για να τιμήσει το φίλο του να κάνει κάτι που είχαν σκεφτεί αρκετές φορές να κάνουν μαζί κάποια στιγμή αλλά πάντα το άφηναν για πιο μετά: Να βρει τι απέγιναν οι τρεις πρωταγωνιστές της υπέροχης εικόνας.
To να βρεις πληροφορίες για ένα παιδικό τουρνουά που διεξήχθη πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες δεν είναι και πολύ εύκολο, ειδικά όταν μαθαίνεις πως σε αυτό συμμετείχαν εκατοντάδες ομάδες από αρκετές χώρες. (Σε μια από αυτές αγωνιζόταν κι ένα 11χρονο πιτσιρίκι ονόματι Αντρέα Πίρλο.) Ο δημοσιογράφος όμως αποδείχτηκε πεισματάρης και τυχερός και κατάφερε μετά από πολλά τηλέφωνα, e-mails και ώρες αναζήτησης να βρει και τα τρία παιδιά, φτάνοντας μάλιστα μέχρι τη Μάλτα.
To κείμενο που προέκυψε είναι ανέλπιστα ενδιαφέρον κι ας μην περιλαμβάνει μέσα ανθρώπους-φίρμες ή ιστορίες επιτυχίας που εμπνέουν. Είναι η ιστορία του πώς σε εκείνο το τουρνουά ένα από αυτά βαφτίστηκε "ο Πολ Γκασκόιν της Μάλτας", πώς ένα άλλο βρήκε τον έρωτα της ζωής του, πώς η καριέρα ενός τερματίστηκε πρόωρα την περίοδο που τον είχε διαλέξει η ΑΙΚ, πώς ένα άλλο έφυγε από τη ζωή λίγες εβδομάδες μετά. Είναι η «απλή» ιστορία μερικών άσημων παιδιών που τυχαία αποτυπώθηκαν σε μια εξαιρετική φωτογραφία ενώ έπαιζαν μπάλα. Όλοι έχουμε μια τέτοια.
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/583294615_1286508806844909_6369591369495786641_n.jpg?_nc_cat=110&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=pvmATKQCANEQ7kNvwGhXxVE&_nc_oc=AdkK87uIEAUm4iZh6C6h8IDoowBMzK8m4zi17ddiQSiZJvcGip0dpTC7SOGUyw4OrVY0ttxTzrbvBrdmUOhI4vbo&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&_nc_gid=pcyOHg0SsnM3ijNcSnqiEQ&oh=00_Afgo657EsO11iWKntx5FwmnYD4l6UU03F4Nn__cuhWE6ZA&oe=691C1B98)
Να'ναι καλά το «Σαν σήμερα» του φέισμπουκ που μας υπενθύμισε αυτή την ιστορία.
Μπορείτε να διαβάσετε όλο το κείμενο του Anders Bengtsson εδώ: https://www.theguardian.com/football/2017/nov/13/peter-widing-photograph-capturing-the-moment
El Sombrero (φωτογραφία) (https://www.facebook.com/photo/?fbid=1286508800178243&set=a.601410508688079&locale=el_GR)
-
Διάλογος στο στέκι των οπαδών της Τβέντε:
- Η πόλη γιορτάζει 700 χρόνια ιστορίας. Πρέπει να κάνουμε κάτι μεγάλο.
- Ένα πανό που θα καλύψει όλη την κεντρική κερκίδα;
- Πιο μεγάλο.
- Ένα πανό που θα καλύψει και το πέταλο και την κεντρική κερκίδα;
- Πιο μεγάλο!
2.500 λίτρα μπογιάς και 18.000 τετραγωνικά μέτρα υφάσματος!
(https://scontent.fath3-3.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/600297779_1311493124346477_473468020939052380_n.jpg?_nc_cat=109&ccb=1-7&_nc_sid=127cfc&_nc_ohc=dgxiWYjEapEQ7kNvwGM3d-X&_nc_oc=Adn_XAD0_1T7ACaueCLZVWYHGWNbDtXlznWItVumVtpVbfXvU5HiCJibQx_ACBZvX0MnZRbs3V_z3d0YVYT8m4g-&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-3.fna&_nc_gid=iFQ98hnbm4CW-PpxzK7tCg&oh=00_AflxAhKLds8FTSH4F0yV8JbdYvBsgqj_8QUiciYM0A1czw&oe=694611A2)
El Sombrero (φωτογραφία) (https://www.facebook.com/photo/?fbid=1311493121013144&set=a.601410508688079)
Από το κανάλι της ομάδας
-
“Κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει”: Η τρελή χρονιά της Τουν
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/29122025/7babfe37-9844-4f5b-a68e-0b6ed69e1b29.jpg?format=webp)
Στις αρχές Οκτωβρίου στην Ελβετία διεξήχθη η 8η αγωνιστική του πρωταθλήματος, που έχει το τόσο πρωτότυπο όνομα «Σούπερ Λιγκ». Εκείνο το σαββατοκύριακο η Τουν έφυγε με ένα πολύτιμο διπλό από την έδρα της Σεν Γκάλεν και σκαρφάλωσε στην κορυφή της βαθμολογίας, όπου και θα παρέμενε για τουλάχιστον δυο εβδομάδες καθώς ακολουθούσε η διακοπή λόγω εθνικών. Αυτό από μόνο του αποτελούσε μια μεγάλη έκπληξη για τα ελβετικά δεδομένα.
Η Τουν δεν βρισκόταν στο ξεκίνημα της διοργάνωσης σε καμία λίστα διεκδικητών του τίτλου. Ελάχιστοι την υπολόγιζαν ακόμα και για το πάνω μισό της βαθμολογίας. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Πρόκειται για μια ομάδα από μια μικρή πόλη 42.000 κατοίκων δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, που όπως αρκετές περιοχές της συγκεκριμένης χώρας στις φωτογραφίες μοιάζει σαν ένα ειδυλλιακό και πανέμορφο μέρος βγαλμένο από κάποια ζωγραφιά του Μπομπ Ρος.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/31122025/b499e0b4-489f-47bf-a1da-bd1bf8e6c871.jpg)
Εκτός αυτού, είναι μια ομάδα που μόλις είχε ανέβει κατηγορία μετά από πέντε χρονιές που ήταν κολλημένη στη β’ εθνική. Πέντε χρονιές γεμάτες κατά βάση με απογοητευτικά αποτελέσματα και ελάχιστα αισιόδοξα δείγματα. Η παρουσία της και μόνο στην 1η θέση μετά από δυο μήνες αγώνων είχε κερδίσει την προσοχή πολλών. Όλοι όμως ήταν πεπεισμένοι πως αυτή είναι μια πολύ προσωρινή κατάσταση, από αυτές που μια στο τόσο προκύπτουν σε τόσο πρώιμο στάδιο της σεζόν. Στα διάφορα ελβετικά ρεπορτάζ εκείνων των ημερών αποτυπώνεται αυτή η οπτική. Μια κλασική περίπτωση “Ας το απολαύσουν όσο κρατάει γιατί δεν θα είναι για πολύ. Σύντομα θα ξεφουσκώσουν”.
Με την επανέναρξη του πρωταθλήματος οι πρωτοπόροι φιλοξενούσαν τη Σερβέτ στο Στόκχορν Αρίνα, ένα μικρό γήπεδο 10.000 θέσεων που σπάνια γεμίζει λόγω του μεγέθους της πόλης αλλά και της πορείας του συλλόγου διαχρονικά. Μέσα στο πρώτο 10λεπτο οι φιλοξενούμενοι είχαν ανοίξει το σκορ. Η πρώτη σκέψη πολλών ήταν πως το ξεφούσκωμα ξεκίνησε, πολύ πιο γρήγορα κι απ’ όσο περίμεναν. Στο τέλος του αγώνα ο πίνακας έλεγε Τουν-Σερβέτ 3-1. Η Τουν θα έμενε άλλη μια εβδομάδα στην κορυφή. Η προσδοκώμενη προσγείωση αναβλήθηκε για μερικές μέρες.
Έχουν περάσει σχεδόν τρεις μήνες από τότε. Σε αυτό το διάστημα η Τουν πραγματοποίησε μια μικρή κοιλιά στις αρχές Δεκέμβρη όταν και έκανε 3 ήττες σε 4 παιχνίδια. Ακόμα και τότε όμως δεν υποχώρησε από την κορυφή της βαθμολογίας σε καμία αγωνιστική! Πριν προλάβουν οι αντίπαλοι να καλύψουν τη μεταξύ τους διαφορά, οι πρωτοπόροι είχαν συνέλθει από τις γκέλες και είχαν επιστρέψει στις νίκες. Σε δυο άλλες περιπτώσεις που έμειναν πίσω στο σκορ, κατάφεραν να γυρίσουν το παιχνίδι, με πιο εντυπωσιακή παράσταση αυτή της τελευταίας αγωνιστικής πριν τη διακοπή του χειμώνα. Η Ζυρίχη προηγήθηκε μέσα στην έδρα της Τουν με 0-2, πήγε στα αποδυτήρια με αυτό το σκορ και παρ’ όλα αυτά στο τέλος του αγώνα έφυγε με το κεφάλι χαμηλά και τέσσερα γκολ στην πλάτη (4-2)! Αυτή η εμφατική ανατροπή σφράγισε μια εκπληκτική χρονιά που περιλάμβανε ένα κερδισμένο πρωτάθλημα στη β’ εθνική, την άνοδο και έναν άτυπο τίτλο πρωταθλητή χειμώνα στη μεγάλη κατηγορία! Επίσης επιβεβαίωσε και στους τελευταίους δύσπιστους πως το ξύπνημα από το όνειρο που όλοι αναμένουν μάλλον θα αργήσει περισσότερο απ’ όσο περίμεναν. Ή μπορεί και να μην έρθει και ποτέ!
Μέχρι να λυθεί αυτή η απορία η Τουν απολαμβάνει κάτι που ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι οπαδοί της δεν περίμεναν. Ποτέ στο παρελθόν ομάδα που είχε μόλις ανέβει στην 1η κατηγορία δεν είχε αναδειχθεί πρωταθλήτρια χειμώνα στην Ελβετία. Η Τουν όχι απλά το έχει καταφέρει αλλά έχει δείξει και στοιχεία που υποδηλώνουν ότι μπορεί να παραμείνει ψηλά κι άλλο. Έχει την καλύτερη επίθεση στο πρωτάθλημα, έχει διαφορά 3 βαθμών από τη Σεν Γκάλεν και απόσταση ασφαλείας (από 7 βαθμούς και πάνω) από τις πιο ισχυρές παραδοσιακά Βασιλεία, Λουγκάνο και Γιούνγκ Μπόις. Επιπρόσθετα, έχει αποδείξει και σε αρκετές περιπτώσεις ότι δεν πανικοβάλλεται όταν κάποιο παιχνίδι στραβώνει. Η σπουδαία ανατροπή στο τελευταίο ματς του έτους δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Στις 5 από τις 13 νίκες της είχε μείνει πίσω στο σκορ κι όμως στο τέλος έφυγε με το τρίποντο! Μέχρι και η παράδοση είναι μαζί της, μιας και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις την τελευταία 10ετια, αυτή που βρισκόταν στην κορυφή της βαθμολογίας κατά τη χειμερινή διακοπή ήταν κι αυτή που πανηγύριζε στο τέλος το πρωτάθλημα. Γι’ αυτό βάσει αποδόσεων, θεωρείται αυτή τη στιγμή το μεγάλο φαβορί για τον τίτλο.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/31122025/c9e2ab40-2240-47d6-aa18-6e0ab545680d.jpg)
Μια πρόταση που ακούγεται ιδιαίτερα παράλογη στους περισσότερους. Η μεταμόρφωση της Τουν από ομάδα που ζοριζόταν τόσα χρόνια να ανέβει κατηγορία σε ομάδα πρωταθλητισμού έγινε πολύ απότομα και χωρίς «εξωτερική βοήθεια». Δεν υπάρχει από πίσω κάποιος ευκατάστατος ιδιοκτήτης που ξαφνικά έριξε πολλά λεφτά, κάποιες ακριβές μεταγραφές που ενίσχυσαν σημαντικά το ρόστερ ή κάποια τρελή επιθετική ρέντα σε συνδυασμό με κάποια πανίσχυρη άμυνα που βοήθησε την ομάδα να κλέψει τα παιχνίδια. Το καλοκαίρι στο Τουν έφτασαν μόνο δυο παίκτες με μεταγραφή κι αυτοί κόστισαν ελάχιστα, αφού ο ένας προερχόταν από τη 2η κατηγορία της Γαλλίας και ο άλλος από τη 2η κατηγορία της Ελβετίας. Τα λεφτά που ξόδεψαν το καλοκαίρι για να ενισχυθούν η Βασιλεία και η Γιούνγκ Μπόις (κοντά στα 15Μ) η Τουν δεν τα έχει ξοδέψει συνολικά στην ιστορία της! Η χρηματιστηριακή αξία του ρόστερ παραμένει τόσο χαμηλή που μόνο μια άλλη ελβετική ομάδα έχει μικρότερη! Οι ξένοι παίκτες στην 11αδα είναι ελάχιστοι ενώ οι διεθνείς είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κι όπως προείπαμε, οι νίκες δεν έρχονται με κατενάτσιο και 1-0 σε μια αντεπίθεση αλλά με μεγάλα σκορ. Σχεδόν στο 1/3 των αγώνων της η Τουν πέτυχε από 3 γκολ και πάνω.
Σύμφωνα με τους ανθρώπους που παρακολουθούν συστηματικά το ελβετικό πρωτάθλημα η ανέλπιστη επιτυχία της έως τώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πόσο δεμένη εμφανίζεται εντός αγωνιστικού χώρου, στον ενθουσιασμό και το μομέντουμ που έχει λόγω του εντυπωσιακού ξεκινήματος αλλά και στο ότι οι υπόλοιπες ομάδες που θα περίμενε κανείς να βρίσκονται στη θέση της έχουν σοβαρά σκαμπανεβάσματα στην απόδοση τους. Η Σερβέτ και η Γιούνγκ Μπόις έχουν αλλάξει ήδη προπονητή ενώ η περσινή πρωταθλήτρια Βασιλεία ψάχνει ακόμα τα πατήματα της και εντός και εκτός συνόρων.
Χωρίς κάποιο ένδοξο παρελθόν (δεν έχει κερδίσει ποτέ τίποτα στην ιστορία της), χωρίς κάποιον πανίσχυρο ιδιοκτήτη, χωρίς καυτή έδρα και μεγάλη βάση οπαδών, χωρίς κάποιον παίκτη-σταρ (όπως έχει για παράδειγμα η Βασιλεία τον Σακίρι) και χωρίς γνωστούς και ποιοτικούς ξένους η Τουν πραγματοποιεί μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην Ευρώπη φέτος χάρη κυρίως στη δουλειά του προπονητή της. Ο 49χρονος Μάουρο Λουστρινέλι, που ως παίκτης είχε φορέσει τη φανέλα της και είχε κλείσει εκεί την καριέρα του, έκατσε στον πάγκο της το 2022 και στα τρία αυτά χρόνια είχε χρόνο για να φτιάξει μια ομάδα που όλοι αποδίδουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Μπορεί αυτές οι ατομικές δυνατότητες να μην είναι πολύ μεγάλες αλλά το συνολικό αποτέλεσμα για την ώρα είναι κάτι παραπάνω από θετικό.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/31122025/476908c8-d75f-4cd8-88d0-73a64c3ca470.jpg)
Το όνομα του συλλόγου επέστρεψε στο προσκήνιο μετά από αρκετά χρόνια απουσίας, οι ντόπιοι γύρισαν στις κερκίδες μαζικά (η φετινή προσέλευση παρουσιάζει 80% αύξηση σε σχέση με πέρσι) και η πόλη ονειρεύεται πως μπορεί να ζήσει ξανά μερικές ιστορικές στιγμές, όπως αυτές που είχε βιώσει πριν από μια 20ετια. Τότε που είχε τερματίσει στη 2η θέση για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία της και είχε εξασφαλίσει την έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ. Εκεί πέρασε δυο προκριματικούς και βρέθηκε στους ομίλους να αντιμετωπίζει ομάδες όπως η Άρσεναλ και ο Άγιαξ.
Οι ελβετικές ομάδες θα επιστρέψουν στα γήπεδα μετά τα μέσα Ιανουαρίου. Το πρωτάθλημα έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του και παρά την αξιοθαύμαστη σταθερότητα που δείχνει έως τώρα, το να διατηρήσει μια ομάδα που δεν είναι συνηθισμένη σε πρωταθλητισμό αυτή την απόδοση δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Ο προπονητής Λουστρινέλι το γνωρίζει καλά, γι’ αυτό και συνεχώς τονίζει ότι “το να φτάσεις στην πρώτη θέση είναι ένα πράγμα αλλά το να παραμείνεις εκεί είναι μια πολύ διαφορετική πρόκληση”. Όταν δε τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι πριν από μερικές μέρες αν ο στόχος είναι πλέον ο τίτλος η απάντηση του ήταν: “Θέλουμε να τερματίσουμε στην πρώτη εξάδα, αυτός είναι ο κύριος στόχος μας. Αν δούμε πως στις τελευταίες πέντε αγωνιστικές βρισκόμαστε ακόμα κοντά στην κορυφή τότε φυσικά και θα προσπαθήσουμε να διεκδικήσουμε τον τίτλο”.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
-
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/standard_cover.jpg)
Standard de Liège: Η διαλεκτική της Πύρινης Πόλης
By Balanzone on 23/12/2025
Στη βόρεια όχθη του Μεύση, ένας μαθητής κουβαλάει σε ένα οικοδομικό καροτσάκι μερικά από τα υλικά που χρειάζεται για να χτίσει ένα κομμάτι της ζωής του: κάποια δίχτυα, μερικά ζευγάρια παπούτσια, δυο δερμάτινες μπάλες και ένα μπόγο από κατακόκκινες φανέλες. Μπροστά του βρίσκεται το πλήθος των τσιμινιέρων, η υπογραφή της βιομηχανικής επανάστασης, που στα 1909 έχει αλλάξει ολοκληρωτικά το τοπίο της πόλης που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Είναι το παρόν και το μέλλον το δικό του και των γενεών που θα έρθουν. Η πλάτη του είναι γυρισμένη σε μια πόλη με στενά πλακόστρωτα σοκάκια, πλατείες, καθεδρικούς ναούς, θρησκευτικά κτίρια εξουσίας, αγάλματα και μνημεία συγκρούσεων από μια εποχή που ο ίδιος ποτέ δεν έζησε. Μαζί με όλα τ’άλλα έχει γυρισμένη την πλάτη του και στο σχολείο του, το Κολλέγιο του St Servais, που κρατώντας μια παράδοση από τον Μεσαίωνα μόρφωσε και τον ίδιο ως γόνο μιας αστικής τάξης που βρήκε την ταυτότητά της στα μέσα του 14ου αιώνα, για να ψάξει έναν καινούριο βηματισμό στον 20ο.
