Αποστολέας Θέμα: Ισπανικό ποδόσφαιρο  (Αναγνώστηκε 2616 φορές)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 15.188
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #25 στις: Πεμ 07 Νοέ 2019 22:24 »

Γρανάδα, η ομάδα που ξανακέρδισε τον κόσμο της

Είναι γνωστό ότι η Ανδαλουσία είναι ένα από τα πιο όμορφα και ενδιαφέροντα μέρη στην Ισπανία. Είναι γνωστές και ιδιαιτερότητες των ντόπιων, το πάθος τους, οι διαφορές τους με κατοίκους άλλων περιοχών της χώρας, κάτι που βγαίνει και στο ποδόσφαιρο. Στο ποδόσφαιρο που το ενδιαφέρον μονοπωλούν οι ομάδες της Σεβίλλης και σε δεύτερο βαθμό η Μάλαγα. Στην Ανδαλουσία όμως φέτος εμφανίζεται, έστω και προσωρινά, μια ακόμα ποδοσφαιρική επιλογή από μια άλλη πόλη. Η Γρανάδα είναι γνωστή για το πανεπιστήμιό της και για την Αλάμπρα, αλλά όχι ιδιαίτερα για το ποδόσφαιρό της.

Παρ’ ότι η τοπική ομώνυμη ομάδα ιδρύθηκε το 1931, οι παρουσίες της στη μεγάλη κατηγορία είναι πάνω κάτω καμιά εικοσαριά, με καλύτερη περίοδό της τη δεκαετία του 1970, όταν και είχε συνεχή παρουσία στην Α’ εθνική της Ισπανίας, φτάνοντας μάλιστα δύο φορές στην έκτη θέση. Από το 1976 και μετά άρχισε η παρακμή που την έφερε μέχρι και στην Δ’ εθνική, όχι κάτι πολύ τιμητικό για μια πόλη με πάνω από 200.000 κατοίκους. Πιθανότατα δεν θα ασχολούμασταν μαζί της σήμερα, αν το 2009, με την ομάδα στη Σεγούντα Β’, ο σύλλογος δεν έπεφτε στα χέρια της οικογένειας Πότσο από την Ιταλία.



Στο σημείο αυτό, θα ανοίξει ξανά μία κουβέντα όπως έγινε πρόσφατα και με τη Φαμαλικάο. Γιατί η οικογένεια Πότσο αντιπροσωπεύει λίγο πολύ όλα όσα μας ενοχλούν στο σύγχρονο ποδόσφαιρο. Είναι οι ιδιοκτήτες της Ουντινέζε που άνοιξαν τις δουλειές τους και σε άλλες ομάδες της Ευρώπης, όπως τη Γρανάδα και την Γουόντφορντ πιο πρόσφατα. Με λίγα λόγια, αν εξαιρέσουμε ίσως την Ουντινέζε, βλέπουν τις ομάδες τους ως “αποθήκες” παικτών, ευκαιρία να διακινήσουν ποδοσφαιριστές, να βγάλουν κάποια χρήματα και αυτό ήταν. Από την άλλη βέβαια ήταν ο Τζίνο Πότσο που ανέλαβε τη Γρανάδα και την ανέβασε αμέσως δύο κατηγορίες, φτάνοντας ξανά στην Πριμέρα το 2009 μετά από 30 περίπου χρόνια. Και αυτό πρέπει να του πιστωθεί. Ο κόσμος είδε ξανά στο Νουέβο Εστάδιο ντε λος Κάρμενες όλα τα αστέρια του ισπανικού ποδοσφαίρου.

Η Γρανάδα μάλιστα, όχι απλά ανέβηκε με τη νέα ιδιοκτησία, κατάφερε και να διατηρηθεί στην κατηγορία, δίνοντας φυσικά κάθε χρόνο μάχη και γλιτώνοντας για ελάχιστους βαθμούς. Μέχρι το 2017, που με μόλις 4 νίκες σε 38 παιχνίδια τερμάτισε 20η και υποβιβάσθηκε. Το κακό είναι, ότι η Γρανάδα όλα εκείνα τα χρόνια δεν μας άφησε και πολλά για να τη θυμηθούμε. Δεν είχε κάποιον χαρακτήρα ως ομάδα, δεν είχε κάτι να σε κάνει να τη συμπαθήσεις. Τη σεζόν 2016-17 το κέντρο διερχομένων είχε νοματαίους από καμιά 20αρια χώρες, πολλοί εξ αυτών δανεικοί από όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ευρώπης.


Το ρόστερ της Γρανάδα το 2017, βγαλμένο από συνεδρίαση του ΟΗΕ. Μεταξύ των ονομάτων, οι “δικοί μας” Κονέ, Ουακάσο, Πόνσε και Καρσελά.

