Αποστολέας Θέμα: Υπόλοιπη Ευρώπη  (Αναγνώστηκε 15354 φορές)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #100 στις: Κυρ 03 Αύγ 2025 13:52 »


Για την ιστορία, η τελική απόφαση για την απονομή του τίτλου της επεισοδιακής διοργάνωσης του 1932 πάρθηκε τελικά στις 7 του Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς, με τη Bologna να χρειάζεται να περιμένει λίγο ακόμα ώστε να πετύχει τη μεγάλη ιστορική νίκη της στο γήπεδο.

Σε αντίθεση με τη χρονιά των επεισοδίων, η επόμενη σεζόν του Mitropa, αυτή του 1933, ήταν ιστορική για άλλους λόγους, καθώς ήταν ίσως η επιτομή της μάχης μεταξύ των 2 κορυφαίων ποδοσφαιριστών της εποχής. Η κλήρωση έπρεπε να βοηθήσει σ’αυτό και ευτυχώς η Austria Βιέννης και η Ambrosiana (όπως λεγόταν τότε η Inter) δε συναντήθηκαν πριν τον τελικό. Οι Αυστριακοί στον πρώτο γύρο πέρασαν με μια μεγάλη ανατροπή, αντιστρέφοντας το εις βάρος τους 3-1 από τη Slavia Πράγας, κερδίζοντας με 3-0 στη Βιέννη, ενώ στον ημιτελικό κέρδισαν με το ίδιο σκορ τη Juventus πριν φέρουν ισοπαλία με 1-1 στο Torino. Από την άλλη, η Ambrosiana ανέτρεψε το σαφώς πιο ισχνό 1-0 με το οποίο έχασε από τη First Vienna στον επαναληπτικό του Μιλάνου με το ευρύ 4-0, ενώ στα ημιτελικά ξεκίνησε με νίκη 4-1 απέναντι στη Sparta για να εξασφαλίσει την πρόκριση με το 2-2 που ήταν το σκορ του αγώνα της Πράγας.

Με τον τρόπο αυτό οι δύο ομάδες, η Ambrosiana και η Austria, βρέθηκαν αντιμέτωπες στον τελικό. Αυτό σήμαινε ότι το μεγάλο διασυλλογικό τρόπαιο θα διεκδικούσαν ο Giuseppe Meazza για την ιταλική ομάδα και ο Matthias Sindelar για την ομάδα της Βιέννης. Στην ιστορία του ποδοσφαίρου έχουν υπάρξει πολλά διλήμματα για το ποιος είναι ο κορυφαίος της εποχής του, ή ο κορυφαίος όλων των εποχών. Συνήθως, οι αντιπαραθέσεις αυτές διχάζουν τις γενιές που έζησαν σε πιο ευαίσθητες ηλικίες τα κατορθώματα ενός ή άλλου ποδοσφαιριστή, ή ακόμα και το εσωτερικό γενεών που ταυτίστηκαν με τον έναν ή τον άλλο αστέρα της ίδιας περιόδου. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Pele-Maradona και το πιο πρόσφατο μεταξύ του Messi και του Cristiano Ronaldo. Η τηλεοπτική εικόνα, ακόμα και η κινηματογραφική καταγραφή, επιτρέπει σε επόμενες γενιές να ρίχνουν ματιές στο παρελθόν και να αντιλαμβάνονται αυτά τα διλήμματα. Ωστόσο, το 1933 δεν υπήρχε διαγενεακό δίλημμα, ήταν σίγουρο ότι οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές της εποχής – και όλων των ως τότε εποχών – ήταν οι Meazza και Sindelar. Δυστυχώς πολύ μικρό και αποσπασματικό οπτικό υλικό έχει σωθεί ως τις μέρες μας, μάλιστα ένα κομμάτι είναι από τον πρώτο αγώνα της σειράς του τελικού στο Μιλάνο.



Ο Matthias Sindelar γεννήθηκε με το όνομα Matěj Šindelář στο Kozlov, ένα μικρό χωριό της Νότιας Μοραβίας, κοντά στην πόλη Jihlava. Ο πατέρας του, Jan (ή Johann) Sindelar ήταν σιδεράς και η μητέρα του, Marie Švengrová, πλύστρα. Ακολουθώντας μια κοινή πορεία για πολλές οικογένειες από τη Μοραβία, τη Βοημία και την Ουγγαρία, η οικογένεια του Sindelar μετακόμισε στη Βιέννη και εγκαταστάθηκε στην εργατική συνοικία του Favoriten, όπου ο Matthias πήγε σχολείο και ξεκίνησε να παίζει μπάλα στους δρόμους, σε πάρκα και εγκαταλελειμένα πάρκινγκ. Ωστόσο η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή με την εγκατάσταση στην αυστριακή πρωτεύουσα τσακίστηκε από την πραγματικότητα του πολέμου, καθώς ο πατέρας του σκοτώθηκε σε μία από τις μάχες του ποταμού Isonzo, το 1917, όταν ο Sindelar ήταν 14 χρονών. Έτσι, προκειμένου να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του, που πλέον αποτελούνταν από τη μητέρα του και τις 3 αδερφές του, βρήκε δουλειά ως μαθητευόμενος σιδηρουργός. Το ταλέντο του Sindelar όμως αναγέννησε την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή την ίδια χρονιά, όταν σε έναν από τους αγώνες που επιτρέπονταν να παίξουν οι μαθητές των σχολείων του Favoriten στο τοπικό προπονητικό κέντρο, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του παράγοντα της Hertha Βιέννης, ονόματι Febus, που του πρόσφερε συμβόλαιο στην ομάδα. Ωστόσο, υπάρχουν αναφορές ότι το όνομά του ήταν ήδη γνωστό στο δίκτυο των σκάουτερ που τότε όργωναν τις συνοικίες των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας. Έτσι, στις 26 Μαΐου του 1918, σε ηλικία 15 χρονών, ο Sindelar υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο ποδοσφαιριστή. Στη Hertha αγωνίστηκε για 3 χρόνια, με το σύλλογο να μην πετυχαίνει καμία διάκριση και να ταλανίζεται από εσωτερικά προβλήματα. Ωστόσο, από τη δεύτερη σεζόν ο Sindelar άρχισε να ξεχωρίζει ατομικά, αγωνιζόμενος απέναντι στις μεγάλες ομάδες της Βιέννης, ώστε τελικά, το 1921, η Wiener Amateur, που μετονομάστηκε σε Austria Βιέννης με τη μετάβαση στον επαγγελματισμό, να προσφέρει 3000 σελίνια για να αποκτήσει τα δικαιώματα της μεταγραφής του. Σύμφωνα με ύστερη μαρτυρία του Wolfgang Hafer, εγγονού του Hugo Meisl, ο ίδιος ο παππούς του ήταν ο ιθύνων νους της μεταγραφής, καθώς παρακολουθούσε τον Sindelar για αρκετά χρόνια.



Η ενηλικίωση και η είσοδος στο ποδοσφαιρικό στερέωμα του Giuseppe Meazza ήταν ουσιαστικά ένας παράλληλος βίος, μια ιστορία με πολύ κοινά χαρακτηριστικά με εκείνη του Sindelar. Ο Meazza γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1910, κοντά στην Porta Vittoria. Σε ηλικία 7 ετών, το 1917, έχασε επίσης τον πατέρα του, που σκοτώθηκε στον Πόλεμο, μεγαλώνοντας με τη μητέρα του, την οποία βοηθούσε στη δουλειά της, πουλώντας φρούτα σε λαϊκές αγορές. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο ξυπόλητος σε ηλικία 6 ετών, σε μια ομάδα που λεγόταν Maestri Campionesi και χρησιμοποιούσε για μπάλα ένα σύμπλεγμα από δεμένα κουρέλια στις αλάνες του Greco Milanese και της Porta Romana. Στα 12 του χρόνια η μητέρα του επέτρεψε την εγγραφή του στο σύλλογο Gloria FC, όπου απέκτησε και τα πρώτα του ποδοσφαιρικά παπούτσια. Όντας οπαδός της Milan, πέρασε από δοκιμαστικά στον αγαπημένο του σύλλογο σε ηλικία 14 ετών, όμως απορρίφθηκε λόγω του γεγονότος ότι ήταν πολύ αδύνατος. Ωστόσο, την ευκαιρία που έχασε στη Milan τη βρήκε στην Inter, που τον ενέταξε στο δυναμικό της και αργότερα, λόγω της κορμοστασιάς του, του απένειμε το παρατσούκλι “il Balilla” που φέρεται να είναι μια έμπνευση του Leopoldo Conti. Στα 17 του χρόνια εντάχθηκε στο δυναμικό της πρώτης ομάδας, χωρίς όμως να παίρνει συμμετοχές από τον Ούγγρο προπονητή József Viola. Ωστόσο, με την έναρξη της Serie A, τη σεζόν 1929-30, η Inter στράφηκε σε έναν άλλο Ούγγρο, που άφησε πολύ μεγαλύτερη κληρονομιά στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, τον Árpád Weisz, που είχε αφήσει τη Βουδαπέστη για την Ιταλία το 1924, αγωνίστηκε με την Inter κλείνοντας την καριέρα του τη σεζόν 1925-26 και είχε θητεύσει ήδη μια φορά στον πάγκο της, μεταξύ του 1926 και 1928. Την ίδια σεζόν, που ξεκινούσε το 1929, η Ιντερ έχασε τον κεντρικό επιθετικό της, Fulvio Bernardini, που μεταγράφηκε στη Roma και ο Weisz ουσιαστικά ανακουφισμένος, δήλωσε “επιτέλους, τώρα μπορώ να βάλω το παιδί να παίξει”, αναφερόμενος στον Meazza που θεωρούνταν σε ηλικία 19 ετών ακόμα πολύ μικροκαμωμένος για να αγωνιστεί στο σκληρό ιταλικό πρωτάθλημα.

Οι δύο παίχτες άρχισαν να γράφουν ιστορία με τους συλλόγους τους. Ο Sindelar, επίσης αδύνατος, απέκτησε το παρατσούκλι Die Papierene, ξεχώρισε για τον αέρινο τρόπο με τον οποίο κινούνταν στο γήπεδο. Οι κινήσεις του ήταν τόσο καλλιτεχνικές που ο Alfred Polgar, ένας από τους κορυφαίους εκφραστές του αυστριακού μοντερνισμού, έγραψε γι’αυτόν: “Έπαιζε ποδόσφαιρο όπως ένας κορυφαίος σκακιστής κινεί τα πιόνια του, με μια τέτοια εκτεταμένη διορατικότητα που μπορούσε να υπολογίζει εκ των προτέρων τις κινήσεις και την αντίδραση του αντιπάλου, επιλέγοντας πάντα την καλύτερη επιλογή. Είχε έναν απαράμιλλο έλεγχο της μπάλας, σε συνδιασμό με την ικανότητα να οργανώνει αιφνίδιες αντεπιθέσεις, ενώ ήταν απίστευτα ικανός στο να ξεγελλά τους αντιπάλους του με προσποιήσεις.” Άλλες μεταφορικές περιγραφές του ανέφεραν ότι τα πόδια του είχαν εγκέφαλο, ενώ αυτή η πνευματική διάσταση του παιχνιδιού του τον ανέδειξε ως το πρότυπο του ποδοσφαίρου των café της Βιέννης, μέχρι το σημείο που ονομάστηκε “ο Mozart του ποδοσφαίρου”. Από την άλλη μεριά, ο Meazza ήταν το πρότυπο του φασιστικού ποδοσφαίρου, χωρίς ο ίδιος βεβαίως να ταυτίζεται ιδεολογικά με αυτό με κάποια δήλωση ή δράση του, ωστόσο, όπως και το σύνολο των μεγάλων Ιταλών ποδοσφαιριστών της εποχής, ποτέ δεν προέβη και σε κάποια κίνηση αντίστασης στο καθεστώς, περιοριζόμενος στα ποδοσφαιρικά του καθήκοντα και ακολουθώντας το εκάστοτε πρωτόκολλο με τους αντίστοιχους συμβολισμούς.



Ο πρώτος τελικός του Mitropa Cup του 1933 είχε οριστεί για τις 3 του Σεπτέμβρη και θα διεξαγόταν στην Arena Civica του Μιλάνου, την έδρα της Inter (ή Ambrosiana, όπως ονομαζόταν εκείνα τα χρόνια), ένα πανέμορφο γήπεδο με κερκίδες σε σχήμα οβάλ και νεοκλασσικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, που χτίστηκε το 1807 και σώζεται ως σήμερα και διεξάγονται ακόμα αγώνες χαμηλότερων κατηγοριών και γυναικείου ποδοσφαίρου, καθώς και αγώνες ράγκμπι και συναντήσεις κλασικού αθλητισμού. Η ομάδα της Austria, ταξίδεψε με νυχτερινό τρένο από τη Βιέννη και την αποστολή συνόδευαν ο Hugo Meisl και ο πρόεδρος του συλλόγου, Schwarz. Υπό τα βλέμματα 35,000 θεατών που συνέρρευσαν στο μιλανέζικο στάδιο, η Austria ξεκίνησε δυνατά το παιχνίδι, κουβαλώντας και τον τίτλο του φαβορί, χωρίς όμως να καταφέρει να πετύχει κάποιο γκολ παρά γις χαμένες προσπάθειες και μια τρομερή ατομική ενέργεια του Sindelar, που αφού κατάφερε να ξεφύγει με μια προσποίηση από 3 αντιπάλους του, είδε το δυνατό σουτ του να καταλήγει λίγο έξω από την εστία. Ωστόσο, η κατάσταση σταδιακά άλλαζε, με τους Nerazzurri να πετυχαίνουν αρχικά ένα γκολ στο 35ο λεπτό, το οποίο ακυρώθηκε ως offside και στο 40ο λεπτό της αναμέτρησης να ανοίγουν το σκορ με τον Meazza, που στην επαναφορά της μπάλας από απόκρουση του αυστριακού γκολκίπερ, έστειλε τη μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα. Ένα μόλις λεπτό εργότερα, ο Levratto σκόραρε με απ’ευθείας εκτέλεση κόρνερ για να κάνει το 2-0 και να προκαλέσει πανδαιμόνιο στις τάξεις των οπαδών των γηπεδούχων. Στο δεύτερο ημίχρονο οι Αυστριακοί ξαναμπήκαν δυνατά, προσπαθώντας με τη δεξιοτεχνία τους να κάμψουν την ιταλική αντίσταση, με τους αντιπάλους τους να προσπαθούν να ελέγξουν το σκορ. Τελικά στο 77ο λεπτό, μετά από μια ασίστ του Sindelar, ο Rudolf Viertl διαμόρφωσε το τελικό 2-1.

Όλα ήταν ανοιχτά για το μεγάλο παιχνίδι του Praterstadion, που διεξήχθη 6 μέρες αργότερα στη Βιέννη. Είναι χαρακτηριστικό το φιλικό κλίμα μέσα στο οποίο διεξήχθησαν οι αναμετρήσεις αυτού του τελικού, κυρίως σε αντίθεση με τα γεγονότα που στιγμάτισαν τη διοργάνωση της προηγούμενης χρονιάς. Μετά τον πρώτο αγώνα οι δύο ομάδες δείπνησαν μαζί στο Μιλάνο, ενώ η Austria φρόντισε τη φιλοξενία των αντιπάλων της στο ξενοδοχείο Meissl & Schadn, όπου ο Sindelar εθεάθη στο λόμπι να συζητάει με τον Meazza πριν τον επαναληπτικό αγώνα. Στο Praterstadion, οι βιεννέζοι δημιούργησαν το πανδαιμόνιο, σημειώνοντας ρεκόρ προσέλευσης, με 58,000 εισιτήρια να κόβονται για εκείνο το ιστορικό παιχνίδι. Στον αγωνιστικό χώρο, το θέαμα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες, με τις δύο ομάδες να σημειώνουν πολλές ευκαιρίες στο πρώτο ημίχρονο, χωρίς την επίτευξη κάποιου γκολ, μέχρι το 44ο λεπτό, όταν ο Viertl κέρδισε ένα πέναλτι από ανατροπή του Agosteo, προκειμένου ο Sindelar να ανοίξει το σκορ και να ισοφαρίσει το συνολικό σκορ του τελικού. Στο δεύτερο ημίχρονο του αγώνα θα κρινόταν ο μεγάλος τίτλος. Η Ambrosiana πάγωσε το Prater με την έναρξη της επανάληψης, ωστόσο το γκολ του Frione μετά από σέντρα του Meazza ακυρώθηκε ως offside, προκαλώντας διαμαρτυρίες και κάποιες αψιμαχίες για δεύτερη φορά, μετά το πέναλτι του πρώου ημιχρόνου, κάτι που προκάλεσε σταδιακά μεγαλύτερη ένταση, η οποία με τη σειρά της ήταν και ο λόγος που δύο παίχτες της Ambrosiana αποβλήθηκαν για σκληρά φάουλ, με τον Allemandi και τον Demaría να αποβάλονται στο 65ο και 67ο λεπτό αντίστοιχα. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Sindelar έγινε εκτελεστής και του δεύτερου γκολ της ομάδας του, στο 80ο λεπτό, όμως 3 λεπτά αργότερα, ο Meazza, κερδίζοντας μια εναέρια μονομαχία διαμόρφωσε το 2-1 και οι δύο ομάδες βρίσκονταν και πάλι στην απόλυτη ισορροπία. Η Ambrosiana αμυνόταν σθεναρά, όμως σε μια φάση στο 88ο λεπτό ο Sindelar βρέθηκε ελεύθερος στην αντίπαλη περιοχή, με αποτέλεσμα να πετύχει με βολέ, μετά από σέντρα του Molzer, το τελικό 3-1 που έδινε τον τίτλο για πρώτη φορά στην Austria, μέσα σε κλίμα αποθέωσης στο κατάμεστο βιεννέζικο στάδιο. Στο κοντράστ των συναισθημάτων, τα δάκρυα του Meazza, που χαρακτήρισε τις διαιτητικές αποφάσεις “ένα αθλητικό σκάνδαλο”. Η αρθρογραφία της La Stampa, πλούσια όσο αφορά τη σφοδρή κριτική της στον Τσεχοσλοβάκο διαιτητή František Cejnar, είναι ένα μνημείο της απογοήτευσης που επικρατούσε στις τάξεις της Μιλανέζικης ομάδας μετά από αυτό τον μεγάλο χαμένο τελικό. Όμως η ρεβάνς δε θα αργούσε…



Στον τελικό του 1933 το Mitropa Cup βρήκε ίσως το απόγειό του. Ίσως ακόμα κι ο ίδιος ο Meisl δε θα μπορούσε να φανταστεί την επιτυχία του θεσμού που οραματιζόταν για πολλά χρόνια και είχε ξεκινήσει μόλις 6 σεζόν νωρίτερα. Συνολικά 93,000 θεατές βρέθηκαν στα γήπεδα των δύο αναμετρήσεων, το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης είχε αποκτήσει τους δικούς του αστέρες, με τη φήμη τους να φεύγει πολύ έξω από τον αγωνιστικό χώρο και τα γήπεδα, οι τοπικές κοινωνίες των μεγάλων πόλεων ζούσαν για αυτές τις μεγάλες αναμετρήσεις με συλλόγους που προέρχονταν από γειτονικές αλλά ξένες κουλτούρες και το ποδόσφαιρο είχε μετατραπεί στην πραγματικότητα σε μέσο επικοινωνίας των εθνών, της μορφωμένης αστικής τάξης και των εργατικών μαζών. Ωστόσο, την ίδια εποχή, συνέβαιναν και κοσμογονικές αλλαγές στο Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο, που εκφράζονταν μέσα από την εξέλιξη του παιχνιδιού των εθνικών ομάδων – που δεν εκπροσωπούσαν συνοικίες, αλλά σχολές ποδοσφαιρικής αντίληψης.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #101 στις: Κυρ 03 Αύγ 2025 13:53 »
Το διεθνές στερέωμα
Η ανάπτυξη του διεθνούς ποδοσφαίρου ήταν μια διαδικασία πολύ πιο δύσκολη απ’ό,τι μπορεί να φαίνεται σήμερα. Κατά τις πρώτες δεκαετίες ανάπτυξης του σπορ δεν ήταν καθόλου δεδομένη η αντίληψη ότι η ύπαρξη διεθνών διοργανώσεων αποτελεί αναγκαιότητα για τη συνολική ανάπτυξή του. Τα διάφορα φιλικά παιχνίδια, ονομαζόμενα tests, όπως συνέβαινε στο ράγκμπι και στο κρίκετ, διοργανώνονταν μετά από συνεννόηση μεταξύ των εθνικών ομοσπονδιών και δεν υπήρχε κάποια συνάντηση, με συγκεκριμένη περιοδικότητα, που να ορίζει το πρόγραμμα ανάπτυξης του κάθε εθνικού ποδοσφαίου, προκειμένου να συγκριθεί με το σύνολο των άλλων εθνικών σχολών.

Έτσι, τα πρώτα διεθνή ποδοσφαιρικά τουρνουά ήταν αυτά των Ολυμπιακών Αγώνων. Ωστόσο, ακόμα κι εκεί η κατάσταση ήταν πολύ ερασιτεχνική. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1900 και του Σεν Λιούις το 1904, αντί για εθνικές ομάδες, κάποιοι μεμονωμένοι και επιλεγμένοι σύλλογοι, εκπροσώπησαν συμβολικά τις χώρες τους, με τη δομή των τουρνουά να είναι επίσης παράξενη. Για παράδειγμα, στους αγώνες του Παρισιού, η Upton Park κέρδισε το χρυσό μετάλλιο αγωνιζόμενη μόνο στον τελικό, απέναντι στη Stade Français που είχε κερδίσει τους προηγούμενους 3 αγώνες της, σε ένα σύστημα πρόκρισης και αποκλεισμού που θύμιζε περισσότερο τον ανταγωνισμό στην επαγγελματική πυγμαχία. Το 1904 μόνο 2 ομάδες από τις ΗΠΑ και μία από τον Καναδά έλαβαν μέρος, ενώ στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, το 1906, ο Εθνικός εκπροσωπούσε την Αθήνα, ο Όμιλος Φιλομουσών τη Θεσσαλονίκη, ο Ορφέας τη Σμύρνη και μια ομάδα ενός Δανέζικου πολεμικού πλοίου τη Δανία. Σ’αυτό το τουρνουά ο αγώνας μεταξύ των ομάδων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς σοβαρά επισόδεια έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας των 2 ημιχρόνων, θέτοντας ένα ιστορικό προηγούμενο για την κοινωνική και όχι την αθλητική ποδοσφαιρική παράδοση της χώρας.

Τα πράγματα διαφοροποίησε η ίδρυση της FIFA το 1904 και η ενεργή ανάμιξή της στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Τουρνουά, αρχής γενομένης από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους, άλλωστε, που την προεδρεία της ανέλαβε ο Daniel Burley Woolfall το 1906. Στο Λονδίνο πραγματοποιήθηκε ένα κανονικό τουρνουά με την προγραμματισμένη συμμετοχή 8 ομάδων, εκ των οποίων 2 ήταν γαλλικές. Η Τσεχία θα συμμετείχε ως Βοημία, αντιμετωπίζοντας τη Γαλλία στον πρώτο γύρο και η Ουγγαρία επρόκειτο να αντιμετωπίσει την Ολλανδία. Ωστόσο και οι δύο Κεντροευρωπαϊκές ομάδες απέσυραν τη συμμετοχή τους, επικαλούμενες οικονομικούς λόγους. Η αλήθεια είναι ότι την ίδια χρονιά το Ποδόσφαιρο του Δούναβη υστερούσε ακόμα εμφανώς απέναντι στο Βρετανικό, με την εθνική ομάδα της Αγγλίας να κερδίζει και τους 4 αγώνες που έδωσε απέναντι στις 3 εθνικές ομάδες της αυστοκρατορίας: 6-1 και 11-1 τα σκορ απέναντι στην Αυστρία, 7-0 απέναντι στην Ουγγαρία και 4-0 τη Βοημία.

Το 1912, ωστόσο, η προετοιμασία της Αυστρίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης, ήταν αυτή που γέννησε μία από τις πιο θρυλικές συνεργασίες στην ιστορία του ποδοσφαίρου, καθώς ο Meisl προσέλαβε τον Hogan ως ομοσπονδιακό προπονητή. Η μίξη των ιδεών του combination game με την τακτική ρευστότητα οδήγησαν στην καινοτομία και όσο αφορά τα συστήματα. Εκείνη την εποχή το γενικό στάνταρ, προερχόμενο προφανώς από τη βρετανική σχολή, ήταν το σύστημα 2-3-5, δηλαδή η λεγόμενη “πυραμίδα”. Πολύ πριν την εξέλιξη του συστήματος από τον Herbert Chapman, ο Hogan και ο Meisl συζητούσαν προσαρμογές, όπως το 3-2-2-3, ή μια πολύ πρώιμη μορφή του κεντρικού επιθετικού που θα έπαιζε πιο πίσω από την υπόλοιπη επιθετική τετράδα. Με αυτές τις τακτικές προσαρμογές η Αυστρία κατάφερε να σκορπίσει με 5-1 τη Γερμανία στον πρώτο γύρο του Ολυμπιακού Τουρνουά, όμως η Ολλανδία, στην οποία ήδη είχε εργαστεί ο Hogan ως προπονητής της Dordrecht, ήταν πιο υποψιασμένη, αντιμετωπίζοντας τους αυστριακούς πειραματισμούς και κερδίζοντας τον προημιτελικό με σκορ 3-1. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στο ίδιο τουρνουά ο Meisl συμμετείχε ως διαιτητής, διευθύνοντας τον αγώνα του πρώτου γύρου μεταξύ Ιταλίας και Φινλανδίας, που βρήκε τους Σουόμι νικητές στην παράταση, με σκορ 3-2. Στο ρεπεσάζ, ή πιο σωστά “το τουρνουά της παρηγοριάς” αφού οι αγώνες αυτοί δεν καθόριζαν κάποιο μετάλλιο ή την τελική κατάταξη, συμμετείχαν και οι 3 ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης. Στον πρώτο γύρο η Αυστρία κέρδισε με 1-0 τη Νορβηγία και με το ίδιο σκορ επικράτησε η Ιταλία της Σουηδίας. Έτσι, στον ημιτελικό ήρθαν αντιμέτωπες η ομάδα του Hogan και του Meisl, με την Ιταλία, την οποία προπονούσε για πρώτη φορά ο Vittorio Pozzo, που εκείνη τη μέρα ανέπτυξε μια φιλία με τον Meisl, προκειμένου να διατηρήσουν κι οι δυο μια αντιπαλότητα για το υπόλοιπο της ζωής τους. Η Αυστρία κέρδισε εκείνο τον αγώνα με 5-1, ενώ στον άλλο ημιτελικό η Ουγγαρία επικράτησε της Γερμανίας με 3-1. Στον τελικό, η Ουγγαρία κέρδισε την Αυστρία με σκορ 3-0, στον μοναδικό επίσημο αγώνα των δύο ομάδων, όσο ακόμα ήταν κομμάτι της ίδιας κρατικής οντότητας.

Το σκανδιναβικό και βορειοευρωπαϊκό ποδόσφαιρο έμοιαζε να υπερέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, έναντι του Κεντροευρωπαϊκού, ωστόσο αυτό αντανακλούσε περισσότερο την ικανότητα μιμητισμού του αγγλικού παιχνιδιού, που στηριζόταν στη φυσική κατάσταση, παρά στην εξέλιξη του παιχνιδιού εκ μέρους τους. Η Σουηδία και η Δανία ήταν ομάδες που πρωταγωνιστούσαν, με τη Μεγάλη Βρετανία να κερδίζει και τα δύο χρυσά μετάλλια το 1908 και 1912. Η διοργάνωση του 1916 δεν έλαβε ποτέ χώρα, λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην Αμβέρσα, το 1920, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, λόγω της μεταβολής ολόκληρης της ευρωπαϊκής πολιτικής γεωγραφίας. Από την Κεντρική Ευρώπη συμμετείχε μόνο η ομάδα της Τσεχοσλοβακίας, καθώς η Αυστρία ήταν σε κατάσταση πλήρους ανοικοδόμησης και η Ουγγαρία στη μέση μιας πολύ ταραγμένης περιόδου, λίγους μήνες μετά τη Συνθήκη του Τριανόν. Οι Τσεχοσλοβάκοι επικράτησαν με 7-0 στον πρώτο γύρο της νεοσύστατης Σερβίας-Κροατίας-Σλοβενίας, δηλαδή της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας, ενώ στα προημιτελικά κέρδισαν με 4-0 τη Νορβηγία και στον ημιτελικό με 4-1 τη Γαλλία. Σε έναν κωμικοτραγικό τελικό, όπου η βρετανική διαιτητική τριάδα φαίνεται ότι βοήθησε εξόχως τους οικοδεσπότες Βέλγους να κερδίσουν το πρώτο μεταπολεμικό χρυσό μετάλλιο στο ποδόσφαιρο, η ομάδα της Τσεχοσλοβακίας αποχώρησε από το γήπεδο στο 39ο λεπτό, τη στιγμή που το Βέλγιο είχε το προβάδισμα με 2-0. Οι Τσεχοσλοβάκοι δεν παρέλαβαν ποτέ τα ασημένια μετάλλιά τους – και αυτή ήταν η μοναδική φορά ως τις μέρες μας που ένας διεθνής τελικός ποδοσφαίρου δεν ολοκληρώθηκε. Η Ιταλία, που αγωνίστηκε το ρεπεσάζ, κέρδισε τη Νορβηγία στην παράταση, με 2-1, ενώ στη συνέχεια αποκλείστηκε από την Ισπανία, χάνοντας με 2-0.

Ίσως το πρώτο πραγματικά μεγάλο Ολυμπιακό Τουρνουά ήταν εκείνο του Παρισιού, το 1924, με τη συμμετοχή 22 ομάδων από 4 συνομοσπονδίες και για πρώτη φορά τη συμμετοχή μίας ομάδας από τη Νότια Αμερική. Η Ουρουγουάη, που έφτασε στο Παρίσι ως το απόλυτο αουτσάιντερ, εξέπληξε τους πάντες κερδίζοντας κατά σειρά τη Γιουγκοσλαβία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οικοδέσποινα Γαλλία, την Ολλανδία και στον τελικό την Ελβετία με 3-0, ώστε να κερδίσει το χρυσό μετάλλιο και να στρέψει το παγκόσμιο ενδιαφέρον για πρώτη φορά στις εξελίξεις που αφορούσαν την ανάπτυξη ενός μεγαλειώδους ποδοσφαιρικού δικτύου σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου, εκτός Ευρώπης. Εκείνα τα χρόνια στη Νότια Αμερική ο τρόπος ανάπτυξης του ποδοσφαίρου είχε τη δική του ιδεολογική ταυτότητα, όχι ίδια με αυτήν της Κεντρικής Ευρώπης, αλλά με τρόπο που έδινε τις δυνατότητες να ξεχωρίσει απέναντι στο πολύ υποδεέστερο και ερασιτεχνικά οργανωμένο σπορ των ευρωπαίων. Η απουσία των χαρακωμάτων και των απωλειών του Πολέμου στη Νότια Αμερική, είχε επίσης επιτρέψει την απρόσκοπτη ανάπτυξη εκείνων των ποδοσφαιρικών ιδεών και της αντίστοιχης ποδοσφαιρικής κουλτούρας. Η υπεροχή αυτή, μάλιστα, επισφραγίστηκε 4 χρόνια αργότερα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ, όπου συμμετείχε και η εθνική ομάδα της Αργεντινής, ζηλεύοντας τη δόξα των γειτόνων της. Ο τελικός παίχτηκε φυσικά ανάμεσα στην Ουρουγουάη και την Αργεντινή και χρειάστηκε επαναληπτικός αγώνας προκειμένου η Celeste να κερδίσει το δεύτερο σερί χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο, με μια νίκη που όρισε σε μεγάλο βαθμό τον τόπο διεξαγωγής του Πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA, που εκείνα τα χρόνια ήταν ο μεγάλος στόχος της FIFA, υπό την ηγεσία του Γάλλου Jules Rimet.



Από την Κεντρική Ευρώπη στους αγώνες του 1924 συμμετείχε η Ελβετία και η Ιταλία, με την πρώτη να φτάνει στον τελικό και τη δεύτερη να αποκλείεται στον μεταξύ τους αγώνα για την προημιτελική φάση, ενώ η Ουγγαρία γνώρισε μια ντροπιαστική και ανέλπιστη ήττα, με σκορ 3-0, από την Αίγυπτο. Το 1928, μόνο η Ιταλία και η Ελβετία έλαβαν μέρος, καθώς οι υπόλοιπες ομάδες της παλιάς αυτοκρατορίας δε θεώρησαν σημαντική υπόθεση το Ολυμπιακό Τουρνουά, με την Ιταλία να κερδίζει το χάλκινο μετάλλιο, χάνοντας με σκορ 3-2 στα ημιτελικά από την Ουρουγουάη, τη στιγμή που η Ελβετία έχασε στον πρώτο γύρο με 4-0 από τη Γερμανία.

Όμως, όταν πραγματοποιήθηκαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1928, ήδη για την Κεντρική Ευρώπη είχε ξεκινήσει ένα πολύ μεγαλύτερης σημασίας διεθνές ποδοσφαιρικό τουρνουά. Την ίδια χρονιά που ξεκίνησε το Mitropa Cup, έλαβε χώρα και η πρώτη διοργάνωση του Διεθνούς Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης, με τον πρώτο αγώνα, μεταξύ Τσεχοσλοβακίας και Αυστρίας, να πραγματοποιείται στις 18 Σεπτέμβρη του 1927. Η διοργάνωση θα πραγματοποιούνταν σε ένα εύρος τριών χρόνων, με το καλοκαίρι του 1928 να θεωρείται “νεκρή περίοδος” ώστε να επιτραπεί η συμμετοχή της Ιταλίας και της Ελβετίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Τα μεγάλα φαβορί για τη διοργάνωση του 1927-1930 ήταν η Αυστρία και η Ιταλία. Η Αυστρία με πρώτο βιολί τον Sindelar και τον Hugo Meisl στην τεχνική ηγεσία, βρισκόταν στις απαρχές της οικοδόμησης μιας τεράστιας ομάδας, της λεγόμενης Wunderteam, της ομάδας-θαύμα, που ενσάρκωσε όλη την πρόοδο της βιεννέζικης ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας. Η Ιταλία, στην αρχή του τουρνουά, βρισκόταν σε ένα επίπεδο γοργής ανάπτυξης, που ευνοήθηκε από την αναδιαμόρφωση του επαγγελματικού διασυλλογικού ποδοσφαίρου, όμως οι μεγάλες μορφές που οδήγησαν στην αναμόρφωση της εθνικής ομάδας θα εμφανίζονταν κατά τη διάρκεια της τριετούς διεξαγωγής του. Στον αγωνιστικό χώρο, προεξέχουσα μορφή ήταν προφανώς ο Giuseppe Meazza, ο οποίος φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Squadra Azzurra το 1930. Στον πάγκο όμως θα βρισκόταν από το 1929, επιστρέφοντας μετά από τρεις θητείες, το 1912, 1921 και 1924, ο Vittorio Pozzo.

Ο Pozzo γεννήθηκε στο Τορίνο το 1886. Γόνος αστικής οικογένειας, στα μαθητικά του χρόνια ασχολήθηκε με τον κλασικό αθλητισμό και διακρίθηκε στο αγώνισμα των 400 μέτρων, ωστόσο μεγαλώνοντας τον κέρδισε το ποδόσφαιρο. Χωρίς να έχει τα φόντα για να διακριθεί ως ποδοσφαιριστής, συνέχισε τις σπουδές του και μετοίκησε στη Ζυρίχη, όπου σπούδασε στην Σχολή Εμπορίου. Εκεί έγινε πολύγλωσσος, καθώς έμαθε να μιλά με ευχαίρεια Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά και ανάπτυξε μια εξωστρέφεια, που ήταν σε αντίθεση με τα σχέδια της οικογένειάς του, που τον πίεζε να επιστρέψει στην Ιταλία. Αντ’αυτού ο Pozzo μετακόμισε στην Αγγλία, αρχικά στο Λονδίνο, στο οποίο όμως δεν ένιωθε άνετα μέσα στην πολυάριθμη κοινότητα των expats. Έτσι, μετακινήθηκε βόρεια, στο Bradford, όπου μπορούσε να ζήσει πλήρως τη βρετανική ζωή, την οποία είχε λατρέψει. Η αγγλοφιλία του ήταν τόσο μεγάλη που, αν και Καθολικός, ξεκίνησε να πηγαίνει τακτικά στην Αγγλικανική εκκλησία τις Κυριακές, ακολουθώντας ένα πρόγραμμα που περιείχε εργασία στη διεύθυνση της υφαντουργίας μέσα στην εβδομάδα και ποδόσφαιρο το Σάββατο. Παρά τις πιέσεις της οικογένειάς του να επιστρέψει, ώστε να αναλάβει διοικητικό πόστο στην εταιρεία του αδερφού του, ο ίδιος αρνήθηκε ακόμα και όταν διακόπηκε η οικονομική στήριξη που είχε από τον πατέρα του. Στην Αγγλία ο Pozzo έγινε οπαδός της Manchester United, συνδεόμενος με το σωματείο και την πόλη που ήδη είχε επηρεάσει μέσω μιας σειράς προσωπικοτήτων το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, ενώ ανέπτυξε και την πολιτική ιδεολογία του, με βάση την οποία θα μπορούσε κανείς να τον χαρακτηρίσει φιλελεύθερο-μοναρχιστή. Οι βρετανικές πολιτισμικές βάσεις που υιοθέτησε ο Pozzo του ενστάλαξαν και μια μιλιταριστική αντίληψη και αντίστοιχο τρόπο ζωής – κάτι που μεταφράστηκε αργότερα και στις μεθόδους που εισήγαγε στο ποδόσφαιρο και συγκεκριμένα την προπόνηση. Ωστόσο, οι μέρες του στην Αγγλία έληξαν άδοξα, καθώς η επιστροφή του στην Ιταλία για να παραστεί στο γάμο της αδερφής του αποτέλεσε το λόγο που πρακτικά του απαγορεύτηκε από την οικογένειά του να ξαναφύγει.