Οι μπάλες, τα παπούτσια, οι κόκκινες φανέλες, είναι τα υλικά με τα οποία ο μαθητής, μαζί με τους συντρόφους του, θα χτίσουν μια νέα, άυλη ταυτότητα, προερχόμενη από την αστική τάξη της πόλης, από το περιβάλλον των καθεδρικών και των σχολείων, για τους κολασμένους της Γης, εκείνους που δίνουν ζωή στα εργοστάσια. Η διαδρομή τους, παρά το γεγονός ότι έχει διεύθυνση ανάποδη με τη ροή του Μεύση, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με την ιστορική εξέλιξη – όπως και ο σύλλογος που δημιούργησαν 11 χρόνια νωρίτερα κάποιοι άλλοι μαθητές του σχολείου τους: η Standard FC Liégois, που στις μέρες μας είναι γνωστή ως Royal Standard de Liège.
Η αντιθετική ροή της Ιστορίας
Κατά τον 6ο αιώνα, ο επίσκοπος του Μάαστριχτ Monulphe πορευόταν με διεύθυνση αντίθετη από εκείνους τους μαθητές, “κατεβαίνοντας” τον Μεύση, από το Ντινάν, για να φτάσει στην έδρα της επισκοπής του. Περνώντας από το σημείο που βρισκόταν ένα μικρό ρυάκι με το όνομα Legia, πιθανώς ονομαστική κληρονομιά κάποιας ρωμαϊκής λεγεώνας, αντίκρυσε ανάμεσα σε ποτάμια και ρυάκια, που σχημάτιζαν αμέτρητες μικρές νησίδες, ανάμεσα στα βουνά που χαμηλώνουν για να περάσει ο μεγάλος ποταμός, μερικές καλύβες. Δεν ήθελε πολύ για να αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία που είχε ένα τέτοιο μέρος, για οποιαδήποτε εξουσία, αναλαμβάνοντας να δώσει χρησμό ώστε αυτή να γίνει μέρος της θρησκευτικής εξουσίας του. Στο χρησμό του έλεγε “Εδώ είναι το μέρος που διάλεξε ο Θεός για τη σωτηρία πλήθους ανθρώπων, εδώ μέλλει να υψωθεί αργότερα μια ισχυρή πόλη – εμείς οι ίδιοι θα χτίσουμε εδώ ένα μικρό προσευχητήριο προς τιμήν των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού”.
Η μεταφυσική προφητεία κάθε άλλο παρά αμιγώς πνευματική ήταν, καθώς η τοποθεσία συγκέντρωνε όλες τις υλικές προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί σ’αυτήν κάθε είδους δραστηριότητα, επικοινωνώντας μέσω των φυσικών οδών της εποχής, τα ποτάμια, με μεγάλο μέρος της πιο αναπτυγμένης περιοχής της Δυτικής Ευρώπης. Υπεύθυνος γι’αυτό είναι ο ποταμός Μεύσης, που αν και το όνομά του δε δεσπόζει ανάμεσα σε εκείνα των πιο τραγουδισμένων ποταμών της Γηραιάς Ηπείρου, η σημασία του και οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στα περίπου 1000 χιλιόμετρα του μήκους του, έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη φυσιογνωμία της.
Με την πηγή του σε υψόμετρο μόλις 409 μέτρα, στην περιοχή Le Châtelet-sur-Meuse των γαλλικών Αρδέννων, είναι ένα από τα πιο εύκολα πλωτά ποτάμια της ηπείρου, με αποτέλεσμα στις όχθες του να βρίσκονται κάμποσα σημαντικά οικονομικά κέντρα ενώ η εκβολή του, στο Δέλτα του Ρήνου, βρίσκει το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό λιμάνι, στο Ρότερνταμ. Οι αμέτρητοι μαιανδρισμοί του επιτρέπουν σε σημαντικές υποδομές να βρίσκονται στις όχθες του – και αν υπάρχει κάποιο μέρος που αυτοί οι μαιανδρισμοί έδιναν με το παραπάνω αυτή τη δυνατότητα, αυτό ήταν σίγουρα το σημείο που επέλεξε για την “προφητεία” του ο Monulphe. Η καθολική εκκλησία ουσιαστικά μετέτρεψε το χρησμό σε στρατηγική που εκφράστηκε από τη συχνή παρουσία του επισκόπου Lambert, που δολοφονήθηκε εκεί το 705, με τον διάδοχό του, Humbert, να μεταφέρει στην πόλη την έδρα της Επισκοπής. Η θρησκευτική εξουσία στην πόλη δε θα αργούσε να γίνει και πολιτική, καθώς από το 985 ξεκινάει μια μακραίωνη ιστορία ύπαρξης του Πριγκιπάτου-Επισκοπής της Λιέγης, που τελείωσε την περίοδο της Μεγάλης Επανάστασης των Γάλλων, το 1795
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/1768-Carte-topographique-de-Liege-et-des-environs-a-la-rive-gauche-de-la-Meuse-tiree-au-Bureau-des-Plans-2048x1816.jpg)
Τοπογραφικός χάρτης της Λιέγης, 1768
Το Πριγκιπάτο-Επισκοπή της Λιέγης, που αποτελούσε έναν “διάδρομο ουδετερότητας” μέσα στα εδάφη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά τον Μεσαίωνα, είχε προφανώς θρησκευτικό ηγέτη, ενώ τα εδάφη του δεν είχαν συνέχεια, στο χάρτη έμοιαζε περισσότερο σαν διάσπαρτες κηλίδες. Λόγω της απουσίας πολιτικών προστριβών και της θρησκευτικής εξουσίας μετατράπηκε κατά την περίοδο του Άνω Μεσαίωνα (11ος-14ος αιώνας) σε πνευματικό κέντρο. Στις εκκλησιαστικές σχολές, όπου δίδασκαν πασίγνωστοι δάσκαλοι της θεολογίας, του κανονικού και κοσμικού δικαίου, φοιτητές συνέρρεαν από όλες τις γύρω περιοχές, αλλά και από τη Γερμανία, την Ιταλία και τις Σλαβικές χώρες, προκειμένου να φοιτήσουν στα εκκλησιαστικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, που είχαν μια συγκρότηση αντίστοιχη με την αρχική του αρχαιότερου πανεπιστημίου του κόσμου, εκείνου της Μπολόνια. Αυτή η πνευματική ταυτότητα της πόλης της έδωσε το προσωνύμιο “Αθήνα του Βορρά” και ο χαρακτήρας της έμεινε αναλλοίωτος όσο και η ιστορία της Ευρώπης εξελισσόταν χωρίς μεγάλα ποιοτικά άλματα.
Παρά το γεγονός ότι η Καθολική Εκκλησία ήλεγχε το Πριγκιπάτο-Επισκοπή, η πόλη της Λιέγης δεν ήταν ποτέ ένα ήσυχο μέρος με πειθαρχημένους και πειθήνιους υπήκοους. Κάθε πολιτική εξέλιξη, κάθε απόφαση, έπρεπε να έχει τη λαϊκή συναίνεση για να μπορέσει να εφαρμοστεί και να επιβιώσει. Οι χωρικοί της Λιέγης εξέφραζαν συχνά και δυναμικά τη δική τους θέληση, κάτι που θα χαρακτήριζε την πόλη διαχρονικά, δίνοντάς της αργότερα το πολύ πιο γνωστό μεταφορικό προσωνύμιο Cité Ardente, δηλαδή της Πύρινης Πόλης. Με την παραγωγή της νομικής γνώσης να βρίσκεται εντός των τειχών αποτελεί ένα ιστορικό παράδειγμα η απόσπαση δύο συνταγματικών συνθηκών κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα: αρχικά της Ειρήνης του Fexhe, το 1316 και εν συνεχεία του Tribunal du XXII, το 1343. Αυτοί οι δύο νόμοι υπαγόρευαν τον τρόπο που ο λαός είχε λόγο στις πολιτικές αποφάσεις.
Η ιστορία του Πριγκιπάτου-Επισκοπής θα τελείωνε με το τέλος της παλιάς Ευρώπης, όταν το 1795 η πόλη προσαρτήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία, αποτελώντας για πρώτη φορά ουσιαστικά κομμάτι ενός κοσμικού κράτους, ενώ το 1815, μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, θα περάσει στα χέρια των Ολλανδών, για να απελευθερωθεί μαζί με το υπόλοιπο Βέλγιο το 1830.
Η συθέμελη ανατροπή ενός ολόκληρου κόσμου στην Ευρώπη εκφράστηκε ως υπέρμετρη αντίθεση στη Λιέγη, η ιστορία της οποίας ακολούθησε μια εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία. Η ήττα του Ναπολέοντα και η νίκη του στρατού του Νέλσονα στο Βατερλό άνοιξε το δρόμο για την αγγλική βιομηχανία, που αναπτυσσόταν ραγδαία στη Γηραιά Αλβιώνα, στα εδάφη των Κάτω Χωρών. Η Λιέγη, εκτός από πόλη που βρίσκεται στην κοίτη του Μεύση, βρίσκεται και πάνω σε έναν άλλο πολύ σημαντικό, από οικονομικής πλευράς, γεωλογικό σχηματισμό: τη μεγάλη Βορειοδυτική Ευρωπαϊκή λεκάνη άνθρακα του Λιθανθρακοφόρου, δηλαδή ένα σχηματισμό που ξεκινάει από την Ουαλία και φτάνει μέχρι την Πολωνία και αποτέλεσε κυριολεκτικά το υπέδαφος πάνω στο οποίο συνετελέσθη η Βιομηχανική Επανάσταση. Ο δρόμος του άνθρακα και των βρετανικών στρατιών έφερε στη Λιέγη το 1817 έναν Άγγλο βιομήχανο, τον γεννημένο στο Lancashire, John Cockerill. Η εταιρεία του, η Société Anonyme John Cockerill, κυριάρχησε σε μια έκταση 570 στρεμμάτων στα νότια περίχωρα της πόλης, στην περιοχή του Seraing, όπου εκατοντάδες ανθρακωρύχοι, χρυσωρύχοι και εργάτες εργοστασίων εργάζονταν από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας δραστηριότητας που θα κυριαρχούσε στην οικονομία της πόλης και από αυτήν θα εξαρτώνταν η ζωή του μεγαλύτερου μέρους του πλυθησμού της μέχρι και τις μέρες μας.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/cockerill_rem.jpg)
Το εργοστάσιο Cockerill
Πέρα από τον άνθρακα, ωστόσο, οι βιομηχανικές δραστηριότητες επεκτάθηκαν και στην παραγωγή χάλυβα, με την παραγωγή να φτάνει στο λυκαυγές του 20ου αιώνα τους 500 χιλιάδες τόνους ετησίως, ενώ πάνω στα βασικά αυτά βιομηχανικά υλικά που εξάγονταν από τη Βαλλωνική γη στήθηκαν κι άλλοι ακόμα τομείς της βιομηχανικής παραγωγής επιτρέποντας και την ανάπτυξη της σχετικής τεχνογνωσίας. Είναι χαρακτηριστική η εξαγωγή της τεχνογνωσίας που αποτυπώνεται στους αριθμούς των Βέλγων της Λιέγης που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές του Donbas και των Ουραλίων, με 20,000 ανθρώπους να εργάζονται στην Τσαρική Ρωσία σε εργοστάσια χάλυβα, τραμ και εργοστάσια γυαλιού.
Η βιομηχανία κρυστάλλων, με προμετωπίδα την εταιρεία Cristalleries du Val Saint-Lambert, που ιδρύθηκε το 1826, αποτέλεσε σχεδόν μονοπώλιο στις παγκόσμιες εξαγωγές από το 1880 μέχρι το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εξάγοντας κυρίως προς την Τσαρική Ρωσία, μια χώρα με την οποία η πόλη της Λιέγης απέκτησε ιδιαίτερους δεσμούς.
Τεράστιας σημασίας επιχείρηση ήταν επίσης και η Fabrique Nationale d’Armes de Guerre, γνωστή ως FN, η οποία είχε την έδρα της στη βόρεια μεριά της πόλης, το Herstal και ιδρύθηκε στις 3 Ιούλη του 1889. Με την παρουσία της η Λιέγη δεν ήταν μόνο μια πόλη παραγωγός του πλούτου, αλλά και των μέσων με τα οποία οι λαοί θα σκοτώνονταν στη διεκδίκηση της ιδιοκτησίας του.
Πέρα από το χαρακτήρα της πόλης της Λιέγης, ωστόσο, τον 19ο αιώνα άλλαζε και ο ίδιος ο χάρτης της. Τα μικρά νησάκια, αποτέλεσμα των μαιανδρισμών του Μεύση, δεν ήταν συμβατά με την ανάγκη για γρήγορη μεταφορά των βιομηχανικών πρώτων υλών και των προϊόντων τους. Έτσι, το 1850 ολοκληρώθηκε ένα έργο που άλλαξε δραστικά το μορφολογικό ανάγλυφο, με τη διάνοιξη του καναλιού Λιέγης-Μάαστριχτ, που δημιούργησε εν πολλοίς και το σημερινό σχηματισμό της νησίδας της Outremeuse.
Η πνευματική πόλη, των εκκλησιαστικών σχολείων και των χωρικών είχε δώσει πλέον τη θέση της στους ζάμπλουτους βιομήχανους και σε μια μεγάλη εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο που έμπαινε με φόρα στο ιστορικό προσκήνιο, κυριολεκτικά μέσα από την κόλαση που φτιαχνόταν για τη διαβίωσή του. Όπως ακριβώς συνέβαινε και στη Βρετανία, οι συνθήκες ζωής των προλετάριων της Λιέγης ήταν άθλιες, με απουσία οικιακής υγιεινής, υπερπληθυσμό στις εργατικές γειτονιές και φυσικά την έκθεση των εργατών σε κάθε είδους ασθένεια, με τα όποια μέτρα να αφορούν μονάχα την απομόνωση αυτών των συνθηκών σε μέρη έξω από το ζωτικό χώρο της αστικής τάξης, που παρέμενε το κέντρο της πόλης. Οι εργοδότες, θέλοντας να ελέγξουν πλήρως τη ζωή των εργατών τους, έπαιρναν πίσω το πενιχρό τους εισόδημα ελέγχοντας όλη τη νυχτερινή ζωή και μέσω της διασκέδασης εξασφάλιζαν την παραγωγικότητα των εργατών αλλά και την υλική επιστροφή των μεροκάματων.
Το προλεταριάτο της Cité Ardente, ωστόσο, γνήσιος συνεχιστής των παραδόσεων της πόλης, δεν έμενε άπραγο μπροστά στην εξαθλίωση και τις συνθήκες που δυσχαίρεναν κυρίως στις περιόδους της κρίσης. Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1886. Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα της ιστορικής πρωτομαγιάτικης απεργίας στο Σικάγο, οι εργάτες της Λιέγης, γιορτάζοντας την επέτειο των 15 χρόνων από την Παρισινή Κομμούνα, στις 18 Μαρτίου, διοργάνωσαν μια εξέγερση που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα Jacquerie Industrielle, η οποία οδήγησε στο ματοκύλισμα του Fusillade de Roux και παρά το γεγονός ότι δεν έδωσε άμεσους καρπούς δημιούργησε κάτι πολύ μεγαλύτερο για τους Βέλγους εργάτες, τη δημιουργία της Commission du Travail και την ανάταση του νεοϊδρυμένου Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Parti ouvrier belge – Belgische Werkliedenpartij).
Η ίδια η διαδυκότητα της πόλης, πέρα από την ιστορική διχοτόμηση, εκφραζόταν ωστόσο και στην εξέλιξη της πνευματικής δραστηριότητας, ακολουθώντας “κατά γράμμα” τις ανάγκες της εποχής. Σε μια έντονα βιομηχανοποιημένη πόλη υπήρχε η ανάγκη για υψηλά ειδικευμένο προσωπικό, μηχανικούς που θα ετίθεντο στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού της φρενήρους βιομηχανικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια του Πανεπιστημίου της Λιέγης, που ιδρύθηκε το 1817 από την Ολλανδική διοίκηση, με πρωτοβουλία του Georges Montefiore-Levi, ενός πολιτικού και μηχανικού που γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδρύθηκε το Institut Électrotechnique Montefiore, το οποίο σήμερα είναι κομμάτι της Πολυτεχνικής Σχολής (Science Appliquées) του Πανεπιστημίου. Ο Montefiore επιστρέφοντας από τη Διεθνή Έκθεση Ηλεκτρισμού που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1881, εισηγήθηκε την ανάγκη ίδρυσης και λειτουργίας μιας σχολής με αποκλειστικό αντικείμενο τις εφαρμογές της ηλεκτρομηχανικής στη βιομηχανική Λιέγη, βάζοντας τα θεμέλια για να υπάρξουν πολλές γενιές ντόπιων υψηλά μορφωμένων μηχανικών, αρχικά κατ’αποκλειστικότητα προερχόμενων από την αστική τάξη. Όσο αφορά την ψυχαγωγία της άρχουσας τάξης, στο κέντρο της πόλης, την ίδια εποχή ιδρύθηκε το Théâtre Royal και εγκαινιάστηκε η Salle Philharmonique. Τέλος, η σχολική εκπαίδευση της αστικής τάξης λάμβανε χώρα στο επανιδρυμένο Collège Saint-Servais, το 1828, που αναβίωνε τη μακρά παράδοση του κολλεγίου των Ιησουιτών στην πόλη που κρατούσε από το 1582. Σ’αυτό το κολλέγιο, πέρα από τους σπόρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας φυτεύτηκε και ο σπόρος που θα έδινε τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρικούς καρπούς στην Ιστορία της πόλης.