Ο μέσος όρος εισιτηρίων κατρακύλησε κάτω από τις 15.000, σε αντίθεση με τα 20.000 που ήταν τη χρονιά της ανόδου και μεταξύ μας, σε κανέναν δεν έλειψε ιδιαίτερα. Ήδη η ομάδα είχε αλλάξει χέρια, αφού το καλοκαίρι του 2016 η οικογένεια Πότσο ολοκλήρωσε το έργο της και πούλησε στον Κινέζο Ζιανγκ Λιζάνγκ που κατά διαβολική σύμπτωση έχει κι αυτός εταιρεία εκπροσώπησης παικτών. Στο deal μπλέχτηκε κι η Media Base, εταιρεία του Πέρε Γκουαρδιόλα, ναι αδερφού του Πεπ. Ο Λιζάνγκ που εκείνο το καλοκαίρι βγαίνοντας για ψώνια αγόρασε και την Πάρμα, κατάφερε να ρίξει την ομάδα, αφού έφερε 18 νέους παίκτες, κάνοντας ακόμα χειρότερη την τακτική της περιόδου Πότσο. Εκτός φυσικά από παίκτες, άλλαξε και αρκετούς προπονητής, από τον Πάκο Χέμεθ και τον Λούκας Αλκάραθ μέχρι τον… Τόνι τον Άνταμς (θυμίζοντας λίγο την επιλογή Νέβιλ στη Βαλένθια).


Ένας Ιταλός πουλάει σε έναν Κινέζο μια ισπανική ομάδα.

Πέφτοντας σε μια από τις πιο δύσκολες δεύτερες κατηγορίες της Ευρώπης, πολλοί υπέθεσαν ότι δεν θα ξαναβλέπαμε τη Γρανάδα σύντομα. Και τα πράγματα δεν έδειχναν πολύ θετικά. Όσοι βέβαια αναπολούσαν την παλιά κατάσταση, κατάλαβαν σύντομα ότι μάλλον η Γρανάδα γλίτωσε. Ο πρώην πρόεδρος Κίκε Πίνα, παλιός ποδοσφαιριστής, μάνατζερ (με μεγάλες επιτυχίες τις μεταγραφές Ρικέλμε και Σαβιόλα παλιότερα) και δεξί χέρι της οικογένειας Πότσο συνελήφθη. Οι κατηγορίες ήταν ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή, αφού είχε κρύψει μέσω εταιρειών offshore τα πανάκριβά του αυτοκίνητα, τα σπίτια και τα χρήματά του που είχε βγάλει από το αλισβερίσι παικτών. Την ίδια στιγμή ο ίδιος δεν εμφανιζόταν πουθενά, αφού όλες του οι δουλειές γίνονταν στο όνομα του πατέρα του και της αδερφής του.

Ο Πίνα είχε αφήσει το στίγμα του βέβαια στη Γρανάδα και με άλλον τρόπο. Η εφημερίδα El Mundo αποκάλυψε ότι άνθρωποι του Λιζάνγκ διαπίστωσαν ότι τόσο τα αποδυτήρια των παικτών, όσο και των διαιτητών βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Μέσα στους ανιχνευτές κίνησης και καπνού υπήρχαν κάμερες και έτσι η Γρανάδα ζούσε σε ένα καθεστώς Big Brother με την παλιά διοίκηση να βλέπει τα πάντα. Η δικαιολογία του ανθρώπου του Πίνα ήταν ότι οι κάμερες μπήκαν για περίπτωση… κλοπή οργάνων γυμναστικής, αλλά το γεγονός ότι έβλεπαν και τους διαιτητές δεν αφήνει πολλά περιθώρια ερμηνείας.


Από Μονεγάσκος, Ανδαλουσιανός. Ο Αντόνιο Κορντόν είναι από τους βασικούς λόγους της πορείας της ομάδας.

Κάπως έτσι η Γρανάδα, χωρίς ιδιαίτερες βλέψεις, αγωνίστηκε το 2017-18 στη Σεγούντα. Ο Λιζάνγκ πάντως φάνηκε να μαθαίνει, μετά το πάθημα του υποβιβασμού. Έτσι, για αρχή έφερε τον Αντόνιο Κορντόν στην ομάδα. Το όνομά του ίσως να είναι άγνωστο σε πολλούς, αλλά πρόκειται για τον άνθρωπο που για 17 χρόνια έκανε κουμάντο στη Βιγιαρεάλ σε όλα τα θέματα των μεταγραφών. Ένας άνθρωπος για όλες τις δουλειές, από το σκάουτινγκ μέχρι το κλείσιμο συμφωνιών έχτισε σπουδαίο όνομα στο Κίτρινο Υποβρύχιο και το εκμεταλλεύτηκε δεχόμενος μια προσφορά “που δεν μπορούσε να αρνηθεί” το 2016 από τη Μονακό και τον ζάμπλουτο ιδιοκτήτη της Ριμπόβλεφ. Πράγματι, η Μονακό χάρη και στις κινήσεις του Κορντόν κατέκτησε το πρωτάθλημα τη σεζόν 2016-17, αλλά ο Κορντόν την εγκατέλειψε αμέσως μετά και βρήκε θέση στις επιχειρήσεις του Λιζάνγκ.

Ο Κορντόν, παρά το γεγονός ότι… μεγαλοπιάστηκε, δεν δείχνει να ξεχνά κάποιες βασικές αρχές του ποδοσφαίρου. Και αποφάσισε να αλλάξει πολιτική στη Γρανάδα. Οργάνωσε ένα ισχυρό τμήμα σκάουτινγκ και άρχισε να ξεψαχνίζει όλη την Ανδαλουσία για να βρει ταλέντα. Οι εποχές των καραβιών με ξένους τελείωσαν στη Γρανάδα. Παράλληλα, έφερε στην ομάδα τον κόουτς Ντιέγκο Μαρτίνεθ με ένα βιογραφικό που δεν τρόμαζε κανέναν. Ο Μαρτίνεθ δεν έπαιξε ποτέ μπάλα σε υψηλό επίπεδο, ασχολήθηκε από νωρίς με την προπονητική. Πέρασε πολλά χρόνια στις ακαδημίες της Σεβίλλης (ανακάλυψη του Μόντσι) αφήνοντας έργο και ουσιαστικά σε υψηλό επίπεδο, είχε μια σεζόν στην Οσασούνα και την παρουσία του ως βοηθός του Ουνάι Έμερι. Ο Κορντόν όμως φαίνεται ότι έχει ταλέντο και στο σκάουτινγκ προπονητών.