Ο Pozzo, που είχε παρακολουθήσει προπονήσεις μεγάλων ομάδων στη Βρετανία, μεταξύ των οποίων της Arsenal στο Λονδίνο, αλλά και άλλων στο βορρά, όπου έζησε στην συνέχεια, είχε μια δυσεύρετη για τα χρονικά τεχνογνωσία που του εξασφάλισε θέση εργασίας μέσα στην Ιταλική Ομοσπονδία, αναλαμβάνοντας τα χρέη του γραμματέα. Ωστόσο, το 1912, εν’όψει των Ολυμπιακών Αγώνων της Στοκχόλμης, του ζητήθηκε για πρώτη φορά να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας. Τα αποτελέσματα, όμως, και κυρίως η βαριά ήττα από την Αυστρία στους Ολυμπιακούς αγώνες και η επανάληψή της σε φιλικό αγώνα τον επόμενο Δεκέμβρη, τον οδήγησαν στην απόφαση να παραιτηθεί. Για δύο χρόνια συνέχισε τα ταξίδια του, μέχρι το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, όταν και στρατολογήθηκε ως αξιωματικός ενός τάγματος Αλπινιστών – κάτι που συμβάδιζε με τις μιλιταριστικές αρχές του. Μετά το τέλος του Πολέμου ανέλαβε και πάλι την τεχνική ηγεσία της Ιταλίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, το 1924, και τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα, ωστόσο ο θάνατος της συζύγου του τον οδήγησε ακόμη μια φορά στην παραίτηση και συνέχισε τις επαγγελματικές του δραστηριότητες αναλαμβάνοντας διευθυντικό πόστο στην Pirelli, ξοδεύοντας τον ελεύθερό του χρόνο κάνοντας ορειβασία στα Αλσατικά βουνά. Το 1929, όμως, ήταν η στιγμή που η πορεία του Pozzo και της Squadra Azzurra θα ξεκινούσαν ένα μακρύ κοινό ταξίδι, σημαδεμένο από δόξα, αλλά και από τη σύνδεση με ένα καθεστώς, του οποίου το ιστορικό βάρος χρεώθηκε και ο ίδιος ο Pozzo ως προσωπικότητα. Αν και δεν υπήρξε ποτέ μέλος του φασιστικού κόμματος, κι αν και υπήρξαν αργότερα ιστορικές ενδείξεις ότι βοήθησε αντάρτικα σώματα παρτιζάνων στην Biella, καθώς και αιχμαλώτους των Συμμάχων να δραπετεύσουν, στρατευόμενος σαφώς με τη μεριά των Άγγλων και αναπτύσσοντας τεράστια εκτίμηση για τον Winston Churchill, ο Pozzo θεωρείται ότι αξιοποίησε όλα τα εργαλεία που του διέθετε το φασιστικό καθεστώς, υλικά και ιδεολογικά, με αποτέλεσμα το όνομά του στην Ιταλία να μην κοσμεί σήμερα κανένα στάδιο και να μην αναφέρεται ανάμεσα στις μεγάλες προσωπικότητες για τις οποίες οι Ιταλοί νιώθουν εθνική ποδοσφαιρική υπερηφάνεια.

Όσο αφορά το πρώτο Διεθνές Κύπελλο, το 1927 τα αποτελέσματα στο ξεκίνημά του αποτέλεσαν έκπληξη, δεδομένης της θεωρητικής ισχύος της εποχής, καθώς στις πρώτες δύο αναμετρήσεις η Αυστρία γνώρισε ισάριθμες ήττες από την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία. Η Ιταλία, από τη μεριά της, απέσπασε ισοπαλία εκτός έδρας, με σκορ 2-2, στην Τσεχοσλοβακία. Μετά από αυτά τα αποτελέσματα, τα δύο φαβορί του θεσμού θα βρίσκονταν αντιμέτωπα για πρώτη φορά, στο νεόκτιστο Stadio Littoriale της Μπολόνια, στις 6 του Νοέμβρη. 30,000 θεατές γέμισαν τις κερκίδες του εμιλιάνικου σταδίου, βλέποντας ωστόσο την Αυστρία να παίρνει τη μεγάλη νίκη – την πρώτη της στο θεσμό – με σκορ 0-1 και σκόρερ τον Franz Runge, επιθετικό της Austria Βιέννης, στο 44ο λεπτό. Η Ιταλία βρήκε με τη σειρά της την πρώτη νίκη της απέναντι στην υποδεέστερη Ελβετία, πριν κερδίσει και την Ουγγαρία στο παλιό Flaminio, σε ένα συναρπαστικό παιχνίδι που έληξε με σκορ 4-3, στις 25 Μάρτη του 1928. Μία βδομάδα αργότερα η Αυστρία έχασε ξανά, αυτή τη φορά εντός έδρας, από την Τσεχοσλοβακία, ενώ η Ουγγαρία επικράτησε της Τσεχοσλοβακίας με 2-0 στον τελευταίο αγώνα πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ. Από το φθινόπωρο του 1928 και μετά όμως η Αυστρία και η Ιταλία άρχισαν να βρίσκουν τη φόρμα τους, με την πρώτη να επικρατεί με 5-1 της Ουγγαρίας και 2-0 της Ελβετίας και την Ιταλία να κερδίζει με 3-2 εκτός έδρας την ελβετία και 4-2 εντός την Τσεχοσλοβακία. Έτσι, στις 7 του Απρίλη του 1929, ξανασυναντήθηκαν, αυτή τη φορά μπροστά σε 49,000 θεατές στο Στάδιο Hohe Warte της Βιέννης, σε ένα παιχνίδι όπου ο Horvath σκόραρε 2 γκολ και ο Weselik άλλο ένα, για να διαμορφώσουν το ευρύ 3-0, που σφράγιζε την υπεροχή της αυστριακής ομάδας απέναντι στους άμεσους αντιπάλους της για το θεσμό. Μετά από εκείνο το παιχνίδι, η Ιταλία προηγούνταν με ένα βαθμό της Αυστρίας στη βαθμολογία, έχοντας 4 νίκες, 1 ισοπαλία και 2 ήττες, έναντι 4 νικών και 3 ηττών των Αυστριακών. Στο τελευταίο παιχνίδι του 1929, η Αυστρία κέρδισε στη Βέρνη την Ελβετία και προσπερνώντας την Ιταλία στο βαθμολογικό πίνακα, περίμενε το αποτέλεσμα του τελευταίου αγώνα της διοργάνωσης, που θα έκρινε και το τρόπαιο.

Όμως, η τεράστια χρονική απόσταση μεταξύ των παιχνιδιών, σήμαινε ότι πολλά μπορούσαν να αλλάξουν για την κάθε ομάδα κατά τη διάρκεια μίας διοργάνωσης. Έτσι, η Ιταλία που είχε γνωρίσει 2 ήττες από την Αυστρία, δεν ήταν η ίδια με την ομάδα που αγωνίστηκε στις 11 Μαΐου του 1930 στη Βουδαπέστη, με αντίπαλο την Ουγγαρία. Δύο προσωπικότητες μπορούν να θεωρηθούν ως οι πιο σημαντικές προσθήκες του μεσοδιαστήματος για τη Squadra Azzurra: στην ενδεκάδα της συμμετείχε ο νεαρός Giuseppe Meazza και στον πάγκο της είχε επιστρέψει ο Vittorio Pozzo. Ο Pozzo, βετεράνος του Πολέμου, πριν από τον κρίσιμο αγώνα προγραμμάτισε περιήγηση των Ιταλών παιχτών στα πεδία των μαχών της Oslavia και της Gorizia, σταματώντας και στο νεκροταφείο πολέμου της Redipuglia. Εκεί οι ποδοσφαιριστές σοκαρίστηκαν από τη βιαιότητα του πολέμου και ο Pozzo τους είπε ότι “ήταν καλό που το θλιβερό και τρομακτικό θέαμα τους σόκαρε” και “αυτό που πλέον ήταν το ζητούμενο γι’αυτούς δεν ήταν τίποτα συγκρινόμενο με όσα ζητήθηκαν από εκείνους που έχασαν τη ζωή τους στους γύρω λόφους”. Αν και δε μπορεί να εξακριβωθεί το κατά πόσο αυτή η περιήγηση λειτούργησε ως ιδεολογική ένεση για να βελτιώσει την απόδοση των Ιταλών, το αποτέλεσμα είναι ότι απέναντι στην Ουγγαρία που διεκδικούσε επίσης τον τίτλο, έχοντας τους ίδιους βαθμούς, ενώ είχε και την υποστήριξη 40,000 θεατών, οι Ιταλοί έγραψαν μια χρυσή σελίδα στην ιστορία τους, κερδίζοντας τον αγώνα με σκορ 5-0, με τον Meazza να πετυχαίνει hat-trick και τη Squadra Azzurra να κατακτά τον πρώτο επίσημο τίτλο στην ιστορία της.

Το ίδιο καλοκαίρι, του 1930, καμία ομάδα της Κεντρικής Ευρώπης δεν ταξίδεψε στην Ουρουγουάη για το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA, καθώς το ταξίδι ήταν μακρινό και όλες οι ομοσπονδίες θεώρησαν ότι ήταν αδύνατο να προσαρμώσουν ανάλογα τα προγράμματα των πρωταθλημάτων και των διεθνών θεσμών προκειμένου να συμμετέχουν σ’αυτό οι ομάδες τους. Άλλωστε, το πρώτο αυτό Παγκόσμιο Κύπελλο, ανατρέχοντας στον Τύπο της εποχής, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι έμοιαζε περισσότερο σαν πειραματική και νεοτερίστικου τύπου διοργάνωση που το κύρος του καμία σχέση δεν είχε με το Μουντιάλ που γνωρίζουμε σήμερα.

Έτσι, η επόμενη διεθνής διοργάνωση που οι ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης πήραν μέρος ήταν το Διεθνές Κύπελλο του 1931-1932. Ο πρώτος αγώνας προγραμματίστηκε να είναι η μεγάλη αναμέτρηση μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας, που αυτή τη φορά έλαβε χώρα στο San Siro. Αν και ο Hovarth άνοιξε το σκορ στο 4ο λεπτό για τους φιλοξενούμενους, ο Meazza στο 34′ ισοφάρισε, σε ένα γήπεδο που αργότερα θα έπαιρνε το όνομά του, ενώ ο Αργεντίνος που είχε πολιτογραφηθεί Ιταλός, Raimundo Orsi, έδωσε στο 52′ τη νίκη στους γηπεδούχους διαμορφώνοντας το τελικό 2-1. Η Αυστρία συνέχισε τη διοργάνωση πετυχαίνοντας 2 νίκες, μεταξύ των οποίων μία με σκορ 8-1, εκτός έδρας με την Ελβετία – που είχε αποκτήσει νέα τεχνική ηγεσία και βοηθοί του προπονητή Teddy Duckworth ήταν δύο από τους μεγάλους διαμορφωτές του ποδοσφαίρου του Δούναβη, ο Jimmy Hogan και ο Dori Kürschner – και 2 ισοπαλίες με την Ουγγαρία, ενώ το ίδιο ρεκόρ είχε και η Ιταλία. Στις 20 Μαρτίου του 1932, οι δύο ομάδες ήρθαν ξανά αντιμέτωπες στο Prater, όπου μπροστά σε 63,000 θεατές και με σκόρερς τους Sindelar και Meazza για την κάθε ομάδα, οι αυστριακοί κέρδισαν με 2-1, φέρνοντας την απόλυτη ισορροπία στο κυνήγι του τίτλου. Οι δύο ομάδες συνέχισαν με εκτός έδρας ισοπαλίες, η Ιταλία στην Ουγγαρία και η Αυστρία στην Τσεχοσλοβακία, με τον τίτλο να κρίνεται τελικά τον Οκτώβρη του 1932. Στις 23 του μήνα, η Αυστρία υποδέχτηκε στο Prater την υποδεέστερη Ελβετία, που ένα χρόνο νωρίτερα είχε φιλοδωρήσει με 8 γκολ στη Βασιλεία, με 55,000 θεατές να προσέρχονται στο Prater. Οι Αυστριακοί κέρδισαν με 3-1 το παιχνίδι, στο οποίο διαιτητής ήταν ο Τσεχοσλοβάκος František Cejnar, ο ίδιος που διηύθυνε τον αγώνα της Austria με την Inter, στο Mitropa Cup του 1933. Μετά από αυτό το αποτέλεσμα, η Ιταλία χρειαζόταν μία ευρεία νίκη απέναντι στην Τσεχοσλοβακία προκειμένου να έχει ελπίδες για τον τίτλο, όμως ηττήθηκε στις 28 Οκτώβρη στην Πράγα, με σκορ 2-1 και η Αυστρία του Meisl και του Sindelar, η Wunderteam, κατέκτησε τον πρώτο και μοναδικό τίτλο στην ιστορία της!

Μετά το θρίαμβό της στο Διεθνές Κύπελλο, η εθνική ομάδα της Αυστρίας, θεωρούμενη η καλύτερη της ηπειρωτικής Ευρώπης, κλήθηκε σε φιλικό παιχνίδι που πραγματοποιήθηκε στις 7 του Δεκέμβρη, στο Stamford Bridge του Λονδίνου, με αντίπαλο την Αγγλία. Η εθνική ομάδα της μητέρας του ποδοσφαίρου, που μετρούσε πλέον περισσότερα από 60 χρόνια διεθνών αγώνων, δεν είχε ηττηθεί ποτέ στην έδρα της από ευρωπαϊκή ομάδα, παρά μόνο από τις ομάδες των βρετανικών νήσων, στο λεγόμενο Home Championship. Η πρώτη της ήττα απέναντι σε ευρωπαϊκή ομάδα συνέβη το Μάιο του 1929, όταν στο Estadio Metropolitano της Μαδρίτης ηττήθηκε από την Ισπανία με 4-3, ενώ το Μάιο του 1931 είχε χάσει και στο Παρίσι, με το βαρύ 5-2 από τη Γαλλία. Η ίδια η πρόσκληση επί βρετανικού εδάφους ήταν μια μεγάλη τιμή από μόνη της, καθώς υπήρχαν μέχρι τότε μόλις 2 αντίστοιχα ιστορικά προηγούμενα: το 1923 η Ολυμπιονίκης ομάδα του Βελγίου προσκλήθηκε σε ένα παιχνίδι που έγινε στο Highbury και η Αγγλία κέρδισε με 6-1, ενώ το 1931 η Ισπανία προσκλήθηκε για τη ρεβάνς του αγώνα του Metropolitano και οι Άγγλοι επικράτησαν και πάλι στο Highbury με 7-1, σφραγίζοντας έτσι την κυριαρχία τους επί αγγλικού εδάφους. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτοί οι αγώνες γίνονταν πάντα Δεκέμβρη, όταν το έδαφος των γηπέδων ήταν αρκετά ταλαιπωρημένο από το βαρύ βρετανικό κλίμα, ευνοώντας τους γηπεδούχους και το παιχνίδι δύναμης που είχαν αναπτύξει. Υπό αυτό το πρίσμα, το κίνητρο για την Αυστρία ήταν τεράστιο, καθώς θα μπορούσε να γίνει η πρώτη ομάδα που θα υποσκέλιζε την Αγγλία μέσα στην έδρα της, κερδίζοντας τον τίτλο της νέας παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ηγέτιδας.

Ο Meisl για αυτό το παιχνίδι είχε ξαναζητήσει τη συνδρομή του Jimmy Hogan, που μόλις είχε αφήσει τον πάγκο της Austria για να αναλάβει τη Racing Club de France. Ο Hogan δήλωσε για αυτή την πρόσκληση ότι ήταν “η μεγαλύτερη τιμή της καριέρας του” και “ένα εξαίσιο δώρο για τα 50ά του γενέθλια”. Την ίδια στιγμή, τη διοργάνωση αυτού του μεγάλου φιλικού βοήθησε και ο ίδιος ο Herbert Chapman, ο οποίος συνέβαλε στο να πειστεί η Racing να απελευθερώσει τον προπονητή της για διάστημα 2 εβδομάδων, προκειμένου να προετοιμάσει την ομάδα της Αυστρίας. Διαιτητής της αναμέτρησης ορίστηκε ο κορυφαίος της εποχής, ο Βέλγος John Langenus, που είχε σφυρίξει και στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, 2 χρόνια νωρίτερα.

Στην αποχώρηση της ομάδας της Αυστρίας από τον σταθμό Westbanhof, χιλιάδες οπαδοί παραβρέθηκαν ώστε να εμψυχώσουν την ομάδα τους, ενώ τα προεόρτια στην Αγγλία αντανακλώνται και στον Τύπο της εποχής, που κατά γενικό κανόνα τόνιζε ότι αυτό το παιχνίδι δε θα έμοιαζε με κανένα προηγούμενο, εξαίροντας την ποιότητα των Αυστριακών. Το παιχνίδι ξεκίνησε ιδανικά για τους Άγγλους, που σκόραραν στο 5ο λεπτό με τον Crooks, όμως η ομάδα της Αυστρίας ήταν επικίνδυνη και ο Άγγλος τερματοφύλακας της Birmingham, Harry Hibbs, ήταν σε κακή μέρα, καθώς είχε ιδιαίτερο στρες ξέροντας ότι στις κερκίδες βρισκόταν ο Chapman που μπορούσε να του εξασφαλίσει τη μεταγραφή στην Arsenal. Παρ’όλα αυτά, ο Hampson διπλασίασε τα τέρματα των Άγγλων, διαμορφώνοντας το σκορ του ημιχρόνου. Στο δεύτερο ημίχρονο η Αυστρία συνέχισε να πιέζει με τους Smistik και Sindelar να παίρνουν τον έλεγχο του παιχνιδιού στις πλάτες τους και τελικά τον Zischek της Wacker Βιέννης να μειώνει στο 58ο λεπτό. Ο Houghton στη συνέχεια ξαναμεγάλωσε την απόσταση στο σκορ στο 77ο λεπτό, για να μειώσει και πάλι ο Sindelar 3 λεπτά αργότερα με ένα γκολ που έμοιαζε πολύ με εκείνο του Maradona απέναντι στους Άγγλους, το 1986, εκείνο που έμεινε στην ιστορία ως “το γκολ του αιώνα”. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποδοσφαιρικά καλλιεργημένο αγγλικό κοινό χειροκρότησε την ενέργεια του “Μότσαρτ”. Με 10 λεπτά να απομένουν, τίποτα δεν έμοιαζε να έχει κριθεί και σε ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία και για την ομορφιά αλλά και τη συναρπαστική εξέλιξη του σκορ, το κοινό των 40,000 στο Stamford Bridge ξέσπασε στο 82ο λεπτό, όταν ο Hampson, βάζοντας το δεύτερο προσωπικό του γκολ, έδωσε ξανά προβάδισμα ασφαλείας στην ομάδα του. Ο Zischek έβαλε ακόμα ένα γκολ για να μειώσει στο 87′ και ένα γκολ της Αγγλίας ακυρώθηκε στα τελευταία λεπτά της αναμέτρησης με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 4-3 υπέρ των Άγγλων. Η Αυστρία έφτασε πολύ κοντά στην κατάκτηση μιας συνειδησιακής ποδοσφαιρικής κορυφής, ωστόσο αυτός ο άθλος μετατέθηκε για αργότερα στην Ιστορία και θα τον πετύχαινε τελικά μια άλλη ομάδα.



Η διοργάνωση του 1933-1935 είχε ξανά μεγαλύτερη διάρκεια, λόγω της διεξαγωγής του Παγκοσμίου Κυπέλλου, που αυτή τη φορά θα λάμβανε χώρα στην Ιταλία. Το καθεστώς έδινε τα πάντα για να πανηγυρίσει μια διεθνή αθλητική νίκη και αυτό σήμαινε ότι ο Pozzo είχε στη διάθεσή του όλα τα τεχνικά μέσα για να δημιουργηθεί μια τεράστια υπερομάδα, της οποίας την πρωτοκαθεδρία δε θα μπορούσε να απειλήσει κανείς, ιδίως σε ιταλικό έδαφος. Αυτό συμπεριλάμβανε και τις ιταλοποιήσεις παιχτών που είχαν διακριθεί στο παγκόσμιο στερέωμα, με τον νόμο του αίματος του Mussolini, που προέβλεπε ότι κάθε απόγονος Ιταλών, μέχρι 7 γενιές, μπορούσε να λάβει την ιταλική υπηκοότητα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι οποιοσδήποτε νοτιοαμερικάνος παίχτης, εν ανάγκη και με εφευρέσεις όσο αφορά την οικογενειακή του ιστορία, μπορούσε να γίνει Ιταλός. Αυτή η νέα και πιο ισχυρή Ιταλία μέσα στο 1933 κέρδισε και τα 4 παιχνίδια για το Διεθνές Κύπελλο, απέναντι στην Τσεχοσλοβακία και την Ελβετία εντός έδρας, καθώς και στις έδρες της Ελβετίας και της Ουγγαρίας.

Το παιχνίδι με την Αυστρία στις 11 Φεβρουαρίου του 1934 είχε πολύ φορτισμένο κλίμα, καθώς – πέρα από το γεγονός ότι ήταν αυτό που διαφαινόταν να κρίνει ακόμα μια φορά τον τίτλο – ήταν και η πρώτη αναμέτρηση μετά τον τελικό του Mitropa Cup, ανάμεσα στην Austria και την Inter/Ambrosiana, που άφησε τεράστια πικρία στον Meazza και ένα ολόκληρο έθνος. Επίσης, διεξαγόταν στη γενέτειρα πόλη του Pozzo, το Τορίνο, στο σημερινό Ολυμπιακό Στάδιο, που τότε είχε το όνομα του Ιταλού δικτάτορα. Πέραν των συμβολισμών όμως, το παιχνίδι είχε τεράστια σημασία καθώς από τακτικής άποψης, είχαν διαμορφωθεί πλέον δύο συστήματα που αποτελούσαν την ταυτότητα των δύο ομάδων. Από τη μια, η Ιταλία του Pozzo, έπαιζε το λεγόμενο metodo, ένα σύστημα 2-3-2-3, το οποίο κρατούσε την υπεροπλία στο κέντρο, το οποίο ήταν ενισχυμένο και βοηθούνταν από τους εσωτερικούς επιθετικούς (τότε τα νούμερα 8 και 10), οι οποίοι έπαιζαν πιο πίσω από τους άλλους τρεις. Η Αυστρία του Meisl, από την άλλη, αγωνιζόταν με το λεγόμενο W-M, δηλαδή 3-2-2-3, με τρεις αμυντικούς σε γραμμή και μία διάταξη τετραπλεύρου στο κέντρο, ένα σχηματισμό που βλέπουμε διαχρονικά στο ποδόσφαιρο, κυρίως στη φάση της επιθετικής λειτουργίας των ομάδων. Αμφότερα τα συστήματα ήταν εξέλιξη του 3-2-5 του Herbert Chapman (το οποίο έμοιαζε περισσότερο με το W-M), με το οποίο ο βρετανός τεχνικός θριάμβευσε στην Arsenal. Στην αναμέτρηση του Τορίνο, οι Αυστριακοί κατάφεραν να φύγουν και πάλι με τη νίκη, με το ευρύ 4-2, προκαλώντας προβληματισμό στους αντιπάλους τους και ένα ολόκληρο καθεστώς, λίγους μήνες πριν τη διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Πριν το καλοκαίρι η Αυστρία έπαιξε ακόμα ένα παιχνίδι με αντίπαλο την Ελβετία, την οποία και κέρδισε με σκορ 3-2 στη Γενεύη.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #102 στις: Κυρ 03 Αύγ 2025 13:54 »
Η παγκόσμια ακτινοβολία
Το καλοκαίρι του 1934 ήρθε η στιγμή που το Ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης θα έλαμπε στο παγκόσμιο στερέωμα. 2 χρόνια νωρίτερα, στο 21ο Συνέδριο της FIFA που έλαβε χώρα στη Στοκχόλμη, 2 χώρες διεκδικούσαν το δικαίωμα διοργάνωσης της 2ης έκδοσης του θεσμού. Ωστόσο, συνεχίζοντας την παράδοση των παραιτήσεων, που είχε ξεκινήσει στη διαδικασία επιλογής του τόπου διεξαγωγής του πρώτου Μουντιάλ, η Σουηδία αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση, καθώς δεν είχε σκοπό να διαθέσει ένα τόσο μεγάλο προϋπολογισμό όπως η Ιταλία, που παρουσίασε ένα σχέδιο που το κόστος του έφτανε τις 3.5 εκατομμύρια λιρέτες.

Για τη συγκεκριμένη διοργάνωση έγιναν για πρώτη φορά και προκριματικά, καθώς από τις 36 Ομοσπονδίες που δήλωσαν συμμετοχή στο τελικό τουρνουά θα αγωνίζονταν οι 16. Η Ιταλία, στον 3ο όμιλο, έπρεπε να κάμψει το εμπόδιο της Ελλάδας, την οποία κέρδισε με σκορ 4-0 στο San Siro του Μιλάνου, στις 25 Μαρτίου του 1934. Η Ουγγαρία και η Αυστρία πέρασαν από τον όμιλό τους επικρατώντας της Βουλγαρίας. Η Τσεχοσλοβακία κέρδισε τη σειρά απέναντι στην Πολωνία με 2-1 εκτός έδρας και άνευ αγώνως εντός, καθώς η αντίπαλη ομάδα αποσύρθηκε. Η Ελβετία πέρασε δεύτερη από τον δύσκολο όμιλο με αντιπάλους τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία, φέρνοντας και με τις 2 ισοπαλίες. Έτσι, όλες οι ομάδες του λεγόμενου ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης θα βρίσκονταν στα ιταλικά γήπεδα, διεκδικώντας τον κορυφαίο ποδοσφαιρικό τίτλο στον πλανήτη, που σιγά σιγά αποκτούσε και την αίγλη που του άρμοζε.

Οι πρώτοι αγώνες, για τη φάση των 16, πραγματοποιήθηκαν στις 27 Μαΐου. Η οικοδέσποινα Ιταλία ξεκίνησε με θρίαμβο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες στο Flaminio, κερδίζοντας με 7-1, με τον Angelo Schiavio της Bologna να πετυχαίνει hat-trick. Εύκολο έργο είχε και η Ουγγαρία, η οποία αν και ισοφαρίστηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα από την Αίγυπτο, στο δεύτερο ημίχρονο πήρε την πρόκριση με σκορ 4-2, στο Partenopeo της Νάπολι. Στο Stadio Littorio της Τεργέστης, η Τσεχοσλοβακία έκαμψε την αντίσταση της Ρουμανίας με ανατροπή στο δεύτερο ημίχρονο, παίρνοντας την πρόκριση με σκορ 2-1, ενώ η Ελβετία κέρδισε στο San Siro την Ολλανδία με 3-2. Την πιο δύσκολη ημέρα είχε η Αυστρία στο Τορίνο, όπου χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση με αντίπαλο τη Γαλλία, όπου τελικά στο 109ο λεπτό, με γκολ του Josef Bican, ενός τσέχικης καταγωγής θρυλικού επιθετικού της Rapid, κατάφερε να πάρει την πρόκριση.



Με τις 5 ομάδες του Διεθνούς Κυπέλλου να συμμετέχουν στα προημιτελικά, το τουρνουά έμοιαζε πλέον μια αρκετά γνώριμη υπόθεση – πλήρως ευρωπαϊκή μάλιστα, καθώς Αργεντινή και Βραζιλία είχαν αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο, από τη Σουηδία και την Ισπανία αντίστοιχα. Στα προημιτελικά, που διεξήχθησαν στις 31 Μαΐου, 2 αγώνες αποτελούνταν από τυπικά κεντροευρωπαϊκά ντέρμπι. Η Αυστρία τέθηκε αντιμέτωπη με την Ουγγαρία, στο Littoriale της Μπολόνια, εκεί που είχε πετύχει την πρώτη μεγάλη νίκη της απέναντι στην Ιταλία. Με γκολ των Horvath και Zischek, πήρε το προβάδισμα, ενώ η Ουγγαρία κατάφερε μόνο να μειώσει στο 60′ με πέναλτι του Sárosi. Στον άλλο αγώνα μεταξύ ομάδων του Διεθνούς Κυπέλλου, η Τσεχοσλοβακία κατάφερε να κερδίσει τη βελτιωμένη πλέον Ελβετία στο Τορίνο, με σκορ 3-2, προκειμένου να πάρει το εισιτήριο για τα ημιτελικά. Το πιο δύσκολο έργο αυτή τη φορά είχε η Ιταλία, που στη Φλωρεντία δεν κατάφερε να κερδίσει μετά και το τέλος της παράτασης την Ισπανία, με το τελικό σκορ να είναι 2-1 και τελικά να χρειαστεί ακόμα ένα παιχνίδι, την επόμενη ημέρα, που κρίθηκε από το γκολ του Meazza ώστε να προχωρήσει στην επόμενη φάση. Βέβαια, ιστορικό μυστήριο παραμένει η απουσία του θρυλικού Ισπανού τερματυφύλακα Zamora και των Βάσκων επιθετικών Iraragorri και Langara, από εκείνο το επαναληπτικό παιχνίδι. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Zamora μάλιστα καθόταν λίγο πιο δίπλα από τον Meisl, που είχε παραβρεθεί στο γήπεδο ως θεατής.

Το μεγάλο παιχνίδι της διοργάνωσης, που θα μπορούσε και να χαρακτηριστεί “πρώιμος τελικός”, ήταν αναμφίβολα η ημιτελική αναμέτρηση μεταξύ Ιταλίας και Αυστρίας που είχε προγραμματιστεί για τις 3 Ιούνη, στο San Siro του Μιλάνου. Η Αυστρία και η Ιταλία μπορεί να ήταν στη μέση μιας χρυσής περιόδου ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας, όμως στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα ήταν λίγο πιο περίπλοκα. Οι εχθροί του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με την κληρονομιά που άφησε στον Pozzo, αλλά κυρίως σε ποδοσφαιριστές όπως ο Sindelar και ο Meazza, που έμειναν ορφανοί, επαναδιατύπωναν τις μεταξύ τους σχέσεις το Μάρτιο του 1934, με μία συμφωνία μεταξύ Ιταλίας, Αυστρίας και Ουγγαρίας, που έμεινε γνωστή ως τα “Πρωτόκολλα της Ρώμης”. Σε αυτή τη συμφωνία οι τρεις χώρες που είχαν πλέον όλες απολυταρχικά καθεστώτα, καθώς λίγες μέρες νωρίτερα είχε διαλυθεί και η 1η Αυστριακή Δημοκρατία με τον Καγκελάριο Dollfuss, τον λεγόμενο Millimetternich, να αναλαμβάνει επ’αόριστον την εξουσία, δημιούργησαν μια συμμαχία κυρίως υπό το φόβο της γερμανικής επιθετικότητας, καθώς ένα μόλις χρόνο νωρίτερα στις 30 Ιανουαρίου του 1933, την Καγκελαρία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης είχε αναλάβει ένας Αυστριακής καταγωγής αποτυχημένος ζωγράφος, μετατρέποντάς τη στο περιβόητο γερμανικό ράιχ. Πέρα από το φόβο των Γερμανών εθνικοσοσιαλιστών, ωστόσο, οι 3 χώρες με τη συμφωνία τους αυτή άνοιγαν και ένα νέο κύκλο επιθετικότητας στα Βαλκάνια, εποφθαλμιώντας τα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας, που η καθεμιά για τους δικούς της λόγους πίστευε ότι έχει ιστορικά κυριαρχικά δικαιώματα, τροφοδοτώντας έτσι τα εθνικιστικά αφηγήματα στον αιώνα τον άπαντα. Αυτή η διπλωματική σύγκλιση, ωστόσο, λίγα πράγματα σήμαινε για τον Pozzo, που έφερε ένα γραμμόφωνο στα αποδυτήρια της Squadra Azzurra προκειμένου να εμψυχώσει τους παίχτες του υπό τους ήχους του Canzone del Piave, ενός πατριωτικού τραγουδιού που υμνούσε την ηρωικότητα των Ιταλών στα πεδία της μάχης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αναγκάζοντας μάλιστα τους ποδοσφαιριστές να το τραγουδήσουν δυνατά πριν βγουν στον αγωνιστικό χώρο. Στην ίδια γραμμή βεβαίως βρισκόταν και ο Mussolini, παρών στο στάδιο, που επιθυμούσε διακαώς να δει την εθνική ομάδα της χώρας του να παίρνει μια νίκη που θα γινόταν σύμβολο του καθεστώτος του.

Τα εισιτήρια για τον αγώνα προφανώς εξαντλήθηκαν και στο San Siro 60,000 θεατές στριμώχτηκαν για να δουν διά ζώσης το μεγαλύτερο παιχνίδι όλων των εποχών μέχρι εκείνη τη μέρα. Πέρα από τη στήριξη των οπαδών τους, ωστόσο, οι Ιταλοί είχαν και την εύνοια του καιρού, καθώς λίγες ώρες πριν την έναρξη του αγώνα μια τρομερή καταιγίδα χτύπησε το Μιλάνο και την ώρα της σέντρας ο αγωνιστικός χώρος ήταν ακόμα σε πολλά σημεία του πλυμμηρισμένος. Αυτό δυσκόλευε εξαιρετικά τις προσπάθειες των Αυστριακών που στηρίζονταν περισσότερο στην υψηλή τεχνική τους και βοηθούσε το πιο δυναμικό παιχνίδι της ιταλικής ομάδας. Ακόμα και σ’αυτές τις συνθήκες όμως ο Sindelar δε σταμάτησε να εντυπωσιάζει, ο Papierene που έμαθε το ποδόσφαιρο στα ανώμαλα εδάφη των ανοιχτών χώρων της εργατικής μεριάς της Βιέννης ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα και με ένα πλυμμηρισμένο γήπεδο, σε έναν από τους καλύτερους αγωνιστικούς χώρους της εποχής του. Οι αυστριακές επιθέσεις έρχονταν κατά κύμματα και οι Ιταλοί το μόνο που μπορούσαν να κάνουν είναι να παίζουν ένα ανασταλτικό παιχνίδι, χωρίς καμία θέληση για δημιουργία. Στο έργο τους αυτό αρωγό είχαν και τον Σουηδό διαιτητή Ivan Eklind, στον οποίον είχε δοθεί η υπόσχεση ότι αν κριθεί καλή η παρουσία του θα διευθύνει και τον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης. Αυτό το κίνητρο ίσως έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην απόφαση που πήρε στο 19ο λεπτό, όταν σε μια εναέρια διεκδίκηση μεταξύ του Schiavio και του Αυστριακού τερματοφύλακα Peter Platzer, ο δεύτερος κατάφερε να μαζέψει τη μπάλα. Ωστόσο, ο Schiavio έπεσε με δύναμη πάνω του, σε κάτι που αποτελεί ορισμό του φάουλ στους κανονισμούς του παιχνιδιού, με αποτέλεσμα ο Platzer να χάσει τον έλεγχο της μπάλας ώστε ο Schiavio να τροφοδοτήσει τον Guaita που πέτυχε το γκολ της αναμέτρησης. Για τους Αυστριακούς και ίσως όλο τον κόσμο επρόκειτο για ένα ξεκάθαρο φάουλ, για τον διαιτητή Eklind όμως ίσως ήταν η ευκαιρία για να παίξει στον μεγάλο τελικό της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.



Το αποτέλεσμα διατηρήθηκε στο 1-0, παρά τις πολλές ευκαιρίες που είχαν και οι δύο ομάδες, με τους Αυστριακούς να παίζουν καλύτερα για το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα, όμως άλλοτε να συναντούν ένα σκληρό αμυντικό ιταλικό τείχος μπροστά τους και άλλοτε να είναι ελάχιστα άστοχοι, όπως ο Zischek στην εκπνοή της αναμέτρησης. Η Ιταλία είχε περάσει στον τελικό που τόσο ήθελε ο Duce, ωστόσο έμεινε στην ιστορία ο λεκές της άδικης αντιμετώπισης μιας από τις καλύτερες ομάδες που έχει γνωρίσει ο ποδοσφαιρικός κόσμος. Ο Meisl δήλωσε ότι ήταν απίθανο να κερδίσει κανείς την Ιταλία υπό αυτές τις συνθήκες, ενώ ο Josef Bican πήγε ακόμα πιο μακριά στις δηλώσεις του, καταγράφοντας στην ιστοριογραφία ότι ο διαιτητής έφτασε στο σημείο να …πασάρει τη μπάλα σε Ιταλό κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης. Από την άλλη, ο Raimundo Orsi δήλωσε ότι ζούσαν υπό το φόβο της εκτέλεσης, κάτι που θα ήταν πολύ πιθανό αν ο διαιτητής Eklind δεν έπαιρνε το μέρος τους.