Ο ερχομός της μπάλας
Σε αντίθεση με τη Βρετανία, που κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της Βιομηχανικής Επανάστασης, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η οργάνωση της εργατικής τάξης πέρα από συνδικάτα έβρισκε έκφραση και σε ποδοσφαιρικούς συλλόγους, στο Βέλγιο το ποδόσφαιρο δεν γεννήθηκε ως θεσμός “από τα κάτω”. Μία πιθανή εξήγηση αυτής της διαφοράς είναι ότι ενώ στη Βρετανία το ποδόσφαιρο αποτέλεσε την εξέλιξη μιας ασχολίας του πληθυσμού ανά τους αιώνες, που κωδικοποιήθηκε και θεσμοθετήθηκε στις βιομηχανικές πόλεις, στο Βέλγιο δεν υπήρχε κάποια αντίστοιχη δραστηριότητα. Ο ερχομός του ποδοσφαίρου στη Λιέγη έχει περισσότερα κοινά με τον τρόπο που αυτό έφτασε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Φορέας της γέννησης του ποδοσφαίρου στο Βέλγιο ήταν η αστική τάξη, η οποία εμφορούμενη από θαυμασμό για το Βρετανικό τρόπο ζωής, προσπαθούσε να εντάξει τις βρετανικές αθλητικές δραστηριότητες στο πρόγραμμα των ασχολιών της. Το ποδόσφαιρο και το κρίκετ εμφανίζονταν σε κάθε πόλη, είτε ως ασχολία των Βρετανών που βρίσκονταν έξω από την πατρίδα τους εργαζόμενοι για την “άτυπη Αυτοκρατορία”, δηλαδή τις αμέτρητες επιχειρήσεις βρετανικών συμφερόντων σε ξένα εδάφη, είτε ως δραστηριότητα των εντόπιων ελίτ. Ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που ιδρύθηκε στο Βέλγιο ήταν το Antwerp Football and Cricket Club, το 1880, δηλαδή 15 χρόνια πριν ιδρυθεί η Βελγική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Λόγω της αρχαιότητάς του, όταν το 1926 δημοσιεύτηκε η λίστα με τον αύξοντα αριθμό του κάθε σωματείου – κάτι που συνοδεύει την ταυτότητα του κάθε συλλόγου στο Βέλγιο – η Antwerp πήρε το νούμερο 1. Ωστόσο το Football and Cricket Club της Αμβέρσας δεν ιδρύθηκε από ντόπιους, αλλά από Βρετανούς εργαζόμενους στο ταχέως αναπτυσσόμενο λιμάνι της Φλάνδρας.
Στη Λιέγη, ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που ιδρύθηκε ήταν το 1892 η FC Liège, που σήμερα είναι περισσότερο γνωστή από τα αρχικά του πλήρους ονόματός της, RFCL. Ιδρυτές της FCL ήταν μέλη του ποδηλατικού συλλόγου, ο οποίος μεγαλουργούσε σε μια τοποθεσία όπου διεξάγεται ως σήμερα ο αρχαιότερος θεσμός ποδηλασίας δρόμου, το “Liège-Bastogne-Liège”. Τα μέλη της FCL έγιναν φορείς του “ποδοσφαιρικού μικροβίου” μέσω της επαφής με Βρετανούς που έπαιζαν το “παράξενο παιχνίδι” στο κεντρικό Parc de la Boverie, κομμάτι της νησίδας της Outremeuse, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη διάνοιξη του καναλιού Λιέγης-Μάαστριχτ. Η ημερομηνία ίδρυσης της FCL την κατέστησε ιδρυτικό μέλος της Βελγικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, ενώ στη συνέχεια έλαβε τον αύξοντα αριθμό (matricule) 4. Την ίδια περίοδο, στην επαρχία της Λιέγης, Βρετανοί ίδρυσαν το Club Sportif Verviétois, το 1896, μερικά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά. Όμως αυτή δεν ήταν η μοναδική ποδοσφαιρική δραστηριότητα στην πόλη.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1890, οι μαθητές του Ιησουιτικού Κολλεγίου του St Servais ίδρυσαν τη δική τους ομάδα, η οποία είναι γνωστό ότι είχε κόκκινες φανέλες και για έμβλημά της το μνημείο της πόλης, το λεγόμενο Perron. Το Perron, το οποίο σήμερα έχει τη μορφή μιας κολώνας τοποθετημένης πάνω σε μια εξαγωνική κατασκευή με συντριβάνι, είναι κάτι περισσότερο από ένα μνημείο της πόλης – θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως θεσμός. Συμβολίζει την προστασία των ελευθεριών στην πόλη της Λιέγης, κατά τους αιώνες του Πριγκιπάτου-Επισκοπής, αλλά και στα χρόνια της κοσμικής εξουσίας. Είναι το σύμβολο της υπερηφάνιας της. Μάλιστα, το 1467, ο Κάρολος ο Τολμηρός, Δούκας της Βουργουνδίας, μετά τη νίκη του επί των Λιεζουά στη μάχη του Brustem, άρπαξε το μνημείο και το τοποθέτησε στην Μπρυζ, προκειμένου να ταπεινώσει τους υπερήφανους και αδούλωτους κατοίκους της Πύρινης Πόλης.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/historique_C_4.jpg)
Εικόνα εποχής του προαύλιου χώρου του Κολλεγίου St Servais
Αυτό το σύμβολο της αιώνιας υπερηφάνιας και ελευθερίας της Λιέγης υιοθέτησε ως έμβλημα και η FCL, η οποία λίγο μετά την ίδρυσή της επέλεξε ως χρώματα το βαθύ μπλε και το κόκκινο, “Sang et Marine”, ως αναφορά στο Dulwich, περιοχή προέλευσης αρκετών εκ των Βρετανών αθλητών της. Τα χρώματα αυτά όμως συμβόλιζαν και κάτι περισσότερο από μια τυχαία επιλογή μεταξύ συναθλητών, ήταν ο αντικατοπτρισμός μιας ταυτότητας, που θα οδηγούσε σε ένα ιστορικό σχίσμα. Όπως είναι κατανοητό, η FCL ήταν η επιτομή της Αγγλοφιλίας της αστικής τάξης της εποχής, με χαρακτηριστικά εξαιρετικά εξωστρεφή και σχεδόν μονοκατευθυντικά προς τη Μεγάλη Βρετανία. Στους κόλπους της η FCL όμως φιλοξένησε για ένα μικρό διάστημα και την ομάδα των μαθητών του Κολλεγίου St Servais, που εμφορούνταν από τις ιδέες του Μυώδους Χριστιανισμού (Christianisme musculaire) και την εντόπια καθολική παράδοση. Αυτή η σύγκρουση ταυτοτήτων γρήγορα θα οδηγούσε σε ένα ιστορικό σχίσμα που έμελε να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις.
Το καλοκαίρι του 1898, μία ομάδα μαθητών, με επικεφαλής τον 16χρονο Joseph Debatty, αποφάσισε την απόσχιση του συλλόγου τους από την FCL και τη δημιουργία νέου συλλόγου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι μαθητές αυτής της ηλικίας είχαν τη δυνατότητα, πέρα από το να γίνουν φορείς και γενήτορες μιας ιδεολογικής ποδοσφαιρικής ταυτότητας, να δημιουργήσουν και έναν νέο σύλλογο με ό,τι αυτό σημαίνει όσο αφορά τις πρακτικές και κυρίως διοικητικές απαιτήσεις μιας τέτοιας κίνησης. Όπως είναι ιστορικά καταγεγραμμένο, την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς, που θα πρέπει να ήταν η Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου του 1898, οι μαθητές αποφάσισαν τη δημιουργία του δικού τους συλλόγου. Ύστερα από μια δημοκρατική διαδικασία το όνομα Standard υπερίσχυσε για μία ψήφο έναντι του ονόματος Skill. Τα δύο αυτά ονόματα φανερώνουν ένα παράδοξο: παρά το γεγονός ότι οι μαθητές ήθελαν να απεμπλακούν από το βρετανοφιλές κλαμπ της FCL, δε μπορούσαν να αντιληφθούν το ποδόσφαιρο χωρίς αναφορές στη βρετανική κουλτούρα. Το όνομα της Standard, μάλιστα, που υπερίσχυσε, ήταν εμπνευσμένο από το Standard Athletic Club de Paris, έναν αθλητικό σύλλογο της ελίτ, με τεράστια βρετανική επιρροή, που είναι και η πρώτη στην Ιστορία πρωταθλήτρια ποδοσφαίρου στη Γαλλία, καθώς κέρδισε τη διοργάνωση του 1893-94. Η Standard Football Club, με το πλήρες βρετανικό όνομα, ξεκινούσε τη δική της πορεία σε μια πόλη για να γίνει το σύμβολο ενός πληθυσμού που στην ίδρυσή της δεν είχε καμία απολύτως σχέση μαζί του.
Η νεοϊδρυθείσα Standard, παρά το γεγονός ότι μπόρεσε να αποκτήσει νομική υπόσταση, είχε τεράστιο πρόβλημα σε βασικά πρακτικά ζητήματα, με ένα από αυτά να αφορά τον ιματισμό. Οι μαθητές δεν είχαν τους πόρους και το απαραίτητο δίκτυο για να εξοπλίσουν κατάλληλα το σωματείο τους. Έτσι προέκυψε ακόμα ένα παράδοξο: τις φανέλες του νέου συλλόγου τις δάνεισε η FCL, ο σύλλογος από τον οποίο αποσχίστηκε. Στο πλαίσιο εκείνο, βέβαια, η FCL έβλεπε την κίνηση των μαθητών περισσότερο με συμπάθεια, χωρίς να νιώθει το φόβο του ανταγωνισμού – η Ιστορία θα διέψευδε φυσικά αυτή τη θεώρηση. Η Ιστορία όμως έχει καταγράψει ότι οι πρώτες κατακόκκινες φανέλες της Standard, χωρίς το Perron, καθώς αυτό ήταν το έμβλημα της FCL, δόθηκαν από το “παλιό” σωματείο της πόλης. Η Standard θα ήταν μόνιμα η νεώτερη ομάδα, χαρακτηριζόμενη από το matricule 16, ενώ χρειάστηκε περίπου μισός αιώνας για να καταφέρει να ανατρέψει τους αρνητικούς ιστορικούς συσχετισμούς.
Κόντρα στον Μεύση
Η μαθητική Standard, με τις δανεισμένες κόκκινες φανέλες, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στους ανοιχτούς χώρους της πόλης, στο λόφο του Cointe, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Κολλέγιο St Servais και στην αντίπερα όχθη του Μεύση, στο Grivegnée, που αν και σήμερα αποτελεί μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, τότε αποτελούσε μια μεγάλη έκταση αγροτικών πεδίων. Το Cointe ωστόσο αποτελεί ακόμα μια σύμπτωση της Ιστορίας της Standard και της RFCL, καθώς και η παλιότερη ομάδα της Λιέγης ξεκίνησε από εκεί την αθλητική της δραστηριότητα πριν κατηφορίσει προς το κέντρο της πόλης. Η κοιτίδα αυτή του ποδοσφαιρικού πολιτισμού της Πύρινης Πόλης είναι συνώνυμη με τα προνόμια της ελίτ, καθώς αποτελούσε παραδοσιακά χώρο αναψυχής της άρχουσας τάξης, ενώ είχε υπάρξει ακόμα και ιδιωτικό πάρκο. Κι αν η FCL κατέβηκε από το Cointe για να συναντήσει την εξέλιξη της “Αθήνας του Βορρά”, οδηγούμενη από τη ροή του Μεύση, η ιστορική πορεία της Standard πήγε κόντρα στη ροή του μεγάλου ποταμού.
Ο Joseph Debatty παρέμεινε στην προεδρία του συλλόγου μέχρι το 1902, πριν αποχωρήσει για να γίνει ιερέας, ενώ μετά από κάμποσες διοικητικές αλλαγές, το 1909, στη διοίκηση του σωματείου ήρθε ένας βιομήχανος ο Maurice Dufrasne, ο άνθρωπος που θα καθόριζε την ιστορική ταυτότητα του συλλόγου, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 1931.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Λιέγη συνέχιζε να γνωρίζει την ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει τον 19ο. Χρονιά-ορόσημο ήταν το 1905, όταν σε 660 στρέμματα στην περιοχή του Vennes και Boverie διοργανώθηκε η Διεθνής Έκθεση. Εκείνη τη χρονιά ολοκληρώθηκε η εξαιρετικής αισθητικής γέφυρα του Fragnée, που μοιάζει με τη γέφυρα Alexandre III του Παρισιού, η γέφυρα της Fétinne, το Palais des Beaux-Arts, ενώ δημιουργήθηκε η οικιστική περιοχή της Vennes. Αυτή η πολεοδομική και κατασκευαστική ανάπτυξη οδήγησε σε μεγάλη άνθιση και των προσωπικών οικονομικών του Maurice Dufrasne, που ως πολιτικός μηχανικός και βιομήχανος, από οικογένεια με μεγάλη παράδοση στον κατασκευαστικό τομέα στη Βαλλωνία, έκανε “χρυσές δουλειές”. Όμως ο Dufrasne, πέρα από επιχειρηματικό δαιμόνιο, αποδείχθηκε ότι ήταν και εξαιρετικός ποδοσφαιρικός παράγοντας, σε μια εποχή που ο συγκεκριμένος ρόλος λίγο διέφερε από ένα κοινό χόμπι.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/Pont_de_Fragnee_Liege_Belgium_-_Flickr_-_Pierre_Blache-1536x864.jpg)
Η γέφυρα του Fragnée
Με την ανάληψη της διοίκησης του συλλόγου, ο Dufrasne αποφάσισε το νομαδικό κλαμπ να αποκτήσει το δικό του χώρο – όχι στην “Αθήνα του Βορρά”, όχι στο κέντρο της πόλης με την πνευματική παράδοση, ούτε στο συνδεμένο ιστορικά με την ελίτ Cointe. Κοιτώντας προς τη νότια πλευρά, εκεί που υψώνονταν οι τσιμινιέρες των εργοστασίων της σιδηρουργίας και της επεξεργασίας των ορυκτών, εκεί που ζούσαν οι εργάτες, έβλεπε το ταπεινό, βιομηχανικό και προλεταριακό Sclessin ως το φυσικό χώρο που η Standard θα γινόταν το σύμβολο μιας ταυτότητας που ως τότε δεν είχε σύμβολα.
Γυρνώντας κυριολεκτικά την πλάτη της στο ιστορικό κέντρο, η Standard ξεκίνησε την πορεία της προς τα Νοτιοδυτικά, “ανεβαίνοντας” τον Μεύση, σε μια κινητοποίηση που απουσία μέσων μεταφοράς έγινε με οικοδομικά καροτσάκια, μέσα στα οποία τα μέλη του συλλόγου μετέφεραν όλα όσα χρειάζονται για να παιχτεί ποδόσφαιρο, από τα δοκάρια των τερμάτων, μέχρι τις κόκκινες εμφανίσεις της Standard, που ταίριαζαν απόλυτα με την “άγνωστη” εργατική τάξη που πήγαινε να συναντήσει. Το 1909 έγινε η πρώτη γνωριμία του προλεταριάτου της Λιέγης με τη Standard και από τότε ο έρωτάς τους παραμένει άσβηστος και το πάθος τους κυριολεκτικά πύρινο.
Το παραμύθι της Standard ξεκινούσε με μεγάλες προσδοκίες, ωστόσο για να μπορέσει να προχωρήσει έπρεπε ο σύλλογος, όπως και η πόλη, όπως και όλος ο κόσμος, να καταφέρει να επιβιώσει από το πρώτο μεγάλο χτύπημα του 20ου αιώνα. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 κάνει τη βιομηχανική Λιέγη στόχο των γερμανικών επιθέσεων και οι βιομηχανικές της υποδομές καταστρέφονται σχεδόν ολοκληρωτικά από βομβαρδισμούς. Το 1918 μέσα από τα ερείπια έπρεπε να ξαναφτιαχτεί το “θαύμα” που χρειάστηκε έναν αιώνα για να οικοδομηθεί. Αυτό ακριβώς έγινε, ένα θαύμα, γιατί μέσα σε 6 χρόνια, το 1924, η βιομηχανία της Λιέγης είχε επιστρέψει στην προπολεμική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή, η Standard, που είχε αγωνιστεί για πρώτη φορά στην Α’ κατηγορία τα χρόνια 1909-1914, επέστρεψε στην κορυφαία κατηγορία το 1921, προκειμένου να μείνει εκεί ως σήμερα, καταγράφοντας 105 συνεχόμενες σεζόν στην ποδοσφαιρική ελίτ του Βελγίου, αριθμό που αποτελεί ρεκόρ.
Την ίδια εποχή ο Dufrasne προχωρά στην αγορά οικοπέδων γύρω από το γήπεδο της Standard, προχωρώντας στην κατασκευή ενός νέου οικοδομήματος, με κερκίδες από μπετόν και χωρητικότητα 24 χιλιάδων θεατών, το 1923. Αυτό το γήπεδο, η “κόλαση” της Standard, χτισμένο ακριβώς απέναντι από το εμβληματικό εργοστάσιο του Cockerill, που σήμερα δεσπόζει ως μνημείο μιας ανεπίστρεπτης εποχής του άνθρακα και του χάλυβα, έχει πάρει το όνομα του εμπνευστή του και είναι γνωστό στους φίλους του ποδοσφαιρικού πολιτισμού ως Stade Maurice Dufrasne.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/dufrasne_and_cockerill.jpg)
Το Stade Maurice Dufrasne στο Sclessin και στο βάθος το βιομηχανικό σύμπλεγμα του Cockerill-Sambre
Κι ενώ ο κόσμος ξαναγονάτιζε από τις επιπτώσεις του λεγόμενου “κραχ” του 1929, στη Λιέγη τα μεγαλεπήβολα σχέδια δεν είχαν σταματημό. Το 1930 διοργανώθηκε η Exposition internationale de la grande industrie, science et applications, art wallon ancien, που ήταν περισσότερο από μια έκθεση, η σφραγίδα της συμμετοχής της βιομηχανικής Βαλλωνίας στη βελγική εθνική οικονομία, σε αντιπαράθεση με την ανάπτυξη της Αμβέρσας, του μεγάλου λιμανιού, που η διεθνής ακτινοβολία του εκφράστηκε και με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1920. Με αφορμή τη διοργάνωση της έκθεσης νέα έργα πραγματοποιούνται στην πόλη, με την ευθυγράμμιση του Μεύση, την κατασκευή του φράγματος-γέφυρας του Monsin και της γέφυρας της Coronmeuse. Η προσέλευση, ωστόσο, είναι απογοητευτική: αντί για 12 εκατομμύρια επισκέπτες, που αναμένονταν, καταφθάνουν στη Λιέγη μόνο 6 εκατομμύρια, σε μια αντανάκλαση των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών και μιας εποχής που μυρίζει μπαρούτι.