Ο πιο νέος κόουτς στη Λα Λίγκα

Η επιλογή ήταν περίεργη, αλλά η πορεία των δικαίωσε. Πέρσι η Γρανάδα έκανε μια εντυπωσιακή σεζόν κατακτώντας τη 2η θέση στη Σεγούντα και μαζί την απευθείας άνοδο, παρά το γεγονός ότι είχε το 9ο μεγαλύτερο μπάτζετ. Αυτό δεν άλλαξε πολλά στην τακτική του Κορντόν και του Μαρτίνεθ. Η ομάδα δεν είχε πολλά χρήματα στη διάθεσή της και καμία όρεξη να φέρει ένα σωρό γυρολόγους. Η Γρανάδα φέτος έχει το τρίτο χαμηλότερο μπάτζετ στην κατηγορία πίσω από Μαγιόρκα και Βαγιαδολίδ και στο ρόστερ της, σε αντίθετη με την προηγούμενο screenshot από τη Wikipedia, βλέπεις πολλές ισπανικές σημαιούλες δίπλα στα ονόματα. Και όχι μόνο, μια ντουζίνα από τους παίκτες του ρόστερ είναι Ανδαλουσιανοί. Η ομάδα απέκτησε ξανά δέσιμο με τον κόσμο της και ταυτότητα. Ο κόουτς Μαρτίνεθ στα 38 του είναι ο πιο νέος προπονητής στην κατηγορία και έχει φτιάξει αποδυτήρια, έχει δημιουργήσει έναν κορμό και την κατάλληλη ψυχολογία για να δοθεί η μάχη της σωτηρίας. Σε αυτόν προσθέτουν ποιότητα παίκτες όπως ο Ματσίς, ένας παίκτης που εντυπωσίασε και με τη Βενεζουέλα στο τελευταίο Κόπα Αμέρικα και παλιές καραβάνες όπως ο Άνχελ Μοντόρο κι ο Ρομπέρτο Σολδάδο.



Ο κόσμος που το 2017 ζητούσε από τη διοίκηση του Κινέζου ιδιοκτήτη να φύγει, είναι πλέον ικανοποιημένος και πίνει νερό στο όνομα του Μαρτίνεθ και των παικτών του, ενώ έχει συγχωρέσει και τον Λιζάνγκ που στην αρχή της χρονιάς ζήτησε συγγνώμη από τον κόσμο της ομάδας, λέγοντας ότι δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις και έκανε πολλά λάθη στην αρχή. Και φαίνεται πόσο σημαντικό είναι όταν δεν ξέρεις από μπάλα, να αφήνεις την ομάδα στα χέρια πιο ικανών ανθρώπων. Το είδαμε και στη Βαλένθια αυτό, όταν ο Λιμ αποφάσισε να αφήσει το κουμάντο σε πιο ικανούς ανθρώπους, μέχρι τελικά να επιστρέψει στις παλιές συνήθειες.

Όποιος περιμένει να αγαπήσει τη Γρανάδα για το τίκι-τάκα της, για την υψηλή της τεχνική ή κάτι παρόμοιο θα απογοητευτεί. Αλλά κάθε τέτοια ομάδα που με πενιχρά (σε σχέση με τα μεγέθη της λίγκας) μεγέθη κάνει κατάθεση ψυχής στο γήπεδο, είναι άξια συγχαρητηρίων. Η Γρανάδα κατάφερε για λίγες ώρες, έστω και χάρη στην αναβολή του Ελ Κλάσικο, να βρεθεί στην κορυφή της Λίγκας. Πριν ξεκινήσει αυτή η αγωνιστική και υποδεχτεί τη Ρεάλ Σοσιεδάδ και παρά την ήττα της από τη Χετάφε βρισκόταν στην τρίτη θέση. Και σίγουρα κανείς δεν μπορεί με σιγουριά να πει ότι η ομάδα που κέρδισε με 2-0 την Μπαρτσελόνα θα συνεχίσει έτσι. Το ξέρουν κι οι ίδιοι οι άνθρωποί της. Αυτό που κατάφεραν όμως είναι ότι όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, η Γρανάδα θα το κάνει με τον σωστό ποδοσφαιρικό τρόπο.
blog.stoiximan.gr
El Sombrero

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 15.188
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #26 στις: Κυρ 12 Ιαν 2020 21:22 »
Στην Ισπανία αποφάσισαν να κάνουν το Σούπερ Καπ κάτι σαν... Final 4 και να το διοργανώσουν στη Σαουδική Αραβία. Ελάχιστοι φίλαθλοι θα ταξιδέψουν κι η απόφαση είναι σχεδόν όσο τραγική όσο το... Κύπελλο του Προέδρου της Ομοσπονδίας που έγινε το 1941 και πήρε μόλις 6 χρόνια για να βγάλει νικητή:



Το Κύπελλο των Τεσσάρων
Όχι δε μιλάμε για κάποια ποδοσφαιρική παραλλαγή του κλασσικού μυθιστορήματος της ελληνικής γραμματείας (“Το μυθιστόρημα των Τεσσάρων” για τους αστοιχείωτους, που έλεγε και ο Τζιμάκος). Απλώς με τη μορφή που έδωσε ο Λουίς Ρουμπιάλες στο Σούπερ Καπ της Ισπανίας, και καθώς κανείς δεν τον έχει για κάποιον σοβαρό αντρεπρενέρ, για να έχει νέες ιδέες, ψάξαμε να βρούμε από που προέρχεται αυτή η ντροπή των διοργανώσεων.