Στον άλλο ημιτελικό η Τσεχοσλοβακία, εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου του Δούναβη που διέπρεπε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, κέρδισε τη Γερμανία με σκορ 3-1 και hat-trick του Oldřich Nejedlý της Sparta, αν και ο Rudi Noack είχε ισοφαρίσει για τους Γερμανούς, παίρνοντας έτσι το άλλο εισιτήριο για το μεγάλο τελικό που διεξήχθη στη Ρώμη, στις 10 Ιουνίου. Νωρίτερα, στο μικρό τελικό, η αποκαρδιωμένη από την αδικία Αυστρία έχασε από τη Γερμανία στη Napoli, χάνοντας έτσι και το χάλκινο μετάλλιο. Η Squadra Azzura του Pozzo χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση, μετά από το 1-1 της κανονικής διάρκειας, προκειμένου να κάμψει την αντίσταση των Τσεχοσλοβάκων, κερδίζοντας τελικά τον “άγιο δισκοπότηρο” με την ονομασία του Jules Rimet χάρη στο γκολ του Schiavio στο 95ο λεπτό.

Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Ιταλία είχε με τη σειρά της την ευκαιρία να αγωνιστεί στο Λονδίνο απέναντι στην Αγγλία τον προσεχή Νοέμβρη, όμως στο γήπεδο της Arsenal έχασε με τρόπο αρκετά πιο εύκολο από ότι συνέβη με την Αυστρία δύο χρόνια νωρίτερα, με το τελικό σκορ να διαμορφώνεται 3-2, χάρη σε 2 γκολ του Meazza στο δεύτερο ημίχρονο. Ωστόσο, οι επιτυχίες της συνεχίστηκαν απέναντι στην Αυστρία, κερδίζοντας το μεταξύ τους παιχνίδι στο Prater για το Διεθνές Κύπελλο, το οποίο και τελικά κατέκτησε το 1935.

Οι δύο ομάδες θα ξανασυναντιόντουσαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936, όπου λόγω των μεταβαλλόμενων πολιτικών συνθηκών οι δύο χώρες μπορούσαν, για διαφορετικούς λόγους, να νιώθουν ότι παίζουν και λίγο στην έδρα τους. Τον Ιούλη του 1934 ο Καγκελάριος και πλέον δικτάτορας “Millimetternich” Dolfuss δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ενός αποτυχημένου ναζιστικού πραξικοπήματος και την εξουσία είχε αναλάβει ο Kurt Schuschnigg. Ωστόσο, στην Αυστρία η επιρροή του Ναζισμού και η υποστήριξη του Anschluss, δηλαδή της ιστορικής εθνικής ένωσης με τη Γερμανία, που είχε απαγορευτεί από τη Συνθήκη του Τριανόν, κέρδιζε συνεχώς έδαφος. Η Ναζιστική Γερμανία είχε κάθε λόγο να κάνει επιθέσεις φιλίας και αδελφότητας στην Αυστρία, θέλοντας να προσαρτήσει τη γεννέτειρα του δικού της δικτάτορα στο Ράιχ. Την ίδια περίοδο, η αρχική αμυντική στάση της Μουσολινικής Ιταλίας απέναντι στο Ράιχ είχε αρχίσει να αλλάζει, καθώς δυσχαίρεναν οι σχέσεις με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία λόγω της ιταλικής εισβολής στην Αιθιοπία. Έτσι, σταδιακά οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών βελτιώνονταν, ενώ από το 1935 στη συμμαχία της Ναζιστικής Γερμανίας είχε εισχωρήσει επίσημα και η Ιαπωνία, σε μια από κοινού βλέψη εναντίωσης στην Κομμουνιστική Διεθνή και τη Σοβιετική Ένωση. Ουσιαστικά μέσω της ανάπτυξης φιλικών δεσμών με την Ιαπωνία, που ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1936 και επισημοποιήθηκε ουσιαστικά το 1937 όταν η Ιταλία δεν καταδίκασε την ιαπωνική εισβολή στην Κίνα στην Κοινωνία των Εθνών, , ξεκίνησε και η περίοδος της Γερμανοϊταλικής συνεργασίας.

Στο τουρνουά που συμμετείχαν 16 ομάδες η Ιταλία κέρδισε δύσκολα τις Ηνωμένες Πολιτείες με 1-0 στον πρώτο γύρο, πέρασε με επιβλητικό τρόπο απέναντι από τη “φίλη” Ιαπωνία, με 8-0, ενώ χρειάστηκε να φτάσει στην παράταση απέναντι στη Νορβηγία, όπου με γκολ του Annibale Frossi πήρε το εισιτήριο για τον τελικό. Η Αυστρία, που κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της κέρδισε την Αγγλία στο Prater με 2-1, πέρασε από τον πρώτο γύρο νικώντας την Αίγυπτο με 3-1, πριν παίξει σε ένα από τα πιο σκανδαλώδη παιχνίδια της Ιστορίας. Στον προημιτελικό, με αντίπαλο το Περού, οι Αυστριακοί πήραν προβάδισμα με γκολ των Wergin και Steinmetz στο 23ο και 37ο λεπτό αντίστοιχα. Ωστόσο, η ομάδα του Περού μπήκε αποφασισμένη στο δεύτερο ημίχρονο, καταφέρνοντας να ισοφαρίσει το σκορ με γκολ των Alcalde και Villanueva στο 75ο και 81ο λεπτό αντίστοιχα. Στην παράταση, ακόμα κι αν ο Νορβηγός διαιτητής ήταν επιφορτωμένος με το έργο της υποστήριξης της “άρειας” Αυστρίας, οι Περουβιανοί ήταν ανώτεροι, πέτυχαν 5 συνολικά γκολ, από τα οποία ακυρώθηκαν τα 3, ωστόσο ακόμα κι έτσι στη λήξη της αναμέτρησης βρίσκονταν να προηγούνται με σκορ 4-2. Το παιχνίδι μπορεί να έληξε με αυτό το σκορ, ωστόσο, λόγω της “απόδοσης” του διαιτητή του αγώνα Περουβιανοί οπαδοί είχαν εισέλθει στον αγωνιστικό χώρο και αναφέρεται ότι έφτασαν σε σημείο να χτυπήσουν Αυστριακούς ποδοσφαιριστές, ενώ ένας από αυτούς ήταν οπλισμένος. Η Αυστρία άσκησε ένσταση και η FIFA αποφάσισε την επανάληψη του αγώνα, κάτι που το Περού δε δέχτηκε με τη Wunderteam να περνάει στον επόμενο γύρο. Η απόφαση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση των χωρών της λατινικής Αμερικής, που με ανακοινώσεις τους δήλωσαν τη συμπαράστασή τους στο Περού, ενώ οι ολυμπιακές ομάδες του Περού και της Κολομβίας αποχώρησαν από τη Γερμανία.



Στον ημιτελικό, σε πολύ πιο ήρεμο κλίμα, η Αυστρία κέρδισε την εθνική ομάδα μιας άλλης χώρας που εποφθαλμιούσε η ναζιστική ηγεσία, της Πολωνίας. Με σκορ 3-1 οι Αυστριακοί προκρίθηκαν στον τελικό, όπου θα αντιμετώπιζαν ακόμα μια φορά την Ιταλία, στη μεγάλη ρεβάνς του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Μπροστά σε 85,000 θεατές στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου, το απόγευμα του δεκαπενταύγουστου, η Ιταλία επικράτησε στην παράταση με σκόρερ τον Frossi που πέτυχε και τα δύο γκολ για να διαμορφωθεί το τελικό 2-1. Έτσι, η Squadra Azzurra του Pozzo είχε καταφέρει να αφήσει χωρίς παγκόσμιο τίτλο τη μεγάλη Wunderteam, την εκπρόσωπο μιας χώρας που άλλαζε, προερχόμενη από την Κόκκινη Βιέννη που δεν υπήρχε πια, την ενσάρκωση ενός μεταπολεμικού κοσμοπολιτισμού που πλέον έδινε τη θέση του στην εθνικιστική επιθετικότητα σε όλο και περισσότερες χώρες της Ευρώπης.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #103 στις: Κυρ 03 Αύγ 2025 13:55 »
Η λάμψη πριν από την καταιγίδα
Η Ευρώπη βάδιζε προς την πιο σκοτεινή περίοδο της ιστορίας της και τα σύννεφα ενός ακόμα πολέμου είχαν αρχίσει να πυκνώνουν κατά το μέσο της δεκαετίας του 1930. Την ίδια στιγμή, η αναπτυσσόμενη συμμαχία που εξελίχθηκε στον Άξονα και η ιδεολογική βάση του φασισμού και του Ναζισμού, συντέλεσαν ώστε να εγκαθιδρυθούν σε μια σειρά χωρών αντιφυλετικοί και αντισημιτικοί νόμοι. Το ένα απολυταρχικό καθεστώς μετά το άλλο, ξεκινώντας από το κυνήγι όλων των προοδευτικών στοιχείων των κοινωνιών τους, έβαλε στο στόχαστρο και την πολυάριθμοι και για αιώνες αφομοιωμένη κοινότητα των Εβραίων, καθώς και τους απανταχού Ρομά, ξεκινώντας από τους αποκλεισμούς και καταλήγοντας σε μια επιχείρηση μαζικού αφανισμού.

Πριν γίνουν όμως όλα αυτά πραγματικότητα, παιζόταν ακόμα ποδόσφαιρο – και μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, στο Mitropa Cup της ίδιας χρονιάς, ο μεγάλος πρωταγωνιστής της Squadra Azzura, Angelo Schiavio, οδήγησε τη Bologna στο δεύτερο τίτλο της, τον πρώτο που κερδήθηκε μέσα στον αγωνιστικό χώρο, μετά τα γεγονότα του 1932. Το 1935 η Sparta επανέλαβε τον άθλο της Bologna, κατακτώντας επίσης για δεύτερη φορά το θεσμό, ενώ το ίδιο έκαναν τις επόμενες χρονιάς και η Austria Βιέννης και η Ferencváros.

To Μάιο και Ιούνιο του 1937, ωστόσο, μια άλλη διοργάνωση, που έλαβε χώρα μόνο για μία φορά, πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία. Το λεγόμενο Διεθνές Τουρνουά της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού ήταν μία συνάντηση συλλόγων από τις μεγαλύτερες ποδοσφαιρικές δυνάμεις της εποχής, μεταξύ των οποίων και της Αγγλίας, που μέχρι τότε αρνούνταν να συμμετέχει σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία διασυλλογικής διοργάνωσης μαζί με τις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης. Συνολικά 8 ομάδες έλαβαν μέρος, εκπροσωπώντας 7 χώρες, με την οικοδέσποινα Γαλλία να συμμετέχει με τη Marseille και τη Socheaux που είχαν τερματίσει στις 2 πρώτες θέσεις του πρωταθλήματος εκείνης της χρονιάς. Από την Αυστρία συμμετείχε η Austria ως κάτοχος του προηγούμενου Mitropa Cup, από την Ουγγαρία η Phöbus FC, που είχε αγωνιστεί την προηγούμενη σεζόν για πρώτη φορά στην κορυφαία κατηγορία, από τη Γερμανία η Leipzig, από την Τσεχοσλοβακία η Slavia Πράγας που είχε κερδίσει το πρωτάθλημα, ενώ από την Ιταλία εκπρόσωπος ήταν η πρωταθλήτρια Bologna. Από την Αγγλία, η ομάδα που συμμετείχε ήταν η Chelsea, που αν και είχε τερματίσει 11η στη Football League που είχε προηγηθεί, προερχόμενη από το πιο κοσμοπολίτικο Λονδίνο, θέλησε να λάβει μέρος σε αυτή τη διοργάνωση προσδοκώντας μάλιστα σε μια διεθνή επιτυχία.



Έτσι, ενώ από την Αγγλία, τη Γερμανία και την Ουγγαρία επιλέχθηκαν τυχαίες ομάδες, από τις υπόλοιπες χώρες συμμετείχαν κορυφαίοι εκπρόσωποι. Αυτό είχε φυσικά αντίκτυπο στα αποτελέσματα του πρώτου, προημιτελικού γύρου, όπου η Austria Βιέννης απέκλεισε τη Leipzig, η Slavia Πράγας την Phöbus, η Bologna τη Socheaux, ενώ η Chelsea χρειάστηκε το στρίψιμο του κέρματος προκειμένου να προκριθεί επί της Marseille, μιας και τότε δεν υπήρχε ακόμα η διαδικασία των πέναλτι και δεν προβλεπόταν επαναληπτικός αγώνας στη διοργάνωση. Bologna και Chelsea κέρδισαν αμφότερες με 2-0 τις Slavia και Austria αντίστοιχα, προκειμένου να δώσουν ραντεβού για τον μεγάλο τελικό που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιούνη στο Ολυμπιακό Στάδιο του Colombes, έξω από το Παρίσι. Μία από τις μεγαλύτερες ομάδες της ηπειρωτικής Ευρώπης θα αντιμεώπιζε με διακύβευμα ένα διεθνές τρόπαιο μία εκπρόσωπο της Football League και αυτό από μόνο του ήταν κάτι ιστορικό.

Όμως πιο ιστορική και από το διακύβευμα του συγκεκριμένου αγώνα ήταν η προσωπικότητα του τεχνικού που βρισκόταν στον πάγκο της Bologna. O Árpád Weisz γεννήθηκε στο Solt της Δυτικής Ουγγαρίας στις 16 Απρίλη του 1896. Γόνος εβραϊκής μεσοαστικής οικογένειας, καθώς ο πατέρας του ήταν οδοντίατρος, έφερε το μικρό του όνομα από τον γενάρχη των Μαγυάρων, κάτι που είναι μια ένδειξη της αφομοίωσης του εβραϊκού στοιχείου στα διάφορα εθνικά φύλα της Κεντρικής Ευρώπης. Σε αντίθεση με πολλά παιδιά της εποχής του, η ταξική καταγωγή του τού επέτρεψε να φοιτήσει και στο γυμνάσιο και ξεκίνησε και σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, τις οποίες όμως παράτησε, προκειμένου να ακολουθήσει την ποδοσφαιρική καριέρα στο εξωτερικό. Με το ποδόσφαιρο ασχολήθηκε συστηματικά από τα 15 του χρόνια, καθώς εντάχθηκε στις ακαδημίες της Törekvés, με την οποία έκανε το ντεμπούτο του στο κορυφαίο επίπεδο σε ηλικία 17 χρονών. Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου στρατολογήθηκε και πολέμησε στο πλευρό της Αυστρο-Ουγγαρίας, με αποτέλεσμα να πιαστεί αιχμάλωτος των Ιταλών στις 28 Νοεμβρίου του 1915, στην 4η Μάχη του Isonzo, στο όρος Mrzli. Οδηγήθηκε για την υπόλοιπη διάρκεια του πολέμου σε κέντρο αιχμαλώτων στο Trapani, όπου έμαθε την ιταλική γλώσσα, κάτι που θα σημάδευε τη μετέπειτα ζωή του. Με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Ουγγαρία και την Törekvés, ενώ το 1923 μεταγράφηκε στην Τσεχοσλοβακική Macabbi Brno. Στις 4 Μαρτίου του 1923 πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με την εθνική Ουγγαρίας και συμμετείχε και στην αποστολή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού, το 1924. Το 1925, με το κλίμα κατά των εβραϊκών κοινοτήτων να βαραίνει στην Ουγγαρία του Horthy, αποφάσισε να μετακομίσει στην Ιταλία, όπου έπαιξε αρχικά στην Alessandria, πριν μεταγραφεί στο μέσο της ίδιας χρονιάς στην Inter. Ωστόσο, ένας τραυματισμός στο γόνατο έληξε πρόωρα την καριέρα του.



Ο Weisz, έχοντας ζήσει από τα μέσα όλη την πορεία ανάπτυξης του Ουγγρικού ποδοσφαίρου αποφάσισε να γίνει προπονητής και την ίδια χρονιά έγινε προπονητής της Inter, που τότε είχε ήδη μετονομαστεί σε Ambrosiana. Το 1927 ο Weisz ήταν αυτός που εντόπισε στις ακαδημίες του συλλόγου τον νεαρό Giuseppe Meazza και – αν και έλειψε ένα χρόνο από τον πάγκο της μιλανέζικης ομάδας – επέστρεψε το 1929, δίνοντας θέση βασικού στον Meazza και κερδίζοντας το πρωτάθλημα του 1930. Έτσι, σε ηλικία 34 ετών, έγινε ο νεώτερος στην Ιστορία προπονητής που κατακτά το ιταλικό πρωτάθλημα, ένα ρεκόρ που κατέχει ως τις μέρες μας. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε να ασχολείται με την ανάλυση του ποδοσφαίρου και δημοσίευσε ένα εγχειρίδιο υπό τον τίτλο “Το παιχνίδι του ποδοσφαίρου”, το οποίο προλόγιζε ο Vittorio Pozzo. Ύστερα από ένα πέρασμα από τη Bari, επέστρεψε για τρίτη φορά στην Ambrosiana, όντας ο προπονητής της και στη μυθική σειρά τελικών του 1933. Το 1934 πήγε για μία σεζόν στη Novara, πριν μετακινηθεί το 1935 για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της αποκαλούμενης ως “πιο δουνάβιας ιταλικής ομάδας”, της Bologna. Με τη Bologna, όπου συνέχισε την παράδοση των προπονητών από την Αυστροουγγαρία, κέρδισε τα πρωταθλήματα του 1936 και 1937, πριν βρεθεί στο Παρίσι, αντιμέτωπος της Chelsea για τον τελικό του Κυπέλλου Διεθνούς Έκθεσης.

Στον τελικό του Παρισιού η Bologna μπήκε με τον αέρα της πρωταθλήτριας μιας χώρας που ήταν ταυτόχρονα πρωταθλήτρια κόσμου και χρυσή ολυμπιονίκης, όπως κι αν είχαν έρθει αυτοί οι τίτλοι, μα πάνω απ’όλα με την εμπειρία μιας ομάδας που είχε αγωνιστεί για χρόνια και είχε κερδίσει 2 φορές έναν διεθνή τίτλο, στο υψηλότερο επίπεδο που υπήρχε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Έτσι, ο Carlo Reguzzoni, ο οποίος έπαιζε σε θέση έξω αριστερά, πέτυχε ένα γκολ στο 15ο και ένα στο 31ο λεπτό, ενό ο Busoni, μέσος της ιταλικής ομάδας, είχε επίσης σκοράρει στο 20′. Με το 3-0 να είναι το σκορ του ημιχρόνου, διαφαινόταν ότι η πρώτη μεγάλη νίκη του Ποδοσφαίρου του Δούναβη απέναντι στη Μητέρα του Σπορ θα ερχόταν σε διασυλλογικό επίπεδο. Στην επανάληψη ο Reguzzoni επανέλαβε τα κατορθώματά του, σημειώνοντας hat-trick και οι Λονδρέζοι κατάφεραν μόνο να μειώσουν με τον Sam Weawer στο 72ο λεπτό. Η Bologna είχε κερδίσει μια αγγλική ομάδα – το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο μετρούσε την πρώτη μεγάλη νίκη του, στο πεδίο που είχε ξεχωρίσει, δηλαδή στην ανάπτυξη ενός διασυλλογικού ποδοσφαιρικού δικτύου σε διεθνές επίπεδο! Αυτό το αποτέλεσμα ίσως ήταν για το όραμα του Meisl ακόμα πιο σημαντικό και από το να κέρδιζε η μεγάλη Wunderteam την Αγγλία στο γήπεδό της, γιατί μπορεί το διακύβευμα να μην ήταν στο κορυφαίο επίπεδο, όμως η ανάγνωση του αποτελέσματος έδειχνε ότι το όραμά του για το ποδόσφαιρο ήταν δίκαιο – και πριν τον δικαιώσει η ιστορία, τον δικαίωσε ένα θύμα αυτής, ο Árpád Weisz.

Ο Weisz έμεινε ακόμα μια χρονιά στη Bologna, όμως οι διωγμοί των Εβραίων που ξεκίνησαν και στην Ιταλία και η εγκαθίδρυση των ρατσιστικών νόμων τον ανάγκασαν να διαφύγει. Το τελευταίο του παιχνίδι στην Ιταλία, σαν σε παιχνίδι της μοίρας, ήταν αυτό ανάμεσα στη Bologna και την Ambrosiana, τον Οκτώβρω του 1938. Έχοντας διορία να αποχωρήσει από τη χώρα, όπως και όλοι οι υπόλοιποι Εβραίοι, μέχρι το Μάρτιο του 1939, διέφυγε με τη βοήθεια των παραγόντων του συλλόγου στις 10 του Γενάρη, πηγαίνοντας αρχικά στο Παρίσι. Ψάχνοντας να εργαστεί, βρήκε δουλειά στη Dordrecht στην Ολλανδία, την ομάδα από την οποία ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα ο Jimmy Hogan. Εκείνη την εποχή πολλοί Εβραίοι θεωρούσαν την Ολλανδία μια ασφαλή χώρα, καθώς οι συμφωνίες που είχε συνάψει με τη Ναζιστική Γερμανία αποτελούσαν αιτία να πιστεύουν ότι η ναζιστική θηριωδία δε θα επεκταθεί και σε μια χώρα που δε χρειάζεται να κατακτηθεί. Αυτό το λάθος, ωστόσο, απεδείχθει μοιραίο για χιλιάδες Εβραίους, καθώς η Ολλανδία ουσιαστικά άνοιξε τα σύνορα στο Ολοκαύτωμα. Το Σεπτέμβρη του 1941 του απαγορεύτηκε να ξαναδουλέψει και τα παιδιά του, Clara και Roberto, αποβλήθηκαν από το σχολείο. Στις 4 Οκτώβρη του 1942, ο Árpád Weisz και όλη του η οικογένεια επιβιβάστηκαν σε ένα τεθωρακισμένο τρένο με προορισμό το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης του Auschwitz. Εκεί, η σύζυγος, Ilona και τα δύο του παιδιά, στάλθηκαν απευθείας στους θαλάμους αερίων, ενώ ο Árpád κρατήθηκε στη ζωή για να δουλέψει στα καταναγκαστικά έργα. Περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα, ένας από τους μεγαλύτερους τεχνικούς στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου πέθανε από τις κακουχίες της αιχμαλωσίας, στις 31 Γενάρη του 1944, σε ηλικία 47 ετών.

Το όνομα και η προσωπικότητα του Weisz σήμερα αποτελούν στοιχεία ταυτότητας για την Inter και τη Bologna, ενώ μνημεία του έχουν ανεγερθεί έξω από τα στάδια των δύο ομάδων, καθώς και στο γήπεδο της Dordrecht. Στο Stamford Bridge, το γήπεδο της Chelsea, της ομάδας που κέρδισε σε εκείνο τον ιστορικό αγώνα στο Παρίσι, μια τοιχογραφία του Weisz, του Εβραίου Γερμανού Ολυμπιονίκη Julius Hirsch και του βρετανού τερματοφύλακα Ron Jones, που επίσης πέθαναν στο Auschwitz κοσμεί το εξωτερικό του γηπέδου.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #104 στις: Κυρ 03 Αύγ 2025 13:56 »
Το ποδόσφαιρο κάτω από τη Σβάστικα
Ο Árpád Weisz ήταν ένα από τα εκατομμύρια θύματα της ανθρωπότητας κατά τη διάρκεια της θηριωδίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και συγκεκριμένα της θηριωδίας του φασισμού και του ναζισμού που ξεκίνησε πριν μεταφερθούν οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στα πεδία των μαχών. Οι χώρες που απάρτιζαν το θαυμαστό δίκτυο του Ποδοσφαίρου του Δούναβη σιγά σιγά άρχιζαν να εξαφανίζονται. Το Διεθνές Κύπελλο του 1936-1938 δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, γιατί δεν υπήρχαν πια όλες οι χώρες που ξεκίνησαν να παίζουν σε αυτό – και συγκεκριμένα η Αυστρία.

Στις 15 Μαρτίου του 1938, από ένα μπαλκόνι του Neue Hofburg στην Heldenplatz, μπροστά σε 250,000 ανθρώπους, ο Αδόλφος Χίτλερ ανακοίνωνε την προσάρτηση της Αυστρίας στο Ναζιστικό Ράιχ, η οποία από εκείνη τη στιγμή και έπειτα ονομαζόταν Ostmark. Μαζί με πολλές άλλες κατακτήσεις της Αυστριακής Δημοκρατίας, το ποδόσφαιρο που οραματίστηκαν και έφτιαξαν οι κοσμοπολίτες ιδεολόγοι των café μιας πολυσυλλεκτικής πρωτεύουσας πατήθηκε από το ζυγό του πιο τερατώδους ιδεολογικού μορφώματος που έχει γνωρίσει το είδος μας. Ο Hugo Meisl είχε πεθάνει λόγω ενός καρδιακού επεισοδίου ένα χρόνο νωρίτερα και δεν έζησε να δει αυτή την εξέλιξη. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο έγινε ερασιτεχνικό, στα γερμανικά πρότυπα και το αυστριακό πρωτάθλημα ένα από τα περιφερειακά πρωταθλήματα του ομοσπονδιακού πρωταθλήματος της Γερμανίας. H Wunderteam, η θρυλική εθνική ομάδα της Αυστρίας, καταργήθηκε και οι παίχτες της θα αποτελούσαν πλέον κομμάτι της ενιαίας γερμανικής ομάδας. Η διαδικασία αυτή θα ξεκινούσε με ένα πανηγυρικό παιχνίδι, το λεγόμενο Anschlusspiel, στο οποίο η εθνική ομάδα της Αυστρίας θα έπαιζε έναν τελευταίο αγώνα, απέναντι στη Γερμανία, πριν οι δύο εθνικές ενωθούν.



Η Αυστριακή ομάδα ήταν ήδη αποδυναμωμένη, καθώς πέρα από τους παίχτες-θρύλους που βρίσκονταν στη δύση της καριέρας τους, πολλοί ακόμα, εβραϊκής καταγωγής, είχαν διαφύγει από τη χώρα. Στις 3 του Απρίλη, 9 μόλις μέρες μετά το δημοψήφισμα που με ποσοστό 99.73% ενέκρινε την προσάρτηση της Αυστρίας, το Praterstadion είχε διακοσμηθεί με τις σβάστιγκες, θυμίζοντας περισσότερο τη Νυρεμβέργη παρά τη Βιέννη. Η αυστριακή ομάδα, καθώς οι δύο εθνικές είχαν τα ίδια χρώματα, έπαιξε με κόκκινες εμφανίσεις, χωρίς καθόλου άσπρο ή μαύρο όμως σε αυτές, ώστε να μην αποτελούν για κανένα λόγο αναφορά στην αυστριακή σημεία. Σ’αυτό το παιχνίδι αγωνίστηκε για τελευταία φορά ο Matthias Sindelar, ο Papierene, ο “Μότσαρτ του Ποδοσφαίρου” που δε δέχθηκε ποτέ να φορέσει τη φανέλα του γερμανικού αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Η Αυστρία κέρδισε το παιχνίδι με γκολ των Sindelar και Sesta, ολοκληρώνοντας έτσι, με μια ακόμα νίκη αλλά με τρόπο κάθε άλλο παρά θριαμβευτικό, τον κύκλο της Wunderteam.

Πέρα από την Αυστρία, η ναζιστική Γερμανία ενσωμάτωσε στην κυριαρχία της και εδάφη ακόμα μίας χώρας της Κεντρικής Ευρώπης. Στη συνάντηση που έγινε στο Μόναχο, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1938, με την παρουσία των ηγετών του Ράιχ, της φασιστικής Ιταλίας, της αστικής δημοκρατίας της Γαλλίας και της συνταγματικής μοναρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου, που θα μπορούσε συνεπώς να ονομάζεται και “συμφωνία των Hitler, Mussolini, Chamberlain και Daladier”, αποφασίστηκε η λήξη των εχθροπραξιών της Γερμανίας στην Τσεχοσλοβακία με την παράδοση της περιοχής της Σουδητίας, όπου ήταν συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του γερμανόφωνου πληθυσμού της χώρας, στη Γερμανία. Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Γερμανίας, ωστόσο, δε σταμάτησαν εκεί, με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία να αποδέχονται το σχέδιο του Hitler λίγους μήνες αργότερα και ουσιαστικά μέχρι τα τέλη Μαρτίου του 1939 η Τσεχοσλοβακία να πέφτει ολοκληρωτικά στην κυριαρχία του Ράιχ. Έτσι, ακόμα μία κοσμοπολίτικη δημοκρατία παραδινόταν στη ναζιστική λαίλαπα, σβήνοντας μαζί της και μία πολυεθνική ποδοσφαιρική σχολή, περιμένοντας την αναγέννηση με την παράλληλη αναμονή μιας μεγάλης και πανανθρώπινης νίκης.

Την ίδια περίοδο ο Hitler αναγνώριζε ως την Πολωνία και την Ουγγαρία ως χώρες της ευρύτερης γερμανικής επιρροής, διακηρύσσοντας τη θέλησή του να προσαρτίσει και αυτές. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες που είτε παραδόθηκαν μέσω συμφωνιών, είτε κατακτήθηκαν από τους επιθετικούς πολέμους, η Ουγγαρία, υπό την ηγεσία του Horthy γρήγορα ενσωμάτωσε στην πολιτική της ουσιαστικά τον Ναζισμό, ξεκινώντας τα εθνικά πογκρόμ και στο έδαφός της, τα οποία φυσικά στράφηκαν εναντίον της πολυάριθμης εβραϊκής κοινότητας και συνεπώς πολλών εκ των πρωταγωνιστών του μεσοπολεμικού ουγγρικού ποδοσφαίρου. Στις 20 Νοέμβρη του 1940 η Ουγγαρία έγινε το τέταρτο μέλος των δυνάμεων του Άξονα και πλέον οι φορείς ενός παιχνιδιού επικοινωνίας μεταξύ των εθνών έπρεπε να κρυφτούν από τους ξένους κατακτητές και τους φορείς του ντόπιου εθνικισμού.

Την ίδια όμως περίοδο που στη ναζιστική μεριά της Ευρώπης το ποδόσφαιρο πέθαινε, λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου, ένας σπόρος του μεταφυτεύτηκε στην ουδέτερη γη της Ελβετίας. Εκεί, προπονητής της εθνικής ομάδας ήταν από το 1938 ο Αυστριακός Karl Rappan, ο οποίος είχε αγωνιστεί σε 3 ομάδες της Βιέννης, τη Wacker, την Austria και τη Rapid, πριν κλείσει την καριέρα του στη Servette, ώστε στη σενέχεια να κάνει μια μακρά προπονητική καριέρα στην Ελβετία. Ο Rappan προφανώς ήταν κομμάτι της σχολής που ανέπτυξε το W-M, ενώ έβλεπε και την εξέλιξη της βρετανικής πυραμίδας του Chapman. Έχοντας όμως ως στόχο να βελτιώσει την πιο αδύναμη από τις ομάδες της Κεντρικής Ευρώπης, εστίασε το ενδιαφέρον του στην τακτική αμυντική ενίσχυση. Οι πειραματισμοί του οδήγησαν σε ένα σύστημα με έναν έξτρα αμυντικό παίχτη, ο οποίος είχε το καθήκον να “καθαρίζει” το χώρο και να κλειδώνει με αυτό τον τρόπο την άμυνα. Το σύστημα αυτό, που ονομάστηκε “verrou” και ο παίχτης που καθάριζε, δηλαδή ο “sweeper” που ήταν ελεύθερος να κινείται στην άμυνα, και ονομάστηκε libero, αποτέλεσαν τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου σε μεγάλο μέρος της Νότιας Ευρώπης και ιδιαίτερα της Ιταλίας, καθώς αποτέλεσαν τη βάση για το περίφημο catenaccio.



Στα τέλη του Αυγούστου του 1939 τα σύννεφα του πολέμου είχαν πυκνώσει για τα καλά πάνω από την Ευρώπη. Η Σοβιετική Ένωση, που ένα χρόνο νωρίτερα είχε ζητήσει τη συνδρομή της Πολωνίας και της Ρουμανίας, προκειμένου να αποσοβήσει τη Γερμανική επέκταση στην Τσεχοσλοβακία, με τις δύο χώρες να αρνούνται να την παράσχουν έβλεπε την πολεμική μηχανή των Ναζί να ετοιμάζεται για μια μεγάλη έφοδο προς ανατολάς. Έτσι, στις 23 Αυγούστου, οι υπουργοί εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης και της Γερμανίας βρέθηκαν στη Μόσχα ώστε να υπογράψουν ένα “Σύμφωνο Μη Επίθεσης”, το οποίο από τα ονόματά τους έμεινε στην Ιστορία ως “Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ”. Παραταύτα, η Γερμανία μία εβδομάδα αργότερα, την 1η του Σεπτέμβρη του 1939, εισέβαλε στην Πολωνία – και πάλι σε μια περιοχή όπου κυριαρχούσε ο γερμανόφωνος πληθυσμός – ξεκινώντας την πορεία της προς την Ανατολή, που θα εξελισσόταν στην “Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”, δηλαδή την πλήρη ακύρωση του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, που σήμανε την ολική επίθεση στη Σοβιετική Ένωση, στις 22 Ιουνίου του 1941. Ολόκληρη σχεδόν η ανατολική Ευρώπη, μέχρι το μέτωπο, βρισκόταν είτε υπό την κυριαρχία των Ναζί, είτε των συμμάχων τους.

Πέρα από τον Weisz που είχε αιχμαλωτιστεί στην Ολλανδία και στάλθηκε στο Auschwitz, μια σειρά άλλων μεγάλων μορφών του κεντροευρωπαϊκού ποδοσφαίρου ήταν θύματα των Ναζιστών. Ο István Tóth, βετεράνος ποδοσφαιριστής και προπονητής της Ferencváros, εκτελέστηκε στη Βουδαπέστη από τα SS στις 6 Φεβρουαρίου του 1945. Ο Géza Kertész, που δούλεψε όπως άλλοι αρκετά χρόνια ως τεχνικός στην Ιταλία, επέστρεψε στη Βουδαπέστη τον Οκτώβρη του 1943, πιστεύοντας ότι το κλίμα των διώξεων βρίσκεται σε ύφεση. Τελικά είχε την ίδια μοίρα μαζί με τον Tóth, όταν αποκαλύφθηκε ένα σχέδιο αντιστασιακής δράσης που αφελώς δεν περιφρούρησαν. Ο József Eisenhoffer, που είχε αγωνιστεί με τη Hakoah της Βιέννης και τη Ferencváros και είχε διατελέσει και προπονητής της Marseille, πέθανε από τα τραύματά του μετά από μια αεροπορική επιδρομή το Φλεβάρη του 1945, λίγο πριν την απελευθέρωση της Βουδαπέστης. Ο Alfréd Schaffer, με τεράστια συμβολή στον εκσυγχρονισμό του γερμανικού ποδοσφαίρου και τεχνικός της Ουγγαρίας το 1938, βρέθηκε δολοφονημένος σε ένα βαγόνι τον Αύγουστο του 1945.

Υπήρχαν ωστόσο και αυτοί που γλίτωσαν, όπως ο Márton Bukovi, σέντερ χαφ που ακολουθούσε προπονητική καριέρα στο Zagreb, προπονώντας την τοπική Gradanski, που μετά τον πόλεμο μετονομάστηκε σε Dinamo. Ο σύλλογος που εναντιώθηκε στη δράση της φιλοναζιστικής εθνικιστικής Ustaše, βοήθησε να διαφύγουν τη σύλλυψη πολλοί Εβραίοι, όπως ο Max Reisfeld, που έζησε κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της για 4 χρόνια. Η συμβολή του Bukovi σ’αυτή την αντιστασιακή δράση ήταν καίρια, καθώς μαζί με άλλους παράγοντες του συλλόγου συντόνιζε την επιχείρηση απόκρυψης και επιβίωσης των κυνηγημένων. O άσχετος με το ποδόσφαιρο Sandor Schwartz έζησε την απελευθέρωση από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή είπε ψέμματα πως ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και απελευθερώθηκε στις 2 Μαΐου του 1945, έχοντας μεταφερθεί σε τόπο αιχμαλωσίας στη γαλλική Mulhouse, στα σύνορα με την Ελβετία. Ο Béla Guttman, αναμορφωτής του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, μαζί με τον Ernö Erbstein, προπονητή της μεγάλης και αδικοχαμένης Torino του δυστυχήματος της Superga το 1949, απέδρασε από την αιχμαλωσία με τη συμβολή των γύρω κατοίκων. Ο Kálmán Konrád δε σταμάτησε να αλλάζει πόλεις και χώρες προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, καταφέρνοντας έτσι να επιβιώσει. Τέλος, ο Dezsö Steinberger, ο οποίος άλλαξε αργότερα το επώνυμο του σε Solti, συνεργάστηκε με τους Ναζί και τον Josef Meggele κατά τη σύλληψη του και το 1949 διέφυγε από την Ουγγαρία προκειμένου να γίνει ένας από τους πιο περιβόητους ποδοσφαιρικούς παράγοντες στην Ευρώπη, αφήνοντας ιστορία για τον τρόπο που έστηνε αγώνες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Πέρα από τους ήρωες του ποδοσφαίρου, οι ήρωες της αντιφασιστικής πάλης των λαών έδιναν το αίμα τους στο ανατολικό μέτωπο και σε κάθε χώρα όπου οργανώνονταν αντιστασιακές οργανώσεις. Ο πόλεμος κρινόταν όμως στο τεράστιο μέτωπο που οι Ναζί αντιμετώπιζαν τον Κόκκινο Στρατό. Από τη λήξη της πολιορκίας του Στάλινγκραντ, στις 2 Φλεβάρη, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για το Γερμανικό Ράιχ, ενώ η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού σήμανε και τη μεγάλη ενεργοποίηση των Δυτικών Δυνάμεων που ρίχτηκαν στη μάχη σε άλλα μέτωπα. Η πρώτη πόλη της Κεντρικής Ευρώπης που απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό ήταν η Βουδαπέστη, στις 13 Φλεβάρη του 1945. Στη Βιέννη τα σοβιετικά στρατεύματα εισήλθαν ως απελευθερωτές στις 13 του Απρίλη και στις 9 του Μάη, την ημέρα της αντιφασιστικής νίκης, επέλαυναν και στην Πράγα. Πριν από όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες όμως, ο Κόκκινος Στρατός είχε μπει ως απελευθερωτής στο κολαστήριο του Auschwitz, στις 27 Γενάρη, ενώ στις 29 Απρίλη τα αμερικανικά στρατεύματα έκαμψαν την αντίσταση των γερμανικών στο Dachau. Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί παρτιζάνοι, με τη συμβολή των συμμαχικών δυνάμεων, κέρδιζαν τη μία μετά την άλλη τις ιταλικές πόλεις, ανεβαίνοντας προς το βορρά, μπαίνοντας στις 25 Απρίλη στο Μιλάνο και νικώντας ολοκληρωτικά τις γερμανικές δυνάμεις που είχαν απομείνει, στις 2 Μαΐου. Στις 28 Απρίλη, οι παρτιζάνοι εκτέλεσαν τον Mussolini και την επόμενη μέρα το κουφάρι του κρεμάστηκε στην πλατεία Loreto του Μιλάνου, μαζί με άλλους περιβόητους Ιταλούς φασίστες.