Τα αποτελέσματα της παγκόσμιας κρίσης χτυπάνε τη Λιέγη το 1932, με την ανεργία στο Βέλγιο να αγγίζει το 20% και μια τεράστια Γενική Απεργία να ξεσπάει σε όλη τη χώρα, που παρά το γεγονός ότι δεν οδήγησε σε υλικά κέρδη, συνετέλεσε εκ νέου, μετά από την εξέγερση του 1886, στη ριζοσπαστικοποίηση του προλεταριάτου της Βαλλωνίας. Οι αποσπάσεις υλικών νικών ήρθαν, ωστόσο, για τη βελγική εργατική τάξη, 4 χρόνια αργότερα, όταν με τη Γενική Απεργία του 1936, που ξεκίνησε στα docks της Αμβέρσας και είχε τεράστια συμμετοχή στη Λιέγη, θεσμοθετήθηκαν οι διακοπές μετ’αποδοχών, η 40ωρη εργάσιμη εβδομάδα, η αναγνώριση των συνδικάτων, καθώς και αυξήσεις των μισθών κατά 7%.
Όσο αφορά την ανάπτυξη της πόλης, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939, ολοκληρώθηκε ένα εξαιρετικής σημασίας έργο για τη βελγική οικονομία, καθώς το Κανάλι Albert ένωνε το βιομηχανικό κέντρο της Λιέγης με το λιμάνι της Αμβέρσας, καθιστώντας το λιμάνι της Φλάνδρας το 2ο μεγαλύτερο της Ευρώπης.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει και πάλι το προλεταριάτο της Λιέγης να υπερασπίζεται την ιστορική του ταυτότητα. Οι Ναζί κατακτητές, σε αντίθεση με τη γερμανική καταστροφική μηχανή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αντί να διαλύσουν τις υποδομές επέλεξαν να τις λειτουργήσουν προς όφελός τους. Έτσι, η εργασιακή εκμετάλλευση, η μισθωτή δουλεία, έγινε και υποδούλωση στον ξένο κατακτητή-αφεντικό. Το 1941, όμως, υπό τις συνθήκες εξαθλίωσης, οι εργάτες της Λιέγης, με πρωτεργάτη της κίνησης το Κομμουνιστικό Κόμμα, προχωρούν στις 10 του Μάη στη μεγαλύτερη υπό κατοχή απεργία στην Ιστορία, τη λεγόμενη “Απεργία των 100 χιλιάδων” λόγω του αριθμού της συμμετοχής σε αυτήν, η οποία ανάγκασε τις δυνάμεις κατοχής σε παραχωρήσεις προς τον εντόπιο πληθυσμό, που αφορούσαν κυρίως τις συνθήκες σίτισης.
Bandiera Rossa
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα φέρει κοσμογονικές αλλαγές σε όλο τον πλανήτη, αλλά θα αποτελέσει και την έναρξη ενός εντελώς νέου κεφαλαίου για την κοινωνική ιστορία της Λιέγης. Αν η βιομηχανική επανάσταση δημιούργησε στην πνευματική πόλη του πρώην Πριγκιπάτου-Επισκοπής ένα τεράστιο και εξαιρετικά ριζοσπαστικοποιημένο προλεταριάτο, το 1946 είναι η χρονιά που η ίδια η σύνθεση αυτού του προλεταριάτου θα αρχίσει να αποκτά διαφορετικά και διευρυμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Με το τέλος του Πολέμου, μαζί με τους Ναζί κατακτητές αποχώρησαν και περίπου 65,000 Γερμανοί εργάτες που εργάζονταν στη βιομηχανία της Λιέγης. Η αποχώρηση αυτή δημιούργησε μια άμεση ανάγκη για εργατικά χέρια, τα οποία βρέθηκαν χάρη σε μια διμερή συμφωνία μεταξύ του Βελγίου και της Ιταλίας, από την οποία κατέφθασαν 50,000 εργάτες, αδυνατώντας να βρουν εργασία στη χώρα τους που είχε γονατίσει από τη φασιστική επέλαση. Σε αντάλλαγμα το Βέλγιο θα εξήγαγε στην Ιταλία καθημερινά 200 κιλά άνθρακα. Οι Ιταλοί εργάτες που έφταναν στη Λιέγη έμεναν σε τολ (Nissen Huts) που ονομάζονταν cantines, υπό άθλιες συνθήκες, ξαναζώντας ουσιαστικά την εμφάνιση του βιομηχανικού προλεταριάτου του 19ου αιώνα. Τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης έκανε ακόμα χειρότερες ο κοινωνικός ρατσισμός και η γκετοποίηση, καθώς και οι άγρια εκμετάλλευση στους τόπους εργασίας, της οποίας κλιμάκωση ήταν η τραγωδία του Bois du Cazier, κοντά στο Charleroi, τον Αύγουστο του 1956, που οδήγησε στο θάνατο 262 ανθρώπων και τη λήξη της διμερούς συμφωνίας. Όμως το ιταλικής προέλευσης προλεταριάτο έγινε από τότε αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης της Λιέγης και η κουλτούρα του συναντιέται πέρα από την πόλη και στις κερκίδες του Maurice Dufrasne, εκεί όπου σε πολλές περιπτώσεις αναρτώνται πανό με συνθήματα γραμμένα στη “γλώσσα του Δάντη”.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/cantines.jpg)
Οι cantines, χώροι κατοικίας των Ιταλών μεταναστών που έφθαναν στη Λιέγη
Σε μια νέα – και μάλιστα χρυσή – εποχή έμπαινε και η Standard, στους διοικητικούς κόλπους της οποίας εισήλθε ο Roger Petit, ένας παράγοντας του οποίου η ιστορική συμβολή μπορεί να συγκριθεί επάξια με το αποτύπωμα του Dufrasne. Ο Petit, που είχε αγωνιστεί ως επιθετικός αρχικά και ως αμυντικός στη συνέχεια, από το 1931 ως το 1943, καταγράφοντας 207 συμμετοχές και πετυχαίνοντας 8 γκολ, ανέλαβε χρέη Γενικού Γραμματέα το 1945 και έμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1984! Ο Petit μετέτρεψε τις δραστηριότητες του σωματείου σε μια βιομηχανία, υιοθετώντας αντίστοιχες πρακτικές για όλες τις περί τον σύλλογο δραστηριότητες, πέρα από το αγωνιστικό τμήμα, που έπρεπε να παραμείνει μη κερδοσκοπικό. Ουσιαστικά μετέτρεψε τη Standard σε έναν οργανισμό που από αυτόν εξαρτώνταν η ίδια η διαβίωση ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού της πόλης, με έμφαση στο εργατικό Sclessin. Επιπλέον, δούλεψε εντατικά ώστε να κερδίσει το ποδοσφαιρικό παρασκήνιο, δημιουργώντας μια επικών διαστάσεων κόντρα με το alter ego του στην Anderlecht, τον Constant Vanden Stock, που εκφράστηκε σταδιακά – και μέσα από τη σύγκρουση ιδεολογικών ταυτοτήτων – και στην ανάπτυξη της μεγαλύτερης αντιπαλότητας μεταξύ σωματείων ιστορικά στο Βέλγιο.
Κι αν η Standard ακόμα δεν κέρδιζε τίτλους, ακόμα κι αν η RFCL ήταν θεωρητικά η μόνη μεγάλη ομάδα της πόλης – κερδίζοντας τα τελευταία της πρωταθλήματα τις σεζόν 1952 και 1953 – το προλεταριάτο της Λιέγης “κατακτούσε” και τις Βρυξέλλες. Το 1950, όταν ήταν σε πλήρη εξέλιξη το λεγόμενο Question Royale, δηλαδή το αν θα επέστρεφε στο θώκο του ο Βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος ο 3ος, το 58% της Βαλλωνίας ψήφισε εναντίον της Μοναρχίας. Ωστόσο, με 72% των ψήφων των Φλαμανδών και ένα οριακό αποτέλεσμα στην περιοχή των Βρυξελλών η Μοναρχία αποκαταστάθηκε και ο Λεοπόλδος επέστρεψε στο θρόνο του. Οι εργάτες της Λιέγης, που είχαν υποφέρει υπό το Ναζιστικό ζυγό, εξεγέρθηκαν εναντίον ενός βασιλιά που είχε συνεργαστεί με τους κατακτητές. Η πορεία των Βαλλώνων εργατών προς τις Βρυξέλλες, στις 30 Ιούνη του 1950, οδήγησε στην αιματοχυσία του Fusillade de Frâce-Berleur, με 4 νεκρούς διαδηλωτές. Αποτέλεσμα ήταν το θρόνο να αναλάβει ο γιος του Λεοπόλδου, Beaudoin, ωστόσο τα γεγονότα άφησαν μια ακόμα παρακαταθήκη δημοκρατικών φρονημάτων για την πόλη της Λιέγης.
To 1954 ήταν η χρονιά που η Standard θα κατακτούσε το πρώτο τρόπαιο στην Ιστορία της. Ήταν παιχνίδι της μοίρας, ίσως, μια χρονιά μετά το τελευταίο πρωτάθλημα της RFCL να ξεκινήσει η εποποιία που θα όριζε την αλλαγή των ιστορικών συσχετισμών στην πόλη. Το Μάρτιο του 1954 η Standard έκαμπτε την αντίστασε της Sint-Truiden για τον γύρο των “32” ενώ τον Απρίλη απέκλεισε την Club Brugge με το επιβλητικό 5-1 και τη Daring στα προημιτελικά με 1-2. Στα τέλη του Μάη, επικράτησε της RFC Sérésien με 2-5, προκειμένου να αγωνιστεί στον μεγάλο τελικό της 6ης Ιουνίου, στο Stade du Centenaire (γνωστό και ως Jubilé ή Heysel και σήμερα Stade Roi Beaudoin). Με αντίπαλο την RC Mechelen η Standard άνοιξε το σκορ στο 1ο μόλις λεπτό με σκόρερ τον Sébastien Jacquemyns, ενώ πριν συμπληρωθεί το δεκάλεπτο ο Joseph Givard, που αγωνιζόταν σε θέση μέσα δεξιά (8) στο σύστημα 2-3-5 της εποχής, διπλασίασε τα τέρματα των Λιεζουά. Στο 30ο λεπτό ο Mannaerts μείωσε για την Mechelen, όμως στο 86ο λεπτό, ο αρχηγός και σέντερ φορ της Standard, Fernand Blaise, κλείδωσε τη νίκη και τον τίτλο για την ομάδα του, γράφοντας το τελικό 3-1. Αυτή ήταν η επίσημη είσοδος της Standard στο κλαμπ των μεγάλων συλλόγων του βελγικού ποδοσφαίρου.
Αυτή ήταν και η εξαιρετική πρώτη σεζόν μιας μεγάλης προσωπικότητας που αναδιαμόρφωσε αγωνιστικά τη Standard. Το καλοκαίρι του 1953 έφτασε στη Λιέγη ο Γάλλος προπονητής André Riou, ένας πρώην ποδοσφαιριστής από το Moulins της βόρειας Αρβέρνης που είχε συνδέσει το όνομά του προηγουμένως με τον σύλλογο της Toulouse. Ο Riou, είχε αγωνιστεί τη δεκαετία του 1930 στη Racing του Παρισιού (μετά το πέρασμα του Hogan) και στη συνέχεια στην Toulouse, προκειμένου να ξεκινήσει από εκεί την προπονητική του καριέρα. Είχε κερδίσει την Β’ κατηγορία της Γαλλίας το 1950 με την ομάδα της Stade Français – Red Star, πριν γίνει ο πρώτος επαγγελματίας προπονητής της Standard, μένοντας στην ιστορία ως “ο άνθρωπος με το μπερέ”.
Ο Riou στην πρώτη του χρονιά έφερε το πρώτο κύπελλο για τη Standard και στην τελευταία του σεζόν έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην Ιστορία του συλλόγου, όντας ο αρχιτέκτονας μιας πορείας που οδήγησε στο πρώτο πρωτάθλημα, τη σεζόν 1957-58. Σε μια κούρσα που κράτησε από την πρώτη ως την τελευταία αγωνιστική με ανταγωνίστρια την κάτοχο του τίτλου Antwerp, η Standard κατάφερε να εξασφαλίσει τον τίτλο στην ισοβαθμία χάρη σε ένα γκολ, αφού στα μεταξύ τους παιχνίδια είχε ηττηθεί με 1-0 στην Αμβέρσα, αλλά είχε επικρατήσει με 2-0 στο Sclessin. Οι πρώτοι πρωταθλητές με τα χρώματα της Standard ήταν οι Toussaint Nicolay (τερματοφύλακας), Jean Mathonet (αρχηγός), Maurice Bolsée, Gilbert Marnette, Henri Thellin, Joseph Happart, Karel Mallants, Jean Jadot, Joseph Givard, Jean Van Herck, André Piters ο λεγόμενος και Popeye, Denis Houf και Marcel Paeschen.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/standard1958.jpg)
Η ομάδα της Standard, πρωταθλήτρια του 1958
Η κατάκτηση του πρωταθλήματος σήμαινε και την πρώτη έξοδο της Standard στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, την επόμενη σεζόν. Με νέο προπονητή τον Ούγγρο-Τσεχοσλοβάκο Géza Kalocsay, ποδοσφαιριστή της ομάδας της Sparta Πράγας που είχε κατακτήσει το Mitropa cup το 1935, η ευρωπαϊκή πορεία της νεοφώτιστης Standard στον σχετικά νεαρό θεσμό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Στον 1ο γύρο, έκαμψε το εμπόδιο της σκωτσέζικης Hearts, κερδίζοντας με 5-1 στο Sclessin και χάνοντας με 2-1 εκτός έδρας, ενώ στους “16” αντιμετώπισε τη μεγάλη Sporting της Λισαβώνας, την οποία κέρδισε εκτός έδρας με 2-3 και διέλυσε με 3-0 στη Λιέγη. Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η Reims του Juste Fontaine, που το καλοκαίρι του 1958 είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ της Σουηδίας πετυχαίνοντας 13 γκολ (επίδοση που μέχρι σήμερα δεν έχει ξεπεραστεί). Η Reims, που είχε αγωνιστεί μερικά χρόνια νωρίτερα στον παρθενικό τελικό της διοργάνωσης, τα βρήκε σκούρα στη Λιέγη, με τη Standard να επικρατεί με 2-0, χάρη σε γκολ των Jadot και Givard, όμως στον επαναληπτικό, ένα γκολ του Piantoni και 2 του μέγιστου σκόρερ Fontaine στέρησαν από τη Standard μια μεγάλη πρόκριση.
-
Η Standard θα ξαναβρισκόταν στην κορυφή του Βελγικού ποδοσφαίρου σε μια χρονιά που επίσης “χρωματίστηκε” από τη δράση του προλεταριακού στοιχείου της. Στις 30 Ιουνίου του 1960, το ιστορικό χρυσωρυχείο (ή διαμαντωρυχείο) του Βελγίου, μία χώρα που έγινε σύμβολο της στυγνής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, το Βελγικό Κονγκό, έγινε ανεξάρτητη χώρα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με πρώτο πρωθυπουργό τον Patrice Émery Lumumba, που δολοφονήθηκε το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς. Οι οικονομικές επιπτώσεις για το Βέλγιο ήταν τεράστιες, κάτι που οδήγησε τον πρωθυπουργό Gaston Eyskens να προτείνει την επιβολή ενός προγράμματος αυστηρής λιτότητας, το λεγόμενο Loi Unique, προκειμένου να απορροφηθεί η κρίση χρέους που προέκυψε από την απώλεια της αφρικανικής δεξαμενής αιματοβαμμένου πλούτου. Απάντηση των εργατών της Βαλλωνίας ήταν η τρομερή απεργία εκείνου του χειμώνα, με ηγέτη της τον André Renard από το σωματείο της FGTB, που κλιμακώθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1961. Αν και ο νόμος τελικά πέρασε στις 14 του Φλεβάρη, τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς ανέδειξαν ένα πολιτικό σχίσμα μεταξύ των γλωσσικών περιοχών του Βελγίου, με τους εργάτες της Βαλλωνίας να αποκτούν μια ξεχωριστή “εθνική” ιδεολογική ταυτότητα, η οποία εξελίχθηκε με διάφορους τρόπους και ιδεολογικά παρακλάδια στις διάφορες πολιτικές αποχρώσεις του “βαλλωνισμού”.
Τη στιγμή που οι κόκκινες σημαίες της FGTB έφτιαχναν νέες πολύπλοκες πολιτικές ταυτότητες, ωστόσο, οι κόκκινες φανέλες της Standard, στην τελευταία σεζόν του Kalocsay, έβρισκαν και πάλι την πορεία προς το θρίαμβο, σε ένα πρωτάθλημα ιστορικό για την πόλη της Λιέγης, καθώς η Standard πήρε τον τίτλο, αφήνοντας δεύτερη την RFCL, με την επικράτηση αυτή να δείχνει κάτι περισσότερο από τον συσχετισμό της στιγμής, μια ιστορική πορεία. Αυτό θα ήταν και το πρώτο πρωτάθλημα μιας δεκαετίας που στην κορυφή θα εναλάσσονται αποκλειστικά η Standard και η Anderlecht, δημιουργώντας το μεγάλο δίπολο του βελγικού ποδοσφαίρου. Ήρωας εκείνης της ομάδας και κορυφαίος ποδοσφαιριστής της σεζόν ήταν ο Jean Nicolay, τερματοφύλακας που γεννήθηκε το 1937 στη συνοικία του Bressoux και αγωνίστηκε επίσης 39 φορές με την εθνική ομάδα του Βελγίου.