Για όσους δεν ξέρουν, το φετινό Σούπερ Κόπα στην Ισπανία δεν θα διεξαχθεί όπως στις νορμάλ χώρες και διοργανώσεις, με ματς μεταξύ του πρωταθλητή, της Μπαρσελόνα εν προκειμένω, και του κυπελλούχου, της Βαλένθια αντίστοιχα. Δεν θα διεξαχθεί ούτε με την ισπανική έκδοση που ήθελε να είναι διπλά ματς με τη ρεβάνς στην έδρα της πρωταθλήτριας ομάδας. Θα γίνει μέσα Γενάρη, στη Σαουδική Αραβία, σε μορφή Φάιναλ Φορ. Παρακάμπτω το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο δανείζεται οργανωτικές μορφές από το μπάσκετ, που από μόνο του είναι ανέκδοτο, και μένω στην εκπληκτική επιτυχία που έχει η προπώληση εισιτηρίων, με τα τέσσερα κλαμπ να έχουν πουλήσει την ώρα που γράφεται το κείμενο 1.076 εισιτήρια αθροιστικά (700 η Μαδρίτη, 300 η Μπαρσελόνα, 50 η Ατλέτικο και 26 η Βαλένθια). Αν σε αυτό συμπεριλάβουμε το μακρινό ταξίδι που πρέπει να κάνουν οι παίχτες στη μέση της σεζόν καταλαβαίνουμε ότι η ομοσπονδία έχει κάνει αυτό που λέει ο ΛεΠα «Μια Ομορφιά». Ρουπιάλες, του χρόνου να το διοργανώσουμε στο Μαΐάμι που έχεις και άκρες.



Κάνουμε τώρα ένα φλας μπακ στο μακρινό 1941. Ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη βρίσκεται στη μέση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στην Ισπανία του Φράνκο, η οποία δε συμμετάσχει ενεργά στον πόλεμο, η μπάλα παίζεται κανονικά. Το ίδιο και στην Πορτογαλία. Έτσι με αφορμή ένα φιλικό παιχνίδι που έγινε 12 Ιανουαρίου του 1941 μεταξύ Ισπανίας και Πορτογαλίας (2-2 το σκορ) και καθώς λόγω του πολέμου δεν υπήρχαν διεθνή ματς, ο τότε πρόεδρος της Ισπανικής Ομοσπονδίας, Λουίς Σάουρα δελ Παν, πρότεινε στον Πορτογάλο ομόλογό του τη δημιουργία ενός «Ιβηρικού κυπέλλου». Σε αυτό θα έπαιζαν οι τέσσερις πρώτοι της Ισπανίας και οι τέσσερις πρώτοι της Πορτογαλίας, σε διπλά ματς, μέσα έξω με βαθμολογία 2-1-0. Η ιδέα όμως δεν προχώρησε από την πλευρά των Πορτογάλων. Ακολουθώντας τα μέσα πειθούς που είχαν πρόχειρα τότε, οι Ισπανοί κάλεσαν τους Πορτογάλους για ένα νέο φιλικό το Μάρτιο για να το ξανασυζητήσουν. Εκεί οι Ισπανοί ρίχνουν 5 γκολ στην Πορτογαλία στο Μπιλμπάο πριν παρουσιάσουν ξανά την πρόταση. Οι Πορτογάλοι λένε «σιγά μη μας ξαναδείτε».

Βέβαια όπως καταλαβαίνετε ο φραγκικός Σάουρα δελ Παν δεν ήταν πολύ δεκτικός στο να του απορρίπτουν ιδέες. Έτσι εκμεταλλεύεται τον τρόπο που διοργανώνεται το πρωτάθλημα και το κύπελλο της εποχής και υλοποιεί την ιδέα του εγχώρια. Τότε το κύπελλο Ισπανίας ήταν η διοργάνωση που παιζόταν την άνοιξη και το καλοκαίρι, αφού τελείωνε το πρωτάθλημα που ήταν η διοργάνωση του φθινοπώρου και του χειμώνα. Ο Σάουρα δελ Παν δημιουργεί ένα κενό 6 εβδομάδων ανάμεσα στις δύο διοργανώσεις για να φτιάξει το «Κύπελλο των Τεσσάρων». Ο επίσημος τίτλος ήταν «Κύπελλο του Προέδρου της Ομοσπονδίας», λες και η ματαιοδοξία του Σάουρα δελ Παν δεν είχε ταβανιάσει ήδη.


O εμπνευστής της μαγείας αυτής.

Οι τέσσερις πρώτοι της βαθμολογίας τότε ήταν οι: Ατλέτικο Αβιαθιόν, Ατλέτικο δε Μπιλμπάο (Όχι Αθλέτικ, καθώς ο Φράνκο είχε επιβάλλει την ισπανοποίηση του ονόματος), Βαλένθια και Μπαρσελόνα. Οι ημερομηνίες ήταν οι Κυριακές 6, 13, 20 και 27 Απριλίου, 2 και 9 Μαΐου. Όλα φαίνονται πολύ καλά, μόνο που αυτό που έγινε θα το ζήλευε και ο πιο διεστραμμένος λατινοαμερικάνος διοργανωτής.