Η Ευρώπη απελευθερώθηκε, ο φασισμός νικήθηκε και ήρθε ξανά η στιγμή για την ελπίδα, για τη συνέχεια της ζωής και μαζί για τη συνέχεια του ποδοσφαίρου. Πάνω στα συντρίμμια του πολέμου και με τη θυσία εκατομμυρίων ανθρώπων, είτε μαχόμενων, είτε αμάχων, οι λαοί της Ευρώπης ξεκινούσαν μία πορεία που θα χαρακτηριζόταν “χρυσή” μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Παρά το γεγονός ότι το 1945 σήμανε την αρχή μιας περιόδου που ολόκληρος ο κόσμος θεωρούνταν χωρισμένος σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από μιας μακρόχρονη ειρήνη και ένα διαρκές αίσθημα σταθερότητας, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν εντάσεις που έμοιαζαν να προετοιμάζουν το φυτίλι για τον όλεθρο, δεδομένης της ύπαρξης των πυρηνικών όπλων που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά – και μοναδική ως σήμερα – κατά της ανθρωπότητας από τον αμερικανικό στρατό, στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τον Αύγουστο του 1945. Δεκαετίες μετά το τέλος εκείνης της εποχής, η οικονομική ανάπτυξη και η ευημερία των λαών σε κάθε μια από τις δύο αυτές μεριές, έχει μείνει να λησμονείται και η αντίληψη ότι ο πλανήτης είναι ένα ήσυχο μέρος όπου οι λαοί μπορούν να ζουν στο σπίτι τους χωρίς φόβο για το μέλλον, μοιάζει μια μακρινή εμπειρία του παρελθόντος.

Η αναγέννηση
Μαζί με την αναγέννηση του κόσμου όμως, αναγεννήθηκε και η ελπίδα για το ποδόσφαιρο και στην Κεντρική Ευρώπη η εμπειρία του μεσοπολεμικού ποδοσφαίρου του Δούναβη αποτέλεσε τη βάση για να αναπτυχθεί ταχύτατα ολόκληρο το ευρωπαϊκό και εν πολλοίς και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Η πιο αποδυναμωμένη ομάδα του μεταπολεμικού ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης ήταν η άλλοτε κραταιά Αυστρία. Ο Meisl και ο Sindelar είχαν πεθάνει πριν τον πόλεμο, ο Hogan δεν ξαναπροπόνησε μετά τον πόλεμο και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του στην Αγγλία. Ολόκληρο το δίκτυο της παλιάς ποδοσφαιρικής Βιέννης είχε εξαφανιστεί μετά από μία δεκαετία επιβολής του ναζιστικού νόμου. Η Wunderteam ήταν ένα κομμάτι της Ιστορίας και το αυστριακό ποδόσφαιρο δε θα έβρισκε ποτέ ξανά την παλιά του αίγλη, παρά μόνο μέσα από τους βετεράνους του, που τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες βρέθηκαν στους πάγκους συλλόγων κάθε γωνιάς της Ευρώπης.

Σε αντίθεση με την Αυστρία, ωστόσο, η Τσεχοσλοβακία και η Ουγγαρία βρίσκονταν πλέον στο κομμάτι που οικοδομούνταν στην Ευρώπη ο Σοσιαλισμός, εισερχόμενες έτσι και σε ένα άλλο μεγάλο ποδοσφαιρικό δίκτυο, με τη δική του παράδοση και τη δική του ξεχωριστή ιδεολογία. Αμφότερες οι χώρες αυτές γνώρισαν μια νέα περίοδο μεγάλης ποδοσφαιρικής ανάπτυξης. Αυτή που βρήκε όμως την κορύφωση στα μεταπολεμικά χρόνια ήταν η Ουγγαρία, δημιουργώντας μια κληρονομιά που βρίσκεται για πάντα στο πάνθεον της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας αυτής, που αποτέλεσε ουσιαστικά το κύκνειο άσμα του ποδοσφαίρου του Δούναβη και ολοκληρώθηκε με μια ιστορική και συμβολική νίκη, ήταν ο Márton Bukovi, ο προπονητής της Dinamo Zagreb που έκρυβε Εβραίους κάτω από τις κερκίδες του γηπέδου της ομάδας του. Ο Bukovi επέστρεψε στην Ουγγαρία το 1947 για να αναλάβει την ηγεσία της MTK, του συλλόγου που είχε γεννήσει τόσες μεγάλες προσωπικότητες, της ομάδας που γιγάντωσε ο Hogan. Εκεί ξεκίνησε έναν τακτικό πειραματισμό που θα άφηνε ιστορία. Αφορμή για αυτή την τακτική σκέψη ήταν ίσως και το γεγονός ότι το 1948, το βαρύ πυροβολικό της ομάδας, ο σέντερ-φορ Norbert Höfling, πήρε μεταγραφή στη Lazio. Έτσι, ο Bukovi έμεινε χωρίς κάποιον αντίστοιχο παίχτη στη σύνθεση της ομάδας του, αναγκαζόμενος να χρησιμοποιήσει τον Péter Pelotás, έναν παίχτη με περισσότερες δημιουργικές αρετές, στο κέντρο της επίθεσης. Προκειμένου να αξιοποιήσει τις αρετές του Pelotás, ο Bukovi τον έφερε λίγο πιο πίσω, πιο κοντά στους μέσους, αφήνοντας και περισσότερο χώρο στους υπόλοιπους 4 επιθετικούς να δημιουργήσουν ένα αρκετά ευέλικτο σύνολο στον μεγαλύτερο χώρο που είχαν να καλύψουν. Η οπισθοχώρηση αυτή του σέντερ-φορ, που εξελίχθηκε σε έναν ιδιότυπο επιτελικό μέσο, με απουσία παίχτη-αιχμής στο κέντρο της επίθεσης, έκανε πολύ πιο ευέλικτο το Ουγγρικό ποδόσφαιρο. Η MTK στα χρόνια του Bukovi είχε συνεχώς ανοδική πορεία, καθώς από την 6η θέση το 1948, μέχρι το 1954 είχε κατακτήσει 2 πρωταθλήματα και το μοναδικό Κύπελλο Ουγγαρίας υπό την ηγεσία του.



Η τακτική ιδιοφυΐα του Bukovi, ωστόσο, θα αξιοποιούνταν στο διεθνές στερέωμα από έναν άλλο Ούγγρο οραματιστή του ποδοσφαίρου, καθώς και μεγάλη πολιτική προσωπικότητα, που λόγω κυρίως της δεύτερης ιδιότητάς του είχε βρεθεί στο τιμόνι της εθνικής ομάδας. O Gusztáv Sebes ήταν επίσης ποδοσφαιριστής της MTK από το 1927 ως το 1940 και τελείωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα στον ίδιο σύλλογο αγωνιζόμενος και το 1945. Στα χρόνια αυτά είχε αγωνιστεί μόνο μια φορά με τα χρώματα της εθνικής ομάδας. Γεννημένος το 1906 στη Βουδαπέστη, γιος ενός ράφτη, πέρα από ποδοσφαιριστής εξελίχθηκε και σε συνδικαλιστή στη βιομηχανία της Βουδαπέστης και αργότερα στο εργοστάσιο της Renault στο Παρίσι. Στη Γαλλία ξεκίνησε και το ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος στις ομάδες Sauvages Nomades και Club Olympique Billancourt, πριν σταματήσει της συνδικαλιστική του δράση για να ξεκινήσει να αγωνίζεται επαγγελματικά με την MTK, ωστόσο το 1949 η νέα ηγεσία της Ουγγαρίας του ανέθεσε τη θέση του ομοσπονδιακού προπονητή. Προηγουμένως είχε προπονήσει σε έναν αγώνα την MTK, όταν ο Gyula Feldmann υπέστη καρδιακό επεισόδιο, ενώ είχε περάσει από μια σειρά μικρότερων συλλόγων στην κατεχόμενη και μεταπολεμική Ουγγαρία, πριν αναλάβει την εθνική ομάδα.

Ο ιδεολόγος κομμουνιστής Sebes, πέρα από την κληρονομιά του ποδοσφαιρικού Δούναβη, είχε αρχίσει να μελετάει και την εξέλιξη του παιχνιδιού στη Σοβιετική Ένωση. Εκεί, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ξεκίνησε επίσης να διαμορφώνεται μια μεγάλη σχολή ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας, με έναν από τους πρώτους εκπροσώπους της τον Boris Arkadiev, που είχε γράψει το 1946 το βιβλίο “Τακτική στο Ποδόσφαιρο”. Το γεγονός ότι ο Arkadiev ήταν ο προπονητής της Dinamo Μόσχας που απέσπασε ισοπαλία από την Chelsea στο Stamford Bridge, με σκορ 3-3, το 1949, είχε κινήσει το ενδιαφέρον του Sebes, που έψαχνε και λόγω ιδεολογικών αντιλήψεων να καταλάβει καλύτερα τη σοβιετική καινοτομία που είχε ήδη αρχίσει να πειραματίζεται με συστήματα τετράδας στην άμυνα και ένα 4-2-4 που θα ακολουθούσαν πολύ αργότερα σε άλλα μέρη του κόσμου.

Ο Sebes αρχικά υιοθέτησε στην εθνική ομάδα την καινοτομία του Bukovi στην MTK, δίνοντας στον Pelotás το ρόλο του οπισθοχωρημένου σέντερ φορ. Με αυτή την τακτική προσέγγιση και με μια σπουδαία γενιά Ούγγρων ποδοσφαιριστών, της οποίας ηγούνταν ο Ferenc Puskás, που έπαιζε σε θέση μέσα αριστερά, ξεκίνησε μια απίστευτη πορεία θριαμβευτικών αποτελεσμάτων. Αυτή η πορεία οδήγησε στην απίστευτη πορεία της Ουγγαρίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ελσίνκι, το 1952, όπου κερδίζοντας κατά σειρά τη Ρουμανία, την Ιταλία, την Τουρκία και στον τελικό τη Γιουγκοσλαβία, οι Ούγγροι πέτυχαν 20 γκολ, δεχόμενοι μόνο 2, για να αποκτήσουν το προσωνύμιο των Τρομερών Μαγυάρων, ή της Χρυσής Ουγγαρίας, ή της Χρυσής Ομάδας, της Aranycsapat. Όμως ο Sebes, μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, στο παιχνίδι με την Ελβετία για το Διεθνές Κύπελλο που είχε ξαναξεκινήσει στην Κεντρική Ευρώπη, δοκίμασε να αλλάξει τον Pelotás και στη θέση του να βάλει τον Nándor Hidegkuti της MTK που ως τότε αγωνιζόταν στη δεξιά μεριά του κέντρου. Ο Hidegkuti αποδείχθηκε πολύ πιο κατάλληλος για αυτό το ρόλο και από εκείνο το παιχνίδι και μετά έγινε το σήμα κατατεθέν της θέσης του “ψεύτικου 9”, που εξελίχθηκε αργότερα σε βάθος δεκαετιών.

Όπως συνηθιζόταν πριν από τον πόλεμο, η ομάδα που θεωρούνταν η καλύτερη στην ηπειρωτική Ευρώπη καλούνταν να παίξει φιλικό παιχνίδι στην Αγγλία. Ο μεγάλος αγώνας μεταξύ Ουγγαρίας και Αγγλίας ορίστηκε για τις 25 Νοεμβρίου του 1953, στο θρυλικό, παλιό, αυτοκρατορικό Wembley, που τότε ονομαζόταν The Empire Stadium. Η Αγγλία ακόμα δεν είχε ηττηθεί στην έδρα της και ο κόσμος ολόκληρος περίμενε με τεράστιο ενδιαφέρον αυτή τη μονομαχία, η οποία πριν ακόμα από τη διεξαγωγή της ονομάστηκε “Το Παιχνίδι του Αιώνα”. Αυτό ίσως βοήθησε και την εμπορική επιτυχία του παιχνιδιού, καθώς περισσότεροι 100,000 θεατές βρέθηκαν στο μυθικό στάδιο για να παρακολουθήσουν την ιστορική αναμέτρηση.

Οι Άγγλοι παρατάχθηκαν με ένα κλασικό WM. Τερματοφύλακας ήταν ο Gil Merrick της Birmingham City, στο κέντρο της άμυνας έπαιζε ο Harry Johnston της Blackpool, αριστερός αμυντικός ήταν ο Alf Ramsey της Tottenham (μετ’έπειτα προπονητής της εθνικής) και δεξιά έπαιζε ο Bill Eckersley της Blackburn. Το δίδυμο των μέσων ήταν οι Billy Right των Wolves και Jimmy Dickinson της Portsmouth. Στην επίθεση, έξω δεξιά έπαιζε ο Stanley Matthews της Blackpool, μέσα δεξιά ο Ernie Taylor επίσης της Blackpool, σέντερ-φορ ο Stan Mortensen από τη Blackpool κι αυτός, μέσα αριστερά ο Jackie Sewell της Sheffield Wednesday και έξω αριστερά ο George Robb της Tottenham.

Η Ουγγαρία εμφανίστηκε με τον Gyula Grosics της Honvéd στα γκολπόστ, τον Gyula Lóránt της Honvéd, μετ’ έπειτα προπονητή του ΠΑΟΚ, που άφησε την τελευταία του πνοή στον πάγκο της Τούμπας, αγωνιζόμενο ως sweeper, με αντίστοιχο τρόπο του verrou του Karl Rappan, στα δεξιά της άμυνας έπαιζε ο Jenó Buzánszky της Dorogi και αριστερά ο Mihály Lantos της Vörös Lobogó – όπως είχε μετονομαστεί η MTK – , μέσα αριστερά στην άμυνα ήταν ο József Zakariás της Vörös και μέσα αριστερά, αλλά πιο προωθημένος, ως μέσος, ο József Bozsik της Honvéd, μπροστά σε ελεύθερο χώρο ως επιτελικός μέσος ο Nándor Hidegkuti από τη Vörös, δεξί εξτρέμ o László Budai της Honvéd, αριστερό εξτρέμ ο Zoltán Czibor της Honvéd, ενώ επιθετικό δίδυμο ήταν δεξιά ο Sándor Kocsis και αριστερά ο Ferenc Puskás, αμφότεροι από τη Honvéd.

Το στοιχείο του αγώνα, που έκανε περισσότερο αίσθηση, ήταν η εμφάνιση του Hidegkuti. Ο Άγγλος κεντρικός αμυντικός, Harry Johnston, που είχε επιφορτωθεί το ατομικό του μαρκάρισμα, δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει. Όταν ανέβαινε πιο ψηλά για να τον πλησιάσει, άφηνε ένα τεράστιο κενό στο κέντρο της άμυνας, όταν έμενε πίσω για να κλείσει αυτό το κενό, ο Hidegkuti είχε τεράστια ελευθερία να δημιουργεί μέσα στο γήπεδο. Αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή, καθώς ο Hidegkuti πέτυχε το πρώτο του γκολ στο 1ο λεπτό της αναμέτρησης. Στο 13ο λεπτό ο Sewell ισοφάρισε, με τον Hidegkuti όμως να ξανασκοράρει στο 20ο λεπτό και τον Puskás με 2 γκολ στο 24′ και 27′ να κάνει το σκορ 1-4! Ο Mortensen μείωσε στο 38′ για να διαμορφώσει το 2-4 που ήταν και το σκορ του ημιχρόνου. Στο 50ο λεπτό, ωστόσο, ο Bozsik ξαναμεγάλωσε το προβάδισμα των Ούγγρων, πριν ο Hidegkuti ολοκληρώσει το hat-trick του στο 53′. Στο 57′ ο Ramsey με penalty διαμόρφωσε το τελικό 3-6, που αποτελούσε φυσικά μια συντριβή βιβλικών διαστάσεων για τους Άγγλους.



59 χρόνια μετά το ιστορικό παιχνίδι στον κήπο της έπαυλης του Rothschild, εκεί που οι βρετανικής καταγωγής κηπουροί επιδείκνυαν το παιχνίδι τους στην ντόπια ελίτ, η Αγγλία είχε ηττηθεί στη μεγαλοπρεπή έδρα της από μια ομάδα που γεννήθηκε μέσα στα grund της Βουδαπέστης, έχοντας στις τάξεις της παιδιά από τις εργατικές της συνοικίες, στην κληρονομιά της το παιχνίδι που ανέπτυξαν οι Εβραίοι προπονητές της και στον πάγκο της έναν τεχνικό που έμαθε το ποδόσφαιρο οργανώνοντας απεργίες στα εργοστάσια της Βουδαπέστης και του Παρισιού! Ο Βασιλιάς είχε πέσει από το θρόνο του και αυτό που δεν κατάφερε η μεγάλη Wunderteam το 1932 και η Ιταλία του Pozzo το 1934 το πέτυχε η Ουγγαρία του Sebes, του Puskás, του Koscis, του Hidegkuti και του Lóránt. Εκτός από αυτούς όμως στο Wembley εκείνη τη μέρα βρισκόταν και ο Jimmy Hogan, που έβλεπε τη δικαίωση ενός έργου ζωής. Ο ίδιος ο Sebes μετά το τέλος του αγώνα δήλωσε πως “ό,τι ξέρουμε για το ποδόσφαιρο το μάθαμε από τον Hogan”, δείχνοντας έτσι την πορεία που ακολούθησε μια ποδοσφαιρική φιλοσοφία πριν ανθρίσει στις χώρες του Δούναβη. Πλέον στόχος ήταν μόνο η παγκόσμια κορυφή.

Το 1954, στα γήπεδα της Ελβετίας, η Ουγγαρία δεν πήγαινε απλά ως το φαβορί, αλλά ως η ανίκητο ομάδα που δε θα μπορούσε κανείς να σταθεί απέναντί της, αφού κατατρόπωσε την Αγγλία μέσα στην έδρα της, ρίχνοντάς την από τον κατά φαντασία ποδοσφαιρικό θρόνο της και επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα της αυτό εντός έδρας, στη ρεβάνς του Μαΐου, όπου οι Ούγγροι μπροστά σε 92,000 θεατές στο Nepstadion κέρδισαν με 7-1 τους Άγγλους σφραγίζοντας την υπεροχή τους. Επόμενος αντίπαλός τους, για τη φάση των ομίλων, στη Ζυρίχη, ήταν η Νότια Κορέα, την οποία σκόρπισαν με 9-0, ενώ απέναντι στη Δυτική Γερμανία, στο αγώνα που έγινε στη Βασιλεία, το σκορ σταμάτησε στο 8-3. Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η φιναλίστ της προηγούμενης διοργάνωσης, Βραζιλία, την οποία οι Μαγυάροι κέρδισαν με 4-2, ωστόσο χρειάστηκαν την παράταση για να κάμψουν με το ίδιο σκορ την αντίσταση της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Ουρουγουάης, στα ημιτελικά.

Στις 4 Ιούλη του 1954, διεξήχθη στη Βέρνη της Ελβετίας ο τελικός του 5ου Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA. Στον αγωνιστικό χώρο και υπό τα βλέματα 62,500 θεατών, παρατάχθηκαν δύο ομάδες που είχαν τους δικούς τους λόγους για να πανηγυρίσουν την κατάκτηση της κορυφής του ποδοσφαιρικού Έβερεστ. Η Γερμανία, πέρα από τη βαριά ήττα απέναντι στην Ουγγαρία, έπαιξε 2 αγώνες πρώτου γύρου με την Τουρκία, κερδίζοντάς την αρχικά με 4-1 και μετ΄έπειτα με 7-2. Στον προημιτελικό επιβλήθηκε της φιναλίστ του Ολυμπιακού τουρνουά Γιουγκοσλαβίας με 2-0 και στον ημιτελικό διέλυσε την Αυστρία με 6-1. Αντίθετα με το πολύ ελκυστικό σύστημα της Ουγγαρίας, η Γερμανία είχε ήδη υιοθετήσει την φυσιολογική εξέλιξη του metodo, δηλαδή του συστήματος του Pozzo, που είχε κυριαρχήσει στην ηπειρωτική Ευρώπη κατά τον μεσοπόλεμο. Έτσι, αγωνιζόταν με το 4-2-4 και ένα υπερενισχυμένο κέντρο με ένα ιδιότυπο τετράγωνο όπου ο δεξιός εσωτερικός επιθετικός αγωνιζόταν πιο προωθημένος από τον αριστερό (όντας ένας από τους 4 επιθετικούς) και ο αριστερός ήταν ένας από τους 2 μέσους, λίγο πιο μπροστά από τον δεξί χαφ που έπαιζε μπροστά από την αμυντική γραμμή.

Το παιχνίδι του τελικού δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνο του ομίλου. Η καταρρακτώδης βροχή που είχε πέσει στο γήπεδο της Βέρνης δυσκόλευε πάρα πολύ τις συνεχείς πάσες του παιχνιδιού των Ούγγρων. Αν και στην αρχή βρέθηκαν να προηγούνται 2-0 με γκολ των Puskás και Czibor, στο 6ο και 8ο λεπτό αντίστοιχα, ισοφαρίστηκαν επίσης γρήγορα με γκολ που πέτυχαν οι Morlock και Rahn στο 10′ και 18′. Στην επανάληψη ο αγωνιστικός χώρος βρίσκονταν σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, ευνοώντας το παιχνίδι της λιγότερο τεχνικής ομάδας, δηλαδή της Δυτικής Γερμανίας, που ευτύχησε με τον Rahn να σκοράρει ξανά στο 84ο λεπτό για να γράψει το τελικό σκορ της αναμέτρησης.



Η νίκη αυτή, η επονομαζόμενη και ως “Θαύμα της Βέρνης” άνοιξε τεράστιες συζητήσεις για τη φυσική κατάσταση των Γερμανών παιχτών, ωστόσο αυτό που ακόμα κι αν δε συζητήθηκε πολύ έμεινε ως παρακαταθήκη είναι η σημασία του σχηματισμού και του τρόπου ανάπτυξης του παιχνιδιού ανάλογα όχι μόνο με τις ικανότητες των παιχτών, των αντιπάλων και την αντίπαλης τακτικής, αλλά και συνθηκών όπως οι κλιματικές και άλλες εξωτερικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του αγώνα ενός σπορ που είναι φτιαγμένο για να παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο.

Ο χαμένος τελικός για την Ουγγαρία έμοιαζε με το χαμένο ημιτελικό της Αυστρίας το 1934. Η μεγαλύτερη και πιο εντυπωσιακή ομάδα της εποχής γνώριζε την ήττα από ένα σύνολο που είχε τη φυσική δύναμη να ανταπεξέλθει σε ένα παιχνίδι που δε μπορούσε να υπερισχύσει η τεχνική. Σε αντίθεση με το 1934, ωστόσο, 20 χρόνια αργότερα δε συνέβησαν τα ίδια διαιτητικά σκάνδαλα. Ο αγώνας αυτός αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της μεγάλης γενιάς του ουγγρικού ποδοσφαίρου που σκόρπισε υπό και την επιρροή της πολιτικής αναταραχής, της τρομοκρατίας κατά των κομμουνιστών από οργανωμένους πολιτικούς φορείς της ουγγρικής αστικής τάξης, που επιθυμούσε την εγκαθίδρυση μιας αστικής δημοκρατίας που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ στη χώρα.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #105 στις: Κυρ 03 Αύγ 2025 13:57 »
Τα κύματα του Δούναβη
Η Ουγγαρία μπορεί να μην κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1954, όμως η δεκαετία του ’50 ήταν αυτή που το ποδοσφαιρικό οικοδόμημα της Σχολής του Δούναβη βρήκε την ιστορική δικαίωση, μέσω της εξάπλωσης του πυρήνα των ιδεών που το δημιούργησαν. Το Διεθνές Κύπελλο θα παιζόταν για τελευταία φορά την πενταετή σεζόν 1955-1960 και θα το κέρδιζε η νέα μεγάλη εκπρόσωπος του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης, η Τσεχοσλοβακία. Ωστόσο, αυτή η κληρονομιά σε επίπεδο εθνικών ομάδων θα άφηνε το χώρο για να αναπτυχθεί σε ευρεία κλίμακα ένα ποδοσφαιρικό δίκτυο που θα λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Το 1954 ιδρύθηκε η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία ποδοσφαίρου, η UEFA, και το 1960 διεξήχθη στα γαλλικά γήπεδα το πρώτο Ευρωπαϊκό Κύπελλο Εθνών, αυτό που στη συνέχεια έμεινε να αποκαλείται ως Euro. Η πρωτοκαθεδρία στο παιχνίδι των συλλόγων πέρασε από την Κεντρική στη Νότια Ευρώπη, που ξεκίνησε να διοργανώνει το λεγόμενο Λατινικό Κύπελλο, ως τουρνουά μικρής διάρκειας σε ουδέτερη έδρα, με τη συμμετοχή των πρωταθλητών από την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Από αυτές τις χώρες προήλθαν και οι πρώτες πρωταθλήτριες ομάδες Ευρώπης, σε μια εποχή που το Mitropa Cup έχανε την αίγλη του, με υποδεέστερες ομάδες να συμμετέχουν, καθώς είχε ξεκινήσει να διεξάγεται από τη σεζόν 1955-56 το Ευρωπαϊκό Κύπελλο, αυτό που στη δεκαετία του 1990 μετατράπηκε στο Champions League.

Η κληρονομιά του Meisl δεν ήταν μόνο η Wunderteam, η τακτική εξέλιξη του W-M, το ποδοσφαιρικό δίκτυο που για πρώτη φορά έφερε τον επαγγελματισμό στην Κεντρική Ευρώπη και γέμισε τα ποδοσφαιρικά γήπεδα με δεκάδες χιλιάδες θεατές, αποθεώνοντας τα παιδιά των εργατικών συνοικιών που γίνονταν λαϊκοί ήρωες, εκπροσωπόντας ιδεολογίες και αφηγήματα. Ήταν και ολόκληρο ουσιαστικά το ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό οικοδόμημα, με την ίδρυση της UEFA, των διεθνών και διασυλλογικών θεσμών της, ενός δικτύου που περιλαμβάνει κάθε έθνος της Γηραιάς Ηπείρου και έχει γεννήσει τις ιστορίες που μοιράζονται οι λαοί της!

Πέρα από το υπόβαθρο για την ποδοσφαιρική ανάπτυξη όμως, η Σχολή του Δούναβη γέμισε τον κόσμο με τεχνικούς που έμαθαν το ποδόσφαιρο αυτό σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ο Dori Kürschner θεωρείται ο αναμορφωτής του ποδοσφαίρου στη Βραζιλία, ο Imre Hirschl, που ήταν άγνωστος στη χώρα του, ήταν ο δημιουργός της τρομερής River Plate της δεκαετίας του ’30, επηρρεάζοντας την αντίληψη του ιδιαίτερα ιδεολογικοποιημένου αργεντίνικου ποδοσφαίρου, ο Béla Guttmann πέρασε από δεκάδες ευρωπαϊκούς πάγκους, αφήνοντας ιδιαίτερη κληρονομιά στην Πορτογαλία, ανακαλύπτοντας και ανδρώνοντας ποδοσφαιρικά τον Eusebio, ενώ νωρίτερα ήταν από τους πρωτοπόρους που αγωνίστηκαν στο πρωτάθλημα των Ηνωμένων Πολιτειών. Στο επίπεδο της τακτικής, το verrou του Karl Rappan, αποτέλεσε τη βάση για το catenaccio του Nereo Rocco που αποθέωσε ο Helenio Herrera στην Inter, ενώ το ποδόσφαιρο του Hogan αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του πιο εντυπωσιακού ποδοσφαιρικού πειράματος, του totalvoetbal, που μέσα από την ιδιοφυΐα του Cruijff άλλαξε χώρες, περνώντας από την Ολλανδία στην Ισπανία και από εκεί επηρέασε ολόκληρες γενιές προπονητών που κερδίζουν τίτλους μέχρι τις μέρες μας.

Το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης, η λεγόμενη ποδοσφαιρική Σχολή του Δούναβη, αναπτύχθηκε μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, ακόμα και κατά τη διάρκεια μεταβολών της οικονομικής βάσης στην οποία οικοδομούνταν οι εκάστοτε κοινωνίες. Ξεκίνησε από τα κέντρα της εκβιομηχάνισης των μεγάλων πόλεων μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας και έφτασε μέσα από μια ενιαία διαδικασία ανάπτυξης να ενσαρκώνει την εκπροσώπηση νέων εθνικών κρατών. Πρωτοπαρουσιάστηκε ως ασχολία με την οποία επιδίωκε να κερδίζει το πρεστίζ της η άρχουσα τάξη για να γίνει το μέσο με το οποίο θα ξεκλείδωναν τη δόξα τα παιδιά των εργατικών συνοικιών. Εμφανίστηκε ως το προϊόν ενός ξένου πολιτισμού για να γίνει από τη μια ένα από τα πιο εξαγώγιμα πολιτισμικά προϊόντα των χωρών του Δούναβη και από την άλλη να θριαμβεύσει απέναντι στον ξένο πολιτισμό από τον οποίο προερχόταν. Η μορφή του άλλαζε, πρώτα ως θεωρία, μέσα σε κοσμοπολίτικα café και μετά στην πράξη, με την υλοποίηση των ιδεών των αναμορφωτών του και την τεχνική δεξιοτεχνία των πρωταγωνιστών του, που τη διδάχθηκαν σε ανώμαλους αγωνιστικούς χώρους και τη χρήση μιας ευρείας γκάμας αντικειμένων που περισσότερο συμβόλιζαν παρά αντικαθιστούσαν την ίδια τη μπάλα. Όμως πάνω απ’όλα το ποδόσφαιρο της Κεντρικής Ευρώπης αρνήθηκε να σβήσει μέσα σε πολέμους, κάτω από απολυταρχικά καθεστώτα, ακόμα και κάτω από τη φρικαλεότητα του Ναζισμού που έβαλε στο ιδεολογικό του στόχαστρο όλη τη φιλοσοφία του ποδοσφαιρικού Δούναβη και στο πραγματικό του στόχαστρο τους εμπνευστές και πρωταγωνιστές του.

Το ποδόσφαιρο στις χώρες του Δούναβη από εμπειρία μετατράπηκε σε γνώση και αυτή είναι η μεγαλύτερη προσφορά του. Όπως πολλές μορφές τέχνης, ξέφυγε από τα καθιερωμένα πλαίσια της ψυχαγωγικής ασχολίας και όχι μόνο συστηματοποιήθηκε το ίδιο, αλλά συστηματοποιήθηκε και ο τρόπος που εξελίσσεται η μεθοδολογία του. Αυτό συνέβη γιατί ο στόχος των εμπνευστών του δεν ήταν απλά το αποτέλεσμα. Το ποδόσφαιρο αποτελείται από αναμετρήσεις με σκορ – και φυσικά το αποτέλεσμα είναι πάντα ένα ζητούμενο. Αλλά στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης το ζητούμενο ήταν το αποτέλεσμα να έρθει μέσα από την εξέλιξη της μορφής του, μέσα από την αναζήτηση των στοιχείων εκείνων που θα ήταν άξια να παράξουν τη μεθοδολογία που θα δημιουργούσε τα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Γι’αυτόν ακριβώς το λόγο υπήρξε και η βάση διαφορετικών ποδοσφαιρικών σχολών που φτάνουν ως τις μέρες μας, που στο όσο ποτέ εμπορευματοποιημένο σπορ το αποτέλεσμα είναι το ζητούμενο για την επαγγελματική επιβίωση. Πάνω απ’όλα, το ποδόσφαιρο του Δούναβη έβαλε τις βάσεις για να γνωρίζουμε τον τρόπο που το ποδόσφαιρο αλλάζει μορφή μέσα στο χρόνο, μέσω των δικτύων ανταλλαγής ιδεών και αντιλήψεων, μέσω των αναμετρήσεων που αυτές δοκιμάζονται και βελτιώνονται, ξεπερνώντας έτσι τα όρια μιας αυστηρά περιορισμένης σωματικής ασχολίας, όπως ήταν στη Βρετανία και μεταβάλλοντας το χαρακτήρα του σε ένα πεδίο πνευματικών αναζητήσεων, κάτι που η εξέλιξη της τεχνολογίας επαλήθευσε με το μοντέρνο σπορ να βασίζεται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό στην τεχνική και περίπλοκη ανάλυση του κάθε στοιχείου του.



Όμως το ποδόσφαιρο είναι παιχνίδι και ως τέτοιο πάνω απ’όλα το ποδόσφαιρο του Δούναβη είναι ξεχωριστό γιατί η ύπαρξή του έφτιαξε ένα κομμάτι της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων που είτε βρέθηκαν σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό για να χαιρετήσουν την ομάδα τους που ταξίδευε σε μια γειτονική χώρα, είτε στριμώχνονταν μέσα στα στάδια κατά δεκάδες χιλιάδες ελπίζοντας σε αδύνατες ανατροπές, λόγω της πίστης στην ανωτερότητα της δικής τους ποδοσφαιρικής παράδοσης, είτε απλά είχαν ιστορίες να πουν για τους ήρωες των δικών τους χρόνων στις γενιές που ακολούθησαν και με την απουσία του οπτικοακουστικού υλικού μπορούν να εκτείνουν στο άπειρο τα όρια της φαντασίας τους στην προσπάθεια να διαισθανθούν το κλίμα και τις εικόνες μιας ολόκληρης εποχής. Ήταν η εποχή που μια ολόκληρη ήπειρος γονάτισε και σηκώθηκε πάλι όρθια για να γιορτάσει την πιο μεγάλη νίκη, όλων των λαών, μαζί με το ποδόσφαιρο, το παιχνίδι όλων των λαών.
futbol.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #106 στις: Σαβ 09 Αύγ 2025 17:36 »
Το 1996 ο Νίκος Μαχλάς αφήνει στα 23 του τον ΟΦΗ για να πάει να παίξει στη Φίτεσε. Θα κάτσει εκεί για τρία χρόνια, θα μάθει σε όλο το Άρνεμ πώς χορεύεται το συρτάκι και με τα κιτρινόμαυρα θα γίνει ο μοναδικός Έλληνας που έχει κερδίσει το Χρυσό Παπούτσι, χάρη στη μαγική σεζόν 1997-98, όταν και έβαλε 34 γκολ σε 32 παιχνίδια!

Εχθές η Φίτεσε έχασε οριστικά λόγω χρεών την επαγγελματική της άδεια, κάτι που σημαίνει πως είτε θα αγωνιστεί του χρόνου στο τοπικό, είτε θα διαλυθεί. Πριν από λίγους μήνες ο σύλλογος είχε κλείσει 133 χρόνια ιστορίας, καθώς έχει ιδρυθεί το 1892!


Περισσότερα για το θέμα και τις αντιδράσεις των οπαδών της Φίτεσε μπορείτε να βρείτε στην ανάρτηση που κάναμε πρόσφατα στο instagram: https://www.instagram.com/p/DMhXPz3o1bD/
El Sombrero

Παράθεση
Για όσους δεν το γνωρίζουν, η Φίτεσε (που κάποτε στο ωραίο της γήπεδο έπαιζε συρτάκι για τον Νίκο τον Μαχλά), το 2023-24 τερμάτισε τελευταία στην Α’ εθνική της Ολλανδίας, έχοντας τιμωρία 18 βαθμών για οικονομικές παραβάσεις (μέσα από έναν κυκεώνα «επενδυτών» που πέρασαν, κατά σειρά Γεωργιανοί, Ρώσοι και Αμερικάνοι), και υποβιβάστηκε. Το μαρτύριο συνεχίστηκε πέρσι, καθώς τερμάτισε τελευταία και στη Β’ εθνική της Ολλανδίας, αφού αρχικά της αφαιρέθηκαν 6 βαθμοί και στη συνέχεια ακόμα 21. Μετά ακόμα 3, μετά ακόμα 3 και στο τέλος ακόμα 6. Αν χάσατε το νούμερο, συνολικά της αφαιρέθηκαν… 39 βαθμοί. Η ομάδα του Άρνεμ τελείωσε το πρωτάθλημα με… 5 βαθμούς. Βέβαια, στην Ολλανδία δεν υπάρχει υποβιβασμός σε πιο χαμηλή κατηγορία, μόνο αν χάσεις την άδειά σου. Και μαντέψτε, η Φίτεσε την έχει χάσει προς το παρόν, σύμφωνα με απόφαση της Ομοσπονδίας. Αν καταφέρει να την πάρει πίσω θα παίξει ξανά με -12 βαθμούς στη Β’ εθνική (για αρχή), αλλιώς θα πρέπει να πέσει χαμηλά. Πολύ χαμηλά, σε κάτι του στιλ 9η κατηγορία συνολικά, 7η ερασιτεχνική (γιατί μετά τις πρώτες δύο, οι υπόλοιπες δεν είναι επαγγελματικές), κάτι που πιθανώς θα σημαίνει και αφανισμό της Φίτεσε.