Les Rouches
Τη δεκαετία του 1960 η Standard θα επισημοποιούσε τη θέση της ως ενός εκ των γιγάντων του βελγικού ποδοσφαίρου και θα γινόταν και σημείο αναφοράς του βαλλωνικού ποδοσφαίρου, με τη φήμη του συλλόγου να φεύγει πολύ έξω από τα εθνικά σύνορα, καθώς οι επιτυχημένες πορείες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έκαναν το σωματείο ουσιαστικά πρέσβη της πόλης της Λιέγης σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Με τον εκμοντερνισμό της ποδοσφαιρικής παρακολούθησης μέσω της τηλεόρασης, η εικόνα από το Sclessin μπορούσε να φτάνει πολύ πέρα από τα όρια της πόλης και από τις περιγραφές, κυρίως του Luc Varenne, που εργαζόταν στο γαλλόφωνο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο RTBF, έγινε γνωστό το δημοφιλέστερο προσωνύμιο του συλλόγου: “Les Rouches”, που δεν είναι κάτι παραπάνω από την εκφορά της λέξης “οι κόκκινοι” (les rouges) με την ιδιαίτερη προφορά της Λιέγης.
Ο ίδιος εκμοντερνισμός αντικατοπτριζόταν και στην εικόνα της πόλης της Λιέγης, που για μια ακόμα εποχή μεταμορφωνόταν – όχι απαραίτητα όσο ονειρικά είχε σχεδιαστεί. Ένα μεγάλο πλάνο δημιουργίας υπόγειου σταθμού λεωφορείων στην Place St Lambert έμεινε για πολλά χρόνια στάσιμο, αφήνοντας για δεκαετίες μια τρύπα στο κέντρο της πόλης. Το 1967 χτίστηκε το κτήριο της Cité Administrative, ένας από τους πρώτους ουρανοξύστες της πόλης, που σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Jean Poskin και Henri Bonhomme. Την ίδια περίοδο στο Droixhe σχεδιάστηκε μια περιοχή που φιλοδοξούσε να γίνει ο παράδεισος του σύγχρονου τρόπου αστικής κατοίκησης. Μια σειρά από επιφανείς καλλιτέχνες, όπως οι Jo Delahaut, Pol Bury, Georges Collignon, Jean Rets και άλλοι, κόσμισαν με έργα τους τις εισόδους των νέων ουρανοξυστών-συγκροτημάτων κατοικιών. Όλα αυτά σε ένα σχέδιο αστικής δόμησης που συμπεριελάμβανε ό,τι χρειαζόταν για μια άνετη ζωή, όπως εμπορικά καταστήματα, ελεύθεροι χώροι παιχνιδιού, αθλητικές εγκαταστάσεις, σχολεία, βιβλιοθήκες, ιατρικό κέντρο και ένας μεγάλος κινηματογράφος.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/droixhe-collage.jpg)
Το μοντερνιστικό συγκρότημα κατοικιών του Droixhe
Η Standard εκπροσωπώντας μια πόλη σε πλήρη βιομηχανική ανάπτυξη θριάμβευε στην Ευρώπη, καθώς η επιστροφή της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών σημαδεύτηκε από ακόμα μία εκπληκτική πορεία. Στη διοργάνωση του 1961-62 κατάφερε να κερδίσει διαδοχικά τις Fredrikstad και Haka από τις Σκανδιναβικές χώρες, προκειμένου να αντιμετωπίσει στα προημιτελικά του θεσμού την ισχυρότατη Rangers της Γλασκώβης. Στην πρώτη αναμέτρηση, στο Sclessin, ο Claessen άνοιξε το σκορ για τους Rouches στο 7ο λεπτό, πριν ισοφαρίσει ο Wilson στο 18′. Με 2 γκολ του Crossan, στο 40′ και 51′ και ένα ακόμα του Vliers στο 56′, η Standard έπαιρνε όμως ένα εξαιρετικό προβάδισμα προκειμένου να βρεθεί ένα βήμα πιο μακριά από εκεί που έφτασε το 1959. Στον επαναληπτικό του Ibrox οι Rangers προηγήθηκαν με τον Brand στο 28ο λεπτό όμως δε μπορούσαν να σκοράρουν περισσότερο ώστε να καλύψουν την αρνητική διαφορά τριών τερμάτων. Τελικά κατάφεραν μόνο να τη μειώσουν, με ένα penalty που εκτέλεσε ο Caldow στο 89ο λεπτό και έτσι η Standard να πάρει τη μεγάλη πρόκριση για τα ημιτελικά, όπου θα αντιμετώπιζε την πεντάκις πρωταθλήτρια Ευρώπης, Real Μαδρίτης, που την προηγούμενη σεζόν είχε χάσει το στέμμα της από τη Benfica. Οι ημιτελικοί που διεξήχθησαν στις 22 Μαρτίου και 12 Απριλίου ήταν μια πολύ πιο δύσκολη υπόθεση και η Standard με δύο ήττες δεν κατάφερε να βρεθεί στον τελικό του Amsterdam.
Τη σεζόν 1962-63, σε ένα πρωτάθλημα που διεκδικούσαν με αξιώσεις τουλάχιστον 6 ομάδες, η Standard πέρασε την Anderlecht στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα στην 20η αγωνιστική, με 10 ακόμα να απομένουν για το τέλος της σεζόν. 5 αγωνιστικές αργότερα η Standard είχε πετύχει ακόμα 4 νίκες και η Andlerecht μόλις μία ισοπαλία, με την Antwerp και την RFCL να βρίσκονται 6 και 7 βαθμούς από την κορυφή αντίστοιχα. Η μεγάλη αυτή διαφορά (με το σύστημα βαθμολογίας 2-1-0 τότε) έμοιαζε να κινδυνεύει μόνο μετά το πέρασμα της Anderlecht από το Sclessin και την ήττα της Standard με 0-1, στην 26η αγωνιστική (που ήταν η εξ’ αναβολής 23η). Με 4 νίκες στους τελευταίους 4 αγώνες, ωστόσο, οι Standardmen πανηγύρισαν ακόμα έναν εθνικό τίτλο, φτάνοντας τα 3 πρωταθλήματα και έχοντας μάλιστα στις τάξεις τους τον πολυτιμότερο παίχτη του πρωταθλήματος, τον τερματοφύλακα Jean Nicolay, που εξελισσόταν σε θρύλο του Sclessin.
Την επόμενη τριετία η Standard δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί στο πρωτάθλημα την άσπονδη εχθρό Anderlecht, όμως στις 8 Ιουνίου του 1966 δόθηκε η ευκαιρία για τη μεγάλη σύγκρουση των δύο γιγάντων, στον τελικό του Κυπέλλου που διεξήχθη στο Heysel. Η Standard, στης οποίας την τεχνική ηγεσία βρισκόταν ο Γιουγκοσλάβος Michel (Milorad) Pavić, επικράτησε χάρη στο γκολ που πέτυχε στο 32ο λεπτό ο Λιμβουργέζος αμυντικός Nico Dewalque, πετυχαίνοντας μια νίκη με πολλούς συμβολισμούς καθώς πέρα από το γεγονός ότι έκαμψε την αντίσταση της μεγάλης αντιπάλου της διέθετε πλέον στην τροπαιοθήκη της 3 πρωταθλήματα και 2 κύπελλα, ισοφαρίζοντας τα 5 τρόπαια (πρωταθλήματα) της συμπολίτισσας RFCL.
Αυτή η κατάκτηση του Κυπέλλου, ωστόσο, ήταν και το εισιτήριο για μια ακόμα θριαμβευτική πορεία στην Ευρώπη, στο Κύπελλο Κυπελλούχων του 1966-67. Στη δεύτερη τη τάξη ευρωπαϊκή διοργάνωση, η Standard απέκλεισε τη Valur από την Ισλανδία, με το ματς στο Dufrasne να λήγει με το εμφατικό 8-1, ενώ στους επόμενους γύρους πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις της απέναντι στον Απόλλωνα Λεμεσού και τη Chemie Leipzig. Στα προημιτελικά το εμπόδιο της Vasas αποδείχθηκε πιο δύσκολο, καθώς την 1η Μαρτίου του 1967 οι Ούγγροι επικράτησαν με 2-1 στο Györ, με τον Semmeling ωστόσο να σημειώνει ένα “χρυσό” (όπως αποδείχθηκε) γκολ στο 85ο λεπτό. Στον επαναληπτικό, οι Claessen και Jurkiewicz έγραψαν το 2-0 για τη Standard που μέσα σε μια δεκαετία βρέθηκε για δεύτερη φορά σε ημιτελικά ευρωπαϊκής διοργάνωσης, ξεπερνώντας και σε αυτή την άτυπη σύγκριση την RFCL που είχε φτάσει νωρίτερα στα ημιτελικά του Κυπέλλου Εκθέσεων, του προγόνου του Κυπέλλου UEFA. Στα ημιτελικά, αν και δε γνώρισε συντριβή, όπως είχε συμβεί με τη Ρεαλ το 1962, ηττήθηκε με 2-0 εκτός έδρας και 1-3 εντός έδρας από τη Bayern Μονάχου, χάνοντας την ευκαιρία να διεκδικήσει το ευρωπαϊκό τρόπαιο στον τελικό της Νυρεμβέργης.
Με το τέλος της δεκαετίας, απέμενε ο εκθρονισμός της Anderlecht από την κορυφή του βελγικού πρωταθλήματος, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε χωρίς μεγάλη πίεση. Αυτό έγινε τη σεζόν 1968-69, όταν υπό τις οδηγίες του René Hauss, που είχε έρθει από την RC Strasbourg, οι Rouches ξαναβρήκαν τη γη της επαγγελίας. Πρωταγωνιστής εκείνης της σεζόν ήταν ο Wilfried Van Moer, ο γεννημένος το 1945 στο Beveren μέσος, που αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίχτης του πρωταθλήματος για δεύτερη φορά, μετά το 1966 που το είχε καταφέρει ως ποδοσφαιριστής της Antwerp. Ωστόσο, αιχμή του δόρατος της Λιεζουά επίθεσης ήταν ο Ούγγρος Antal Nagy, που σε 28 συμμετοχές στο πρωτάθλημα έστειλε τη μπάλα 20 φορές στα αντίπαλα δίχτυα.
Την επόμενη σεζόν ο Nagy αποχώρησε με μεταγραφή για την Antwerp αλλά οι Rouches του Hauss, με ηγέτη και πρωταγωνιστή τον Van Moer που ξανακέρδισε τον τίτλο του πολυτιμότερου παίχτη του πρωταθλήματος, έκαναν μια εκπληκτική πορεία με 22 νίκες, 5 ισοπαλίες και 3 ήττες, προκειμένου να κερδίσουν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το πρωτάθλημα, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Αυτό σήμαινε ότι η Standard πλέον είχε όσα πρωταθλήματα και η RFCL, είχε σταθερή παρουσία στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και είχε αναδειχθεί στον de facto εκπρόσωπο του Βαλλωνικού ποδοσφαίρου μέσα από μια διαμάχη με την Anderlecht που άφησε μια θρυλική ιστορική παρακαταθήκη. Η χρυσή τριετία του Hauss ολοκληρώθηκε την επόμενη σεζόν, στην οποία η Standard με υπερόπλο στην επίθεση τον Γερμανό Erwin Kostedde, που πέτυχε 26 γκολ σε 27 αγώνες, κατάφερε να τερματίσει με ένα βαθμό περισσότερο από την Brugges την κούρσα του πρωταθλήματος, παρά τον μηδενισμό στο παιχνίδι με την Antwerp εκτός έδρας (το οποίο η Standard είχε κερδίσει με 0-2) για τη χρήση περισσότερων από τους επιτρεπόμενους ξένους παίχτες στο γήπεδο.
Ο θάνατος του άνθρακα και το κύκνειο άσμα
Η χρυσή αυτή τριετία, καθώς και η απόλυτη κυριαρχία της Standard και της Anderlecht στο βελγικό πρωτάθλημα, θα τελείωνε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μιας δεκαετίας στην οποία τελείωσε και το ευρωπαϊκό όνειρο της ευημερίας. Σε πολλές χώρες της δυτικής Ευρώπης έχει περάσει στη συλλογική μνήμη η ύπαρξη των “ένδοξων τριάντα” (trente glorieuses) χρόνων, δηλαδή των τριών δεκαετιών από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η αλματώδης ανάπτυξη του ευρωπαϊκού και γενικότερα του δυτικού καπιταλισμού, που υπό το βάρος και του ιδεολογικού ανταγωνισμού με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και την ύπαρξη ισχυρών εργατικών κινημάτων σε κάθε χώρα μπόρεσε να παραχωρήσει δικαιώματα και καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας στην εργατική τάξη των χωρών αυτών, έφτανε στο τέλος της. Η λεγόμενη “πετρελαϊκή κρίση” που εκδηλώθηκε ως κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου το 1973 συνέπεφτε με την είσοδο στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά χωρών έξω από τον παραδοσιακό Ευρωπαϊκό και Βορειοαμερικανικό χώρο παραγωγής ενέργειας. Η Ιαπωνία και η Βραζιλία εισήλθαν ως ισχυροί παίχτες στην αγορά ενέργειας, την ίδια στιγμή που ο άνθρακας δεν ήταν πια η απαραίτητη ενεργειακή πρώτη ύλη που χρειαζόταν η βιομηχανία, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες και ο χάλυβας παραγόταν φτηνότερα σε άλλους τόπους. Έτσι, η μεγάλη πλουτοπαραγωγική ζώνη της Λιθανθρακοφόρου Ζώνης, ξεκίνησε να ζει μια μεγάλη ιστορική ύφεση.
Στη Λιέγη αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται στους αριθμούς των εργαζόμενων στο εμβληματικό εργοστάσιο Cockerill. To 1957 στη συγκεκριμένη μονάδα εργάζονταν 45,000 άνθρωποι, ενώ ακριβώς πριν το χτύπημα της μεγάλης κρίσης, το 1974, ο αριθμός αυτός είχε φτάσει τους 65,000. Μία δεκαετία αργότερα, το 1984, μόλις 18,700 εργάτες αποτελούσαν το δυναμικό του ιστορικού εργοστασίου, με τον αριθμό να μειώνεται στους 12,100 εργάτες το 1988.
Η οικονομική ύφεση στην πόλη της Λιέγης αντικατοπτριζόταν και στην πορεία της Standard, που παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στο επίκεντρο των διαξιφισμών του ποδοσφαιρικού παρασκηνίου, χάρη στον Roger Petit, δε μπορούσε να κοντράρει τις ομάδες της Φλάνδρας επάξια, με την Brugge να αναδεικνύεται ως μια νέα μεγάλη δύναμη του βελγικού ποδοσφαίρου, κερδίζοντας το 1973 το πρώτο πρωτάθλημα (και δεύτερο συνολικά) μετά από 53 χρόνια. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας η Brugge είχε φτάσει συνολικά τα 6 πρωταθλήματα, φτάνοντας τη Standard στον σχετικό ιστορικό πίνακα, ενώ το 1978 αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, χάνοντας στο Wembley από τη μεγάλη Liverpool του Bob Paisley με γκολ του Dalglish στο 64ο λεπτό.
Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια “στεγνή” δεκαετία ώστε να έρθει η στιγμή των τελευταίων θριάμβων, που αποτέλεσαν ουσιαστικά το κύκνειο άσμα εκείνης της χρυσής εποχής για τη Standard. Ήταν η εποχή που σημαδεύτηκε από την παρουσία μερικών από τους μεγαλύτερους θρύλους του βελγικού ποδοσφαίρου στο Sclessin. Εξέχων μεταξύ αυτών ήταν ο Eric Gerets, δεξί μπακ, που γεννήθηκε στο Rekem το 1954 και έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο “το λιοντάρι του Rekem”. Ο Gerets σε 11 σεζόν που φόρεσε τη φανέλα της Standard έγραψε 413 συμμετοχές πετυχαίνοντας 30 γκολ, πριν μεταγραφεί στη Milan. Άλλη μεγάλη φυσιογνωμία ήταν ο θρυλικός Βέλγος τερματοφύλακας Michel Preud’homme, γεννημένος το 1959 στο Ougrée στα νότια περίχωρα της Λιέγης. Στον πάγκο της Standard καθόταν μία τεράστια μορφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ο αναμορφωτής της Brugge, ένας προπονητής που συνέδεσε το όνομα του με την πορεία του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης μετά την εποποιία της Σχολής του Δούναβη, ο Ernst Happel.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/eric-gerets.jpg)
Ο θρύλος της Standard, Eric Gerets, το λιοντάρι του Rekem
Αυτή η θρυλική ομάδα της Standard βρήκε τον πρώτο τίτλο της στις 7 του Ιούνη του 1981, όταν αντιμετώπισε στο Heysel των Βρυξελλών τη Lokeren για τον τελικό του Κυπέλλου. Η επικράτηση των Rouches ήταν κάτι περισσότερο από άνετη, καθώς με γκολ των Edström, Daerden, Tahamata και Önal, δηλαδή 4 παιχτών με 4 διαφορετικές υπηκοότητες πριν την μετά-Bosman εποχή, κέρδισε με 4-0 για να προσθέσει το 4ο κύπελλο στην τροπαιοθήκη της. Το 1981 συνέβη όμως ακόμα ένα σημαντικό γεγονός για τη Standard, ακόμα κι αν δεν ήταν υπό τον έλεγχό της. Στο τέλος της σεζόν, η Beerschot, ομάδα από τα νότια περίχωρα της Αμβέρσας, υποβιβάστηκε, παρά το γεγονός ότι τερμάτισε στη 15η θέση του πρωταθλήματος των 18 ομάδων, λόγω της αποκάλυψης ενός σκανδάλου από το σύλλογο του Beringen. Η υπόθεση οδήγησε στον υποβιβασμό της και έτσι τελείωσε ένα σερί 65 συνεχόμενων παρουσιών στην ελίτ. Από τη σεζόν του 1981-82 η Standard θα ήταν ο σύλλογος με την πιο μακρά αδιάκοπη παρουσία στην πρώτη κατηγορία του βελγικού ποδοσφαίρου.
Το κύπελλο του 1981 ήταν μόνο η αρχή για εκείνη την ομάδα, που τη σεζόν 1981-82 διέπρεψε, καταγράφοντας ίσως την καλύτερη σεζόν στην ιστορία του συλλόγου. Στον πάγκο τον Ernst Happel αντικατέστησε ο Raymond Goethals, ο προπονητής που αργότερα θα κέρδιζε το Champions League με τη Marseille, βάζοντας έτσι ένα ορόσημο στο γαλλικό ποδόσφαιρο. Τη Standard του Gerets και του Preud’homme ενίσχυσε ο ερχομός του Arie Haan, μέσου του θρυλικού Ajax των αρχών της δεκαετίας του ’70, που κατηφόρησε στη Λιέγη μετά από μια εξαετή θητεία στην Anderlecht.