Καθώς αυτή η διοργάνωση οργανώθηκε στο κεφάλι του Σάουρα δελ Παν τέλη Μαρτίου, οι ομάδες ενημερώθηκαν τελευταία στιγμή. Το βασικό πρόβλημα το είχε η Βαλένθια που είχε κανονίσει διπλά φιλικά προετοιμασίας για το κύπελλο Ισπανίας με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Την πρωταπριλιά λοιπόν, η Βαλένθια είχε ήδη παίξει το ματς στο Μεστάγια και η ρεβάνς στο Μπερναμπέου θα παιζόταν στις 4 του μήνα. Αλλά στις 6 έπρεπε να παίξει για τη νέα διοργάνωση με την Ατλέτικο Αβιαθιόν, πράγμα που δε γινόταν. Οπότε η Βαλένθια για να παίξει το ματς στις 6 του μήνα έπρεπε να αποζημιώσει τη Ρεάλ Μαδρίτης τόσο για τα έξοδα του ταξιδιού στη Βαλένθια για το πρώτο ματς, όσο και για τις εισπράξεις από τα εισιτήρια για το 2ο ματς που δε θα παιζόταν με υπαιτιότητά δικιά της. Η Βαλένθια δεν είχε απολύτως καμία διάθεση να τα κάνει όλα αυτά και έτσι ζήτησε να μεταφερθεί το ματς της 6ης Απριλίου για άλλη ημερομηνία και έπαιξε κανονικά το φιλικό στις 4 του μήνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης.



Στις 6 Απριλίου 1941 λοιπόν παίχτηκε μόνο το ματς της Μπιλμπάο με τη Μπαρσελόνα. Αντίθετα, τις άλλες ημερομηνίες τα ματς παίχτηκαν κανονικά. Αφού τελείωσαν τα ματς στις 9 Μαΐου, η βαθμολογία ήταν 7 βαθμοί για τη Βαλένθια, από 6 για τις δυο Ατλέτικο και 3 για τη Μπαρσελόνα. Όμως χωρίς να έχει παιχτεί το ματς μεταξύ της Ατλέτικο Αβιαθιόν με τη Βαλένθια δεν μπορούσε να αναδειχθεί νικητής. Τον Σάουρα δελ Παν τον διαδέχθηκε στην προεδρία της Ομοσπονδίας ο Χαβιέ Μπαρόσο. Τον Μπαρόσο ο Ρεβέρο Μενέσες. Τον Μενέσες ο Μουνιόθ Καλέρο. Αυτός ανακάλυψε ότι υπήρχε αυτή η εκκρεμότητα. Το ημερολόγιο πια έδειχνε Αύγουστο του 1947!

Ο Καλέρο αποφάσισε να τελειώσει με αυτήν την εκκρεμότητα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1947, μια βδομάδα πριν ξεκινήσει το πρωτάθλημα του 1947-48. Η Ατλέτικο Αβιαθιόν λεγόταν πια Ατλέτικο Μαδρίτης και από τους παίχτες που είχαν παίξει στο τουρνουά του 1941 στο ρόστερ της είχε μείνει μόνον ένας! Στη Βαλένθια είχαν μείνει μόλις 5. Από αυτούς τους 5 ο ένας ήταν ο Εϊθαγκίρε, ο καλύτερος τερματοφύλακας στην Ισπανία τότε και φυσικά τερματοφύλακας και της εθνικής. Αυτός όμως είχε τσακωθεί με τη διοίκηση και γι’αυτό το λόγο του είχαν κρεμάσει το δίπλωμα.



Η Βαλένθια κατέβηκε με έναν δεκαεννιάχρονο στο τέρμα που τον έλεγαν Κάντι. Έφαγε τέσσερα γκολ και έτσι 6 χρόνια μετά από την έναρξη της διοργάνωσης, το «Κύπελλο των Τεσσάρων» αποτέλεσε τον πρώτο τίτλο που κατακτούσε η Ατλέτικο Μαδρίτης με το νέο της όνομα. Ουσιαστικά, η Ατλέτικο έχει στην τροπαιοθήκη της ένα μοναδικό κύπελλο.

Μετά από σχεδόν 80 χρόνια κάποιος άλλος διεστραμμένος οργανωτικός εγκέφαλος, φρόντισε ν’ αναβιώσει τη διοργάνωση με τους 4 πρώτους της βαθμολογίας. Στο πιο μοντέρνο βέβαια, βάσει απαιτήσεων χορηγών, σε εξωτικούς προορισμούς και πρακτικά χωρίς οπαδούς. Ελπίζω τουλάχιστον να έχει την ίδια τύχη η διοργάνωση με εκείνη που αποτέλεσε έμπνευσή της.
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος davelis

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 5.099
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #27 στις: Δευ 13 Ιαν 2020 19:23 »
Ναι, τραγικό,  αλλά η ομοσπονδία πηρε 120 εκατομμύρια για τρια χρονια  :P

Αποσυνδεδεμένος OV1950

  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 1.348
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #28 στις: Δευ 13 Ιαν 2020 19:48 »
Με 120 εκατομμύρια για την Ομοσπονδία, τους έστελνα να παίξουν και στην Ανταρκτική.