Ο κόσμος της ομάδας κάνει ό,τι μπορεί: βγαίνει στους δρόμους και ελπίζει η έφεση που άσκησε ο σύλλογος να γίνει αποδεκτή και έστω με τεράστιες τιμωρίες να μπορεί να φυτοζωεί στη Β’ εθνική, μέχρι να βρεθεί κάποια λύση. «Η Φίτεσε δεν είναι απλά μια ποδοσφαιρική ομάδα, πρέπει να επιζήσει. Δεν είμαστε το πιο ωραίο κλαμπ, αλλά είμαστε το κλαμπ που μαζεύει όλους αυτούς τους τρελούς τύπους και πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’ αυτό», είπε ένας από τους πολλούς οπαδούς της που διαδήλωσαν.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #107 στις: Πεμ 02 Οκτ 2025 18:27 »
Σε ηλικία μόλις 16 μηνών ο Φρέντρικ Νίσταντ Στένσε διαγνώστηκε με καρκίνο στο μάτι. Τα επόμενα χρόνια έλαβε πολλές θεραπείες, πέρασε καιρό στα νοσοκομεία και κατάφερε να νικήσει τον καρκίνο. Οι γιατροί όμως δεν κατάφεραν να σώσουν το μάτι. Όταν πριν μερικούς μήνες αποφασίστηκε να βάλει προσθετικό, ζήτησε να έχει πάνω το σήμα της αγαπημένης του Μπόντο/Γκλιμτ.
Προχθές η Μπόντο/Γκλιμτ υποδέχτηκε την Τότεναμ στο πρώτο εντός έδρας παιχνίδι της στη League Phase του Τσάμπιονς Λιγκ και οι οπαδοί της επέλεξαν να γιορτάσουν την ιστορική στιγμή με ένα τεράστιο πανό για έναν 9χρονο που συνεχίζει να χαμογελάει βλέποντας τα κατορθώματα της ομάδας του με ένα κιτρινόμαυρο μάτι.

El Sombrero (φωτογραφία)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #108 στις: Τρι 21 Οκτ 2025 17:33 »
Ένας τύπος έφτιαξε καφέ, έκατσε στον υπολογιστή του ένα βράδυ, άνοιξε το Football Manager και αποφάσισε να δοκιμάσει το σουηδικό πρωτάθλημα. Έκανε μια γρήγορη έρευνα στο ίντερνετ και τυχαία έπεσε πάνω στη Μιάλμπι.
Μια ομάδα από ένα χωριό με 1400 κατοίκους που τόσα χρόνια ήταν γνωστό μόνο για το ψάρεμα ρέγγας. Μια ομάδα που το 2018 έπαιζε ακόμα στην 3η κατηγορία και η μεγαλύτερη επιτυχία της ήταν όταν τερμάτισε 5η στην 1η κατηγορία. Μια ομάδα που στην ιστορία της έχει πραγματοποιήσει μόνο μια μεταγραφή που το κόστος της ξεπέρασε τις 500 χιλιάδες ευρώ. Μια ομάδα που ο σύνδεσμος οπαδών της έχει 500 μέλη και το υπέροχο όνομα «Οι στραγγαλιστές της ρέγγας». Μια ομάδα την οποία οι αντίπαλοι κορόιδευαν αποκαλώντας την "οι χωριάτες" και οι οπαδοί της απαντούσαν με πανό που έλεγε «Εμείς είμαστε χωριάτες, εσείς τι διάολο είστε;».
Ο τύπος σκέφτηκε "εδώ είμαστε, αυτή είναι μια καλή πρόκληση", την ανέλαβε, έφαγε ώρες πάνω από μια οθόνη και τελικά κάποια στιγμή την οδήγησε για πρώτη φορά στην ιστορία της στην κατάκτηση του πρωταθλήματος τρεις αγωνιστικές πριν το φινάλε και (πολύ πιθανόν) στην κατάρριψη του ρεκόρ βαθμών. Μια κλασική ιστορία Football Manager που έχουμε ζήσει πολλοί.
Τώρα από όλα τα παραπάνω αφαιρέστε τον τύπο και το Football Manager και σκεφτείτε το να συμβαίνει πραγματικά.

El Sombrero (φωτογραφία)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #109 στις: Πεμ 13 Νοέ 2025 23:23 »
O φωτογράφος Πίτερ Γουίντιγκ έβγαλε αυτή την τρομερή φωτογραφία το 1990 σε ένα παιδικό τουρνουά στη Σουηδία κάνοντας ένα ρεπορτάζ για μια τοπική εφημερίδα. Το 2016 ο Γουίντιγκ αυτοκτόνησε. Ένας συνεργάτης του αποφάσισε για να τιμήσει το φίλο του να κάνει κάτι που είχαν σκεφτεί αρκετές φορές να κάνουν μαζί κάποια στιγμή αλλά πάντα το άφηναν για πιο μετά: Να βρει τι απέγιναν οι τρεις πρωταγωνιστές της υπέροχης εικόνας.

To να βρεις πληροφορίες για ένα παιδικό τουρνουά που διεξήχθη πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες δεν είναι και πολύ εύκολο, ειδικά όταν μαθαίνεις πως σε αυτό συμμετείχαν εκατοντάδες ομάδες από αρκετές χώρες. (Σε μια από αυτές αγωνιζόταν κι ένα 11χρονο πιτσιρίκι ονόματι Αντρέα Πίρλο.) Ο δημοσιογράφος όμως αποδείχτηκε πεισματάρης και τυχερός και κατάφερε μετά από πολλά τηλέφωνα, e-mails και ώρες αναζήτησης να βρει και τα τρία παιδιά, φτάνοντας μάλιστα μέχρι τη Μάλτα.

To κείμενο που προέκυψε είναι ανέλπιστα ενδιαφέρον κι ας μην περιλαμβάνει μέσα ανθρώπους-φίρμες ή ιστορίες επιτυχίας που εμπνέουν. Είναι η ιστορία του πώς σε εκείνο το τουρνουά ένα από αυτά βαφτίστηκε "ο Πολ Γκασκόιν της Μάλτας", πώς ένα άλλο βρήκε τον έρωτα της ζωής του, πώς η καριέρα ενός τερματίστηκε πρόωρα την περίοδο που τον είχε διαλέξει η ΑΙΚ, πώς ένα άλλο έφυγε από τη ζωή λίγες εβδομάδες μετά. Είναι η «απλή» ιστορία μερικών άσημων παιδιών που τυχαία αποτυπώθηκαν σε μια εξαιρετική φωτογραφία ενώ έπαιζαν μπάλα. Όλοι έχουμε μια τέτοια.


Να'ναι καλά το «Σαν σήμερα» του φέισμπουκ που μας υπενθύμισε αυτή την ιστορία.
Μπορείτε να διαβάσετε όλο το κείμενο του Anders Bengtsson εδώ: https://www.theguardian.com/football/2017/nov/13/peter-widing-photograph-capturing-the-moment
El Sombrero (φωτογραφία)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #110 στις: Δευ 15 Δεκ 2025 19:58 »
Διάλογος στο στέκι των οπαδών της Τβέντε:
- Η πόλη γιορτάζει 700 χρόνια ιστορίας. Πρέπει να κάνουμε κάτι μεγάλο.
- Ένα πανό που θα καλύψει όλη την κεντρική κερκίδα;
- Πιο μεγάλο.
- Ένα πανό που θα καλύψει και το πέταλο και την κεντρική κερκίδα;
- Πιο μεγάλο!

2.500 λίτρα μπογιάς και 18.000 τετραγωνικά μέτρα υφάσματος!

El Sombrero (φωτογραφία)

Από το κανάλι της ομάδας



Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #111 στις: Τρι 06 Ιαν 2026 17:43 »
“Κάποια στιγμή θα ξεφουσκώσει”: Η τρελή χρονιά της Τουν


Στις αρχές Οκτωβρίου στην Ελβετία διεξήχθη η 8η αγωνιστική του πρωταθλήματος, που έχει το τόσο πρωτότυπο όνομα «Σούπερ Λιγκ». Εκείνο το σαββατοκύριακο η Τουν έφυγε με ένα πολύτιμο διπλό από την έδρα της Σεν Γκάλεν και σκαρφάλωσε στην κορυφή της βαθμολογίας, όπου και θα παρέμενε για τουλάχιστον δυο εβδομάδες καθώς ακολουθούσε η διακοπή λόγω εθνικών. Αυτό από μόνο του αποτελούσε μια μεγάλη έκπληξη για τα ελβετικά δεδομένα.

Η Τουν δεν βρισκόταν στο ξεκίνημα της διοργάνωσης σε καμία λίστα διεκδικητών του τίτλου. Ελάχιστοι την υπολόγιζαν ακόμα και για το πάνω μισό της βαθμολογίας. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Πρόκειται για μια ομάδα από μια μικρή πόλη 42.000 κατοίκων δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, που όπως αρκετές περιοχές της συγκεκριμένης χώρας στις φωτογραφίες μοιάζει σαν ένα ειδυλλιακό και πανέμορφο μέρος βγαλμένο από κάποια ζωγραφιά του Μπομπ Ρος.



Εκτός αυτού, είναι μια ομάδα που μόλις είχε ανέβει κατηγορία μετά από πέντε χρονιές που ήταν κολλημένη στη β’ εθνική. Πέντε χρονιές γεμάτες κατά βάση με απογοητευτικά αποτελέσματα και ελάχιστα αισιόδοξα δείγματα. Η παρουσία της και μόνο στην 1η θέση μετά από δυο μήνες αγώνων είχε κερδίσει την προσοχή πολλών. Όλοι όμως ήταν πεπεισμένοι πως αυτή είναι μια πολύ προσωρινή κατάσταση, από αυτές που μια στο τόσο προκύπτουν σε τόσο πρώιμο στάδιο της σεζόν. Στα διάφορα ελβετικά ρεπορτάζ εκείνων των ημερών αποτυπώνεται αυτή η οπτική. Μια κλασική περίπτωση “Ας το απολαύσουν όσο κρατάει γιατί δεν θα είναι για πολύ. Σύντομα θα ξεφουσκώσουν”.

Με την επανέναρξη του πρωταθλήματος οι πρωτοπόροι φιλοξενούσαν τη Σερβέτ στο Στόκχορν Αρίνα, ένα μικρό γήπεδο 10.000 θέσεων που σπάνια γεμίζει λόγω του μεγέθους της πόλης αλλά και της πορείας του συλλόγου διαχρονικά. Μέσα στο πρώτο 10λεπτο οι φιλοξενούμενοι είχαν ανοίξει το σκορ. Η πρώτη σκέψη πολλών ήταν πως το ξεφούσκωμα ξεκίνησε, πολύ πιο γρήγορα κι απ’ όσο περίμεναν. Στο τέλος του αγώνα ο πίνακας έλεγε Τουν-Σερβέτ 3-1. Η Τουν θα έμενε άλλη μια εβδομάδα στην κορυφή. Η προσδοκώμενη προσγείωση αναβλήθηκε για μερικές μέρες.

Έχουν περάσει σχεδόν τρεις μήνες από τότε. Σε αυτό το διάστημα η Τουν πραγματοποίησε μια μικρή κοιλιά στις αρχές Δεκέμβρη όταν και έκανε 3 ήττες σε 4 παιχνίδια. Ακόμα και τότε όμως δεν υποχώρησε από την κορυφή της βαθμολογίας σε καμία αγωνιστική! Πριν προλάβουν οι αντίπαλοι να καλύψουν τη μεταξύ τους διαφορά, οι πρωτοπόροι είχαν συνέλθει από τις γκέλες και είχαν επιστρέψει στις νίκες. Σε δυο άλλες περιπτώσεις που έμειναν πίσω στο σκορ, κατάφεραν να γυρίσουν το παιχνίδι, με πιο εντυπωσιακή παράσταση αυτή της τελευταίας αγωνιστικής πριν τη διακοπή του χειμώνα. Η Ζυρίχη προηγήθηκε μέσα στην έδρα της Τουν με 0-2, πήγε στα αποδυτήρια με αυτό το σκορ και παρ’ όλα αυτά στο τέλος του αγώνα έφυγε με το κεφάλι χαμηλά και τέσσερα γκολ στην πλάτη (4-2)! Αυτή η εμφατική ανατροπή σφράγισε μια εκπληκτική χρονιά που περιλάμβανε ένα κερδισμένο πρωτάθλημα στη β’ εθνική, την άνοδο και έναν άτυπο τίτλο πρωταθλητή χειμώνα στη μεγάλη κατηγορία! Επίσης επιβεβαίωσε και στους τελευταίους δύσπιστους πως το ξύπνημα από το όνειρο που όλοι αναμένουν μάλλον θα αργήσει περισσότερο απ’ όσο περίμεναν. Ή μπορεί και να μην έρθει και ποτέ!

Μέχρι να λυθεί αυτή η απορία η Τουν απολαμβάνει κάτι που ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι οπαδοί της δεν περίμεναν. Ποτέ στο παρελθόν ομάδα που είχε μόλις ανέβει στην 1η κατηγορία δεν είχε αναδειχθεί πρωταθλήτρια χειμώνα στην Ελβετία. Η Τουν όχι απλά το έχει καταφέρει αλλά έχει δείξει και στοιχεία που υποδηλώνουν ότι μπορεί να παραμείνει ψηλά κι άλλο. Έχει την καλύτερη επίθεση στο πρωτάθλημα, έχει διαφορά 3 βαθμών από τη Σεν Γκάλεν και απόσταση ασφαλείας (από 7 βαθμούς και πάνω) από τις πιο ισχυρές παραδοσιακά Βασιλεία, Λουγκάνο και Γιούνγκ Μπόις. Επιπρόσθετα, έχει αποδείξει και σε αρκετές περιπτώσεις ότι δεν πανικοβάλλεται όταν κάποιο παιχνίδι στραβώνει. Η σπουδαία ανατροπή στο τελευταίο ματς του έτους δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Στις 5 από τις 13 νίκες της είχε μείνει πίσω στο σκορ κι όμως στο τέλος έφυγε με το τρίποντο! Μέχρι και η παράδοση είναι μαζί της, μιας και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις την τελευταία 10ετια, αυτή που βρισκόταν στην κορυφή της βαθμολογίας κατά τη χειμερινή διακοπή ήταν κι αυτή που πανηγύριζε στο τέλος το πρωτάθλημα. Γι’ αυτό βάσει αποδόσεων, θεωρείται αυτή τη στιγμή το μεγάλο φαβορί για τον τίτλο.



Μια πρόταση που ακούγεται ιδιαίτερα παράλογη στους περισσότερους. Η μεταμόρφωση της Τουν από ομάδα που ζοριζόταν τόσα χρόνια να ανέβει κατηγορία σε ομάδα πρωταθλητισμού έγινε πολύ απότομα και χωρίς «εξωτερική βοήθεια». Δεν υπάρχει από πίσω κάποιος ευκατάστατος ιδιοκτήτης που ξαφνικά έριξε πολλά λεφτά, κάποιες ακριβές μεταγραφές που ενίσχυσαν σημαντικά το ρόστερ ή κάποια τρελή επιθετική ρέντα σε συνδυασμό με κάποια πανίσχυρη άμυνα που βοήθησε την ομάδα να κλέψει τα παιχνίδια. Το καλοκαίρι στο Τουν έφτασαν μόνο δυο παίκτες με μεταγραφή κι αυτοί κόστισαν ελάχιστα, αφού ο ένας προερχόταν από τη 2η κατηγορία της Γαλλίας και ο άλλος από τη 2η κατηγορία της Ελβετίας. Τα λεφτά που ξόδεψαν το καλοκαίρι για να ενισχυθούν η Βασιλεία και η Γιούνγκ Μπόις (κοντά στα 15Μ) η Τουν δεν τα έχει ξοδέψει συνολικά στην ιστορία της! Η χρηματιστηριακή αξία του ρόστερ παραμένει τόσο χαμηλή που μόνο μια άλλη ελβετική ομάδα έχει μικρότερη! Οι ξένοι παίκτες στην 11αδα είναι ελάχιστοι ενώ οι διεθνείς είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Κι όπως προείπαμε, οι νίκες δεν έρχονται με κατενάτσιο και 1-0 σε μια αντεπίθεση αλλά με μεγάλα σκορ. Σχεδόν στο 1/3 των αγώνων της η Τουν πέτυχε από 3 γκολ και πάνω.

Σύμφωνα με τους ανθρώπους που παρακολουθούν συστηματικά το ελβετικό πρωτάθλημα η ανέλπιστη επιτυχία της έως τώρα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πόσο δεμένη εμφανίζεται εντός αγωνιστικού χώρου, στον ενθουσιασμό και το μομέντουμ που έχει λόγω του εντυπωσιακού ξεκινήματος αλλά και στο ότι οι υπόλοιπες ομάδες που θα περίμενε κανείς να βρίσκονται στη θέση της έχουν σοβαρά σκαμπανεβάσματα στην απόδοση τους. Η Σερβέτ και η Γιούνγκ Μπόις έχουν αλλάξει ήδη προπονητή ενώ η περσινή πρωταθλήτρια Βασιλεία ψάχνει ακόμα τα πατήματα της και εντός και εκτός συνόρων.

Χωρίς κάποιο ένδοξο παρελθόν (δεν έχει κερδίσει ποτέ τίποτα στην ιστορία της), χωρίς κάποιον πανίσχυρο ιδιοκτήτη, χωρίς καυτή έδρα και μεγάλη βάση οπαδών, χωρίς κάποιον παίκτη-σταρ (όπως έχει για παράδειγμα η Βασιλεία τον Σακίρι) και χωρίς γνωστούς και ποιοτικούς ξένους η Τουν πραγματοποιεί μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην Ευρώπη φέτος χάρη κυρίως στη δουλειά του προπονητή της. Ο 49χρονος Μάουρο Λουστρινέλι, που ως παίκτης είχε φορέσει τη φανέλα της και είχε κλείσει εκεί την καριέρα του, έκατσε στον πάγκο της το 2022 και στα τρία αυτά χρόνια είχε χρόνο για να φτιάξει μια ομάδα που όλοι αποδίδουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Μπορεί αυτές οι ατομικές δυνατότητες να μην είναι πολύ μεγάλες αλλά το συνολικό αποτέλεσμα για την ώρα είναι κάτι παραπάνω από θετικό.



Το όνομα του συλλόγου επέστρεψε στο προσκήνιο μετά από αρκετά χρόνια απουσίας, οι ντόπιοι γύρισαν στις κερκίδες μαζικά (η φετινή προσέλευση παρουσιάζει 80% αύξηση σε σχέση με πέρσι) και η πόλη ονειρεύεται πως μπορεί να ζήσει ξανά μερικές ιστορικές στιγμές, όπως αυτές που είχε βιώσει πριν από μια 20ετια. Τότε που είχε τερματίσει στη 2η θέση για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία της και είχε εξασφαλίσει την έξοδο στο Τσάμπιονς Λιγκ. Εκεί πέρασε δυο προκριματικούς και βρέθηκε στους ομίλους να αντιμετωπίζει ομάδες όπως η Άρσεναλ και ο Άγιαξ.

Οι ελβετικές ομάδες θα επιστρέψουν στα γήπεδα μετά τα μέσα Ιανουαρίου. Το πρωτάθλημα έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά του και παρά την αξιοθαύμαστη σταθερότητα που δείχνει έως τώρα, το να διατηρήσει μια ομάδα που δεν είναι συνηθισμένη σε πρωταθλητισμό αυτή την απόδοση δεν θα είναι καθόλου εύκολο. Ο προπονητής Λουστρινέλι το γνωρίζει καλά, γι’ αυτό και συνεχώς τονίζει ότι “το να φτάσεις στην πρώτη θέση είναι ένα πράγμα αλλά το να παραμείνεις εκεί είναι μια πολύ διαφορετική πρόκληση”. Όταν δε τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι πριν από μερικές μέρες αν ο στόχος είναι πλέον ο τίτλος η απάντηση του ήταν: “Θέλουμε να τερματίσουμε στην πρώτη εξάδα, αυτός είναι ο κύριος στόχος μας. Αν δούμε πως στις τελευταίες πέντε αγωνιστικές βρισκόμαστε ακόμα κοντά στην κορυφή τότε φυσικά και θα προσπαθήσουμε να διεκδικήσουμε τον τίτλο”.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #112 στις: Σαβ 31 Ιαν 2026 22:20 »


Standard de Liège: Η διαλεκτική της Πύρινης Πόλης
By Balanzone on 23/12/2025
Στη βόρεια όχθη του Μεύση, ένας μαθητής κουβαλάει σε ένα οικοδομικό καροτσάκι μερικά από τα υλικά που χρειάζεται για να χτίσει ένα κομμάτι της ζωής του: κάποια δίχτυα, μερικά ζευγάρια παπούτσια, δυο δερμάτινες μπάλες και ένα μπόγο από κατακόκκινες φανέλες. Μπροστά του βρίσκεται το πλήθος των τσιμινιέρων, η υπογραφή της βιομηχανικής επανάστασης, που στα 1909 έχει αλλάξει ολοκληρωτικά το τοπίο της πόλης που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Είναι το παρόν και το μέλλον το δικό του και των γενεών που θα έρθουν. Η πλάτη του είναι γυρισμένη σε μια πόλη με στενά πλακόστρωτα σοκάκια, πλατείες, καθεδρικούς ναούς, θρησκευτικά κτίρια εξουσίας, αγάλματα και μνημεία συγκρούσεων από μια εποχή που ο ίδιος ποτέ δεν έζησε. Μαζί με όλα τ’άλλα έχει γυρισμένη την πλάτη του και στο σχολείο του, το Κολλέγιο του St Servais, που κρατώντας μια παράδοση από τον Μεσαίωνα μόρφωσε και τον ίδιο ως γόνο μιας αστικής τάξης που βρήκε την ταυτότητά της στα μέσα του 14ου αιώνα, για να ψάξει έναν καινούριο βηματισμό στον 20ο.

Οι μπάλες, τα παπούτσια, οι κόκκινες φανέλες, είναι τα υλικά με τα οποία ο μαθητής, μαζί με τους συντρόφους του, θα χτίσουν μια νέα, άυλη ταυτότητα, προερχόμενη από την αστική τάξη της πόλης, από το περιβάλλον των καθεδρικών και των σχολείων, για τους κολασμένους της Γης, εκείνους που δίνουν ζωή στα εργοστάσια. Η διαδρομή τους, παρά το γεγονός ότι έχει διεύθυνση ανάποδη με τη ροή του Μεύση, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με την ιστορική εξέλιξη – όπως και ο σύλλογος που δημιούργησαν 11 χρόνια νωρίτερα κάποιοι άλλοι μαθητές του σχολείου τους: η Standard FC Liégois, που στις μέρες μας είναι γνωστή ως Royal Standard de Liège.

Η αντιθετική ροή της Ιστορίας
Κατά τον 6ο αιώνα, ο επίσκοπος του Μάαστριχτ Monulphe πορευόταν με διεύθυνση αντίθετη από εκείνους τους μαθητές, “κατεβαίνοντας” τον Μεύση, από το Ντινάν, για να φτάσει στην έδρα της επισκοπής του. Περνώντας από το σημείο που βρισκόταν ένα μικρό ρυάκι με το όνομα Legia, πιθανώς ονομαστική κληρονομιά κάποιας ρωμαϊκής λεγεώνας, αντίκρυσε ανάμεσα σε ποτάμια και ρυάκια, που σχημάτιζαν αμέτρητες μικρές νησίδες, ανάμεσα στα βουνά που χαμηλώνουν για να περάσει ο μεγάλος ποταμός, μερικές καλύβες. Δεν ήθελε πολύ για να αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία που είχε ένα τέτοιο μέρος, για οποιαδήποτε εξουσία, αναλαμβάνοντας να δώσει χρησμό ώστε αυτή να γίνει μέρος της θρησκευτικής εξουσίας του. Στο χρησμό του έλεγε “Εδώ είναι το μέρος που διάλεξε ο Θεός για τη σωτηρία πλήθους ανθρώπων, εδώ μέλλει να υψωθεί αργότερα μια ισχυρή πόλη – εμείς οι ίδιοι θα χτίσουμε εδώ ένα μικρό προσευχητήριο προς τιμήν των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού”.

Η μεταφυσική προφητεία κάθε άλλο παρά αμιγώς πνευματική ήταν, καθώς η τοποθεσία συγκέντρωνε όλες τις υλικές προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί σ’αυτήν κάθε είδους δραστηριότητα, επικοινωνώντας μέσω των φυσικών οδών της εποχής, τα ποτάμια, με μεγάλο μέρος της πιο αναπτυγμένης περιοχής της Δυτικής Ευρώπης. Υπεύθυνος γι’αυτό είναι ο ποταμός Μεύσης, που αν και το όνομά του δε δεσπόζει ανάμεσα σε εκείνα των πιο τραγουδισμένων ποταμών της Γηραιάς Ηπείρου, η σημασία του και οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στα περίπου 1000 χιλιόμετρα του μήκους του, έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στη φυσιογνωμία της.

Με την πηγή του σε υψόμετρο μόλις 409 μέτρα, στην περιοχή Le Châtelet-sur-Meuse των γαλλικών Αρδέννων, είναι ένα από τα πιο εύκολα πλωτά ποτάμια της ηπείρου, με αποτέλεσμα στις όχθες του να βρίσκονται κάμποσα σημαντικά οικονομικά κέντρα ενώ η εκβολή του, στο Δέλτα του Ρήνου, βρίσκει το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό λιμάνι, στο Ρότερνταμ. Οι αμέτρητοι μαιανδρισμοί του επιτρέπουν σε σημαντικές υποδομές να βρίσκονται στις όχθες του – και αν υπάρχει κάποιο μέρος που αυτοί οι μαιανδρισμοί έδιναν με το παραπάνω αυτή τη δυνατότητα, αυτό ήταν σίγουρα το σημείο που επέλεξε για την “προφητεία” του ο Monulphe. Η καθολική εκκλησία ουσιαστικά μετέτρεψε το χρησμό σε στρατηγική που εκφράστηκε από τη συχνή παρουσία του επισκόπου Lambert, που δολοφονήθηκε εκεί το 705, με τον διάδοχό του, Humbert, να μεταφέρει στην πόλη την έδρα της Επισκοπής. Η θρησκευτική εξουσία στην πόλη δε θα αργούσε να γίνει και πολιτική, καθώς από το 985 ξεκινάει μια μακραίωνη ιστορία ύπαρξης του Πριγκιπάτου-Επισκοπής της Λιέγης, που τελείωσε την περίοδο της Μεγάλης Επανάστασης των Γάλλων, το 1795


Τοπογραφικός χάρτης της Λιέγης, 1768

Το Πριγκιπάτο-Επισκοπή της Λιέγης, που αποτελούσε έναν “διάδρομο ουδετερότητας” μέσα στα εδάφη της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά τον Μεσαίωνα, είχε προφανώς θρησκευτικό ηγέτη, ενώ τα εδάφη του δεν είχαν συνέχεια, στο χάρτη έμοιαζε περισσότερο σαν διάσπαρτες κηλίδες. Λόγω της απουσίας πολιτικών προστριβών και της θρησκευτικής εξουσίας μετατράπηκε κατά την περίοδο του Άνω Μεσαίωνα (11ος-14ος αιώνας) σε πνευματικό κέντρο. Στις εκκλησιαστικές σχολές, όπου δίδασκαν πασίγνωστοι δάσκαλοι της θεολογίας, του κανονικού και κοσμικού δικαίου, φοιτητές συνέρρεαν από όλες τις γύρω περιοχές, αλλά και από τη Γερμανία, την Ιταλία και τις Σλαβικές χώρες, προκειμένου να φοιτήσουν στα εκκλησιαστικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, που είχαν μια συγκρότηση αντίστοιχη με την αρχική του αρχαιότερου πανεπιστημίου του κόσμου, εκείνου της Μπολόνια. Αυτή η πνευματική ταυτότητα της πόλης της έδωσε το προσωνύμιο “Αθήνα του Βορρά” και ο χαρακτήρας της έμεινε αναλλοίωτος όσο και η ιστορία της Ευρώπης εξελισσόταν χωρίς μεγάλα ποιοτικά άλματα.

Παρά το γεγονός ότι η Καθολική Εκκλησία ήλεγχε το Πριγκιπάτο-Επισκοπή, η πόλη της Λιέγης δεν ήταν ποτέ ένα ήσυχο μέρος με πειθαρχημένους και πειθήνιους υπήκοους. Κάθε πολιτική εξέλιξη, κάθε απόφαση, έπρεπε να έχει τη λαϊκή συναίνεση για να μπορέσει να εφαρμοστεί και να επιβιώσει. Οι χωρικοί της Λιέγης εξέφραζαν συχνά και δυναμικά τη δική τους θέληση, κάτι που θα χαρακτήριζε την πόλη διαχρονικά, δίνοντάς της αργότερα το πολύ πιο γνωστό μεταφορικό προσωνύμιο Cité Ardente, δηλαδή της Πύρινης Πόλης. Με την παραγωγή της νομικής γνώσης να βρίσκεται εντός των τειχών αποτελεί ένα ιστορικό παράδειγμα η απόσπαση δύο συνταγματικών συνθηκών κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα: αρχικά της Ειρήνης του Fexhe, το 1316 και εν συνεχεία του Tribunal du XXII, το 1343. Αυτοί οι δύο νόμοι υπαγόρευαν τον τρόπο που ο λαός είχε λόγο στις πολιτικές αποφάσεις.

Η ιστορία του Πριγκιπάτου-Επισκοπής θα τελείωνε με το τέλος της παλιάς Ευρώπης, όταν το 1795 η πόλη προσαρτήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία, αποτελώντας για πρώτη φορά ουσιαστικά κομμάτι ενός κοσμικού κράτους, ενώ το 1815, μετά την ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλό, θα περάσει στα χέρια των Ολλανδών, για να απελευθερωθεί μαζί με το υπόλοιπο Βέλγιο το 1830.

Η συθέμελη ανατροπή ενός ολόκληρου κόσμου στην Ευρώπη εκφράστηκε ως υπέρμετρη αντίθεση στη Λιέγη, η ιστορία της οποίας ακολούθησε μια εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία. Η ήττα του Ναπολέοντα και η νίκη του στρατού του Νέλσονα στο Βατερλό άνοιξε το δρόμο για την αγγλική βιομηχανία, που αναπτυσσόταν ραγδαία στη Γηραιά Αλβιώνα, στα εδάφη των Κάτω Χωρών. Η Λιέγη, εκτός από πόλη που βρίσκεται στην κοίτη του Μεύση, βρίσκεται και πάνω σε έναν άλλο πολύ σημαντικό, από οικονομικής πλευράς, γεωλογικό σχηματισμό: τη μεγάλη Βορειοδυτική Ευρωπαϊκή λεκάνη άνθρακα του Λιθανθρακοφόρου, δηλαδή ένα σχηματισμό που ξεκινάει από την Ουαλία και φτάνει μέχρι την Πολωνία και αποτέλεσε κυριολεκτικά το υπέδαφος πάνω στο οποίο συνετελέσθη η Βιομηχανική Επανάσταση. Ο δρόμος του άνθρακα και των βρετανικών στρατιών έφερε στη Λιέγη το 1817 έναν Άγγλο βιομήχανο, τον γεννημένο στο Lancashire, John Cockerill. Η εταιρεία του, η Société Anonyme John Cockerill, κυριάρχησε σε μια έκταση 570 στρεμμάτων στα νότια περίχωρα της πόλης, στην περιοχή του Seraing, όπου εκατοντάδες ανθρακωρύχοι, χρυσωρύχοι και εργάτες εργοστασίων εργάζονταν από τις αρχές του 19ου αιώνα. Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας δραστηριότητας που θα κυριαρχούσε στην οικονομία της πόλης και από αυτήν θα εξαρτώνταν η ζωή του μεγαλύτερου μέρους του πλυθησμού της μέχρι και τις μέρες μας.


Το εργοστάσιο Cockerill

Πέρα από τον άνθρακα, ωστόσο, οι βιομηχανικές δραστηριότητες επεκτάθηκαν και στην παραγωγή χάλυβα, με την παραγωγή να φτάνει στο λυκαυγές του 20ου αιώνα τους 500 χιλιάδες τόνους ετησίως, ενώ πάνω στα βασικά αυτά βιομηχανικά υλικά που εξάγονταν από τη Βαλλωνική γη στήθηκαν κι άλλοι ακόμα τομείς της βιομηχανικής παραγωγής επιτρέποντας και την ανάπτυξη της σχετικής τεχνογνωσίας. Είναι χαρακτηριστική η εξαγωγή της τεχνογνωσίας που αποτυπώνεται στους αριθμούς των Βέλγων της Λιέγης που εγκαταστάθηκαν στις περιοχές του Donbas και των Ουραλίων, με 20,000 ανθρώπους να εργάζονται στην Τσαρική Ρωσία σε εργοστάσια χάλυβα, τραμ και εργοστάσια γυαλιού.

Η βιομηχανία κρυστάλλων, με προμετωπίδα την εταιρεία Cristalleries du Val Saint-Lambert, που ιδρύθηκε το 1826, αποτέλεσε σχεδόν μονοπώλιο στις παγκόσμιες εξαγωγές από το 1880 μέχρι το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εξάγοντας κυρίως προς την Τσαρική Ρωσία, μια χώρα με την οποία η πόλη της Λιέγης απέκτησε ιδιαίτερους δεσμούς.

Τεράστιας σημασίας επιχείρηση ήταν επίσης και η Fabrique Nationale d’Armes de Guerre, γνωστή ως FN, η οποία είχε την έδρα της στη βόρεια μεριά της πόλης, το Herstal και ιδρύθηκε στις 3 Ιούλη του 1889. Με την παρουσία της η Λιέγη δεν ήταν μόνο μια πόλη παραγωγός του πλούτου, αλλά και των μέσων με τα οποία οι λαοί θα σκοτώνονταν στη διεκδίκηση της ιδιοκτησίας του.

Πέρα από το χαρακτήρα της πόλης της Λιέγης, ωστόσο, τον 19ο αιώνα άλλαζε και ο ίδιος ο χάρτης της. Τα μικρά νησάκια, αποτέλεσμα των μαιανδρισμών του Μεύση, δεν ήταν συμβατά με την ανάγκη για γρήγορη μεταφορά των βιομηχανικών πρώτων υλών και των προϊόντων τους. Έτσι, το 1850 ολοκληρώθηκε ένα έργο που άλλαξε δραστικά το μορφολογικό ανάγλυφο, με τη διάνοιξη του καναλιού Λιέγης-Μάαστριχτ, που δημιούργησε εν πολλοίς και το σημερινό σχηματισμό της νησίδας της Outremeuse.

Η πνευματική πόλη, των εκκλησιαστικών σχολείων και των χωρικών είχε δώσει πλέον τη θέση της στους ζάμπλουτους βιομήχανους και σε μια μεγάλη εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο που έμπαινε με φόρα στο ιστορικό προσκήνιο, κυριολεκτικά μέσα από την κόλαση που φτιαχνόταν για τη διαβίωσή του. Όπως ακριβώς συνέβαινε και στη Βρετανία, οι συνθήκες ζωής των προλετάριων της Λιέγης ήταν άθλιες, με απουσία οικιακής υγιεινής, υπερπληθυσμό στις εργατικές γειτονιές και φυσικά την έκθεση των εργατών σε κάθε είδους ασθένεια, με τα όποια μέτρα να αφορούν μονάχα την απομόνωση αυτών των συνθηκών σε μέρη έξω από το ζωτικό χώρο της αστικής τάξης, που παρέμενε το κέντρο της πόλης. Οι εργοδότες, θέλοντας να ελέγξουν πλήρως τη ζωή των εργατών τους, έπαιρναν πίσω το πενιχρό τους εισόδημα ελέγχοντας όλη τη νυχτερινή ζωή και μέσω της διασκέδασης εξασφάλιζαν την παραγωγικότητα των εργατών αλλά και την υλική επιστροφή των μεροκάματων.