Στο πρωτάθλημα η Standard με μια σταθερή αλλά όχι υπερηχητική πορεία κατάφερε να επικρατήσει, ολοκληρώνοντας τη σεζόν μπροστά από την Anderlecht και προσθέτοντας το 7ο πρωτάθλημα στην τροπαιοθήκη της. Όμως η σεζόν σημαδεύτηκε από τη μνημειώδη ευρωπαϊκή πορεία στο Κύπελλο Κυπελλούχων. Στον πρώτο γύρο η μαλτέζικη Floriana αποδείχθηκε αντίπαλος πολύ κατώτερος των προσδοκιών, με το σκορ στο Sclessin να σταματάει στο 9-0. Στον δεύτερο γύρο, μια παλιά γνώριμη, η ουγγρική Vasas, αυτή τη φορά δεν έβαλε δύσκολα στη Standard, η οποία με νίκες 0-2 εκτός και 2-1 εντός πέρασε στον επόμενο γύρο. Στα προημιτελικά ωστόσο, αντίπαλος ήταν η ανερχόμενη Porto, που ακόμα δεν κυριαρχούσε στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο, όμως ξεκινούσε μια πορεία που λίγα χρόνια αργότερα θα έφτανε στην ευρωπαϊκή κορυφή. Η Standard κατάφερε με γκολ του Engelbert και αυτογκόλ του Gabriel να κερδίσει με 2-0, ώστε όταν ο Jean-Michel Lecloux σκόραρε στο Estádio das Antas να έχει ουσιαστικά κλειδώσει τη νίκη, στον επαναληπτικό που τελικά έληξε ισόπαλος με σκορ 2-2. Η μεγάλη πρόκληση ήταν ασφαλώς τα ημιτελικά, όπου η Standard έπρεπε να φτάσει πιο μακριά από τις προηγούμενες δύο φορές. Ο εκτός έδρας αγώνας έβαλε τα θεμέλια, καθώς χάρη στο γκολ του Daerden οι Rouches αποχώρησαν νικητές από το Στάδιο Lenin της Τυφλίδας, με αντίπαλο την τοπική Dinamo, ενώ στον επαναληπτικό και πάλι ο Daerden διαμόρφωσε το ίδιο σκορ για να στείλει τους Standardmen στον τελικό της Βαρκελώνης.
Όταν ο τελικός μιας ευρωπαϊκής διοργάνωσης γίνεται στο Camp Nou, υπό τα βλέμματα 100,000 θεατών, ο τελευταίος αντίπαλος που θα ήθελε κανείς να αντιμετωπίσει είναι σίγουρα η Barcelona. Η καταλανική θρυλική ομάδα ήταν ωστόσο η αντίπαλος της Standard το βράδυ της 12ης Μαΐου του 1982 και παρ’όλα αυτά το παιχνίδι ξεκίνησε πολύ καλά για τη βαλλωνική ομάδα, καθώς ο Guy Vandermissen άνοιξε το σκορ για τους τυπικά και πάνω απ’όλα ουσιαστικά φιλοξενούμενους στο 8ο λεπτό. Στην εκπνοή του ημιχρόνου, ωστόσο, η Barcelona ισοφάρισε με τον Simonsen και τελικά ο Quini με γκολ στο 63ο λεπτό στέρησε έναν ευρωπαϊκό τίτλο από την Ιστορία της Standard.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/standard1982.jpg)
Η ομάδα της Standard που αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1982
Η σεζόν του 1982, ωστόσο, πέρα από τον ευρωπαϊκό τελικό, στιγματίστηκε και από το σκάνδαλο Standard-Waterschei. Οι δύο ομάδες αγωνίζονταν μεταξύ τους στο Sclessin για την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος, στις 8 Μαΐου, ενώ στις 12 του ίδιου μήνα η Standard θα έπαιζε ευρωπαϊκό τελικό στη Βαρκελώνη. Η εκτός έδρας ήττα της Standard από τη Waregem στην 31η αγωνιστική, στις 18 Απριλίου, είχε φέρει την κατάσταση σε ένα οριακό σημείο, με τους Rouches να βρίσκονται μόλις 1 βαθμό μπροστά από την Anderlecht. Στη συνέχεια η Anderlecht ήρθε ισόπαλη στην 33η αγωνιστική, με τη Standard να απέχει 2 βαθμούς και να της αρκεί μία ισοπαλία στον τελευταίο αγώνα για να κερδίσει το πρωτάθλημα. Προκειμένου να εξασφαλίσει τον τίτλο του πρωταθλήματος αλλά να προστατεύσει και παίχτες από τραυματισμό για τον ευρωπαϊκό τελικό, ο Roger Petit κινήθηκε στο παρασκήνιο προκειμένου να συμφωνήσει ένα θετικό αποτέλεσμα για την ομάδα του. Τελικά η Standard κέρδισε εκείνο το παιχνίδι με 3-1, ακόμα κι αν αρκούσε η ισοπαλία που φαίνεται ότι συμφωνήθηκε, αλλά το σκάνδαλο θα είχε ιστορικές επιπτώσεις.
Η Standard του Goethals έγινε η δεύτερη ομάδα στην ιστορία του συλλόγου που κέρδιζε δύο σερί πρωταθλήματα, το 1983, ανεβαίνοντας παράλληλα στην 3η θέση της διασυλλογικής κατάταξης της UEFA, την ίδια χρονιά, ισοβαθμώντας με τη θρυλική Liverpool, πίσω από τις Barcelona και Real Μαδρίτης. Ωστόσο, η έρευνα και διαλεύκανση του σκανδάλου Standard-Waterschei ανέδειξε τις ευθύνες του Petit, οδηγώντας τελικά στην απομάκρυνσή του από το σύλλογο που υπηρετούσε για σχεδόν 40 χρόνια. Αυτό ήταν ένα σοκ για τη Standard που στο απόγειό της έχανε τον σημαντικότερο και σίγουρα εμβληματικότερο διοικητικό στέλεχός της. Μέσα σε ένα κλίμα ύφεσης, με τη μετατροπή της Λιέγης σε ένα φάντασμα ενός ονείρου του παρελθόντος, την ουσιαστική γκετοποίηση του “παραδείσου” του Droixhe και τη στασιμότητα στην πόλη, η εποποιία της ομάδας του Goethals ήταν το κύκνειο άσμα όχι μόνο για ένα σύλλογο, αλλά και για τον συμβολισμό της ευημερίας και της ανάπτυξης σε μια πόλη που ενσάρκωσε τη βιομηχανική ατμομηχανή της δυτικής Ευρώπης για περίπου έναν αιώνα.
Τα πέτρινα χρόνια
Από τη μια η απομάκρυνση του Petit και από την άλλη οι οικονομικές συνθήκες που δυσχαίρεναν στην πόλη της Λιέγης, συνέθεταν ένα σκηνικό μέσα στο οποίο ήταν πολύ πιο δύσκολο να συνεχιστεί η προηγούμενη ανάπτυξη. Το 1977 είχε ήδη αποχωρήσει από την προεδρία του συλλόγου ο αρχιτέκτονας της μεταπολεμικής Standard, Paul Henrard, ενώ ο Charles Huriaux, που κρατούσε τα διοικητικά ινία του συλλόγου την περίοδο της τελευταίας θριαμβευτικής πορείας του, παρέδωσε το 1986 τη σκυτάλη στον Camille Heusghem. Στα πρωταθλήματα που ακολούθησαν η Standard αδυνατούσε να βρεθεί στο επίπεδο των Anderlecht και Brugge, που δημιούργησαν ένα νέο δίπολο, που κρατάει ως τις μέρες μας, το οποίο δεν έχει το ίδιο ιδεολογικό βάθος με την αντιπαλότητα της Standard με την Anderlecht, αλλά είναι στο επίκεντρο όσο αφορά τη διεκδίκηση των τίτλων. Μάλιστα, τη σεζόν 1987-1988 η Standard ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα στη 10η θέση της βαθμολογίας, χάνοντας μάλιστα την πρωτοκαθεδρία και στην ίδια την πόλη της Λιέγης μετά από πολλά χρόνια, καθώς η RFCL τερμάτισε στην 5η θέση, έχοντας συγκεντρώσει 14 περισσότερους βαθμούς.
Το ίδιο σκηνικό, με την αναγεννημένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 RFCL επαναλήφθηκε την επόμενη σεζόν και η Standard, που το 1988-89 ισοφάριζε το ρεκόρ συνεχόμενης παρουσίας στην Α’ κατηγορία της Beerschot, έβλεπε την ιστορική εντός των τειχών αντίπαλο να βρίσκεται σε θέση που μπορεί να αναποδογυρίσει μια ανατροπή που είχε συντελεστεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Το 1988 όμως τις τύχες του συλλόγου ανέλαβε ο Jean Wauters, ένας επιχειρηματίας γεννημένος στο βιομηχανικό Herstal, στα βόρεια της πόλης, που ανέλαβε να ξανατονώσει την ομάδα του Sclessin. To 1989-90, η Standard έγινε η ομάδα με τις περισσότερες συνεχόμενες παρουσίες στην ιστορία της Α’ κατηγορίας, όμως η RFCL, που τερμάτισε 12η στο πρωτάθλημα, κατάφερε έναν αναπάντεχο θρίαμβο. Στις 19 Μαΐου, η άσπονδη εχθρός, καθοδηγούμενη από τον Robert Waseige, έναν προπονητή που συνέδεσε το όνομά του με την ιστορία της Standard αλλά και γενικότερα του βαλλωνικού και συνολικότερα του βελγικού ποδοσφαίρου, κέρδιζε στο Heyzel την Germinal του Ekeren με 2-1 για να ξαναφέρει έναν τίτλο στην άλλη μεριά της Λιέγης, αυξάνοντας τα τεμάχια στην τροπαιοθήκη της μετά από 37 χρόνια, φτάνοντας την ίδια σεζόν και στα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA, όπου αποκλείστηκε από τη Werder Βρέμης.
Η αρχή της δεκαετίας του 1990, ωστόσο, έδειξε ότι αυτή η πορεία ανατροπής συσχετισμών δε θα συνεχιζόταν. Το 1992 η Standard ξαναβρήκε την έξοδο στην Ευρώπη, κατακτώντας την 3η θέση στο πρωτάθλημα, τη στιγμή που η RFCL βρισκόταν και πάλι στο βάθος του βαθμολογικού πίνακα, ενώ το 1993, η Standard του Arie Haan, που πλέον είχε επιστρέψει ως προπονητής, αντιμετώπισε στον τελικό του Κυπέλλου τη Charleroi του Waseige και μέσα στο γήπεδο Vanden Stock της μισητής Anderlecht, που φέρει το όνομα του αιώνιου προσωπικού αντιπάλου του Petit, κέρδισε με γκολ των Henk Vos και Philippe Léonard έναν ακόμα τίτλο.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/184058d61066f5632e314f83e8fcc496-1305971266.jpg)
Η Standard κυπελλούχος Βελγίου το 1993
Στην πολύ πιο εμπορευματοποιημένη εποχή του ποδοσφαίρου, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι σύλλογοι της αποβιομηχανοποιημένης Λιέγης πάσχιζαν να βρουν το βηματισμό τους. Η Standard κατάφερε να διεκδικήσει μέχρι τέλους το πρωτάθλημα του 1994-95, το οποίο έχασε για ένα βαθμό από την Anderlecht, όμως εκείνη η σεζόν αποτέλεσε χαριστική βολή για την RFCL, η οποία υπό το βάρος των οικονομικών προβλημάτων κατέρρευσε, τερματίζοντας στην τελευταία θέση και αποχαιρετώντας τη μεγάλη κατηγορία μετά από 50 συνεχόμενες συμμετοχές. Επιπροσθέτως, η Λιέγη βρέθηκε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού ενδιαφέροντος, καθώς η υπόθεση ενός ποδοσφαιριστή της RFCL που απαιτούσε το δικαίωμα να μπορέσει να αγωνιστεί σε όποια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση το κοινοτικό δίκαιο άλλαξε για πάντα τους όρους του επιχειρηματικού παιχνιδιού στο ποδόσφαιρο. Ο Jean-Marc Bosman, που είχε αγωνιστεί στη Standard για 5 σεζόν μεταξύ του 1983 και 1988, καταγράφοντας 86 συμμετοχές και 3 γκολ, μεταπήδησε στην RFCL, στην οποία αγωνίστηκε μόλις 3 φορές. Απαιτώντας την εφαρμογή της Συνθήκης της Ρώμης και στο ποδόσφαιρο κατάφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στις παλιές τακτικές διοίκησης των συλλόγων στην Ευρώπη, ενώ και ο ίδιος υπήρξε θύμα της κατάστασης, χωρίς να βρίσκει ξανά ομάδα για να αγωνιστεί, βλέποντας στη συνέχεια τη ζωή του να διαλύεται. Θύμα αυτής της κατάστασης ήταν όμως και η RFCL, η οποία βρέθηκε στο χείλος της καταστροφής, αναγκάστηκε να συγχωνευθεί με την FC Tilleur για να επιβιώσει και να κρατήσει το ιστορικό matricule 4 και τα τελευταία 30 χρόνια έχει βρεθεί μόλις για 1 σεζόν στην πρώτη κατηγορία.
Η μετριότητα όμως χαρακτήριζε και την πορεία της Standard, που ενώ είχε “καθαρίσει” το τοπίο στην πόλη, εξελισσόμενη στον μοναδικό σύλλογο που την εκπροσωπεί στην ελίτ του εθνικού ποδοσφαίρου, δε μπορούσε να βρει τις δόξες των προηγούμενων δεκαετιών, περιοριζόμενη σε θέσεις που οδηγούσαν μόλις σε μερικές συμμετοχές στο Intertoto, όντας μακριά από τις πρωταγωνίστριες ομάδες της εποχής. Η δεύτερη αυτή κάθοδος είχε ναδίρ το 1998, όταν η Standard τελείωσε το πρωτάθλημα στην 9η θέση, έχοντας συγκεντρώσει μέσα στη σεζόν σχεδόν τους μισούς βαθμούς από την πρωταθλήτρια Brugge (43 έναντι 84). Στη ζοφερή αυτή στιγμή εμφανίστηκε ο Robert Louis-Dreyfus, ένας Γάλλος επιχειρηματίας που τότε ήταν και CEO της Adidas και παράλληλα ιδιοκτήτης της Marseille. Ο Dreyfus αναδιοργάνωσε το σύλλογο, ρίχνοντας ιδιαίτερο βάρος στις ακαδημίες, από τις οποίες τα επόμενα χρόνια βγήκαν μερικοί από τους πιο εμβληματικούς παίχτες του βελγικού ποδοσφαίρου, όπως ο Steven Defour, ο Axel Witsel και ο Marouane Fellaini. Ο Dreyfus ήταν ουσιαστικά ο πρώτος ιδιοκτήτης της Standard που συμβάδιζε με τις απαιτήσεις της νέας ποδοσφαιρικής βιομηχανίας και η Standard μπόρεσε αρχικά τουλάχιστον να αποφύγει μία μοίρα αντίστοιχη με εκείνη της RFCL.
Η μεταβιομηχανική εποχή
Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα η Λιέγη έμοιαζε με ένα απομεινάρι του παρελθόντος, με μια βιομηχανία που αλλού είχε εξαφανιστεί και αλλού αργοπέθαινε, με την αναγκαιότητα να βρεθεί ένα νέο πλάνο για την επιβίωση και ανάπτυξη της πόλης. Η στρατηγική της θέση, αυτή που κατανόησε 15 αιώνες νωρίτερα ο Επίσκοπος Monulphe, έγινε η βάση για την ανάπτυξη ενός νέου σχεδίου. Η μεγαλύτερη υποδομή που κληρονόμησε η πόλη από τη Βιομηχανική επανάσταση ήταν το παραποτάμιο λιμάνι της, το 3ο μεγαλύτερο στην Ευρώπη, το οποίο συνδέεται με τα 2 μεγαλύτερα λιμάνια της ηπείρου, του Ρότερνταμ και της Αμβέρσας. Η Λιέγη είναι επίσης ένα σταυροδρόμι μεταξύ πολλών σημαντικών πόλεων, όπως οι Βρυξέλλες, η Αμβέρσα, το Λουξεμβούργο, το Μαάστριχτ, το Ρότερνταμ, το Άαχεν, η Κολόνια, το Στρασβούργο, ακόμα και το Παρίσι που οδικώς απέχει 4 ώρες, μόλις 2 με το TGV. Έτσι ήταν σχεδόν προφανής η επιλογή να αρχίσει να μεταμορφώνεται σε ένα διαμετακομιστικό κέντρο, με τη δημιουργία ενός τεράστιου εμπορευματικού αεροδρομίου και την ανάπτυξη σιδηροδρομικών γραμμών μεγάλης ταχύτητας, που συμπληρώνουν την ύπαρξη του λιμανιού της.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/bandierarossa.jpg)
Σύνθεση με την κερκίδα των οπαδών της Standard στο Stade Dufrasne
Την ίδια στιγμή, το προαιώνιο δίπολο μεταξύ βιομηχανίας και πνευματικού κέντρου έβρισκε αυτή τη φορά μια συνθετική διέξοδο δίνοντας βάρος στο δεύτερο. Η τόνωση της καινοτομίας, στην περιοχή του Sart-Tilman, γύρω από το Πανεπιστήμιο, αποτέλεσε προτεραιότητα, με την προσέλκυση εταιριών που δραστηριοποιούνται στους τομείς της βιοτεχνολογίας και της διαστημικής. Όμως αυτή η λύση, όσο κι αν μπορούσε να δώσει διέξοδο στα κεφάλαια που βρίσκονταν ή περνούσαν από την πόλη, δε μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της επιβίωσης και της εργασίας για το τεράστιο βιομηχανικό προλεταριάτο που ήταν επίσης η κληρονομιά μιας υπεραιώνιας πορείας υπερεκμετάλλευσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της πόλης. Την ίδια στιγμή, το προλεταριάτο αυτό που αρχικά είχε μπολιαστεί με τους Ιταλούς εργάτες, στη συνέχεια με Έλληνες και Ισπανούς πολιτικούς εξόριστους και αργότερα με εργάτες από το Μαρόκο και την Τουρκία που ήρθαν επίσης με διμερείς συμφωνίες, άρχισε να συμπεριλαμβάνει και πρόσφυγες από τόπους πολέμου και πλήρους εξαθλίωσης που με καραβάνια έφταναν από χώρες της Αφρικής και της Ασίας, δημιουργώντας ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό φτώχειας και ανέχειας σε ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης και μερικές νησίδες υψηλής ειδίκευσης και έντονης τοποθέτησης κεφαλαίων. Αυτοί οι δύο κόσμοι μοιάζουν να μη συναντιούνται, η γεωγραφία της πόλης είναι τέτοια που επιτρέπει να συνυπάρχουν αλλά να μην ακουμπάει ο ένας τον άλλον ποτέ.