Αποσυνδεδεμένος RASTA

  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 2.713
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #29 στις: Τρι 14 Ιαν 2020 20:41 »
Με 120 εκατομμύρια για την Ομοσπονδία, τους έστελνα να παίξουν και στην Ανταρκτική.
δεν είναι έτσι ρε συ ΟV.... ποδόσφαιρο χωρίς οπαδούς δεν είναι ποδόσφαιρο..
Το να ΠΑΣ να παίξεις στο κάθε Κατάρ κ εμιράτο ή το Λος Άντζελες για να δουν κάτι σαν περιφερόμενο θίασο οι Άραβες ή οι Αμερικάνοι επειδή πληρώνουν κ όχι οι οπαδοί των δύο ομάδων , βάζει άλλο ένα καρφί στο φέρετρο του (μοντέρνου) ποδοσφαίρου...
" Ανυποχώρητος: σημαίνει να είναι το κεφάλι σου μέσα στο στόμα του λύκου κι εσύ να του λες άντε γαμήσου... "

Fidel Castro

Αποσυνδεδεμένος OV1950

  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 1.348
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #30 στις: Τετ 15 Ιαν 2020 08:56 »
Με 120 εκατομμύρια για την Ομοσπονδία, τους έστελνα να παίξουν και στην Ανταρκτική.
δεν είναι έτσι ρε συ ΟV.... ποδόσφαιρο χωρίς οπαδούς δεν είναι ποδόσφαιρο..
Το να ΠΑΣ να παίξεις στο κάθε Κατάρ κ εμιράτο ή το Λος Άντζελες για να δουν κάτι σαν περιφερόμενο θίασο οι Άραβες ή οι Αμερικάνοι επειδή πληρώνουν κ όχι οι οπαδοί των δύο ομάδων , βάζει άλλο ένα καρφί στο φέρετρο του (μοντέρνου) ποδοσφαίρου...

Προτιμώ να βλέπω τα πράγματα ωμά και ρεαλιστικά:
- Αν οι ομάδες τους δεν είχαν τα έσοδα που έχουν, οι οπαδοί θα βλέπανε αυτούς τους παίκτες στις ομάδες τους;
Όχι, δε θα τους έβλεπαν.
- Έχουν οι ομάδες τους μεγάλα έσοδα επειδή μια φανελίτσα με το όνομα ενός παίκτη και το σήμα της ομάδας μπορεί να πωλείται σε εκείνες τις χώρες για 70-100 ευρώ; Ναι έχουν.
Αφού έχουν μεγάλα έσοδα τότε πρέπει κάτι να κάνουν και γι' αυτούς τους πελάτες. Αν αυτό είναι ένα χρυσοπληρωμένο τουρνουά, τότε ακόμα καλύτερα.

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 15.188
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #31 στις: Πεμ 23 Ιαν 2020 19:23 »
Η Έκρηξη του Γυναικείου Ποδοσφαίρου στην Ισπανία


Στις 28 Απριλίου η Μπαρσελόνα παίζει ημιτελικό Τσάμπιονς Λιγκ με τη Μπάγερν. Όχι, δεν κάνω κάποιο λάθος ούτε στις ημερομηνίες, ούτε στους συλλόγους. Απλώς δε θα παίξουν ο Μέσι, ο Σουάρες, ο Κοουτίνιο ή ο Πικέ, αλλά η Αλέξια, η Λέια, η Μάρτενς και η Ντάγκαν. Η Μπαρσελόνα, μαζί με την Ατλέτικο, τη Λεβάντε και την Αθλέτικ Μπιλμπάο ηγούνται της ανάπτυξης του γυναικείου ποδοσφαίρου στην Ισπανία, που τα τελευταία τρία χρόνια βρίσκεται σε έκρηξη.

Αντίθετα με τα αντρικά τμήματα όπου οι Ισπανοί κυριαρχούν τα τελευταία 10 χρόνια στην Ευρώπη, τα γυναικεία τμήματα ήταν πολύ πίσω από τα αντίστοιχα της Γερμανίας (πρώτη Λίγκα που ασχολήθηκε σοβαρά με το γυναικείο ποδόσφαιρο), της Γαλλίας και της Αγγλίας. Τα γυναικεία τμήματα των Βόλφσμπουργκ, Μπάγερν, Λυών, Άρσεναλ και Τσέλσι έχουν καταφέρει να γίνουν παραδοσιακές δυνάμεις του χώρου. Οι Ισπανοί δεν μπορούσαν να μείνουν στην απέξω και έτσι προσπάθησαν με σχέδιο και δομές να αναπτύξουν τα γυναικεία τμήματα. Και αντίθετα με τις μαρκετίστικες ηλιθιότητες, όπως τα παιχνίδια στις ΗΠΑ, που θέλουν να κάνουν στην αντρική Λα Λίγα, το γυναικείο ποδόσφαιρο πήρε το εγχειρίδιο των τμημάτων υποδομής.


Ο Πρόεδρος της Λίγα Φεμινίνα με τις αρχηγούς των ομάδων. (Φώτο από την el periodico.)