Το προλεταριάτο της Cité Ardente, ωστόσο, γνήσιος συνεχιστής των παραδόσεων της πόλης, δεν έμενε άπραγο μπροστά στην εξαθλίωση και τις συνθήκες που δυσχαίρεναν κυρίως στις περιόδους της κρίσης. Μια τέτοια χρονιά ήταν και το 1886. Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα της ιστορικής πρωτομαγιάτικης απεργίας στο Σικάγο, οι εργάτες της Λιέγης, γιορτάζοντας την επέτειο των 15 χρόνων από την Παρισινή Κομμούνα, στις 18 Μαρτίου, διοργάνωσαν μια εξέγερση που έμεινε στην Ιστορία με το όνομα Jacquerie Industrielle, η οποία οδήγησε στο ματοκύλισμα του Fusillade de Roux και παρά το γεγονός ότι δεν έδωσε άμεσους καρπούς δημιούργησε κάτι πολύ μεγαλύτερο για τους Βέλγους εργάτες, τη δημιουργία της Commission du Travail και την ανάταση του νεοϊδρυμένου Βελγικού Εργατικού Κόμματος (Parti ouvrier belge – Belgische Werkliedenpartij).

Η ίδια η διαδυκότητα της πόλης, πέρα από την ιστορική διχοτόμηση, εκφραζόταν ωστόσο και στην εξέλιξη της πνευματικής δραστηριότητας, ακολουθώντας “κατά γράμμα” τις ανάγκες της εποχής. Σε μια έντονα βιομηχανοποιημένη πόλη υπήρχε η ανάγκη για υψηλά ειδικευμένο προσωπικό, μηχανικούς που θα ετίθεντο στην πρώτη γραμμή του σχεδιασμού της φρενήρους βιομηχανικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια του Πανεπιστημίου της Λιέγης, που ιδρύθηκε το 1817 από την Ολλανδική διοίκηση, με πρωτοβουλία του Georges Montefiore-Levi, ενός πολιτικού και μηχανικού που γεννήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδρύθηκε το Institut Électrotechnique Montefiore, το οποίο σήμερα είναι κομμάτι της Πολυτεχνικής Σχολής (Science Appliquées) του Πανεπιστημίου. Ο Montefiore επιστρέφοντας από τη Διεθνή Έκθεση Ηλεκτρισμού που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1881, εισηγήθηκε την ανάγκη ίδρυσης και λειτουργίας μιας σχολής με αποκλειστικό αντικείμενο τις εφαρμογές της ηλεκτρομηχανικής στη βιομηχανική Λιέγη, βάζοντας τα θεμέλια για να υπάρξουν πολλές γενιές ντόπιων υψηλά μορφωμένων μηχανικών, αρχικά κατ’αποκλειστικότητα προερχόμενων από την αστική τάξη. Όσο αφορά την ψυχαγωγία της άρχουσας τάξης, στο κέντρο της πόλης, την ίδια εποχή ιδρύθηκε το Théâtre Royal και εγκαινιάστηκε η Salle Philharmonique. Τέλος, η σχολική εκπαίδευση της αστικής τάξης λάμβανε χώρα στο επανιδρυμένο Collège Saint-Servais, το 1828, που αναβίωνε τη μακρά παράδοση του κολλεγίου των Ιησουιτών στην πόλη που κρατούσε από το 1582. Σ’αυτό το κολλέγιο, πέρα από τους σπόρους της εκπαιδευτικής διαδικασίας φυτεύτηκε και ο σπόρος που θα έδινε τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρικούς καρπούς στην Ιστορία της πόλης.

Ο ερχομός της μπάλας
Σε αντίθεση με τη Βρετανία, που κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της Βιομηχανικής Επανάστασης, κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, η οργάνωση της εργατικής τάξης πέρα από συνδικάτα έβρισκε έκφραση και σε ποδοσφαιρικούς συλλόγους, στο Βέλγιο το ποδόσφαιρο δεν γεννήθηκε ως θεσμός “από τα κάτω”. Μία πιθανή εξήγηση αυτής της διαφοράς είναι ότι ενώ στη Βρετανία το ποδόσφαιρο αποτέλεσε την εξέλιξη μιας ασχολίας του πληθυσμού ανά τους αιώνες, που κωδικοποιήθηκε και θεσμοθετήθηκε στις βιομηχανικές πόλεις, στο Βέλγιο δεν υπήρχε κάποια αντίστοιχη δραστηριότητα. Ο ερχομός του ποδοσφαίρου στη Λιέγη έχει περισσότερα κοινά με τον τρόπο που αυτό έφτασε στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

Φορέας της γέννησης του ποδοσφαίρου στο Βέλγιο ήταν η αστική τάξη, η οποία εμφορούμενη από θαυμασμό για το Βρετανικό τρόπο ζωής, προσπαθούσε να εντάξει τις βρετανικές αθλητικές δραστηριότητες στο πρόγραμμα των ασχολιών της. Το ποδόσφαιρο και το κρίκετ εμφανίζονταν σε κάθε πόλη, είτε ως ασχολία των Βρετανών που βρίσκονταν έξω από την πατρίδα τους εργαζόμενοι για την “άτυπη Αυτοκρατορία”, δηλαδή τις αμέτρητες επιχειρήσεις βρετανικών συμφερόντων σε ξένα εδάφη, είτε ως δραστηριότητα των εντόπιων ελίτ. Ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που ιδρύθηκε στο Βέλγιο ήταν το Antwerp Football and Cricket Club, το 1880, δηλαδή 15 χρόνια πριν ιδρυθεί η Βελγική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία. Λόγω της αρχαιότητάς του, όταν το 1926 δημοσιεύτηκε η λίστα με τον αύξοντα αριθμό του κάθε σωματείου – κάτι που συνοδεύει την ταυτότητα του κάθε συλλόγου στο Βέλγιο – η Antwerp πήρε το νούμερο 1. Ωστόσο το Football and Cricket Club της Αμβέρσας δεν ιδρύθηκε από ντόπιους, αλλά από Βρετανούς εργαζόμενους στο ταχέως αναπτυσσόμενο λιμάνι της Φλάνδρας.

Στη Λιέγη, ο πρώτος ποδοσφαιρικός σύλλογος που ιδρύθηκε ήταν το 1892 η FC Liège, που σήμερα είναι περισσότερο γνωστή από τα αρχικά του πλήρους ονόματός της, RFCL. Ιδρυτές της FCL ήταν μέλη του ποδηλατικού συλλόγου, ο οποίος μεγαλουργούσε σε μια τοποθεσία όπου διεξάγεται ως σήμερα ο αρχαιότερος θεσμός ποδηλασίας δρόμου, το “Liège-Bastogne-Liège”. Τα μέλη της FCL έγιναν φορείς του “ποδοσφαιρικού μικροβίου” μέσω της επαφής με Βρετανούς που έπαιζαν το “παράξενο παιχνίδι” στο κεντρικό Parc de la Boverie, κομμάτι της νησίδας της Outremeuse, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη διάνοιξη του καναλιού Λιέγης-Μάαστριχτ. Η ημερομηνία ίδρυσης της FCL την κατέστησε ιδρυτικό μέλος της Βελγικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, ενώ στη συνέχεια έλαβε τον αύξοντα αριθμό (matricule) 4. Την ίδια περίοδο, στην επαρχία της Λιέγης, Βρετανοί ίδρυσαν το Club Sportif Verviétois, το 1896, μερικά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά. Όμως αυτή δεν ήταν η μοναδική ποδοσφαιρική δραστηριότητα στην πόλη.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1890, οι μαθητές του Ιησουιτικού Κολλεγίου του St Servais ίδρυσαν τη δική τους ομάδα, η οποία είναι γνωστό ότι είχε κόκκινες φανέλες και για έμβλημά της το μνημείο της πόλης, το λεγόμενο Perron. Το Perron, το οποίο σήμερα έχει τη μορφή μιας κολώνας τοποθετημένης πάνω σε μια εξαγωνική κατασκευή με συντριβάνι, είναι κάτι περισσότερο από ένα μνημείο της πόλης – θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και ως θεσμός. Συμβολίζει την προστασία των ελευθεριών στην πόλη της Λιέγης, κατά τους αιώνες του Πριγκιπάτου-Επισκοπής, αλλά και στα χρόνια της κοσμικής εξουσίας. Είναι το σύμβολο της υπερηφάνιας της. Μάλιστα, το 1467, ο Κάρολος ο Τολμηρός, Δούκας της Βουργουνδίας, μετά τη νίκη του επί των Λιεζουά στη μάχη του Brustem, άρπαξε το μνημείο και το τοποθέτησε στην Μπρυζ, προκειμένου να ταπεινώσει τους υπερήφανους και αδούλωτους κατοίκους της Πύρινης Πόλης.


Εικόνα εποχής του προαύλιου χώρου του Κολλεγίου St Servais

Αυτό το σύμβολο της αιώνιας υπερηφάνιας και ελευθερίας της Λιέγης υιοθέτησε ως έμβλημα και η FCL, η οποία λίγο μετά την ίδρυσή της επέλεξε ως χρώματα το βαθύ μπλε και το κόκκινο, “Sang et Marine”, ως αναφορά στο Dulwich, περιοχή προέλευσης αρκετών εκ των Βρετανών αθλητών της. Τα χρώματα αυτά όμως συμβόλιζαν και κάτι περισσότερο από μια τυχαία επιλογή μεταξύ συναθλητών, ήταν ο αντικατοπτρισμός μιας ταυτότητας, που θα οδηγούσε σε ένα ιστορικό σχίσμα. Όπως είναι κατανοητό, η FCL ήταν η επιτομή της Αγγλοφιλίας της αστικής τάξης της εποχής, με χαρακτηριστικά εξαιρετικά εξωστρεφή και σχεδόν μονοκατευθυντικά προς τη Μεγάλη Βρετανία. Στους κόλπους της η FCL όμως φιλοξένησε για ένα μικρό διάστημα και την ομάδα των μαθητών του Κολλεγίου St Servais, που εμφορούνταν από τις ιδέες του Μυώδους Χριστιανισμού (Christianisme musculaire) και την εντόπια καθολική παράδοση. Αυτή η σύγκρουση ταυτοτήτων γρήγορα θα οδηγούσε σε ένα ιστορικό σχίσμα που έμελε να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις.

Το καλοκαίρι του 1898, μία ομάδα μαθητών, με επικεφαλής τον 16χρονο Joseph Debatty, αποφάσισε την απόσχιση του συλλόγου τους από την FCL και τη δημιουργία νέου συλλόγου. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι μαθητές αυτής της ηλικίας είχαν τη δυνατότητα, πέρα από το να γίνουν φορείς και γενήτορες μιας ιδεολογικής ποδοσφαιρικής ταυτότητας, να δημιουργήσουν και έναν νέο σύλλογο με ό,τι αυτό σημαίνει όσο αφορά τις πρακτικές και κυρίως διοικητικές απαιτήσεις μιας τέτοιας κίνησης. Όπως είναι ιστορικά καταγεγραμμένο, την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς, που θα πρέπει να ήταν η Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου του 1898, οι μαθητές αποφάσισαν τη δημιουργία του δικού τους συλλόγου. Ύστερα από μια δημοκρατική διαδικασία το όνομα Standard υπερίσχυσε για μία ψήφο έναντι του ονόματος Skill. Τα δύο αυτά ονόματα φανερώνουν ένα παράδοξο: παρά το γεγονός ότι οι μαθητές ήθελαν να απεμπλακούν από το βρετανοφιλές κλαμπ της FCL, δε μπορούσαν να αντιληφθούν το ποδόσφαιρο χωρίς αναφορές στη βρετανική κουλτούρα. Το όνομα της Standard, μάλιστα, που υπερίσχυσε, ήταν εμπνευσμένο από το Standard Athletic Club de Paris, έναν αθλητικό σύλλογο της ελίτ, με τεράστια βρετανική επιρροή, που είναι και η πρώτη στην Ιστορία πρωταθλήτρια ποδοσφαίρου στη Γαλλία, καθώς κέρδισε τη διοργάνωση του 1893-94. Η Standard Football Club, με το πλήρες βρετανικό όνομα, ξεκινούσε τη δική της πορεία σε μια πόλη για να γίνει το σύμβολο ενός πληθυσμού που στην ίδρυσή της δεν είχε καμία απολύτως σχέση μαζί του.

Η νεοϊδρυθείσα Standard, παρά το γεγονός ότι μπόρεσε να αποκτήσει νομική υπόσταση, είχε τεράστιο πρόβλημα σε βασικά πρακτικά ζητήματα, με ένα από αυτά να αφορά τον ιματισμό. Οι μαθητές δεν είχαν τους πόρους και το απαραίτητο δίκτυο για να εξοπλίσουν κατάλληλα το σωματείο τους. Έτσι προέκυψε ακόμα ένα παράδοξο: τις φανέλες του νέου συλλόγου τις δάνεισε η FCL, ο σύλλογος από τον οποίο αποσχίστηκε. Στο πλαίσιο εκείνο, βέβαια, η FCL έβλεπε την κίνηση των μαθητών περισσότερο με συμπάθεια, χωρίς να νιώθει το φόβο του ανταγωνισμού – η Ιστορία θα διέψευδε φυσικά αυτή τη θεώρηση. Η Ιστορία όμως έχει καταγράψει ότι οι πρώτες κατακόκκινες φανέλες της Standard, χωρίς το Perron, καθώς αυτό ήταν το έμβλημα της FCL, δόθηκαν από το “παλιό” σωματείο της πόλης. Η Standard θα ήταν μόνιμα η νεώτερη ομάδα, χαρακτηριζόμενη από το matricule 16, ενώ χρειάστηκε περίπου μισός αιώνας για να καταφέρει να ανατρέψει τους αρνητικούς ιστορικούς συσχετισμούς.

Κόντρα στον Μεύση
Η μαθητική Standard, με τις δανεισμένες κόκκινες φανέλες, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στους ανοιχτούς χώρους της πόλης, στο λόφο του Cointe, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Κολλέγιο St Servais και στην αντίπερα όχθη του Μεύση, στο Grivegnée, που αν και σήμερα αποτελεί μια πυκνοκατοικημένη περιοχή, τότε αποτελούσε μια μεγάλη έκταση αγροτικών πεδίων. Το Cointe ωστόσο αποτελεί ακόμα μια σύμπτωση της Ιστορίας της Standard και της RFCL, καθώς και η παλιότερη ομάδα της Λιέγης ξεκίνησε από εκεί την αθλητική της δραστηριότητα πριν κατηφορίσει προς το κέντρο της πόλης. Η κοιτίδα αυτή του ποδοσφαιρικού πολιτισμού της Πύρινης Πόλης είναι συνώνυμη με τα προνόμια της ελίτ, καθώς αποτελούσε παραδοσιακά χώρο αναψυχής της άρχουσας τάξης, ενώ είχε υπάρξει ακόμα και ιδιωτικό πάρκο. Κι αν η FCL κατέβηκε από το Cointe για να συναντήσει την εξέλιξη της “Αθήνας του Βορρά”, οδηγούμενη από τη ροή του Μεύση, η ιστορική πορεία της Standard πήγε κόντρα στη ροή του μεγάλου ποταμού.

Ο Joseph Debatty παρέμεινε στην προεδρία του συλλόγου μέχρι το 1902, πριν αποχωρήσει για να γίνει ιερέας, ενώ μετά από κάμποσες διοικητικές αλλαγές, το 1909, στη διοίκηση του σωματείου ήρθε ένας βιομήχανος ο Maurice Dufrasne, ο άνθρωπος που θα καθόριζε την ιστορική ταυτότητα του συλλόγου, παραμένοντας στη θέση αυτή μέχρι το 1931.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Λιέγη συνέχιζε να γνωρίζει την ανάπτυξη που είχε ξεκινήσει τον 19ο. Χρονιά-ορόσημο ήταν το 1905, όταν σε 660 στρέμματα στην περιοχή του Vennes και Boverie διοργανώθηκε η Διεθνής Έκθεση. Εκείνη τη χρονιά ολοκληρώθηκε η εξαιρετικής αισθητικής γέφυρα του Fragnée, που μοιάζει με τη γέφυρα Alexandre III του Παρισιού, η γέφυρα της Fétinne, το Palais des Beaux-Arts, ενώ δημιουργήθηκε η οικιστική περιοχή της Vennes. Αυτή η πολεοδομική και κατασκευαστική ανάπτυξη οδήγησε σε μεγάλη άνθιση και των προσωπικών οικονομικών του Maurice Dufrasne, που ως πολιτικός μηχανικός και βιομήχανος, από οικογένεια με μεγάλη παράδοση στον κατασκευαστικό τομέα στη Βαλλωνία, έκανε “χρυσές δουλειές”. Όμως ο Dufrasne, πέρα από επιχειρηματικό δαιμόνιο, αποδείχθηκε ότι ήταν και εξαιρετικός ποδοσφαιρικός παράγοντας, σε μια εποχή που ο συγκεκριμένος ρόλος λίγο διέφερε από ένα κοινό χόμπι.


Η γέφυρα του Fragnée

Με την ανάληψη της διοίκησης του συλλόγου, ο Dufrasne αποφάσισε το νομαδικό κλαμπ να αποκτήσει το δικό του χώρο – όχι στην “Αθήνα του Βορρά”, όχι στο κέντρο της πόλης με την πνευματική παράδοση, ούτε στο συνδεμένο ιστορικά με την ελίτ Cointe. Κοιτώντας προς τη νότια πλευρά, εκεί που υψώνονταν οι τσιμινιέρες των εργοστασίων της σιδηρουργίας και της επεξεργασίας των ορυκτών, εκεί που ζούσαν οι εργάτες, έβλεπε το ταπεινό, βιομηχανικό και προλεταριακό Sclessin ως το φυσικό χώρο που η Standard θα γινόταν το σύμβολο μιας ταυτότητας που ως τότε δεν είχε σύμβολα.

Γυρνώντας κυριολεκτικά την πλάτη της στο ιστορικό κέντρο, η Standard ξεκίνησε την πορεία της προς τα Νοτιοδυτικά, “ανεβαίνοντας” τον Μεύση, σε μια κινητοποίηση που απουσία μέσων μεταφοράς έγινε με οικοδομικά καροτσάκια, μέσα στα οποία τα μέλη του συλλόγου μετέφεραν όλα όσα χρειάζονται για να παιχτεί ποδόσφαιρο, από τα δοκάρια των τερμάτων, μέχρι τις κόκκινες εμφανίσεις της Standard, που ταίριαζαν απόλυτα με την “άγνωστη” εργατική τάξη που πήγαινε να συναντήσει. Το 1909 έγινε η πρώτη γνωριμία του προλεταριάτου της Λιέγης με τη Standard και από τότε ο έρωτάς τους παραμένει άσβηστος και το πάθος τους κυριολεκτικά πύρινο.

Το παραμύθι της Standard ξεκινούσε με μεγάλες προσδοκίες, ωστόσο για να μπορέσει να προχωρήσει έπρεπε ο σύλλογος, όπως και η πόλη, όπως και όλος ο κόσμος, να καταφέρει να επιβιώσει από το πρώτο μεγάλο χτύπημα του 20ου αιώνα. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914 κάνει τη βιομηχανική Λιέγη στόχο των γερμανικών επιθέσεων και οι βιομηχανικές της υποδομές καταστρέφονται σχεδόν ολοκληρωτικά από βομβαρδισμούς. Το 1918 μέσα από τα ερείπια έπρεπε να ξαναφτιαχτεί το “θαύμα” που χρειάστηκε έναν αιώνα για να οικοδομηθεί. Αυτό ακριβώς έγινε, ένα θαύμα, γιατί μέσα σε 6 χρόνια, το 1924, η βιομηχανία της Λιέγης είχε επιστρέψει στην προπολεμική παραγωγικότητα. Την ίδια στιγμή, η Standard, που είχε αγωνιστεί για πρώτη φορά στην Α’ κατηγορία τα χρόνια 1909-1914, επέστρεψε στην κορυφαία κατηγορία το 1921, προκειμένου να μείνει εκεί ως σήμερα, καταγράφοντας 105 συνεχόμενες σεζόν στην ποδοσφαιρική ελίτ του Βελγίου, αριθμό που αποτελεί ρεκόρ.

Την ίδια εποχή ο Dufrasne προχωρά στην αγορά οικοπέδων γύρω από το γήπεδο της Standard, προχωρώντας στην κατασκευή ενός νέου οικοδομήματος, με κερκίδες από μπετόν και χωρητικότητα 24 χιλιάδων θεατών, το 1923. Αυτό το γήπεδο, η “κόλαση” της Standard, χτισμένο ακριβώς απέναντι από το εμβληματικό εργοστάσιο του Cockerill, που σήμερα δεσπόζει ως μνημείο μιας ανεπίστρεπτης εποχής του άνθρακα και του χάλυβα, έχει πάρει το όνομα του εμπνευστή του και είναι γνωστό στους φίλους του ποδοσφαιρικού πολιτισμού ως Stade Maurice Dufrasne.


Το Stade Maurice Dufrasne στο Sclessin και στο βάθος το βιομηχανικό σύμπλεγμα του Cockerill-Sambre

Κι ενώ ο κόσμος ξαναγονάτιζε από τις επιπτώσεις του λεγόμενου “κραχ” του 1929, στη Λιέγη τα μεγαλεπήβολα σχέδια δεν είχαν σταματημό. Το 1930 διοργανώθηκε η Exposition internationale de la grande industrie, science et applications, art wallon ancien, που ήταν περισσότερο από μια έκθεση, η σφραγίδα της συμμετοχής της βιομηχανικής Βαλλωνίας στη βελγική εθνική οικονομία, σε αντιπαράθεση με την ανάπτυξη της Αμβέρσας, του μεγάλου λιμανιού, που η διεθνής ακτινοβολία του εκφράστηκε και με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1920. Με αφορμή τη διοργάνωση της έκθεσης νέα έργα πραγματοποιούνται στην πόλη, με την ευθυγράμμιση του Μεύση, την κατασκευή του φράγματος-γέφυρας του Monsin και της γέφυρας της Coronmeuse. Η προσέλευση, ωστόσο, είναι απογοητευτική: αντί για 12 εκατομμύρια επισκέπτες, που αναμένονταν, καταφθάνουν στη Λιέγη μόνο 6 εκατομμύρια, σε μια αντανάκλαση των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών και μιας εποχής που μυρίζει μπαρούτι.

Τα αποτελέσματα της παγκόσμιας κρίσης χτυπάνε τη Λιέγη το 1932, με την ανεργία στο Βέλγιο να αγγίζει το 20% και μια τεράστια Γενική Απεργία να ξεσπάει σε όλη τη χώρα, που παρά το γεγονός ότι δεν οδήγησε σε υλικά κέρδη, συνετέλεσε εκ νέου, μετά από την εξέγερση του 1886, στη ριζοσπαστικοποίηση του προλεταριάτου της Βαλλωνίας. Οι αποσπάσεις υλικών νικών ήρθαν, ωστόσο, για τη βελγική εργατική τάξη, 4 χρόνια αργότερα, όταν με τη Γενική Απεργία του 1936, που ξεκίνησε στα docks της Αμβέρσας και είχε τεράστια συμμετοχή στη Λιέγη, θεσμοθετήθηκαν οι διακοπές μετ’αποδοχών, η 40ωρη εργάσιμη εβδομάδα, η αναγνώριση των συνδικάτων, καθώς και αυξήσεις των μισθών κατά 7%.

Όσο αφορά την ανάπτυξη της πόλης, λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1939, ολοκληρώθηκε ένα εξαιρετικής σημασίας έργο για τη βελγική οικονομία, καθώς το Κανάλι Albert ένωνε το βιομηχανικό κέντρο της Λιέγης με το λιμάνι της Αμβέρσας, καθιστώντας το λιμάνι της Φλάνδρας το 2ο μεγαλύτερο της Ευρώπης.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει και πάλι το προλεταριάτο της Λιέγης να υπερασπίζεται την ιστορική του ταυτότητα. Οι Ναζί κατακτητές, σε αντίθεση με τη γερμανική καταστροφική μηχανή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αντί να διαλύσουν τις υποδομές επέλεξαν να τις λειτουργήσουν προς όφελός τους. Έτσι, η εργασιακή εκμετάλλευση, η μισθωτή δουλεία, έγινε και υποδούλωση στον ξένο κατακτητή-αφεντικό. Το 1941, όμως, υπό τις συνθήκες εξαθλίωσης, οι εργάτες της Λιέγης, με πρωτεργάτη της κίνησης το Κομμουνιστικό Κόμμα, προχωρούν στις 10 του Μάη στη μεγαλύτερη υπό κατοχή απεργία στην Ιστορία, τη λεγόμενη “Απεργία των 100 χιλιάδων” λόγω του αριθμού της συμμετοχής σε αυτήν, η οποία ανάγκασε τις δυνάμεις κατοχής σε παραχωρήσεις προς τον εντόπιο πληθυσμό, που αφορούσαν κυρίως τις συνθήκες σίτισης.

Bandiera Rossa
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα φέρει κοσμογονικές αλλαγές σε όλο τον πλανήτη, αλλά θα αποτελέσει και την έναρξη ενός εντελώς νέου κεφαλαίου για την κοινωνική ιστορία της Λιέγης. Αν η βιομηχανική επανάσταση δημιούργησε στην πνευματική πόλη του πρώην Πριγκιπάτου-Επισκοπής ένα τεράστιο και εξαιρετικά ριζοσπαστικοποιημένο προλεταριάτο, το 1946 είναι η χρονιά που η ίδια η σύνθεση αυτού του προλεταριάτου θα αρχίσει να αποκτά διαφορετικά και διευρυμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Με το τέλος του Πολέμου, μαζί με τους Ναζί κατακτητές αποχώρησαν και περίπου 65,000 Γερμανοί εργάτες που εργάζονταν στη βιομηχανία της Λιέγης. Η αποχώρηση αυτή δημιούργησε μια άμεση ανάγκη για εργατικά χέρια, τα οποία βρέθηκαν χάρη σε μια διμερή συμφωνία μεταξύ του Βελγίου και της Ιταλίας, από την οποία κατέφθασαν 50,000 εργάτες, αδυνατώντας να βρουν εργασία στη χώρα τους που είχε γονατίσει από τη φασιστική επέλαση. Σε αντάλλαγμα το Βέλγιο θα εξήγαγε στην Ιταλία καθημερινά 200 κιλά άνθρακα. Οι Ιταλοί εργάτες που έφταναν στη Λιέγη έμεναν σε τολ (Nissen Huts) που ονομάζονταν cantines, υπό άθλιες συνθήκες, ξαναζώντας ουσιαστικά την εμφάνιση του βιομηχανικού προλεταριάτου του 19ου αιώνα. Τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης έκανε ακόμα χειρότερες ο κοινωνικός ρατσισμός και η γκετοποίηση, καθώς και οι άγρια εκμετάλλευση στους τόπους εργασίας, της οποίας κλιμάκωση ήταν η τραγωδία του Bois du Cazier, κοντά στο Charleroi, τον Αύγουστο του 1956, που οδήγησε στο θάνατο 262 ανθρώπων και τη λήξη της διμερούς συμφωνίας. Όμως το ιταλικής προέλευσης προλεταριάτο έγινε από τότε αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης της Λιέγης και η κουλτούρα του συναντιέται πέρα από την πόλη και στις κερκίδες του Maurice Dufrasne, εκεί όπου σε πολλές περιπτώσεις αναρτώνται πανό με συνθήματα γραμμένα στη “γλώσσα του Δάντη”.


Οι cantines, χώροι κατοικίας των Ιταλών μεταναστών που έφθαναν στη Λιέγη

Σε μια νέα – και μάλιστα χρυσή – εποχή έμπαινε και η Standard, στους διοικητικούς κόλπους της οποίας εισήλθε ο Roger Petit, ένας παράγοντας του οποίου η ιστορική συμβολή μπορεί να συγκριθεί επάξια με το αποτύπωμα του Dufrasne. Ο Petit, που είχε αγωνιστεί ως επιθετικός αρχικά και ως αμυντικός στη συνέχεια, από το 1931 ως το 1943, καταγράφοντας 207 συμμετοχές και πετυχαίνοντας 8 γκολ, ανέλαβε χρέη Γενικού Γραμματέα το 1945 και έμεινε στη θέση αυτή μέχρι το 1984! Ο Petit μετέτρεψε τις δραστηριότητες του σωματείου σε μια βιομηχανία, υιοθετώντας αντίστοιχες πρακτικές για όλες τις περί τον σύλλογο δραστηριότητες, πέρα από το αγωνιστικό τμήμα, που έπρεπε να παραμείνει μη κερδοσκοπικό. Ουσιαστικά μετέτρεψε τη Standard σε έναν οργανισμό που από αυτόν εξαρτώνταν η ίδια η διαβίωση ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού της πόλης, με έμφαση στο εργατικό Sclessin. Επιπλέον, δούλεψε εντατικά ώστε να κερδίσει το ποδοσφαιρικό παρασκήνιο, δημιουργώντας μια επικών διαστάσεων κόντρα με το alter ego του στην Anderlecht, τον Constant Vanden Stock, που εκφράστηκε σταδιακά – και μέσα από τη σύγκρουση ιδεολογικών ταυτοτήτων – και στην ανάπτυξη της μεγαλύτερης αντιπαλότητας μεταξύ σωματείων ιστορικά στο Βέλγιο.

Κι αν η Standard ακόμα δεν κέρδιζε τίτλους, ακόμα κι αν η RFCL ήταν θεωρητικά η μόνη μεγάλη ομάδα της πόλης – κερδίζοντας τα τελευταία της πρωταθλήματα τις σεζόν 1952 και 1953 – το προλεταριάτο της Λιέγης “κατακτούσε” και τις Βρυξέλλες. Το 1950, όταν ήταν σε πλήρη εξέλιξη το λεγόμενο Question Royale, δηλαδή το αν θα επέστρεφε στο θώκο του ο Βασιλιάς του Βελγίου Λεοπόλδος ο 3ος, το 58% της Βαλλωνίας ψήφισε εναντίον της Μοναρχίας. Ωστόσο, με 72% των ψήφων των Φλαμανδών και ένα οριακό αποτέλεσμα στην περιοχή των Βρυξελλών η Μοναρχία αποκαταστάθηκε και ο Λεοπόλδος επέστρεψε στο θρόνο του. Οι εργάτες της Λιέγης, που είχαν υποφέρει υπό το Ναζιστικό ζυγό, εξεγέρθηκαν εναντίον ενός βασιλιά που είχε συνεργαστεί με τους κατακτητές. Η πορεία των Βαλλώνων εργατών προς τις Βρυξέλλες, στις 30 Ιούνη του 1950, οδήγησε στην αιματοχυσία του Fusillade de Frâce-Berleur, με 4 νεκρούς διαδηλωτές. Αποτέλεσμα ήταν το θρόνο να αναλάβει ο γιος του Λεοπόλδου, Beaudoin, ωστόσο τα γεγονότα άφησαν μια ακόμα παρακαταθήκη δημοκρατικών φρονημάτων για την πόλη της Λιέγης.

To 1954 ήταν η χρονιά που η Standard θα κατακτούσε το πρώτο τρόπαιο στην Ιστορία της. Ήταν παιχνίδι της μοίρας, ίσως, μια χρονιά μετά το τελευταίο πρωτάθλημα της RFCL να ξεκινήσει η εποποιία που θα όριζε την αλλαγή των ιστορικών συσχετισμών στην πόλη. Το Μάρτιο του 1954 η Standard έκαμπτε την αντίστασε της Sint-Truiden για τον γύρο των “32” ενώ τον Απρίλη απέκλεισε την Club Brugge με το επιβλητικό 5-1 και τη Daring στα προημιτελικά με 1-2. Στα τέλη του Μάη, επικράτησε της RFC Sérésien με 2-5, προκειμένου να αγωνιστεί στον μεγάλο τελικό της 6ης Ιουνίου, στο Stade du Centenaire (γνωστό και ως Jubilé ή Heysel και σήμερα Stade Roi Beaudoin). Με αντίπαλο την RC Mechelen η Standard άνοιξε το σκορ στο 1ο μόλις λεπτό με σκόρερ τον Sébastien Jacquemyns, ενώ πριν συμπληρωθεί το δεκάλεπτο ο Joseph Givard, που αγωνιζόταν σε θέση μέσα δεξιά (8) στο σύστημα 2-3-5 της εποχής, διπλασίασε τα τέρματα των Λιεζουά. Στο 30ο λεπτό ο Mannaerts μείωσε για την Mechelen, όμως στο 86ο λεπτό, ο αρχηγός και σέντερ φορ της Standard, Fernand Blaise, κλείδωσε τη νίκη και τον τίτλο για την ομάδα του, γράφοντας το τελικό 3-1. Αυτή ήταν η επίσημη είσοδος της Standard στο κλαμπ των μεγάλων συλλόγων του βελγικού ποδοσφαίρου.

Αυτή ήταν και η εξαιρετική πρώτη σεζόν μιας μεγάλης προσωπικότητας που αναδιαμόρφωσε αγωνιστικά τη Standard. Το καλοκαίρι του 1953 έφτασε στη Λιέγη ο Γάλλος προπονητής André Riou, ένας πρώην ποδοσφαιριστής από το Moulins της βόρειας Αρβέρνης που είχε συνδέσει το όνομά του προηγουμένως με τον σύλλογο της Toulouse. Ο Riou, είχε αγωνιστεί τη δεκαετία του 1930 στη Racing του Παρισιού (μετά το πέρασμα του Hogan) και στη συνέχεια στην Toulouse, προκειμένου να ξεκινήσει από εκεί την προπονητική του καριέρα. Είχε κερδίσει την Β’ κατηγορία της Γαλλίας το 1950 με την ομάδα της Stade Français – Red Star, πριν γίνει ο πρώτος επαγγελματίας προπονητής της Standard, μένοντας στην ιστορία ως “ο άνθρωπος με το μπερέ”.

Ο Riou στην πρώτη του χρονιά έφερε το πρώτο κύπελλο για τη Standard και στην τελευταία του σεζόν έβαλε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην Ιστορία του συλλόγου, όντας ο αρχιτέκτονας μιας πορείας που οδήγησε στο πρώτο πρωτάθλημα, τη σεζόν 1957-58. Σε μια κούρσα που κράτησε από την πρώτη ως την τελευταία αγωνιστική με ανταγωνίστρια την κάτοχο του τίτλου Antwerp, η Standard κατάφερε να εξασφαλίσει τον τίτλο στην ισοβαθμία χάρη σε ένα γκολ, αφού στα μεταξύ τους παιχνίδια είχε ηττηθεί με 1-0 στην Αμβέρσα, αλλά είχε επικρατήσει με 2-0 στο Sclessin. Οι πρώτοι πρωταθλητές με τα χρώματα της Standard ήταν οι Toussaint Nicolay (τερματοφύλακας), Jean Mathonet (αρχηγός), Maurice Bolsée, Gilbert Marnette, Henri Thellin, Joseph Happart, Karel Mallants, Jean Jadot, Joseph Givard, Jean Van Herck, André Piters ο λεγόμενος και Popeye, Denis Houf και Marcel Paeschen.


Η ομάδα της Standard, πρωταθλήτρια του 1958

Η κατάκτηση του πρωταθλήματος σήμαινε και την πρώτη έξοδο της Standard στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, την επόμενη σεζόν. Με νέο προπονητή τον Ούγγρο-Τσεχοσλοβάκο Géza Kalocsay, ποδοσφαιριστή της ομάδας της Sparta Πράγας που είχε κατακτήσει το Mitropa cup το 1935, η ευρωπαϊκή πορεία της νεοφώτιστης Standard στον σχετικά νεαρό θεσμό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Στον 1ο γύρο, έκαμψε το εμπόδιο της σκωτσέζικης Hearts, κερδίζοντας με 5-1 στο Sclessin και χάνοντας με 2-1 εκτός έδρας, ενώ στους “16” αντιμετώπισε τη μεγάλη Sporting της Λισαβώνας, την οποία κέρδισε εκτός έδρας με 2-3 και διέλυσε με 3-0 στη Λιέγη. Στα προημιτελικά αντίπαλος ήταν η Reims του Juste Fontaine, που το καλοκαίρι του 1958 είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του Μουντιάλ της Σουηδίας πετυχαίνοντας 13 γκολ (επίδοση που μέχρι σήμερα δεν έχει ξεπεραστεί). Η Reims, που είχε αγωνιστεί μερικά χρόνια νωρίτερα στον παρθενικό τελικό της διοργάνωσης, τα βρήκε σκούρα στη Λιέγη, με τη Standard να επικρατεί με 2-0, χάρη σε γκολ των Jadot και Givard, όμως στον επαναληπτικό, ένα γκολ του Piantoni και 2 του μέγιστου σκόρερ Fontaine στέρησαν από τη Standard μια μεγάλη πρόκριση.
« Τελευταία τροποποίηση: Σαβ 31 Ιαν 2026 22:23 από fon7 »

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #113 στις: Σαβ 31 Ιαν 2026 22:25 »
Η Standard θα ξαναβρισκόταν στην κορυφή του Βελγικού ποδοσφαίρου σε μια χρονιά που επίσης “χρωματίστηκε” από τη δράση του προλεταριακού στοιχείου της. Στις 30 Ιουνίου του 1960, το ιστορικό χρυσωρυχείο (ή διαμαντωρυχείο) του Βελγίου, μία χώρα που έγινε σύμβολο της στυγνής αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, το Βελγικό Κονγκό, έγινε ανεξάρτητη χώρα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, με πρώτο πρωθυπουργό τον Patrice Émery Lumumba, που δολοφονήθηκε το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς. Οι οικονομικές επιπτώσεις για το Βέλγιο ήταν τεράστιες, κάτι που οδήγησε τον πρωθυπουργό Gaston Eyskens να προτείνει την επιβολή ενός προγράμματος αυστηρής λιτότητας, το λεγόμενο Loi Unique, προκειμένου να απορροφηθεί η κρίση χρέους που προέκυψε από την απώλεια της αφρικανικής δεξαμενής αιματοβαμμένου πλούτου. Απάντηση των εργατών της Βαλλωνίας ήταν η τρομερή απεργία εκείνου του χειμώνα, με ηγέτη της τον André Renard από το σωματείο της FGTB, που κλιμακώθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1961. Αν και ο νόμος τελικά πέρασε στις 14 του Φλεβάρη, τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς ανέδειξαν ένα πολιτικό σχίσμα μεταξύ των γλωσσικών περιοχών του Βελγίου, με τους εργάτες της Βαλλωνίας να αποκτούν μια ξεχωριστή “εθνική” ιδεολογική ταυτότητα, η οποία εξελίχθηκε με διάφορους τρόπους και ιδεολογικά παρακλάδια στις διάφορες πολιτικές αποχρώσεις του “βαλλωνισμού”.