Η Standard όμως είναι η ομάδα του βιομηχανικού και προλεταριακού Sclessin, απέναντι από το εργοστάσιο του Cockerill που το 1998 ιδιωτικοποιήθηκε και πέρασε στα χέρια της γαλλικής Usinor, προκειμένου να παρακμάσει στα χέρια των νέων ιδιοκτητών του και τελικά να κλείσει το 2014. Είναι η ομάδα των εργατών που αντιμετωπίζουν σταθερά διψήφια ποσοστά ανεργίας μέσα στον 21ο αιώνα και η παρουσία του Louis-Dreyfus στην αρχή του millennium μόνο ως παρουσία Μεσσία μπορούσε να χαρακτηριστεί, όσο αφορά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα του συλλόγου.
Η Standard που τη δεκαετία του 2000 είχε σχεδόν καπαρώσει την άτυπη 3η θέση στη σειρά δυναμικότητας του βελγικού ποδοσφαίρου, πίσω από την Anderlecht και τη Brugge, ξαναείδε έναν μεγάλο ποδοσφαιριστή να φοράει τη φανέλα της το 2004. Ο Sergio Conceição, μετά από μία αποτυχημένη δεύτερη θητεία στη Lazio και ένα σύντομο πέρασμα από την Porto, έφτασε στη βαλλωνική γη. Η πρώτη του χρονιά στη Standard ήταν εκπληκτική, καθώς σε 34 συμμετοχές πέτυχε 11 γκολ, έχοντας μεγάλη ευθύνη στη δημιουργία του παιχνιδιού της ομάδας που προπονούσε ο Dominique D’Onofrio, που είχε διαδεχθεί τον Waseige μετά το τελευταίο πέρασμά του από το Sclessin. Ο Conceição αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίχτης του πρωταθλήματος το 2005, με τη Standard να τερματίζει στην 3η θέση και να υπάρχει λόγος, στην εμπορευματοποιημένη εποχή του σπορ, να πουληθούν φανέλες ενός παίχτη σε όλη την πόλη και ακόμα παραπέρα.
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/standard2008.jpg)
Η ομάδα της Standard, πρωταθλήτρια της σεζόν 2007-2008
Η εποχή του θριάμβου ξαναήρθε τη σεζόν 2007-08, με τη Standard να βρίσκεται στο μεταξύ σταθερά στην πρώτη τριάδα του πρωταθλήματος. Στον πάγκο της ομάδας βρισκόταν ο εμπβληματικός τερματοφύλακας της Standard και της εθνικής Βελγίου, Michel Preud’homme και στον αγωνιστικό χώρο ο 20χρονος Axel Witsel οδηγούσε τους Rouches, που στην 4η αγωνιστική βρέθηκαν για πρώτη φορά στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, προσπερνώντας τη Ghent. Ακολουθώντας για μεγάλο διάστημα μέσα στο χειμώνα τη Brugge, η Standard ξαναβρέθηκε στην κορυφή στην 24η αγωνιστική προκειμένου να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα με τη μεγαλύτερη διαφορά στην ιστορία της, ολοκληρώνοντας τη σεζόν με 22 νίκες, 11 ισοπαλίες και μόλις μία ήττα εκτός έδρας από τη Charleroi.
Το κατόρθωμα των ομάδων των αρχών του ’70 και του ’80 επαναλήφθηκε το 2009, με τη Standard να κατακτά ξανά δεύτερο σερί τίτλο, αυτή τη φορά υπό την ηγεσία του Ρουμάνου τεχνικού László Bölöni, που ήταν ήδη γνωστός για το πέρασμά του από τη Sporting Λισαβώνας, το οποίο συνδιάστηκε με την ανάπτυξη και αξιοποίηση του ταλέντου των ακαδημιών, κάτι που αποτελούσε πρωταρχικό στόχο του πλάνου του Louis-Dreyfus για τη Standard.
Όμως, στις 4 Ιούλη του 2009 ο Louis-Dreyfus πέθανε, ύστερα από μια μακρά μάχη με τη λευχαιμία και ο Ελβετός Reto Stiffler που εκτελούσε χρέη προέδρου την περίοδο της ιδιοκτησίας του έψαξε να βρει χέρια για να μεταβιβάσει τις τύχες του συλλόγου. Αρχικά ο Roland Duchâtelet, ένας επιχειρηματίας με καταγωγή από τη Λιέγη που αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική, ανέλαβε το σύλλογο μέχρι το 2015, πριν οι μετοχές περάσουν στα χέρια του Bruno Venanzi, ενός επιχειρηματία απόγονου των Ιταλών αφιχθέντων στην πόλη. Τη δεκαετία του 2010 η Standard κατάφερε να κερδίσει τρία κύπελλα (2011, 2016 και 2018) όμως η διαχείριση του Venanzi ήταν καταστροφική, με τα χρέη να γιγαντώνονται και τελικά με το ξέσπασμα της πανδημίας η κατάσταση να γίνεται αφόρητη και ο σύλλογος να κινδυνεύει ακόμα και με πτώχευση. Αυτό που δεν κατάφερε να κάνει ο Venanzi όμως με την κακή διαχείριση κόντεψε να το καταφέρει ο όμιλος 777 Partners, που με την αγορά μιας σειράς ομάδων και τη δημιουργία ενός ποδοσφαιρικού δικτύου οδήγησε το σύλλογο στο απόλυτο οικονομικό ναδίρ, ένα βήμα πριν την κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων!
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/556450939_1238317141672340_3893644084767081887_n-1536x1026.jpg)
Η ομάδα της Standard της σεζόν 2025-2026
Τα τελευταία χρόνια, με τη διεξαγωγή και των playoffs για την κατάκτηση του πρωταθλήματος στο Βέλγιο, η Standard δεν καταφέρνει να μπει στην κορυφαία τετράδα ή εξάδα που οδηγεί στον τίτλο, αγωνιζόμενη συνήθως για κάποια θέση στο Conference League, επίσης με αποτυχία. Η χειρότερη βαθμολογική συγκομιδή ήρθε στο πρωτάθλημα του 2021-2022 όταν τερμάτισε στη 14η θέση, τη χειρότερη από το 1921 που συμμετέχει στην πρώτη κατηγορία, με μόλις 36 βαθμούς σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι του 2025 ο Giacomo Angelini, ακόμα ένας ντόπιος, απόγονος Ιταλών μεταναστών, ανέλαβε να σώσει το σύλλογο από τη χρεωκοπία και να εξασφαλίσει αρχικά την επιβίωση και εν συνεχεία την ανάπτυξή του, όμως αυτό που φαίνεται να είναι στις μέρες μας η Standard είναι ό,τι ακριβώς και η πόλη της Λιέγης: ένα φάντασμα του παρελθόντος.
Υπάρχει μέλλον στις όχθες του Μεύση;
Από τη μέρα της ιστορικής απόφασης του Maurice Dufrasne να συνδέσει το σύλλογο της Standard με το βιομηχανικό προλεταριάτο της πόλης της Λιέγης, η Ιστορία και η μοίρα του συλλόγου συνδέθηκε άρρηκτα με την οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Τα αποτελέσματα στο γήπεδο ήταν σχεδόν ευθεία αντανάκλαση των όσων συνέβαιναν στα εργοστάσια του Sclessin και του Seraing, των τόνων του άνθρακα και του χάλυβα και του αριθμού των εργαζόμενων που θρέφονταν από την επεξεργασία των μετάλλων της Πύρινης Πόλης. Σήμερα όμως, συμπληρώνοντας το αργυρό ιωβηλαίο του millennium, η ανάπλαση της πόλης με στόχο μια διαφορετικού τύπου ανάπτυξη γίνεται με πολύ αργά βήματα, πολλές φορές με καταστροφικές καθυστερήσεις, όπως η κατασκευή του tram που ολοκληρώθηκε το 2025 αντί για το 2017, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο. Η αργή αυτή μεταμόρφωση της πόλης με τις απαραίτητες σύγχρονες υποδομές έχει διαλύσει τον εμπορικό ιστό της, αφήνοντας το κέντρο της ουσιαστικά χωρίς ζωή. Την ίδια στιγμή, η αδυναμία να ενσωματωθεί στο νέο μοντέλο καινοτομίας το μεγάλο προλεταριάτο που δεν έχει πρόσβαση στην απαραίτητη υψηλή ειδίκευση κρατάει εξωφρενικά υψηλά τα ποσοστά της ανεργίας. Άραγε, υπό αυτές τις συνθήκες, προς τα πού θα πήγαινε το κονβόι των μαθητών ο Dufrasne;
(https://futbol.gr/wp-content/uploads/2025/12/dufrasne_meuse-1536x864.jpg)
Η Standard για να μπορέσει να επιβιώσει, όπως και κάθε ποδοσφαιρικός σύλλογος, χρειάζεται μια γερή οπαδική βάση που να μπορεί να στηρίζει και υλικά τη μακροημέρευση και τις επιτυχίες του συλλόγου. Όσο κι αν το ποδόσφαιρο διοικείται και αποτελεί ιδιοκτησία εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων, στο τέλος της εξίσωσης η δυνατότητα των οπαδών να στηρίξουν το σύλλογο είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας που κρίνει το αποτέλεσμα. Μέσα σε συνθήκες σταθερής οικονομικής ύφεσης, το άκρως ριζοσπαστικοποιημένο κοινό της Standard, χάρη στην ιδεολογική κληρονομιά που του άφησαν οι προηγούμενες γενιές των οπαδών των Rouches και των εργατών της Πύρινης Πόλης, μπορεί να κρατάει ψηλά και με υπερηφάνια την ιδιαίτερη ταυτότητα του στις τσιμεντένιες κερκίδες του Sclessin. Όμως για να μπορέσει αυτή η υπερηφάνια να συνδυαστεί και με νέα αγωνιστική ανάταση χρειάζεται ο κόσμος που ξεκινάει να πάει στο γήπεδο να έχει λύσει κι άλλα προβλήματα στη ζωή του, όπως τότε, στα ένδοξα τριάντα, που στη Λιέγη μοιάζουν εικόνα από ένα παραμύθι του παρελθόντος.
Το μέλλον όμως πάντα κρύβει την αισιοδοξία και με όποιον τρόπο καταφέρει η εργατική τάξη της Λιέγης να βρει και πάλι το δρόμο προς την προκοπή, με αυτόν το δρόμο θα μπορέσει να ανορθωθεί και η Standard, που σε αντίθεση με άλλους συλλόγους της βελγικής πρωτεύουσας δε μπορεί να στηριχθεί σε “χθεσινούς” οπαδούς που είτε πολεμώντας την πλήξη τους, είτε ψάχνοντας ένα οποιοδήποτε κοινωνικό περιεχόμενο, ανακαλύπτουν νέες ποδοσφαιρικές αγάπες. Η Standard έχει μόνο έναν έρωτα, το προλεταριάτο της Λιέγης – και για τους εργάτες της Λιέγης ισχύει το ίδιο!
futbol.gr
-
Επίθεση και όπου μας βγάλει: η επιστροφή της Ναϊμέγκεν
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/9f11f8e4-0c22-4723-bf08-20decdd37649.jpg?format=webp)
Κοιτάζοντας στον πίνακα της βαθμολογίας της Ολλανδίας φέτος, κάποιος μπορεί να δει δύο ενδιαφέροντα πράγματα. Το πρώτο ότι οι δύο από τους τρεις μεγάλους δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Άγιαξ και Φέγενορντ έχουν μείνει εκτός διεκδίκησης τίτλου από πολύ νωρίς και μόνο με κάποιο θαύμα θα καλύψουν τη διαφορά. Το δεύτερο είναι ότι στις πρώτες θέσεις φιγουράρει μια διαφορετική ομάδα που δεν μας έχει συνηθίσει να κάνει τέτοιες πορείες, όπως για παράδειγμα η ΑΖ ή η Ουτρέχτη ή η Τβέντε. Μιλάμε για τη Ναϊμέγκεν ή για τους φίλους NEC (Nijmegen Eendracht Combinatie).
Το Ναϊμέγκεν είναι η μεγαλύτερη πόλη του Χέλντερλαντ στο κέντρο και προς τα ανατολικά της χώρας. Το Χέλντερλαντ είναι η μεγαλύτερη σε έκταση επαρχία της χώρας και έχει δυο κύριες πόλεις, το Άρνεμ και το Ναϊμέγκεν. Και ναι, όπως φαντάζεστε, οι ποδοσφαιρικές τους ομάδες έχουν κόντρα. Και ναι, όπως και πάλι ίσως φαντάζεστε, το δράμα που περνάει η Φίτεσε του Άρνεμ που ψυχορραγεί στη Β’ εθνική, φέρνει μεγάλη χαρά στους οπαδούς της NEC που πέρσι (όταν η Φίτεσε έχασε το δικαίωμα συμμετοχής στη Β’ εθνική εξαιτίας χρεών) σήκωσαν πανό που έγραψε «Υπάρχει μόνο ένα μέρος για επαγγελματικό ποδόσφαιρο στο Χέλντερλαντ, ποτέ ξανά στο Άρνεμ»:
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/8a949414-e63e-47b9-bddc-9139b60106fd.jpg)
Το Ναϊμέγκεν έχει μεγάλη ιστορία, καθώς ουσιαστικά ιδρύθηκε ως στρατιωτική βάση από τους Ρωμαίους πριν από περίπου 2000 χρόνια. Είναι η πρώτη πόλη η οποία απελευθερώθηκε από τους συμμάχους στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και υπέστη σοβαρές ζημιές από τους βομβαρδισμούς. Σήμερα είναι μια πόλη περίπου 200.000 κατοίκων, γνωστή για το πανεπιστήμιό της, αλλά περισσότερο στην υπόλοιπη Ευρώπη για την ομάδα της. Ή τουλάχιστον σε όσους δεν μπερδεύουν τη NAC με τη NEC.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/2bcf9e1a-4e01-432e-8e94-3bd3764c8941.jpg)
Βουτιές στο Ναϊμέγκεν την Πρωτοχρονιά
Η Ναϊμέγκεν ιδρύθηκε το 1900 και ενώ είχε για πολλά χρόνια σταθερή παρουσία στην 1η κατηγορία της Ολλανδίας, από τη δεκαετία του 2010 έγινε ομάδα ασανσέρ. Μετά από μια τετραετία στη Β’ εθνική της Ολλανδίας κατάφερε να ανέβει ξανά και να παίξει στην Eredevisie τη σεζόν 2021-22. Και από τότε προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια της, καθώς πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Άλλωστε είναι μαθημένη σε αυτά. Τη δεκαετία του 1920 παρότι τα πήγε καλά στη Β’ εθνική, έχανε την συνεχώς την άνοδο σε μπαράζ με αποτέλεσμα να την κοροϊδεύουν λέγοντας ότι το NEC σημαίνει “Nooit Εerste Classer”, δηλαδή “Ποτέ στην 1η εθνική”. Mέχρι που τελικά τα κατάφερε το 1936.
Η NEC πέρασε πολλές δύσκολες περιόδους στην ιστορία της, όπως όταν χρεοκόπησε στα 90s, ενώ έχει και μια ιδιαίτερη σχέση με το γήπεδό της. Ένα στάδιο που χτίστηκε το 1939 και εγκαινιάστηκε από τον πρίγκιπα της Ολλανδίας. Η NEC όμως έπαιζε ήδη αλλού και δεν ήθελε να μετακομίσει στο Χόφερτστάντιον και μόνο όταν το γήπεδό της καταστράφηκε στον πόλεμο πήγε εκεί. Εκεί φιλοξένησε την Μπαρσελόνα το 1983 στο Κυπελλούχων. Αποτελεί την έδρα της όλα αυτά τα χρόνια και το 1992 μάλιστα το αγόρασε από τον Δήμο σε συμβολική τιμή. Mερικά όμως χρόνια αργότερα, λόγω των οικονομικών της προβλημάτων, αναγκάστηκε να το πουλήσει πίσω. Έτσι εδώ και χρόνια πλήρωνε ενοίκιο και έχανε σημαντικά έσοδα.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/9c394839-3731-4530-8131-6b4bd732da0c.jpg)
Ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της χώρας, απολαμβάνει την αγαπημένη του ομάδα
Στη μεταστροφή της ιστορίας της Ναϊμέγκεν παίζει σημαντικό ρόλο και ένας επιχειρηματίας. Ο Μαρσέλ Μπούκχορν είναι ένας επιχειρηματίας με πολλά χρήματα. Υπολογίζεται ότι αξία του είναι περίπου 2,8 δις, κάτι που τον κάνει τον 11ο πλουσιότερο Ολλανδό. Ξεκίνησε ως λογιστής σε μεγάλη εταιρεία και στη συνέχεια έφτιαξε τη δική του επενδυτική εταιρεία με όνομα Ramphastos. Ο Μπούκχορν έκανε κάτι διαφορετικό από άλλους συναδέλφους του, αγόραζε πολύ μικρές εταιρείες που περνούσαν κάτω από τα ραντάρ, τις μεγάλωνε και στη συνέχεια της πουλούσε. Εταιρείες συχνά προέρχονται από πολύ άγνωστους κλάδους, που κανείς δεν φανταζόταν ότι μπορούσαν να φέρουν κέρδη. Σιγά σιγά γιγαντώθηκε και έφτασε στο σημερινό του μέγεθος.