Μία βασική αρχή ήταν να είναι ένα προϊόν αυτόνομο, να μην εξαρτάται δηλαδή από την επαιτεία των αντρικών τμημάτων. Μέχρι το 2016, οι παίκτριες δεν ήταν επαγγελματίες και φυσικά αυτό σήμαινε ότι δεν είχαν συμβόλαια που να τους θεμελιώνουν εργασιακά δικαιώματα όπως ασφάλιση. Η Μελάνια Σερράνο, αμυντικός της Μπαρσελόνα, δήλωσε στην Ελ Παίς πριν τρεις μήνες «Μέχρι το 2015 δούλευα σε ένα σχολείο ως παρατηρήτρια εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Ήταν πολύ δύσκολο να τα ισορροπήσω με το ποδόσφαιρο. Μετά ήρθε η Ιμπερόλα». Η Ιμπερόλα, μια εταιρία ενέργειας, είναι ο κεντρικός χορηγός της γυναικείας Λα Λίγα. Η είσοδός της έδωσε τη δυνατότητα να γίνει η 1η κατηγορία επαγγελματική, να δοθούν συμβόλαια, να γίνουν συμβάσεις, να υπάρξει ασφάλιση για τις παίκτριες.

Η Ιμπερόλα μόνη της δεν μπορούσε να δώσει τα πάντα. Έτσι, η Λα Λίγα αποφάσισε να ακολουθήσει το σωστό μοντέλο αύξησης κερδών. Στα αντρικά τμήματα τα έσοδα προέρχονται πρωτίστως από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, δεύτερον από τους χορηγούς και τρίτα στη λίστα είναι τα εισιτήρια. Το να βρεθεί χορηγός αποδείχθηκε εύκολο. Η συνδρομητική τηλεόραση επίσης το 2016 αποφάσισε να επενδύσει στο γυναικείο ποδόσφαιρο. Η Μέδιαπρο και το συνδρομητικό κανάλι «Γκολ» πήραν τα τηλεοπτικά δικαιώματα του γυναικείου ποδοσφαίρου και πέρα από τα έσοδα, έβαλαν κανόνες που βοήθησαν στην ανάπτυξή του. Τα παιχνίδια διεξάγονται πρωί ή μεσημέρι, ώστε να μην πέφτουν πάνω στα αντρικά, και κάπως έτσι ο κόσμος άρχισε να τα βλέπει και να πηγαίνει. Εκτός αυτού, μπήκαν διαφημίσεις των γυναικείων ματς πριν ή στα ημίχρονα των αντρικών παιχνιδιών και τροποποιήθηκαν τα γήπεδα ώστε να γίνονται καλύτερα οι μεταδόσεις.



Το τρίτο στοιχείο ήταν κάτι που οι Ισπανοί ξέρουν να κάνουν καλά. Το ποδόσφαιρο βάσης. Το 2015 η εθνική ομάδα γυναικών έπαιξε για πρώτη φορά σε Μουντιάλ. Για να συμβεί αυτό ξεκίνησαν από τις ηλικίες των 12 να εκπαιδεύουν τα κορίτσια, ακριβώς στις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προγράμματα εκγύμνασης και τακτικής εκμάθησης που έκαναν τα αγόρια. Έτσι πήραν ένα Μουντιάλ κάτω των 17 και πήγαν σε τελικό Μουντιάλ κάτω των 21. Προ 2014 οι Ισπανίδες παίκτριες στη Λα Λίγα ήταν το 1,5% του συνόλου των ποδοσφαιριστών. Σήμερα είναι το 5,8%, αύξηση 41% σε μόλις 5 χρόνια (στοιχεία από το σάιτ της Λα Λίγα). Προφανώς η απόσταση είναι ακόμα τεράστια, όπως όμως και η δυναμική ενός κλάδου που πρακτικά υπάρχει ελάχιστα χρόνια.

Τέλος, το θέμα των εισιτηρίων. Εδώ υπάρχουν ακόμα τεράστιες αποστάσεις. Υπάρχουν σύλλογοι όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης, όπου η προσέλευση είναι τόσο μεγάλη που πλέον η γυναικεία ομάδα αγωνίζεται στο ίδιο γήπεδο με την αντρική. Το φετινό ματς, ντέρμπι κορυφής με την Μπάρσα, έκανε παγκόσμιο ρεκόρ εισιτηρίων στο γυναικείο ποδόσφαιρο με 60.739 θεατές. Η Ατλέτικο, κάτοχος του πρωταθλήματος, έχασε από τη δεύτερη Μπαρσελόνα 0-2 και το πρωτάθλημα πλέον παίζεται κάθε αγωνιστική στον πόντο. Η Μπάρσα παίζει ακόμα στο Μινιεστάδι με μ.ο. εισιτηρίων κοντά στα 5.500, γι’αυτό είναι ακόμα πολύ μακρυά η σκέψη να ανοίξει κάποτε το Καμπ Νόου για το γυναικείο τμήμα. Η Λεβάντε παίζει στο ίδιο γήπεδο με την αντρική ομάδα, ενώ η Αθλέτικ Μπιλμπάο αγωνίζεται στο δεύτερο γήπεδο της και όχι στο Σαν Μαμές. Τα εισιτήρια κοστίζουν πάνω-κάτω όσο μία μπύρα για να μπορεί να πηγαίνει εύκολα ο κόσμος και ενώ τα νούμερα είναι ακόμα χαμηλά, η προσέλευση τα 3 τελευταία χρόνια έχει πενταπλασιαστεί.


Δυο γυναικείες ομάδες της δεύτερης κατηγορίας σε καθιστική διαμαρτυρία στο κέντρο του γηπέδου μετά από σεξιστικά συνθήματα που άκουγαν από τις εξέδρες. Στην Τεράσα της Καταλωνίας. (Φώτο από el diario).