Τη στιγμή που οι κόκκινες σημαίες της FGTB έφτιαχναν νέες πολύπλοκες πολιτικές ταυτότητες, ωστόσο, οι κόκκινες φανέλες της Standard, στην τελευταία σεζόν του Kalocsay, έβρισκαν και πάλι την πορεία προς το θρίαμβο, σε ένα πρωτάθλημα ιστορικό για την πόλη της Λιέγης, καθώς η Standard πήρε τον τίτλο, αφήνοντας δεύτερη την RFCL, με την επικράτηση αυτή να δείχνει κάτι περισσότερο από τον συσχετισμό της στιγμής, μια ιστορική πορεία. Αυτό θα ήταν και το πρώτο πρωτάθλημα μιας δεκαετίας που στην κορυφή θα εναλάσσονται αποκλειστικά η Standard και η Anderlecht, δημιουργώντας το μεγάλο δίπολο του βελγικού ποδοσφαίρου. Ήρωας εκείνης της ομάδας και κορυφαίος ποδοσφαιριστής της σεζόν ήταν ο Jean Nicolay, τερματοφύλακας που γεννήθηκε το 1937 στη συνοικία του Bressoux και αγωνίστηκε επίσης 39 φορές με την εθνική ομάδα του Βελγίου.

Les Rouches
Τη δεκαετία του 1960 η Standard θα επισημοποιούσε τη θέση της ως ενός εκ των γιγάντων του βελγικού ποδοσφαίρου και θα γινόταν και σημείο αναφοράς του βαλλωνικού ποδοσφαίρου, με τη φήμη του συλλόγου να φεύγει πολύ έξω από τα εθνικά σύνορα, καθώς οι επιτυχημένες πορείες στους ευρωπαϊκούς θεσμούς έκαναν το σωματείο ουσιαστικά πρέσβη της πόλης της Λιέγης σε ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο. Με τον εκμοντερνισμό της ποδοσφαιρικής παρακολούθησης μέσω της τηλεόρασης, η εικόνα από το Sclessin μπορούσε να φτάνει πολύ πέρα από τα όρια της πόλης και από τις περιγραφές, κυρίως του Luc Varenne, που εργαζόταν στο γαλλόφωνο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο RTBF, έγινε γνωστό το δημοφιλέστερο προσωνύμιο του συλλόγου: “Les Rouches”, που δεν είναι κάτι παραπάνω από την εκφορά της λέξης “οι κόκκινοι” (les rouges) με την ιδιαίτερη προφορά της Λιέγης.

Ο ίδιος εκμοντερνισμός αντικατοπτριζόταν και στην εικόνα της πόλης της Λιέγης, που για μια ακόμα εποχή μεταμορφωνόταν – όχι απαραίτητα όσο ονειρικά είχε σχεδιαστεί. Ένα μεγάλο πλάνο δημιουργίας υπόγειου σταθμού λεωφορείων στην Place St Lambert έμεινε για πολλά χρόνια στάσιμο, αφήνοντας για δεκαετίες μια τρύπα στο κέντρο της πόλης. Το 1967 χτίστηκε το κτήριο της Cité Administrative, ένας από τους πρώτους ουρανοξύστες της πόλης, που σχεδιάστηκε από τους αρχιτέκτονες Jean Poskin και Henri Bonhomme. Την ίδια περίοδο στο Droixhe σχεδιάστηκε μια περιοχή που φιλοδοξούσε να γίνει ο παράδεισος του σύγχρονου τρόπου αστικής κατοίκησης. Μια σειρά από επιφανείς καλλιτέχνες, όπως οι Jo Delahaut, Pol Bury, Georges Collignon, Jean Rets και άλλοι, κόσμισαν με έργα τους τις εισόδους των νέων ουρανοξυστών-συγκροτημάτων κατοικιών. Όλα αυτά σε ένα σχέδιο αστικής δόμησης που συμπεριελάμβανε ό,τι χρειαζόταν για μια άνετη ζωή, όπως εμπορικά καταστήματα, ελεύθεροι χώροι παιχνιδιού, αθλητικές εγκαταστάσεις, σχολεία, βιβλιοθήκες, ιατρικό κέντρο και ένας μεγάλος κινηματογράφος.


Το μοντερνιστικό συγκρότημα κατοικιών του Droixhe

Η Standard εκπροσωπώντας μια πόλη σε πλήρη βιομηχανική ανάπτυξη θριάμβευε στην Ευρώπη, καθώς η επιστροφή της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών σημαδεύτηκε από ακόμα μία εκπληκτική πορεία. Στη διοργάνωση του 1961-62 κατάφερε να κερδίσει διαδοχικά τις Fredrikstad και Haka από τις Σκανδιναβικές χώρες, προκειμένου να αντιμετωπίσει στα προημιτελικά του θεσμού την ισχυρότατη Rangers της Γλασκώβης. Στην πρώτη αναμέτρηση, στο Sclessin, ο Claessen άνοιξε το σκορ για τους Rouches στο 7ο λεπτό, πριν ισοφαρίσει ο Wilson στο 18′. Με 2 γκολ του Crossan, στο 40′ και 51′ και ένα ακόμα του Vliers στο 56′, η Standard έπαιρνε όμως ένα εξαιρετικό προβάδισμα προκειμένου να βρεθεί ένα βήμα πιο μακριά από εκεί που έφτασε το 1959. Στον επαναληπτικό του Ibrox οι Rangers προηγήθηκαν με τον Brand στο 28ο λεπτό όμως δε μπορούσαν να σκοράρουν περισσότερο ώστε να καλύψουν την αρνητική διαφορά τριών τερμάτων. Τελικά κατάφεραν μόνο να τη μειώσουν, με ένα penalty που εκτέλεσε ο Caldow στο 89ο λεπτό και έτσι η Standard να πάρει τη μεγάλη πρόκριση για τα ημιτελικά, όπου θα αντιμετώπιζε την πεντάκις πρωταθλήτρια Ευρώπης, Real Μαδρίτης, που την προηγούμενη σεζόν είχε χάσει το στέμμα της από τη Benfica. Οι ημιτελικοί που διεξήχθησαν στις 22 Μαρτίου και 12 Απριλίου ήταν μια πολύ πιο δύσκολη υπόθεση και η Standard με δύο ήττες δεν κατάφερε να βρεθεί στον τελικό του Amsterdam.

Τη σεζόν 1962-63, σε ένα πρωτάθλημα που διεκδικούσαν με αξιώσεις τουλάχιστον 6 ομάδες, η Standard πέρασε την Anderlecht στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα στην 20η αγωνιστική, με 10 ακόμα να απομένουν για το τέλος της σεζόν. 5 αγωνιστικές αργότερα η Standard είχε πετύχει ακόμα 4 νίκες και η Andlerecht μόλις μία ισοπαλία, με την Antwerp και την RFCL να βρίσκονται 6 και 7 βαθμούς από την κορυφή αντίστοιχα. Η μεγάλη αυτή διαφορά (με το σύστημα βαθμολογίας 2-1-0 τότε) έμοιαζε να κινδυνεύει μόνο μετά το πέρασμα της Anderlecht από το Sclessin και την ήττα της Standard με 0-1, στην 26η αγωνιστική (που ήταν η εξ’ αναβολής 23η). Με 4 νίκες στους τελευταίους 4 αγώνες, ωστόσο, οι Standardmen πανηγύρισαν ακόμα έναν εθνικό τίτλο, φτάνοντας τα 3 πρωταθλήματα και έχοντας μάλιστα στις τάξεις τους τον πολυτιμότερο παίχτη του πρωταθλήματος, τον τερματοφύλακα Jean Nicolay, που εξελισσόταν σε θρύλο του Sclessin.

Την επόμενη τριετία η Standard δεν ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί στο πρωτάθλημα την άσπονδη εχθρό Anderlecht, όμως στις 8 Ιουνίου του 1966 δόθηκε η ευκαιρία για τη μεγάλη σύγκρουση των δύο γιγάντων, στον τελικό του Κυπέλλου που διεξήχθη στο Heysel. Η Standard, στης οποίας την τεχνική ηγεσία βρισκόταν ο Γιουγκοσλάβος Michel (Milorad) Pavić, επικράτησε χάρη στο γκολ που πέτυχε στο 32ο λεπτό ο Λιμβουργέζος αμυντικός Nico Dewalque, πετυχαίνοντας μια νίκη με πολλούς συμβολισμούς καθώς πέρα από το γεγονός ότι έκαμψε την αντίσταση της μεγάλης αντιπάλου της διέθετε πλέον στην τροπαιοθήκη της 3 πρωταθλήματα και 2 κύπελλα, ισοφαρίζοντας τα 5 τρόπαια (πρωταθλήματα) της συμπολίτισσας RFCL.

Αυτή η κατάκτηση του Κυπέλλου, ωστόσο, ήταν και το εισιτήριο για μια ακόμα θριαμβευτική πορεία στην Ευρώπη, στο Κύπελλο Κυπελλούχων του 1966-67. Στη δεύτερη τη τάξη ευρωπαϊκή διοργάνωση, η Standard απέκλεισε τη Valur από την Ισλανδία, με το ματς στο Dufrasne να λήγει με το εμφατικό 8-1, ενώ στους επόμενους γύρους πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις της απέναντι στον Απόλλωνα Λεμεσού και τη Chemie Leipzig. Στα προημιτελικά το εμπόδιο της Vasas αποδείχθηκε πιο δύσκολο, καθώς την 1η Μαρτίου του 1967 οι Ούγγροι επικράτησαν με 2-1 στο Györ, με τον Semmeling ωστόσο να σημειώνει ένα “χρυσό” (όπως αποδείχθηκε) γκολ στο 85ο λεπτό. Στον επαναληπτικό, οι Claessen και Jurkiewicz έγραψαν το 2-0 για τη Standard που μέσα σε μια δεκαετία βρέθηκε για δεύτερη φορά σε ημιτελικά ευρωπαϊκής διοργάνωσης, ξεπερνώντας και σε αυτή την άτυπη σύγκριση την RFCL που είχε φτάσει νωρίτερα στα ημιτελικά του Κυπέλλου Εκθέσεων, του προγόνου του Κυπέλλου UEFA. Στα ημιτελικά, αν και δε γνώρισε συντριβή, όπως είχε συμβεί με τη Ρεαλ το 1962, ηττήθηκε με 2-0 εκτός έδρας και 1-3 εντός έδρας από τη Bayern Μονάχου, χάνοντας την ευκαιρία να διεκδικήσει το ευρωπαϊκό τρόπαιο στον τελικό της Νυρεμβέργης.

Με το τέλος της δεκαετίας, απέμενε ο εκθρονισμός της Anderlecht από την κορυφή του βελγικού πρωταθλήματος, που εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσε χωρίς μεγάλη πίεση. Αυτό έγινε τη σεζόν 1968-69, όταν υπό τις οδηγίες του René Hauss, που είχε έρθει από την RC Strasbourg, οι Rouches ξαναβρήκαν τη γη της επαγγελίας. Πρωταγωνιστής εκείνης της σεζόν ήταν ο Wilfried Van Moer, ο γεννημένος το 1945 στο Beveren μέσος, που αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίχτης του πρωταθλήματος για δεύτερη φορά, μετά το 1966 που το είχε καταφέρει ως ποδοσφαιριστής της Antwerp. Ωστόσο, αιχμή του δόρατος της Λιεζουά επίθεσης ήταν ο Ούγγρος Antal Nagy, που σε 28 συμμετοχές στο πρωτάθλημα έστειλε τη μπάλα 20 φορές στα αντίπαλα δίχτυα.

Την επόμενη σεζόν ο Nagy αποχώρησε με μεταγραφή για την Antwerp αλλά οι Rouches του Hauss, με ηγέτη και πρωταγωνιστή τον Van Moer που ξανακέρδισε τον τίτλο του πολυτιμότερου παίχτη του πρωταθλήματος, έκαναν μια εκπληκτική πορεία με 22 νίκες, 5 ισοπαλίες και 3 ήττες, προκειμένου να κερδίσουν για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά το πρωτάθλημα, για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Αυτό σήμαινε ότι η Standard πλέον είχε όσα πρωταθλήματα και η RFCL, είχε σταθερή παρουσία στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και είχε αναδειχθεί στον de facto εκπρόσωπο του Βαλλωνικού ποδοσφαίρου μέσα από μια διαμάχη με την Anderlecht που άφησε μια θρυλική ιστορική παρακαταθήκη. Η χρυσή τριετία του Hauss ολοκληρώθηκε την επόμενη σεζόν, στην οποία η Standard με υπερόπλο στην επίθεση τον Γερμανό Erwin Kostedde, που πέτυχε 26 γκολ σε 27 αγώνες, κατάφερε να τερματίσει με ένα βαθμό περισσότερο από την Brugges την κούρσα του πρωταθλήματος, παρά τον μηδενισμό στο παιχνίδι με την Antwerp εκτός έδρας (το οποίο η Standard είχε κερδίσει με 0-2) για τη χρήση περισσότερων από τους επιτρεπόμενους ξένους παίχτες στο γήπεδο.

Ο θάνατος του άνθρακα και το κύκνειο άσμα
Η χρυσή αυτή τριετία, καθώς και η απόλυτη κυριαρχία της Standard και της Anderlecht στο βελγικό πρωτάθλημα, θα τελείωνε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μιας δεκαετίας στην οποία τελείωσε και το ευρωπαϊκό όνειρο της ευημερίας. Σε πολλές χώρες της δυτικής Ευρώπης έχει περάσει στη συλλογική μνήμη η ύπαρξη των “ένδοξων τριάντα” (trente glorieuses) χρόνων, δηλαδή των τριών δεκαετιών από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Η αλματώδης ανάπτυξη του ευρωπαϊκού και γενικότερα του δυτικού καπιταλισμού, που υπό το βάρος και του ιδεολογικού ανταγωνισμού με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και την ύπαρξη ισχυρών εργατικών κινημάτων σε κάθε χώρα μπόρεσε να παραχωρήσει δικαιώματα και καλύτερες συνθήκες ζωής και εργασίας στην εργατική τάξη των χωρών αυτών, έφτανε στο τέλος της. Η λεγόμενη “πετρελαϊκή κρίση” που εκδηλώθηκε ως κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου το 1973 συνέπεφτε με την είσοδο στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά χωρών έξω από τον παραδοσιακό Ευρωπαϊκό και Βορειοαμερικανικό χώρο παραγωγής ενέργειας. Η Ιαπωνία και η Βραζιλία εισήλθαν ως ισχυροί παίχτες στην αγορά ενέργειας, την ίδια στιγμή που ο άνθρακας δεν ήταν πια η απαραίτητη ενεργειακή πρώτη ύλη που χρειαζόταν η βιομηχανία, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες και ο χάλυβας παραγόταν φτηνότερα σε άλλους τόπους. Έτσι, η μεγάλη πλουτοπαραγωγική ζώνη της Λιθανθρακοφόρου Ζώνης, ξεκίνησε να ζει μια μεγάλη ιστορική ύφεση.

Στη Λιέγη αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται στους αριθμούς των εργαζόμενων στο εμβληματικό εργοστάσιο Cockerill. To 1957 στη συγκεκριμένη μονάδα εργάζονταν 45,000 άνθρωποι, ενώ ακριβώς πριν το χτύπημα της μεγάλης κρίσης, το 1974, ο αριθμός αυτός είχε φτάσει τους 65,000. Μία δεκαετία αργότερα, το 1984, μόλις 18,700 εργάτες αποτελούσαν το δυναμικό του ιστορικού εργοστασίου, με τον αριθμό να μειώνεται στους 12,100 εργάτες το 1988.

Η οικονομική ύφεση στην πόλη της Λιέγης αντικατοπτριζόταν και στην πορεία της Standard, που παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στο επίκεντρο των διαξιφισμών του ποδοσφαιρικού παρασκηνίου, χάρη στον Roger Petit, δε μπορούσε να κοντράρει τις ομάδες της Φλάνδρας επάξια, με την Brugge να αναδεικνύεται ως μια νέα μεγάλη δύναμη του βελγικού ποδοσφαίρου, κερδίζοντας το 1973 το πρώτο πρωτάθλημα (και δεύτερο συνολικά) μετά από 53 χρόνια. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας η Brugge είχε φτάσει συνολικά τα 6 πρωταθλήματα, φτάνοντας τη Standard στον σχετικό ιστορικό πίνακα, ενώ το 1978 αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, χάνοντας στο Wembley από τη μεγάλη Liverpool του Bob Paisley με γκολ του Dalglish στο 64ο λεπτό.

Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μια “στεγνή” δεκαετία ώστε να έρθει η στιγμή των τελευταίων θριάμβων, που αποτέλεσαν ουσιαστικά το κύκνειο άσμα εκείνης της χρυσής εποχής για τη Standard. Ήταν η εποχή που σημαδεύτηκε από την παρουσία μερικών από τους μεγαλύτερους θρύλους του βελγικού ποδοσφαίρου στο Sclessin. Εξέχων μεταξύ αυτών ήταν ο Eric Gerets, δεξί μπακ, που γεννήθηκε στο Rekem το 1954 και έμεινε στην Ιστορία με το προσωνύμιο “το λιοντάρι του Rekem”. Ο Gerets σε 11 σεζόν που φόρεσε τη φανέλα της Standard έγραψε 413 συμμετοχές πετυχαίνοντας 30 γκολ, πριν μεταγραφεί στη Milan. Άλλη μεγάλη φυσιογνωμία ήταν ο θρυλικός Βέλγος τερματοφύλακας Michel Preud’homme, γεννημένος το 1959 στο Ougrée στα νότια περίχωρα της Λιέγης. Στον πάγκο της Standard καθόταν μία τεράστια μορφή του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, ο αναμορφωτής της Brugge, ένας προπονητής που συνέδεσε το όνομα του με την πορεία του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης μετά την εποποιία της Σχολής του Δούναβη, ο Ernst Happel.


Ο θρύλος της Standard, Eric Gerets, το λιοντάρι του Rekem

Αυτή η θρυλική ομάδα της Standard βρήκε τον πρώτο τίτλο της στις 7 του Ιούνη του 1981, όταν αντιμετώπισε στο Heysel των Βρυξελλών τη Lokeren για τον τελικό του Κυπέλλου. Η επικράτηση των Rouches ήταν κάτι περισσότερο από άνετη, καθώς με γκολ των Edström, Daerden, Tahamata και Önal, δηλαδή 4 παιχτών με 4 διαφορετικές υπηκοότητες πριν την μετά-Bosman εποχή, κέρδισε με 4-0 για να προσθέσει το 4ο κύπελλο στην τροπαιοθήκη της. Το 1981 συνέβη όμως ακόμα ένα σημαντικό γεγονός για τη Standard, ακόμα κι αν δεν ήταν υπό τον έλεγχό της. Στο τέλος της σεζόν, η Beerschot, ομάδα από τα νότια περίχωρα της Αμβέρσας, υποβιβάστηκε, παρά το γεγονός ότι τερμάτισε στη 15η θέση του πρωταθλήματος των 18 ομάδων, λόγω της αποκάλυψης ενός σκανδάλου από το σύλλογο του Beringen. Η υπόθεση οδήγησε στον υποβιβασμό της και έτσι τελείωσε ένα σερί 65 συνεχόμενων παρουσιών στην ελίτ. Από τη σεζόν του 1981-82 η Standard θα ήταν ο σύλλογος με την πιο μακρά αδιάκοπη παρουσία στην πρώτη κατηγορία του βελγικού ποδοσφαίρου.

Το κύπελλο του 1981 ήταν μόνο η αρχή για εκείνη την ομάδα, που τη σεζόν 1981-82 διέπρεψε, καταγράφοντας ίσως την καλύτερη σεζόν στην ιστορία του συλλόγου. Στον πάγκο τον Ernst Happel αντικατέστησε ο Raymond Goethals, ο προπονητής που αργότερα θα κέρδιζε το Champions League με τη Marseille, βάζοντας έτσι ένα ορόσημο στο γαλλικό ποδόσφαιρο. Τη Standard του Gerets και του Preud’homme ενίσχυσε ο ερχομός του Arie Haan, μέσου του θρυλικού Ajax των αρχών της δεκαετίας του ’70, που κατηφόρησε στη Λιέγη μετά από μια εξαετή θητεία στην Anderlecht.

Στο πρωτάθλημα η Standard με μια σταθερή αλλά όχι υπερηχητική πορεία κατάφερε να επικρατήσει, ολοκληρώνοντας τη σεζόν μπροστά από την Anderlecht και προσθέτοντας το 7ο πρωτάθλημα στην τροπαιοθήκη της. Όμως η σεζόν σημαδεύτηκε από τη μνημειώδη ευρωπαϊκή πορεία στο Κύπελλο Κυπελλούχων. Στον πρώτο γύρο η μαλτέζικη Floriana αποδείχθηκε αντίπαλος πολύ κατώτερος των προσδοκιών, με το σκορ στο Sclessin να σταματάει στο 9-0. Στον δεύτερο γύρο, μια παλιά γνώριμη, η ουγγρική Vasas, αυτή τη φορά δεν έβαλε δύσκολα στη Standard, η οποία με νίκες 0-2 εκτός και 2-1 εντός πέρασε στον επόμενο γύρο. Στα προημιτελικά ωστόσο, αντίπαλος ήταν η ανερχόμενη Porto, που ακόμα δεν κυριαρχούσε στο πορτογαλικό ποδόσφαιρο, όμως ξεκινούσε μια πορεία που λίγα χρόνια αργότερα θα έφτανε στην ευρωπαϊκή κορυφή. Η Standard κατάφερε με γκολ του Engelbert και αυτογκόλ του Gabriel να κερδίσει με 2-0, ώστε όταν ο Jean-Michel Lecloux σκόραρε στο Estádio das Antas να έχει ουσιαστικά κλειδώσει τη νίκη, στον επαναληπτικό που τελικά έληξε ισόπαλος με σκορ 2-2. Η μεγάλη πρόκληση ήταν ασφαλώς τα ημιτελικά, όπου η Standard έπρεπε να φτάσει πιο μακριά από τις προηγούμενες δύο φορές. Ο εκτός έδρας αγώνας έβαλε τα θεμέλια, καθώς χάρη στο γκολ του Daerden οι Rouches αποχώρησαν νικητές από το Στάδιο Lenin της Τυφλίδας, με αντίπαλο την τοπική Dinamo, ενώ στον επαναληπτικό και πάλι ο Daerden διαμόρφωσε το ίδιο σκορ για να στείλει τους Standardmen στον τελικό της Βαρκελώνης.

Όταν ο τελικός μιας ευρωπαϊκής διοργάνωσης γίνεται στο Camp Nou, υπό τα βλέμματα 100,000 θεατών, ο τελευταίος αντίπαλος που θα ήθελε κανείς να αντιμετωπίσει είναι σίγουρα η Barcelona. Η καταλανική θρυλική ομάδα ήταν ωστόσο η αντίπαλος της Standard το βράδυ της 12ης Μαΐου του 1982 και παρ’όλα αυτά το παιχνίδι ξεκίνησε πολύ καλά για τη βαλλωνική ομάδα, καθώς ο Guy Vandermissen άνοιξε το σκορ για τους τυπικά και πάνω απ’όλα ουσιαστικά φιλοξενούμενους στο 8ο λεπτό. Στην εκπνοή του ημιχρόνου, ωστόσο, η Barcelona ισοφάρισε με τον Simonsen και τελικά ο Quini με γκολ στο 63ο λεπτό στέρησε έναν ευρωπαϊκό τίτλο από την Ιστορία της Standard.


Η ομάδα της Standard που αγωνίστηκε στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1982

Η σεζόν του 1982, ωστόσο, πέρα από τον ευρωπαϊκό τελικό, στιγματίστηκε και από το σκάνδαλο Standard-Waterschei. Οι δύο ομάδες αγωνίζονταν μεταξύ τους στο Sclessin για την τελευταία αγωνιστική του πρωταθλήματος, στις 8 Μαΐου, ενώ στις 12 του ίδιου μήνα η Standard θα έπαιζε ευρωπαϊκό τελικό στη Βαρκελώνη. Η εκτός έδρας ήττα της Standard από τη Waregem στην 31η αγωνιστική, στις 18 Απριλίου, είχε φέρει την κατάσταση σε ένα οριακό σημείο, με τους Rouches να βρίσκονται μόλις 1 βαθμό μπροστά από την Anderlecht. Στη συνέχεια η Anderlecht ήρθε ισόπαλη στην 33η αγωνιστική, με τη Standard να απέχει 2 βαθμούς και να της αρκεί μία ισοπαλία στον τελευταίο αγώνα για να κερδίσει το πρωτάθλημα. Προκειμένου να εξασφαλίσει τον τίτλο του πρωταθλήματος αλλά να προστατεύσει και παίχτες από τραυματισμό για τον ευρωπαϊκό τελικό, ο Roger Petit κινήθηκε στο παρασκήνιο προκειμένου να συμφωνήσει ένα θετικό αποτέλεσμα για την ομάδα του. Τελικά η Standard κέρδισε εκείνο το παιχνίδι με 3-1, ακόμα κι αν αρκούσε η ισοπαλία που φαίνεται ότι συμφωνήθηκε, αλλά το σκάνδαλο θα είχε ιστορικές επιπτώσεις.

Η Standard του Goethals έγινε η δεύτερη ομάδα στην ιστορία του συλλόγου που κέρδιζε δύο σερί πρωταθλήματα, το 1983, ανεβαίνοντας παράλληλα στην 3η θέση της διασυλλογικής κατάταξης της UEFA, την ίδια χρονιά, ισοβαθμώντας με τη θρυλική Liverpool, πίσω από τις Barcelona και Real Μαδρίτης. Ωστόσο, η έρευνα και διαλεύκανση του σκανδάλου Standard-Waterschei ανέδειξε τις ευθύνες του Petit, οδηγώντας τελικά στην απομάκρυνσή του από το σύλλογο που υπηρετούσε για σχεδόν 40 χρόνια. Αυτό ήταν ένα σοκ για τη Standard που στο απόγειό της έχανε τον σημαντικότερο και σίγουρα εμβληματικότερο διοικητικό στέλεχός της. Μέσα σε ένα κλίμα ύφεσης, με τη μετατροπή της Λιέγης σε ένα φάντασμα ενός ονείρου του παρελθόντος, την ουσιαστική γκετοποίηση του “παραδείσου” του Droixhe και τη στασιμότητα στην πόλη, η εποποιία της ομάδας του Goethals ήταν το κύκνειο άσμα όχι μόνο για ένα σύλλογο, αλλά και για τον συμβολισμό της ευημερίας και της ανάπτυξης σε μια πόλη που ενσάρκωσε τη βιομηχανική ατμομηχανή της δυτικής Ευρώπης για περίπου έναν αιώνα.

Τα πέτρινα χρόνια
Από τη μια η απομάκρυνση του Petit και από την άλλη οι οικονομικές συνθήκες που δυσχαίρεναν στην πόλη της Λιέγης, συνέθεταν ένα σκηνικό μέσα στο οποίο ήταν πολύ πιο δύσκολο να συνεχιστεί η προηγούμενη ανάπτυξη. Το 1977 είχε ήδη αποχωρήσει από την προεδρία του συλλόγου ο αρχιτέκτονας της μεταπολεμικής Standard, Paul Henrard, ενώ ο Charles Huriaux, που κρατούσε τα διοικητικά ινία του συλλόγου την περίοδο της τελευταίας θριαμβευτικής πορείας του, παρέδωσε το 1986 τη σκυτάλη στον Camille Heusghem. Στα πρωταθλήματα που ακολούθησαν η Standard αδυνατούσε να βρεθεί στο επίπεδο των Anderlecht και Brugge, που δημιούργησαν ένα νέο δίπολο, που κρατάει ως τις μέρες μας, το οποίο δεν έχει το ίδιο ιδεολογικό βάθος με την αντιπαλότητα της Standard με την Anderlecht, αλλά είναι στο επίκεντρο όσο αφορά τη διεκδίκηση των τίτλων. Μάλιστα, τη σεζόν 1987-1988 η Standard ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα στη 10η θέση της βαθμολογίας, χάνοντας μάλιστα την πρωτοκαθεδρία και στην ίδια την πόλη της Λιέγης μετά από πολλά χρόνια, καθώς η RFCL τερμάτισε στην 5η θέση, έχοντας συγκεντρώσει 14 περισσότερους βαθμούς.

Το ίδιο σκηνικό, με την αναγεννημένη στα τέλη της δεκαετίας του 1980 RFCL επαναλήφθηκε την επόμενη σεζόν και η Standard, που το 1988-89 ισοφάριζε το ρεκόρ συνεχόμενης παρουσίας στην Α’ κατηγορία της Beerschot, έβλεπε την ιστορική εντός των τειχών αντίπαλο να βρίσκεται σε θέση που μπορεί να αναποδογυρίσει μια ανατροπή που είχε συντελεστεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Το 1988 όμως τις τύχες του συλλόγου ανέλαβε ο Jean Wauters, ένας επιχειρηματίας γεννημένος στο βιομηχανικό Herstal, στα βόρεια της πόλης, που ανέλαβε να ξανατονώσει την ομάδα του Sclessin. To 1989-90, η Standard έγινε η ομάδα με τις περισσότερες συνεχόμενες παρουσίες στην ιστορία της Α’ κατηγορίας, όμως η RFCL, που τερμάτισε 12η στο πρωτάθλημα, κατάφερε έναν αναπάντεχο θρίαμβο. Στις 19 Μαΐου, η άσπονδη εχθρός, καθοδηγούμενη από τον Robert Waseige, έναν προπονητή που συνέδεσε το όνομά του με την ιστορία της Standard αλλά και γενικότερα του βαλλωνικού και συνολικότερα του βελγικού ποδοσφαίρου, κέρδιζε στο Heyzel την Germinal του Ekeren με 2-1 για να ξαναφέρει έναν τίτλο στην άλλη μεριά της Λιέγης, αυξάνοντας τα τεμάχια στην τροπαιοθήκη της μετά από 37 χρόνια, φτάνοντας την ίδια σεζόν και στα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA, όπου αποκλείστηκε από τη Werder Βρέμης.

Η αρχή της δεκαετίας του 1990, ωστόσο, έδειξε ότι αυτή η πορεία ανατροπής συσχετισμών δε θα συνεχιζόταν. Το 1992 η Standard ξαναβρήκε την έξοδο στην Ευρώπη, κατακτώντας την 3η θέση στο πρωτάθλημα, τη στιγμή που η RFCL βρισκόταν και πάλι στο βάθος του βαθμολογικού πίνακα, ενώ το 1993, η Standard του Arie Haan, που πλέον είχε επιστρέψει ως προπονητής, αντιμετώπισε στον τελικό του Κυπέλλου τη Charleroi του Waseige και μέσα στο γήπεδο Vanden Stock της μισητής Anderlecht, που φέρει το όνομα του αιώνιου προσωπικού αντιπάλου του Petit, κέρδισε με γκολ των Henk Vos και Philippe Léonard έναν ακόμα τίτλο.


Η Standard κυπελλούχος Βελγίου το 1993

Στην πολύ πιο εμπορευματοποιημένη εποχή του ποδοσφαίρου, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι σύλλογοι της αποβιομηχανοποιημένης Λιέγης πάσχιζαν να βρουν το βηματισμό τους. Η Standard κατάφερε να διεκδικήσει μέχρι τέλους το πρωτάθλημα του 1994-95, το οποίο έχασε για ένα βαθμό από την Anderlecht, όμως εκείνη η σεζόν αποτέλεσε χαριστική βολή για την RFCL, η οποία υπό το βάρος των οικονομικών προβλημάτων κατέρρευσε, τερματίζοντας στην τελευταία θέση και αποχαιρετώντας τη μεγάλη κατηγορία μετά από 50 συνεχόμενες συμμετοχές. Επιπροσθέτως, η Λιέγη βρέθηκε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού ενδιαφέροντος, καθώς η υπόθεση ενός ποδοσφαιριστή της RFCL που απαιτούσε το δικαίωμα να μπορέσει να αγωνιστεί σε όποια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση το κοινοτικό δίκαιο άλλαξε για πάντα τους όρους του επιχειρηματικού παιχνιδιού στο ποδόσφαιρο. Ο Jean-Marc Bosman, που είχε αγωνιστεί στη Standard για 5 σεζόν μεταξύ του 1983 και 1988, καταγράφοντας 86 συμμετοχές και 3 γκολ, μεταπήδησε στην RFCL, στην οποία αγωνίστηκε μόλις 3 φορές. Απαιτώντας την εφαρμογή της Συνθήκης της Ρώμης και στο ποδόσφαιρο κατάφερε ένα συντριπτικό πλήγμα στις παλιές τακτικές διοίκησης των συλλόγων στην Ευρώπη, ενώ και ο ίδιος υπήρξε θύμα της κατάστασης, χωρίς να βρίσκει ξανά ομάδα για να αγωνιστεί, βλέποντας στη συνέχεια τη ζωή του να διαλύεται. Θύμα αυτής της κατάστασης ήταν όμως και η RFCL, η οποία βρέθηκε στο χείλος της καταστροφής, αναγκάστηκε να συγχωνευθεί με την FC Tilleur για να επιβιώσει και να κρατήσει το ιστορικό matricule 4 και τα τελευταία 30 χρόνια έχει βρεθεί μόλις για 1 σεζόν στην πρώτη κατηγορία.

Η μετριότητα όμως χαρακτήριζε και την πορεία της Standard, που ενώ είχε “καθαρίσει” το τοπίο στην πόλη, εξελισσόμενη στον μοναδικό σύλλογο που την εκπροσωπεί στην ελίτ του εθνικού ποδοσφαίρου, δε μπορούσε να βρει τις δόξες των προηγούμενων δεκαετιών, περιοριζόμενη σε θέσεις που οδηγούσαν μόλις σε μερικές συμμετοχές στο Intertoto, όντας μακριά από τις πρωταγωνίστριες ομάδες της εποχής. Η δεύτερη αυτή κάθοδος είχε ναδίρ το 1998, όταν η Standard τελείωσε το πρωτάθλημα στην 9η θέση, έχοντας συγκεντρώσει μέσα στη σεζόν σχεδόν τους μισούς βαθμούς από την πρωταθλήτρια Brugge (43 έναντι 84). Στη ζοφερή αυτή στιγμή εμφανίστηκε ο Robert Louis-Dreyfus, ένας Γάλλος επιχειρηματίας που τότε ήταν και CEO της Adidas και παράλληλα ιδιοκτήτης της Marseille. Ο Dreyfus αναδιοργάνωσε το σύλλογο, ρίχνοντας ιδιαίτερο βάρος στις ακαδημίες, από τις οποίες τα επόμενα χρόνια βγήκαν μερικοί από τους πιο εμβληματικούς παίχτες του βελγικού ποδοσφαίρου, όπως ο Steven Defour, ο Axel Witsel και ο Marouane Fellaini. Ο Dreyfus ήταν ουσιαστικά ο πρώτος ιδιοκτήτης της Standard που συμβάδιζε με τις απαιτήσεις της νέας ποδοσφαιρικής βιομηχανίας και η Standard μπόρεσε αρχικά τουλάχιστον να αποφύγει μία μοίρα αντίστοιχη με εκείνη της RFCL.

Η μεταβιομηχανική εποχή
Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα η Λιέγη έμοιαζε με ένα απομεινάρι του παρελθόντος, με μια βιομηχανία που αλλού είχε εξαφανιστεί και αλλού αργοπέθαινε, με την αναγκαιότητα να βρεθεί ένα νέο πλάνο για την επιβίωση και ανάπτυξη της πόλης. Η στρατηγική της θέση, αυτή που κατανόησε 15 αιώνες νωρίτερα ο Επίσκοπος Monulphe, έγινε η βάση για την ανάπτυξη ενός νέου σχεδίου. Η μεγαλύτερη υποδομή που κληρονόμησε η πόλη από τη Βιομηχανική επανάσταση ήταν το παραποτάμιο λιμάνι της, το 3ο μεγαλύτερο στην Ευρώπη, το οποίο συνδέεται με τα 2 μεγαλύτερα λιμάνια της ηπείρου, του Ρότερνταμ και της Αμβέρσας. Η Λιέγη είναι επίσης ένα σταυροδρόμι μεταξύ πολλών σημαντικών πόλεων, όπως οι Βρυξέλλες, η Αμβέρσα, το Λουξεμβούργο, το Μαάστριχτ, το Ρότερνταμ, το Άαχεν, η Κολόνια, το Στρασβούργο, ακόμα και το Παρίσι που οδικώς απέχει 4 ώρες, μόλις 2 με το TGV. Έτσι ήταν σχεδόν προφανής η επιλογή να αρχίσει να μεταμορφώνεται σε ένα διαμετακομιστικό κέντρο, με τη δημιουργία ενός τεράστιου εμπορευματικού αεροδρομίου και την ανάπτυξη σιδηροδρομικών γραμμών μεγάλης ταχύτητας, που συμπληρώνουν την ύπαρξη του λιμανιού της.