Ο Μπούκχορν δεν είναι κάποιος ζάμπλουτος που εμφανίζεται ιδιαίτερα στα ΜΜΕ. Κρατά χαμηλό προφίλ και προέρχεται από το Ναϊμέγκεν. Γι’ αυτό είναι και οπαδός της ομάδας. Μεγάλωσε λίγα τετράγωνα μακριά από το γήπεδο του συλλόγου και γείτονάς του ήταν ο θρυλικός τερματοφύλακας της ομάδας Νίκο ντε Μπρι. Ο πατέρας του δεν έχανε ματς της NEC και ο Μαρσέλ τον θυμάται με το μπράντι του στην τσέπη να παρακολουθεί την ομάδα από την εξέδρα. Οπαδός της για πάνω από 75 χρόνια. Ο ίδιος ο Μαρσέλ, επειδή η οικογένεια δεν είχε λεφτά, έμπαινε με τα άλλα πιτσιρίκια όρθιος και παρακολουθούσε. Όπως λέει, έπαιζε και μπάλα σαν δεξί εξτρέμ, ήταν γρήγορος, αλλά όχι τόσο καλός για να παίξει στη NEC. Και λέει με καμάρι, ότι στο γήπεδο πηγαίνει με τους συμπαίκτες του από την ομάδα του. Είναι φίλοι του εδώ και 45 χρόνια, από τότε που δεν είχε φράγκο στην τσέπη του. Από όρθια πιτσιρίκια, σήμερα σε “σουίτα” στο γήπεδο, αλλά με την ίδια αγάπη για τη NEC. Και, ως οπαδός, ξεχωρίζει το ιστορικό ματς μέσα στη Μόσχα για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ 2008-09. Τότε που η ΝΕC ξεκίνησε με δύο ήττες και στο τρίτο ματς έχανε με 1-0 από τη Σπαρτάκ Μόσχα από το 2′ μέχρι και το 84′. Αλλά με δυο γκολ στο τελευταίο πεντάλεπτο έκανε την ανατροπή και τελικά πέρασε στην επόμενη φάση. Οι πολλοί εκδρομείς από το Ναϊμέγκεν πανηγύρισαν έξαλλα, ανάμεσά τους και ο (πλούσιος πλέον τότε) Μπούκχορν που είχε ταξιδέψει Δεκέμβριο στη Μόσχα για τον αγώνα.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/120cef0e-78d4-4401-8966-69be7a688260.jpg)
Μπορεί να είσαι δισεκατομμυριούχος, αλλά πανηγυρίζεις σαν παιδί όταν η ομάδα σου κερδίζει την πρόκριση στον τελικό κυπέλλου
(από το 2024)
Ο Μαρσέλ είχε ήδη εμπλοκή στην ομάδα από τις αρχές του αιώνα μας. Την εποχή που η ομάδα αναγκαζόταν να πουλήσει το γήπεδο πίσω στον Δήμο. Ο Μπούκχορν είχε ήδη βοηθήσει την ομάδα βάζοντας εταιρείες του ως σπόνσορα στη φανέλα της ομάδας. Αργότερα βοήθησε με έναν άλλο ντόπιο επιχειρηματία, δίνοντας χρήματα για κάποιες πολύ σημαντικές μεταγραφές. Τον Δεκέμβριο του 2020 αποκάλυψε ότι έχει δώσει στην ομάδα περίπου 20 εκατομμύρια που μάλλον φτάνουν και τα 30 αν βάλουμε μέσα και κάποιες άλλες χορηγίες. Και όλα αυτά χωρίς να είναι ιδιοκτήτης και χωρίς να θέλει να μπαίνει μπροστά. Δεν τα δίνει με “δάνεια” όπως συχνά κάνουν άλλοι “σωτήρες” (ακόμα και στην Ελλάδα), ούτε τα παίρνει σε μετοχές. Τα χαρίζει με μοναδικό αντάλλαγμα να έχει για όσο ζει μια σουίτα στο γήπεδο για να βλέπει την ομάδα με τους φίλους του.
Από την περασμένη δεκαετία η NEC (που οι οπαδοί της την προφέρουν “ενισέ” και όχι ΝΕΚ όπως γίνεται με τη ΝΑΚ Μπρέντα) ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για να πάρει πίσω το γήπεδό της. Για καιρό δεν είχαν αποτέλεσμα, αλλά τελικά τον περασμένο Ιούνιο βρέθηκε λύση. Το δημοτικό συμβούλιο της πόλης έδωσε το ΟΚ για να περάσει ξανά στον έλεγχο της ομάδας το γήπεδο με ένα ποσό κοντά στα 6 εκατομμύρια (η έκταση παραμένει στον δήμο). Κάτι που ο Μπούκχορν θεωρεί σημαντικό, ώστε η ομάδα σιγά σιγά να κάνει παραπάνω βήματα. Το ενοίκιο ήταν περίπου 600-700 χιλιάρικα τον χρόνο, ενώ παράλληλα δεν υπήρχαν και σχέδια από τον δήμο για να βελτιωθεί. Ένα γήπεδο που όπως είπαμε είναι από το 1939, ανακαινίστηκε σε κάποιες φάσεις, αλλά το 2020 είδε κομμάτι του στην εξέδρα των φιλοξενούμενων της Φίτεσε να καταρρέει.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/9df2885c-a635-49d7-989b-8d1ce5126ee6.jpg)
Το στάδιο στη σημερινή του μορφή
Το πλάνο είναι επέκταση αρχικά σε 18.000 (σήμερα χωράει περίπου 13.000 θεατές και είναι σχεδόν πάντα γεμάτο, με κόσμο να βρίσκεται σε αναμονή για ένα εισιτήριο διαρκείας) και σε δεύτερη φάση να φτάσει τις 20.000 θέσεις. Υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν περίπου 60 εκατομμύρια Ευρώ σε βάθος πενταετίας για να γίνει κάτι τέτοιο. Ο Μπούκχορν που συμμετείχε στην αγορά του σταδίου, πιθανότατα θα συμμετάσχει και σε αυτό το έργο. Αλλά όχι μόνος. Και αυτό δεν το κάνει επειδή είναι στερεοτυπικός τσιγκούνης Ολλανδός που μετράει κάθε Ευρώ. Άλλωστε όπως είπαμε έχει δώσει καμιά 30αρια εκατομμύρια ήδη.
Το κάνει γιατί δεν θέλει η ομάδα να χάσει τον τοπικό και συλλογικό χαρακτήρα της όπως έχει δηλώσει: «Δεν θέλω να είμαι ιδιοκτήτης του κλαμπ. Ας είμαστε ειλικρινείς: η ομάδα ανήκει στους οπαδούς της, στην κοινότητα και θα πρέπει να την αφήσουμε ήσυχη». Και γι’ αυτό προσπαθεί να βοηθήσει με επιχειρηματικές γνώσεις αλλά και γνωριμίες ώστε να μπορεί η NEC να συντηρείται σχετικά μόνη της και να μη βασίζεται σε έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό άλλωστε κάθε φορά βρίσκει και άλλους επενδυτές ώστε να βοηθούν την ομάδα. Το όνομα του Μπούκοχορν σίγουρα θα βοηθήσει ώστε να προσελκύσει επενδυτές για το γήπεδο και το γεγονός ότι η άλλη ομάδα της περιοχής, η Φίτεσε, περνάει τη χειρότερη περίοδό της, το κάνει ευκολότερο.
Πρόσφατα δήλωσε πάλι: «Η NEC είναι δικιά μας, με έμφαση στο “δικιά μας”. Είμαστε σε αυτό όλοι μάζι». Και δείχνοντας το γεμάτο στάδιο συνέχισε: «πατέρες, μητέρες, παιδιά, παλιοί παίκτες και προπονητές. Είναι όλα για τη NEC μας. Η αλληλεγγύη είναι τεράστια». Σπάνιες δηλώσεις για κάποιον επιτυχημένο επιχειρηματία. Μπορεί να είναι ανεπίσημα ο ισχυρός της άντρας, αλλά η ομάδα δεν είναι δικιά του, δεν φοβάται μήπως κάποια στιγμή βαρεθεί και την πουλήσει. Είναι εκεί ως σύμβουλος, ως χρηματοδότης και ως οπαδός. Πέρα όμως από τα εξωαγωνιστικά, η Ναϊμέγκεν βρίσκεται και σε μια εξαιρετική εποχή αγωνιστικά.
Η NEC βρίσκεται μέσα στις ευρωπαϊκές θέσεις και παλεύει ακόμα και για το Τσάμπιονς Λιγκ. Μετά από την PSV που έχει εξαφανιστεί στην 1η θέση με μεγάλη διαφορά, η NEC έχει τη 2η καλύτερη επίθεση, μπροστά από Φέγενορντ, Άγιαξ και τους υπόλοιπους. Σε αυτό βοήθησε πολύ η… Ιαπωνία, καθώς τα περισσότερα γκολ τα έχουν σημειώσει ο Κέντο Σιογκάι κι ο Κόκι Ογκάουα. Ο πρώτος μάλιστα εκμεταλλεύτηκε αυτή την παρουσία του και πήρε πρόσφατα μεταγραφή στη Γερμανία και τη Βόλφσμπουργκ. Ο τρίτος Ιάπωνας, ο Κοντάι Σάνο, ήταν στόχος του Άγιαξ, αλλά τελικά η NEC τον κράτησε.
Η NEC έχει πολυφωνία στην επίθεση και αυτό φαίνεται τόσο από το γεγονός ότι έχει περίπου 2,6 γκολ ανά αγώνα (!!) και, κυριώς, το κάνει χωρίς να είναι τυχερή ή “να έχει ρέντα”, καθώς και τα xGoals είναι αρκετά υψηλά. Πολυφωνία υπάρχει άλλωστε και στη δημιουργία. Ο βετεράνος επιθετικός Λίνσεν, που είχε περάσει και από τη Φέγενορντ, εκτός από τα γκολ μοιράζει και πολλές ασίστ. Κοντά του ακόμα μια παλιοσειρά, ο Σερί (που ίσως τον θυμάστε από την Μακάμπι Χάιφα), που μπορεί να είναι στα 37 του, αλλά ακόμα κάνει μαγικά στο χορτάρι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η NEC είναι γερασμένη ομάδα. Το αντίθετο. Πολλοί βασικοί παίκτες της είναι 21 και 22 ετών. Και παρότι ο προπονητής της Ντικ Σρέντερ είναι 54 ετών, τα περισσότερα του χρόνια τα είχε περάσει ως βοηθός και ως αναλυτής. Έχει λίγα χρόνια πείρας ως πρώτος, ανέβασε όμως κατηγορίες την Τζβόλε και την Καστεγιόν στην Ισπανία με επιθετικό ποδόσφαιρο και τώρα κάνει το ίδιο στη Ναϊμέγκεν.
(https://sportal365images.com/process/smp-images-production/blog.stoiximan.gr/10022026/4abee0c9-face-4ccf-964f-4319def22094.jpg)
Η NEC παίζει με τριάδα στην άμυνα και από εκεί και πέρα κάποιες μικροδιαφοροποιήσεις, κάτι ανάμεσα σε 3-4-2-1 ή 3-5-2. Δεν την ενοχλεί να έχει την κατοχή, συνήθως έχει ποσοστό πάνω από 50%, αλλά χωρίς να φτάνει σε τρομερά ποσοστά, αυτό όμως που κυνηγάει πάντα είναι η επίθεση. Κάτι που ενίοτε το πληρώνει αμυντικά, αλλά είναι κάτι που φαίνεται να μην την απασχολεί. Είναι σίγουρα διασκεδαστική στο μάτι για τον ουδέτερο. Έχει κερδίσει μέσα στο ντε Κάιπ τη Φέγενορντ με 2-4, έχει φέρει 3-3 με τη Τβέντε, 2-2 με τον Άγιαξ, έχει κερδίσει 3-4 την Μπρέντα και έχει χάσει με 3-5 από την PSV τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ναι, είναι μια χρονιά που πολλές παραδοσιακές δυνάμεις στην Ολλανδία δεν παίζουν καλά, αλλά η Ναϊμέγκεν είναι καλή και σίγουρα αρέσει, όταν τη βλέπεις.
Ο ιστορικός θρίαμβος στο Ρότερνταμ
Η λογική λέει ότι η έξοδος στην Ευρώπη φέτος είναι πολύ κοντά. Η NEC φαίνεται να μπαίνει σε μια νέα εποχή. Παρότι έχει ως… σκιώδη ιδιοκτήτη έναν δισεκατομμυριούχο, δεν πρόκειται να φτάσει σε σημείο να σκορπάει εκατομμύρια και να μπει σφήνα στους μεγάλους. Αλλά φαίνεται ότι τα χρόνια που ήταν μεταξύ Β’ και Α’ εθνικής περνούν. Προσπαθεί να βάλει ξανά την περιοχή της στον χάρτη του ολλανδικού ποδοσφαίρου. Να ζήσει στιγμές όπως όταν υποδέχτηκε την Μπαρσελόνα ή όπως όταν έπαιρνε μεγάλο διπλό στη Μόσχα. Κυρίως όμως, θέλει να διαφυλάξει τον τοπικό της χαρακτήρα. Να είναι η ομάδα που εκπροσωπεί την πόλη της.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero
Άλλο ένα παράδειγμα για τον ΠΑΣ
-
To «Life of Brian» είναι για αρκετούς η κορυφαία στιγμή της κωμικής ευφυίας των Monty Python. Μια τρομερή σάτιρα που βλέπεται άνετα ξανά και ξανά και δικαίως τοποθετείται στις ψηλότερες θέσεις της λίστας με τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών.
Μια ταινία που αντιμετώπισε αρκετά εμπόδια και πριν κυκλοφορήσει (να'ναι καλά ο Τζορτζ Χάρισον των Beatles που έβαλε το χέρι στην τσέπη) αλλά και μετά, καθώς λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου. Κάτι που φυσικά δεν πτόησε τους γλεντζέδες Άγγλους κωμικούς, που δεν έχαναν ευκαιρία να εκμεταλλευτούν κάθε αναποδιά. Γι' αυτό και την κυκλοφόρησαν στη Σουηδία με μια σημείωση στην αφίσα που έλεγε «Τόσο αστεία που απαγορεύτηκε στη Νορβηγία»!
Εκτός από τις αμέτρητες κλασικές πλέον σκηνές και ατάκες, η ταινία άφησε σαν παρακαταθήκη κι ένα πολυαγαπημένο τραγούδι. Tο «Always Look on the Bright Side of Life» δεν ήταν ένα πιασάρικο, ψευδοαισιόδοξο κομμάτι που απλώς έδινε την κατάλληλη δόση ειρωνείας στη σκηνή που χρησιμοποιήθηκε. Ήταν ένα τραγούδι που αποτύπωνε ως ένα βαθμό τη φιλοσοφία ζωής των Monty Python. Όταν το 1989 πέθανε σε ηλικία 48 ετών ο Γκράχαμ Τσάπμαν (ο πρώτος από την παρέα που έφευγε από τη ζωή) στην επιμνημόσυνη δέηση ένα από τα υπόλοιπα μέλη ανέβηκε στο βήμα, άρχισε να τραγουδάει "Χαμογελάστε, ξέρετε τι λένε, κάποια πράγματα στη ζωή είναι άσχημα...» και σύντομα όλη η αίθουσα τον ακολούθησε σε μια υπέροχη σκηνή που άνετα θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται σε ταινία των Monty Python.
Το τραγούδι έγινε παγκόσμια επιτυχία, χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες περιστάσεις (και σε αρκετές κηδείες) και πολύ αναμενόμενα έφτασε και στα γήπεδα, γιατί το ποδόσφαιρο δεν είναι κάτι ξεκομμένο από την κοινωνία και τις Τέχνες. Οι οπαδοί της Χάμαρμπι το τραγουδάνε πολύ συχνά, τις περισσότερες φορές για να πικάρουν τους αντιπάλους μετά από κάποια μεγάλη νίκη. Αυτές τις μέρες του Πάσχα (όλως τυχαίως, ή και όχι) οι Σουηδοί πήγαν τη σχέση τους με τους Monty Python ένα βήμα πιο πέρα, καθώς στο πρώτο εντός έδρας παιχνίδι της σεζόν σήκωσαν ένα εντυπωσιακό tifo με τη φράση «Life of Bajen» (όπου bajen είναι το παρατσούκλι του συλλόγου).
El Sombrero (βίντεο) (https://www.facebook.com/reel/4356265221310181?locale=el_GR)
-
Η κυρία Κάρλα δεν έβαλε ποτέ γκολ, δεν είχε τρομερές ιδέες για το 4-3-3 ή το 3-5-2, δεν είχε κάποιο σημαντικό πόστο στη διοίκηση. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες βρισκόταν στα πλυντήρια της Γκόου Αχέντ Ιγκλς στην Ολλανδία και φρόντιζε οι φανέλες να είναι καθαρές για τους παίκτες.
Τώρα που ήρθε η ώρα να αποχωρήσει, η διοίκηση την τίμησε, ο κόσμος την αποθέωσε και ένα υπέροχο πανό με τις απλωμένες για να στεγνώσουν φανέλες σηκώθηκε στο γήπεδο. Δίπλα τους υπήρχε το μήνυμα: «Κάρλα, σύμβολο της ομάδας, σε ευχαριστούμε για όλα!»
Γιατί, όπως έχουμε πει πολλές φορές, οι ομάδες δεν είναι μόνο οι παίκτες και οι προπονητές τους, αλλά και όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τρέχουν μόνιμα στο παρασκήνιο.
(https://scontent.fath3-4.fna.fbcdn.net/v/t39.30808-6/677924501_1417114840450971_2406897202002815362_n.jpg?_nc_cat=107&ccb=1-7&_nc_sid=13d280&_nc_ohc=bvF01QPKMQkQ7kNvwGfgWEk&_nc_oc=AdpBH0OXHDmmWNOH6YILsNI0PamCbDppSvErtmrgmtCEI7vBoq996-FkBpAS1KNMLxT0uRqmDGlqOcYCKiqTcu-n&_nc_zt=23&_nc_ht=scontent.fath3-4.fna&_nc_gid=Ve3FtYt_UEC14UYNW1jfvg&oh=00_Af38haLRvJlQYp71AJ4doYLo3FwzuYqyszrt4q79Ir9Djw&oe=69F17963)
Στα 27 αυτά χρόνια που ήταν εκεί έζησε ανόδους, υποβιβασμούς, εξόδους στην Ευρώπη και τη μεγαλύτερη σύγχρονη επιτυχία της ομάδας, τέτοιες ακριβώς μέρες πέρσι:
https://www.facebook.com/sombrerogr/posts/pfbid036w7NJ8TdBX1QsPB9safR6xJYkK8ZUK27yRZhoXqsdWrJNoAJHjwqcWFay3FRCLkXl
El Sombrero (φωτογραφία) (https://www.facebook.com/photo?fbid=1417114837117638&set=a.601410508688079&locale=el_GR)