Σύνθεση με την κερκίδα των οπαδών της Standard στο Stade Dufrasne

Την ίδια στιγμή, το προαιώνιο δίπολο μεταξύ βιομηχανίας και πνευματικού κέντρου έβρισκε αυτή τη φορά μια συνθετική διέξοδο δίνοντας βάρος στο δεύτερο. Η τόνωση της καινοτομίας, στην περιοχή του Sart-Tilman, γύρω από το Πανεπιστήμιο, αποτέλεσε προτεραιότητα, με την προσέλκυση εταιριών που δραστηριοποιούνται στους τομείς της βιοτεχνολογίας και της διαστημικής. Όμως αυτή η λύση, όσο κι αν μπορούσε να δώσει διέξοδο στα κεφάλαια που βρίσκονταν ή περνούσαν από την πόλη, δε μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της επιβίωσης και της εργασίας για το τεράστιο βιομηχανικό προλεταριάτο που ήταν επίσης η κληρονομιά μιας υπεραιώνιας πορείας υπερεκμετάλλευσης των παραγωγικών δυνατοτήτων της πόλης. Την ίδια στιγμή, το προλεταριάτο αυτό που αρχικά είχε μπολιαστεί με τους Ιταλούς εργάτες, στη συνέχεια με Έλληνες και Ισπανούς πολιτικούς εξόριστους και αργότερα με εργάτες από το Μαρόκο και την Τουρκία που ήρθαν επίσης με διμερείς συμφωνίες, άρχισε να συμπεριλαμβάνει και πρόσφυγες από τόπους πολέμου και πλήρους εξαθλίωσης που με καραβάνια έφταναν από χώρες της Αφρικής και της Ασίας, δημιουργώντας ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό φτώχειας και ανέχειας σε ένα μεγάλο κομμάτι της πόλης και μερικές νησίδες υψηλής ειδίκευσης και έντονης τοποθέτησης κεφαλαίων. Αυτοί οι δύο κόσμοι μοιάζουν να μη συναντιούνται, η γεωγραφία της πόλης είναι τέτοια που επιτρέπει να συνυπάρχουν αλλά να μην ακουμπάει ο ένας τον άλλον ποτέ.

Η Standard όμως είναι η ομάδα του βιομηχανικού και προλεταριακού Sclessin, απέναντι από το εργοστάσιο του Cockerill που το 1998 ιδιωτικοποιήθηκε και πέρασε στα χέρια της γαλλικής Usinor, προκειμένου να παρακμάσει στα χέρια των νέων ιδιοκτητών του και τελικά να κλείσει το 2014. Είναι η ομάδα των εργατών που αντιμετωπίζουν σταθερά διψήφια ποσοστά ανεργίας μέσα στον 21ο αιώνα και η παρουσία του Louis-Dreyfus στην αρχή του millennium μόνο ως παρουσία Μεσσία μπορούσε να χαρακτηριστεί, όσο αφορά τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα του συλλόγου.

Η Standard που τη δεκαετία του 2000 είχε σχεδόν καπαρώσει την άτυπη 3η θέση στη σειρά δυναμικότητας του βελγικού ποδοσφαίρου, πίσω από την Anderlecht και τη Brugge, ξαναείδε έναν μεγάλο ποδοσφαιριστή να φοράει τη φανέλα της το 2004. Ο Sergio Conceição, μετά από μία αποτυχημένη δεύτερη θητεία στη Lazio και ένα σύντομο πέρασμα από την Porto, έφτασε στη βαλλωνική γη. Η πρώτη του χρονιά στη Standard ήταν εκπληκτική, καθώς σε 34 συμμετοχές πέτυχε 11 γκολ, έχοντας μεγάλη ευθύνη στη δημιουργία του παιχνιδιού της ομάδας που προπονούσε ο Dominique D’Onofrio, που είχε διαδεχθεί τον Waseige μετά το τελευταίο πέρασμά του από το Sclessin. Ο Conceição αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίχτης του πρωταθλήματος το 2005, με τη Standard να τερματίζει στην 3η θέση και να υπάρχει λόγος, στην εμπορευματοποιημένη εποχή του σπορ, να πουληθούν φανέλες ενός παίχτη σε όλη την πόλη και ακόμα παραπέρα.


Η ομάδα της Standard, πρωταθλήτρια της σεζόν 2007-2008

Η εποχή του θριάμβου ξαναήρθε τη σεζόν 2007-08, με τη Standard να βρίσκεται στο μεταξύ σταθερά στην πρώτη τριάδα του πρωταθλήματος. Στον πάγκο της ομάδας βρισκόταν ο εμπβληματικός τερματοφύλακας της Standard και της εθνικής Βελγίου, Michel Preud’homme και στον αγωνιστικό χώρο ο 20χρονος Axel Witsel οδηγούσε τους Rouches, που στην 4η αγωνιστική βρέθηκαν για πρώτη φορά στην κορυφή του βαθμολογικού πίνακα, προσπερνώντας τη Ghent. Ακολουθώντας για μεγάλο διάστημα μέσα στο χειμώνα τη Brugge, η Standard ξαναβρέθηκε στην κορυφή στην 24η αγωνιστική προκειμένου να κατακτήσει ένα πρωτάθλημα με τη μεγαλύτερη διαφορά στην ιστορία της, ολοκληρώνοντας τη σεζόν με 22 νίκες, 11 ισοπαλίες και μόλις μία ήττα εκτός έδρας από τη Charleroi.

Το κατόρθωμα των ομάδων των αρχών του ’70 και του ’80 επαναλήφθηκε το 2009, με τη Standard να κατακτά ξανά δεύτερο σερί τίτλο, αυτή τη φορά υπό την ηγεσία του Ρουμάνου τεχνικού László Bölöni, που ήταν ήδη γνωστός για το πέρασμά του από τη Sporting Λισαβώνας, το οποίο συνδιάστηκε με την ανάπτυξη και αξιοποίηση του ταλέντου των ακαδημιών, κάτι που αποτελούσε πρωταρχικό στόχο του πλάνου του Louis-Dreyfus για τη Standard.

Όμως, στις 4 Ιούλη του 2009 ο Louis-Dreyfus πέθανε, ύστερα από μια μακρά μάχη με τη λευχαιμία και ο Ελβετός Reto Stiffler που εκτελούσε χρέη προέδρου την περίοδο της ιδιοκτησίας του έψαξε να βρει χέρια για να μεταβιβάσει τις τύχες του συλλόγου. Αρχικά ο Roland Duchâtelet, ένας επιχειρηματίας με καταγωγή από τη Λιέγη που αργότερα ασχολήθηκε με την πολιτική, ανέλαβε το σύλλογο μέχρι το 2015, πριν οι μετοχές περάσουν στα χέρια του Bruno Venanzi, ενός επιχειρηματία απόγονου των Ιταλών αφιχθέντων στην πόλη. Τη δεκαετία του 2010 η Standard κατάφερε να κερδίσει τρία κύπελλα (2011, 2016 και 2018) όμως η διαχείριση του Venanzi ήταν καταστροφική, με τα χρέη να γιγαντώνονται και τελικά με το ξέσπασμα της πανδημίας η κατάσταση να γίνεται αφόρητη και ο σύλλογος να κινδυνεύει ακόμα και με πτώχευση. Αυτό που δεν κατάφερε να κάνει ο Venanzi όμως με την κακή διαχείριση κόντεψε να το καταφέρει ο όμιλος 777 Partners, που με την αγορά μιας σειράς ομάδων και τη δημιουργία ενός ποδοσφαιρικού δικτύου οδήγησε το σύλλογο στο απόλυτο οικονομικό ναδίρ, ένα βήμα πριν την κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων!


Η ομάδα της Standard της σεζόν 2025-2026

Τα τελευταία χρόνια, με τη διεξαγωγή και των playoffs για την κατάκτηση του πρωταθλήματος στο Βέλγιο, η Standard δεν καταφέρνει να μπει στην κορυφαία τετράδα ή εξάδα που οδηγεί στον τίτλο, αγωνιζόμενη συνήθως για κάποια θέση στο Conference League, επίσης με αποτυχία. Η χειρότερη βαθμολογική συγκομιδή ήρθε στο πρωτάθλημα του 2021-2022 όταν τερμάτισε στη 14η θέση, τη χειρότερη από το 1921 που συμμετέχει στην πρώτη κατηγορία, με μόλις 36 βαθμούς σε 34 αγώνες. Το καλοκαίρι του 2025 ο Giacomo Angelini, ακόμα ένας ντόπιος, απόγονος Ιταλών μεταναστών, ανέλαβε να σώσει το σύλλογο από τη χρεωκοπία και να εξασφαλίσει αρχικά την επιβίωση και εν συνεχεία την ανάπτυξή του, όμως αυτό που φαίνεται να είναι στις μέρες μας η Standard είναι ό,τι ακριβώς και η πόλη της Λιέγης: ένα φάντασμα του παρελθόντος.

Υπάρχει μέλλον στις όχθες του Μεύση;
Από τη μέρα της ιστορικής απόφασης του Maurice Dufrasne να συνδέσει το σύλλογο της Standard με το βιομηχανικό προλεταριάτο της πόλης της Λιέγης, η Ιστορία και η μοίρα του συλλόγου συνδέθηκε άρρηκτα με την οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Τα αποτελέσματα στο γήπεδο ήταν σχεδόν ευθεία αντανάκλαση των όσων συνέβαιναν στα εργοστάσια του Sclessin και του Seraing, των τόνων του άνθρακα και του χάλυβα και του αριθμού των εργαζόμενων που θρέφονταν από την επεξεργασία των μετάλλων της Πύρινης Πόλης. Σήμερα όμως, συμπληρώνοντας το αργυρό ιωβηλαίο του millennium, η ανάπλαση της πόλης με στόχο μια διαφορετικού τύπου ανάπτυξη γίνεται με πολύ αργά βήματα, πολλές φορές με καταστροφικές καθυστερήσεις, όπως η κατασκευή του tram που ολοκληρώθηκε το 2025 αντί για το 2017, όπως ήταν αρχικά προγραμματισμένο. Η αργή αυτή μεταμόρφωση της πόλης με τις απαραίτητες σύγχρονες υποδομές έχει διαλύσει τον εμπορικό ιστό της, αφήνοντας το κέντρο της ουσιαστικά χωρίς ζωή. Την ίδια στιγμή, η αδυναμία να ενσωματωθεί στο νέο μοντέλο καινοτομίας το μεγάλο προλεταριάτο που δεν έχει πρόσβαση στην απαραίτητη υψηλή ειδίκευση κρατάει εξωφρενικά υψηλά τα ποσοστά της ανεργίας. Άραγε, υπό αυτές τις συνθήκες, προς τα πού θα πήγαινε το κονβόι των μαθητών ο Dufrasne;



Η Standard για να μπορέσει να επιβιώσει, όπως και κάθε ποδοσφαιρικός σύλλογος, χρειάζεται μια γερή οπαδική βάση που να μπορεί να στηρίζει και υλικά τη μακροημέρευση και τις επιτυχίες του συλλόγου. Όσο κι αν το ποδόσφαιρο διοικείται και αποτελεί ιδιοκτησία εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων, στο τέλος της εξίσωσης η δυνατότητα των οπαδών να στηρίξουν το σύλλογο είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας που κρίνει το αποτέλεσμα. Μέσα σε συνθήκες σταθερής οικονομικής ύφεσης, το άκρως ριζοσπαστικοποιημένο κοινό της Standard, χάρη στην ιδεολογική κληρονομιά που του άφησαν οι προηγούμενες γενιές των οπαδών των Rouches και των εργατών της Πύρινης Πόλης, μπορεί να κρατάει ψηλά και με υπερηφάνια την ιδιαίτερη ταυτότητα του στις τσιμεντένιες κερκίδες του Sclessin. Όμως για να μπορέσει αυτή η υπερηφάνια να συνδυαστεί και με νέα αγωνιστική ανάταση χρειάζεται ο κόσμος που ξεκινάει να πάει στο γήπεδο να έχει λύσει κι άλλα προβλήματα στη ζωή του, όπως τότε, στα ένδοξα τριάντα, που στη Λιέγη μοιάζουν εικόνα από ένα παραμύθι του παρελθόντος.

Το μέλλον όμως πάντα κρύβει την αισιοδοξία και με όποιον τρόπο καταφέρει η εργατική τάξη της Λιέγης να βρει και πάλι το δρόμο προς την προκοπή, με αυτόν το δρόμο θα μπορέσει να ανορθωθεί και η Standard, που σε αντίθεση με άλλους συλλόγους της βελγικής πρωτεύουσας δε μπορεί να στηριχθεί σε “χθεσινούς” οπαδούς που είτε πολεμώντας την πλήξη τους, είτε ψάχνοντας ένα οποιοδήποτε κοινωνικό περιεχόμενο, ανακαλύπτουν νέες ποδοσφαιρικές αγάπες. Η Standard έχει μόνο έναν έρωτα, το προλεταριάτο της Λιέγης – και για τους εργάτες της Λιέγης ισχύει το ίδιο!
futbol.gr
« Τελευταία τροποποίηση: Σαβ 31 Ιαν 2026 22:30 από fon7 »

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #114 στις: Πεμ 12 Φεβ 2026 18:17 »
Επίθεση και όπου μας βγάλει: η επιστροφή της Ναϊμέγκεν



Κοιτάζοντας στον πίνακα της βαθμολογίας της Ολλανδίας φέτος, κάποιος μπορεί να δει δύο ενδιαφέροντα πράγματα. Το πρώτο ότι οι δύο από τους τρεις μεγάλους δεν βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Άγιαξ και Φέγενορντ έχουν μείνει εκτός διεκδίκησης τίτλου από πολύ νωρίς και μόνο με κάποιο θαύμα θα καλύψουν τη διαφορά. Το δεύτερο είναι ότι στις πρώτες θέσεις φιγουράρει μια διαφορετική ομάδα που δεν μας έχει συνηθίσει να κάνει τέτοιες πορείες, όπως για παράδειγμα η ΑΖ ή η Ουτρέχτη ή η Τβέντε. Μιλάμε για τη Ναϊμέγκεν ή για τους φίλους NEC (Nijmegen Eendracht Combinatie).

Το Ναϊμέγκεν είναι η μεγαλύτερη πόλη του Χέλντερλαντ στο κέντρο και προς τα ανατολικά της χώρας. Το Χέλντερλαντ είναι η μεγαλύτερη σε έκταση επαρχία της χώρας και έχει δυο κύριες πόλεις, το Άρνεμ και το Ναϊμέγκεν. Και ναι, όπως φαντάζεστε, οι ποδοσφαιρικές τους ομάδες έχουν κόντρα. Και ναι, όπως και πάλι ίσως φαντάζεστε, το δράμα που περνάει η Φίτεσε του Άρνεμ που ψυχορραγεί στη Β’ εθνική, φέρνει μεγάλη χαρά στους οπαδούς της NEC που πέρσι (όταν η Φίτεσε έχασε το δικαίωμα συμμετοχής στη Β’ εθνική εξαιτίας χρεών) σήκωσαν πανό που έγραψε «Υπάρχει μόνο ένα μέρος για επαγγελματικό ποδόσφαιρο στο Χέλντερλαντ, ποτέ ξανά στο Άρνεμ»:



Το Ναϊμέγκεν έχει μεγάλη ιστορία, καθώς ουσιαστικά ιδρύθηκε ως στρατιωτική βάση από τους Ρωμαίους πριν από περίπου 2000 χρόνια. Είναι η πρώτη πόλη η οποία απελευθερώθηκε από τους συμμάχους στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και υπέστη σοβαρές ζημιές από τους βομβαρδισμούς. Σήμερα είναι μια πόλη περίπου 200.000 κατοίκων, γνωστή για το πανεπιστήμιό της, αλλά περισσότερο στην υπόλοιπη Ευρώπη για την ομάδα της. Ή τουλάχιστον σε όσους δεν μπερδεύουν τη NAC με τη NEC.


Βουτιές στο Ναϊμέγκεν την Πρωτοχρονιά

Η Ναϊμέγκεν ιδρύθηκε το 1900 και ενώ είχε για πολλά χρόνια σταθερή παρουσία στην 1η κατηγορία της Ολλανδίας, από τη δεκαετία του 2010 έγινε ομάδα ασανσέρ. Μετά από μια τετραετία στη Β’ εθνική της Ολλανδίας κατάφερε να ανέβει ξανά και να παίξει στην Eredevisie τη σεζόν 2021-22. Και από τότε προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια της, καθώς πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Άλλωστε είναι μαθημένη σε αυτά. Τη δεκαετία του 1920 παρότι τα πήγε καλά στη Β’ εθνική, έχανε την συνεχώς την άνοδο σε μπαράζ με αποτέλεσμα να την κοροϊδεύουν λέγοντας ότι το NEC σημαίνει “Nooit Εerste Classer”, δηλαδή “Ποτέ στην 1η εθνική”. Mέχρι που τελικά τα κατάφερε το 1936.

Η NEC πέρασε πολλές δύσκολες περιόδους στην ιστορία της, όπως όταν χρεοκόπησε στα 90s, ενώ έχει και μια ιδιαίτερη σχέση με το γήπεδό της. Ένα στάδιο που χτίστηκε το 1939 και εγκαινιάστηκε από τον πρίγκιπα της Ολλανδίας. Η NEC όμως έπαιζε ήδη αλλού και δεν ήθελε να μετακομίσει στο Χόφερτστάντιον και μόνο όταν το γήπεδό της καταστράφηκε στον πόλεμο πήγε εκεί. Εκεί φιλοξένησε την Μπαρσελόνα το 1983 στο Κυπελλούχων. Αποτελεί την έδρα της όλα αυτά τα χρόνια και το 1992 μάλιστα το αγόρασε από τον Δήμο σε συμβολική τιμή. Mερικά όμως χρόνια αργότερα, λόγω των οικονομικών της προβλημάτων, αναγκάστηκε να το πουλήσει πίσω. Έτσι εδώ και χρόνια πλήρωνε ενοίκιο και έχανε σημαντικά έσοδα.


Ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους της χώρας, απολαμβάνει την αγαπημένη του ομάδα

Στη μεταστροφή της ιστορίας της Ναϊμέγκεν παίζει σημαντικό ρόλο και ένας επιχειρηματίας. Ο Μαρσέλ Μπούκχορν είναι ένας επιχειρηματίας με πολλά χρήματα. Υπολογίζεται ότι αξία του είναι περίπου 2,8 δις, κάτι που τον κάνει τον 11ο πλουσιότερο Ολλανδό. Ξεκίνησε ως λογιστής σε μεγάλη εταιρεία και στη συνέχεια έφτιαξε τη δική του επενδυτική εταιρεία με όνομα Ramphastos. Ο Μπούκχορν έκανε κάτι διαφορετικό από άλλους συναδέλφους του, αγόραζε πολύ μικρές εταιρείες που περνούσαν κάτω από τα ραντάρ, τις μεγάλωνε και στη συνέχεια της πουλούσε. Εταιρείες συχνά προέρχονται από πολύ άγνωστους κλάδους, που κανείς δεν φανταζόταν ότι μπορούσαν να φέρουν κέρδη. Σιγά σιγά γιγαντώθηκε και έφτασε στο σημερινό του μέγεθος.



Ο Μπούκχορν δεν είναι κάποιος ζάμπλουτος που εμφανίζεται ιδιαίτερα στα ΜΜΕ. Κρατά χαμηλό προφίλ και προέρχεται από το Ναϊμέγκεν. Γι’ αυτό είναι και οπαδός της ομάδας. Μεγάλωσε λίγα τετράγωνα μακριά από το γήπεδο του συλλόγου και γείτονάς του ήταν ο θρυλικός τερματοφύλακας της ομάδας Νίκο ντε Μπρι. Ο πατέρας του δεν έχανε ματς της NEC και ο Μαρσέλ τον θυμάται με το μπράντι του στην τσέπη να παρακολουθεί την ομάδα από την εξέδρα. Οπαδός της για πάνω από 75 χρόνια. Ο ίδιος ο Μαρσέλ, επειδή η οικογένεια δεν είχε λεφτά, έμπαινε με τα άλλα πιτσιρίκια όρθιος και παρακολουθούσε. Όπως λέει, έπαιζε και μπάλα σαν δεξί εξτρέμ, ήταν γρήγορος, αλλά όχι τόσο καλός για να παίξει στη NEC. Και λέει με καμάρι, ότι στο γήπεδο πηγαίνει με τους συμπαίκτες του από την ομάδα του. Είναι φίλοι του εδώ και 45 χρόνια, από τότε που δεν είχε φράγκο στην τσέπη του. Από όρθια πιτσιρίκια, σήμερα σε “σουίτα” στο γήπεδο, αλλά με την ίδια αγάπη για τη NEC. Και, ως οπαδός, ξεχωρίζει το ιστορικό ματς μέσα στη Μόσχα για το κύπελλο ΟΥΕΦΑ 2008-09. Τότε που η ΝΕC ξεκίνησε με δύο ήττες και στο τρίτο ματς έχανε με 1-0 από τη Σπαρτάκ Μόσχα από το 2′ μέχρι και το 84′. Αλλά με δυο γκολ στο τελευταίο πεντάλεπτο έκανε την ανατροπή και τελικά πέρασε στην επόμενη φάση. Οι πολλοί εκδρομείς από το Ναϊμέγκεν πανηγύρισαν έξαλλα, ανάμεσά τους και ο (πλούσιος πλέον τότε) Μπούκχορν που είχε ταξιδέψει Δεκέμβριο στη Μόσχα για τον αγώνα.


Μπορεί να είσαι δισεκατομμυριούχος, αλλά πανηγυρίζεις σαν παιδί όταν η ομάδα σου κερδίζει την πρόκριση στον τελικό κυπέλλου
(από το 2024)

Ο Μαρσέλ είχε ήδη εμπλοκή στην ομάδα από τις αρχές του αιώνα μας. Την εποχή που η ομάδα αναγκαζόταν να πουλήσει το γήπεδο πίσω στον Δήμο. Ο Μπούκχορν είχε ήδη βοηθήσει την ομάδα βάζοντας εταιρείες του ως σπόνσορα στη φανέλα της ομάδας. Αργότερα βοήθησε με έναν άλλο ντόπιο επιχειρηματία, δίνοντας χρήματα για κάποιες πολύ σημαντικές μεταγραφές. Τον Δεκέμβριο του 2020 αποκάλυψε ότι έχει δώσει στην ομάδα περίπου 20 εκατομμύρια που μάλλον φτάνουν και τα 30 αν βάλουμε μέσα και κάποιες άλλες χορηγίες. Και όλα αυτά χωρίς να είναι ιδιοκτήτης και χωρίς να θέλει να μπαίνει μπροστά. Δεν τα δίνει με “δάνεια” όπως συχνά κάνουν άλλοι “σωτήρες” (ακόμα και στην Ελλάδα), ούτε τα παίρνει σε μετοχές. Τα χαρίζει με μοναδικό αντάλλαγμα να έχει για όσο ζει μια σουίτα στο γήπεδο για να βλέπει την ομάδα με τους φίλους του.

Από την περασμένη δεκαετία η NEC (που οι οπαδοί της την προφέρουν “ενισέ” και όχι ΝΕΚ όπως γίνεται με τη ΝΑΚ Μπρέντα) ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για να πάρει πίσω το γήπεδό της. Για καιρό δεν είχαν αποτέλεσμα, αλλά τελικά τον περασμένο Ιούνιο βρέθηκε λύση. Το δημοτικό συμβούλιο της πόλης έδωσε το ΟΚ για να περάσει ξανά στον έλεγχο της ομάδας το γήπεδο με ένα ποσό κοντά στα 6 εκατομμύρια (η έκταση παραμένει στον δήμο). Κάτι που ο Μπούκχορν θεωρεί σημαντικό, ώστε η ομάδα σιγά σιγά να κάνει παραπάνω βήματα. Το ενοίκιο ήταν περίπου 600-700 χιλιάρικα τον χρόνο, ενώ παράλληλα δεν υπήρχαν και σχέδια από τον δήμο για να βελτιωθεί. Ένα γήπεδο που όπως είπαμε είναι από το 1939, ανακαινίστηκε σε κάποιες φάσεις, αλλά το 2020 είδε κομμάτι του στην εξέδρα των φιλοξενούμενων της Φίτεσε να καταρρέει.


Το στάδιο στη σημερινή του μορφή

Το πλάνο είναι επέκταση αρχικά σε 18.000 (σήμερα χωράει περίπου 13.000 θεατές και είναι σχεδόν πάντα γεμάτο, με κόσμο να βρίσκεται σε αναμονή για ένα εισιτήριο διαρκείας) και σε δεύτερη φάση να φτάσει τις 20.000 θέσεις. Υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν περίπου 60 εκατομμύρια Ευρώ σε βάθος πενταετίας για να γίνει κάτι τέτοιο. Ο Μπούκχορν που συμμετείχε στην αγορά του σταδίου, πιθανότατα θα συμμετάσχει και σε αυτό το έργο. Αλλά όχι μόνος. Και αυτό δεν το κάνει επειδή είναι στερεοτυπικός τσιγκούνης Ολλανδός που μετράει κάθε Ευρώ. Άλλωστε όπως είπαμε έχει δώσει καμιά 30αρια εκατομμύρια ήδη.

Το κάνει γιατί δεν θέλει η ομάδα να χάσει τον τοπικό και συλλογικό χαρακτήρα της όπως έχει δηλώσει: «Δεν θέλω να είμαι ιδιοκτήτης του κλαμπ. Ας είμαστε ειλικρινείς: η ομάδα ανήκει στους οπαδούς της, στην κοινότητα και θα πρέπει να την αφήσουμε ήσυχη». Και γι’ αυτό προσπαθεί να βοηθήσει με επιχειρηματικές γνώσεις αλλά και γνωριμίες ώστε να μπορεί η NEC να συντηρείται σχετικά μόνη της και να μη βασίζεται σε έναν άνθρωπο. Γι’ αυτό άλλωστε κάθε φορά βρίσκει και άλλους επενδυτές ώστε να βοηθούν την ομάδα. Το όνομα του Μπούκοχορν σίγουρα θα βοηθήσει ώστε να προσελκύσει επενδυτές για το γήπεδο και το γεγονός ότι η άλλη ομάδα της περιοχής, η Φίτεσε, περνάει τη χειρότερη περίοδό της, το κάνει ευκολότερο.

Πρόσφατα δήλωσε πάλι: «Η NEC είναι δικιά μας, με έμφαση στο “δικιά μας”. Είμαστε σε αυτό όλοι μάζι». Και δείχνοντας το γεμάτο στάδιο συνέχισε: «πατέρες, μητέρες, παιδιά, παλιοί παίκτες και προπονητές. Είναι όλα για τη NEC μας. Η αλληλεγγύη είναι τεράστια». Σπάνιες δηλώσεις για κάποιον επιτυχημένο επιχειρηματία. Μπορεί να είναι ανεπίσημα ο ισχυρός της άντρας, αλλά η ομάδα δεν είναι δικιά του, δεν φοβάται μήπως κάποια στιγμή βαρεθεί και την πουλήσει. Είναι εκεί ως σύμβουλος, ως χρηματοδότης και ως οπαδός. Πέρα όμως από τα εξωαγωνιστικά, η Ναϊμέγκεν βρίσκεται και σε μια εξαιρετική εποχή αγωνιστικά.

Η NEC βρίσκεται μέσα στις ευρωπαϊκές θέσεις και παλεύει ακόμα και για το Τσάμπιονς Λιγκ. Μετά από την PSV που έχει εξαφανιστεί στην 1η θέση με μεγάλη διαφορά, η NEC έχει τη 2η καλύτερη επίθεση, μπροστά από Φέγενορντ, Άγιαξ και τους υπόλοιπους. Σε αυτό βοήθησε πολύ η… Ιαπωνία, καθώς τα περισσότερα γκολ τα έχουν σημειώσει ο Κέντο Σιογκάι κι ο Κόκι Ογκάουα. Ο πρώτος μάλιστα εκμεταλλεύτηκε αυτή την παρουσία του και πήρε πρόσφατα μεταγραφή στη Γερμανία και τη Βόλφσμπουργκ. Ο τρίτος Ιάπωνας, ο Κοντάι Σάνο, ήταν στόχος του Άγιαξ, αλλά τελικά η NEC τον κράτησε.

Η NEC έχει πολυφωνία στην επίθεση και αυτό φαίνεται τόσο από το γεγονός ότι έχει περίπου 2,6 γκολ ανά αγώνα (!!) και, κυριώς, το κάνει χωρίς να είναι τυχερή ή “να έχει ρέντα”, καθώς και τα xGoals είναι αρκετά υψηλά. Πολυφωνία υπάρχει άλλωστε και στη δημιουργία. Ο βετεράνος επιθετικός Λίνσεν, που είχε περάσει και από τη Φέγενορντ, εκτός από τα γκολ μοιράζει και πολλές ασίστ. Κοντά του ακόμα μια παλιοσειρά, ο Σερί (που ίσως τον θυμάστε από την Μακάμπι Χάιφα), που μπορεί να είναι στα 37 του, αλλά ακόμα κάνει μαγικά στο χορτάρι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η NEC είναι γερασμένη ομάδα. Το αντίθετο. Πολλοί βασικοί παίκτες της είναι 21 και 22 ετών. Και παρότι ο προπονητής της Ντικ Σρέντερ είναι 54 ετών, τα περισσότερα του χρόνια τα είχε περάσει ως βοηθός και ως αναλυτής. Έχει λίγα χρόνια πείρας ως πρώτος, ανέβασε όμως κατηγορίες την Τζβόλε και την Καστεγιόν στην Ισπανία με επιθετικό ποδόσφαιρο και τώρα κάνει το ίδιο στη Ναϊμέγκεν.



Η NEC παίζει με τριάδα στην άμυνα και από εκεί και πέρα κάποιες μικροδιαφοροποιήσεις, κάτι ανάμεσα σε 3-4-2-1 ή 3-5-2. Δεν την ενοχλεί να έχει την κατοχή, συνήθως έχει ποσοστό πάνω από 50%, αλλά χωρίς να φτάνει σε τρομερά ποσοστά, αυτό όμως που κυνηγάει πάντα είναι η επίθεση. Κάτι που ενίοτε το πληρώνει αμυντικά, αλλά είναι κάτι που φαίνεται να μην την απασχολεί. Είναι σίγουρα διασκεδαστική στο μάτι για τον ουδέτερο. Έχει κερδίσει μέσα στο ντε Κάιπ τη Φέγενορντ με 2-4, έχει φέρει 3-3 με τη Τβέντε, 2-2 με τον Άγιαξ, έχει κερδίσει 3-4 την Μπρέντα και έχει χάσει με 3-5 από την PSV τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ναι, είναι μια χρονιά που πολλές παραδοσιακές δυνάμεις στην Ολλανδία δεν παίζουν καλά, αλλά η Ναϊμέγκεν είναι καλή και σίγουρα αρέσει, όταν τη βλέπεις.


Ο ιστορικός θρίαμβος στο Ρότερνταμ

Η λογική λέει ότι η έξοδος στην Ευρώπη φέτος είναι πολύ κοντά. Η NEC φαίνεται να μπαίνει σε μια νέα εποχή. Παρότι έχει ως… σκιώδη ιδιοκτήτη έναν δισεκατομμυριούχο, δεν πρόκειται να φτάσει σε σημείο να σκορπάει εκατομμύρια και να μπει σφήνα στους μεγάλους. Αλλά φαίνεται ότι τα χρόνια που ήταν μεταξύ Β’ και Α’ εθνικής περνούν. Προσπαθεί να βάλει ξανά την περιοχή της στον χάρτη του ολλανδικού ποδοσφαίρου. Να ζήσει στιγμές όπως όταν υποδέχτηκε την Μπαρσελόνα ή όπως όταν έπαιρνε μεγάλο διπλό στη Μόσχα. Κυρίως όμως, θέλει να διαφυλάξει τον τοπικό της χαρακτήρα. Να είναι η ομάδα που εκπροσωπεί την πόλη της.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero

Άλλο ένα παράδειγμα για τον ΠΑΣ

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #115 στις: Πεμ 09 Απρ 2026 17:52 »
To «Life of Brian» είναι για αρκετούς η κορυφαία στιγμή της κωμικής ευφυίας των Monty Python. Μια τρομερή σάτιρα που βλέπεται άνετα ξανά και ξανά και δικαίως τοποθετείται στις ψηλότερες θέσεις της λίστας με τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών.
Μια ταινία που αντιμετώπισε αρκετά εμπόδια και πριν κυκλοφορήσει (να'ναι καλά ο Τζορτζ Χάρισον των Beatles που έβαλε το χέρι στην τσέπη) αλλά και μετά, καθώς λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε σε διάφορα μέρη του κόσμου. Κάτι που φυσικά δεν πτόησε τους γλεντζέδες Άγγλους κωμικούς, που δεν έχαναν ευκαιρία να εκμεταλλευτούν κάθε αναποδιά. Γι' αυτό και την κυκλοφόρησαν στη Σουηδία με μια σημείωση στην αφίσα που έλεγε «Τόσο αστεία που απαγορεύτηκε στη Νορβηγία»!
Εκτός από τις αμέτρητες κλασικές πλέον σκηνές και ατάκες, η ταινία άφησε σαν παρακαταθήκη κι ένα πολυαγαπημένο τραγούδι. Tο «Always Look on the Bright Side of Life» δεν ήταν ένα πιασάρικο, ψευδοαισιόδοξο κομμάτι που απλώς έδινε την κατάλληλη δόση ειρωνείας στη σκηνή που χρησιμοποιήθηκε. Ήταν ένα τραγούδι που αποτύπωνε ως ένα βαθμό τη φιλοσοφία ζωής των Monty Python. Όταν το 1989 πέθανε σε ηλικία 48 ετών ο Γκράχαμ Τσάπμαν (ο πρώτος από την παρέα που έφευγε από τη ζωή) στην επιμνημόσυνη δέηση ένα από τα υπόλοιπα μέλη ανέβηκε στο βήμα, άρχισε να τραγουδάει "Χαμογελάστε, ξέρετε τι λένε, κάποια πράγματα στη ζωή είναι άσχημα...» και σύντομα όλη η αίθουσα τον ακολούθησε σε μια υπέροχη σκηνή που άνετα θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται σε ταινία των Monty Python.
Το τραγούδι έγινε παγκόσμια επιτυχία, χρησιμοποιήθηκε σε διάφορες περιστάσεις (και σε αρκετές κηδείες) και πολύ αναμενόμενα έφτασε και στα γήπεδα, γιατί το ποδόσφαιρο δεν είναι κάτι ξεκομμένο από την κοινωνία και τις Τέχνες. Οι οπαδοί της Χάμαρμπι το τραγουδάνε πολύ συχνά, τις περισσότερες φορές για να πικάρουν τους αντιπάλους μετά από κάποια μεγάλη νίκη. Αυτές τις μέρες του Πάσχα (όλως τυχαίως, ή και όχι) οι Σουηδοί πήγαν τη σχέση τους με τους Monty Python ένα βήμα πιο πέρα, καθώς στο πρώτο εντός έδρας παιχνίδι της σεζόν σήκωσαν ένα εντυπωσιακό tifo με τη φράση «Life of Bajen» (όπου bajen είναι το παρατσούκλι του συλλόγου).
El Sombrero (βίντεο)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 29.479
    • Προφίλ
Απ: Υπόλοιπη Ευρώπη
« Απάντηση #116 στις: Παρ 24 Απρ 2026 21:42 »
Η κυρία Κάρλα δεν έβαλε ποτέ γκολ, δεν είχε τρομερές ιδέες για το 4-3-3 ή το 3-5-2, δεν είχε κάποιο σημαντικό πόστο στη διοίκηση. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες βρισκόταν στα πλυντήρια της Γκόου Αχέντ Ιγκλς στην Ολλανδία και φρόντιζε οι φανέλες να είναι καθαρές για τους παίκτες.
Τώρα που ήρθε η ώρα να αποχωρήσει, η διοίκηση την τίμησε, ο κόσμος την αποθέωσε και ένα υπέροχο πανό με τις απλωμένες για να στεγνώσουν φανέλες σηκώθηκε στο γήπεδο. Δίπλα τους υπήρχε το μήνυμα: «Κάρλα, σύμβολο της ομάδας, σε ευχαριστούμε για όλα!»
Γιατί, όπως έχουμε πει πολλές φορές, οι ομάδες δεν είναι μόνο οι παίκτες και οι προπονητές τους, αλλά και όλοι αυτοί οι άνθρωποι που τρέχουν μόνιμα στο παρασκήνιο.


Στα 27 αυτά χρόνια που ήταν εκεί έζησε ανόδους, υποβιβασμούς, εξόδους στην Ευρώπη και τη μεγαλύτερη σύγχρονη επιτυχία της ομάδας, τέτοιες ακριβώς μέρες πέρσι:
https://www.facebook.com/sombrerogr/posts/pfbid036w7NJ8TdBX1QsPB9safR6xJYkK8ZUK27yRZhoXqsdWrJNoAJHjwqcWFay3FRCLkXl
El Sombrero (φωτογραφία)