Με όλα τα παραπάνω είναι εμφανές ότι το γυναικείο ποδόσφαιρο έχει καταφέρει να χτίσει ένα δικό του αυτόνομο οικονομικό πλαίσιο για να αναπτυχθεί, που είναι και το σωστό. Ο τρόπος είναι σταθερός και παρότι ξεκίνησε το εγχείρημα 100 χρόνια μετά από τα αντρικά τμήματα, η άνοδος είναι τρομακτική. Επίσης, όλοι οι μεγάλοι σύλλογοι, πλην Ρεάλ Μαδρίτης, έχουν επενδύσει στα γυναικεία τμήματα. Πρωτίστως η Ατλέτικο, που πια έχει και μια οπαδική βάση για τις γυναίκες, και μετά η Μπαρσελόνα που έχει κάνει τα τελευταία 2 χρόνια τη μεγαλύτερη επένδυση σε μεταγραφές και συμβόλαια σε γυναίκες παίκτριες. Πέρυσι, η Ατλέτικο έκανε κοινό γύρο του θριάμβου για τις πρωταθλήτριες της Λα Λίγα και τους νικητές του Γιουρόπα άντρες, βάζοντας μπροστά το πούλμαν των γυναικών, καθώς αξιολόγησαν το πρωτάθλημα πάνω από το Γιουρόπα. Η Μπαρσελόνα κάνει προμόσιον με παίχτες από την αντρική και παίκτριες από τη γυναικεία ομάδα μαζί. Το ίδιο και η Λεβάντε και η Μπιλμπάο.

Φυσικά, δεν είναι όλα ρόδινα. Η μισθολογική απόσταση, όπως καταλαβαίνετε από τα οικονομικά δεδομένα χορηγών, τηλεοπτικών και εισιτηρίων, είναι γιγάντια. Η πιο ακριβοπληρωμένη παίχτρια της Λα Λίγα (Ντάγκαν, Μπαρσελόνα) παίρνει το χρόνο όσα ο Μέσσι τη μισή βδομάδα. Επίσης, υπάρχουν ακόμα τα σεξιστικά στερεότυπα όταν ένα κορίτσι θέλει να γραφτεί σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου, με τα κλασικά «πήγαινε να πλύνεις κανένα πιάτο», έως πανό μέσα στα γήπεδα που να γράφουν «το χορτάρι δεν είναι μέρος για γυναίκες». Και φυσικά υπάρχει ένα τεράστιο έλλειμμα γυναικείου προσωπικού πέρα από τις παίκτριες. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν μόλις δυο γυναίκες προπονητές στη γυναικεία Λα Λίγα. Ήταν τρεις, αλλά η Σεβίλλη απέλυσε την προπονήτρια της λόγω κακής πορείας της ομάδας και την αντικατέστησε με άντρα.


H Μαρία Πρι της Μπέτις. Μακροβιότερη γυναίκα προπονήτρια στη Λίγα Φεμινίνα. (Φώτο από el Mundo).

Η Μαρία Πρι της Μπέτις είναι η μακροβιότερη γυναίκα σε πάγκο ομάδας. Βρίσκεται από το 2012 στο Βιγιαμαρίν. Μαζί με την Ιρένε Φαρέρας της Ράγιο Βαγιεκάνο είναι οι δύο γυναίκες προπονήτριες της Λίγα Φεμινίνα. Σε συνέντευξη που έδωσαν στην Ελ Μούνδο τον περασμένο Οκτώβριο είπαν ότι ενώ όλο και περισσότερος κόσμος αγκαλιάζει το γυναικείο ποδόσφαιρο, η έλλειψη προπονητριών σχετίζεται και με άλλες κοινωνικές συνθήκες. Η Φαρέρας δήλωσε «Στη χρονιά μου στη γυμναστική ακαδημία στα 89 άτομα που είχαμε επιλέξει το ποδόσφαιρο ως κατεύθυνση μόλις 3 ήμασταν γυναίκες. Ένας βασικός λόγος που δεν υπάρχουν γυναίκες προπονήτριες είναι ότι βγαίνουν ελάχιστες από τις ακαδημίες, ακόμα». Η Πρι συμπλήρωσε «Φυσικά και υπάρχει έλλειψη ευκαιριών όταν όλες τις αποφάσεις στις διοικήσεις τις παίρνουν άντρες. Ενώ η κοινωνία γίνεται ολοένα και πιο ανοιχτή, οι διοικήσεις δεν έχουν την τόλμη να τοποθετήσουν γυναίκες στους πάγκους». Και οι 2 στο τέλος συμφώνησαν ότι η επαγγελματικοποίηση του γυναικείου ποδοσφαίρου θα ανεβάσει σε βάθος χρόνου το ποσοστό των γυναικών στους πάγκους, καθώς σύμφωνα με τη Φαρέρας: «Μια παίκτρια μπορεί πλέον να ζήσει από το ποδόσφαιρο ως επάγγελμα. Δε χρειάζεται να γυρνάει σπίτι της 2 τα ξημερώματα μετά από ένα εκτός έδρας ματς στη Βαρκελώνη και να πρέπει να σηκωθεί στις 6 το πρωί για να πάει στη δουλειά».


Τετάρτη βράδυ σήμερα και στο Μπιλμπάο 48.121 άνθρωποι πήγαν στο γήπεδο για να δούνε την ομάδα γυναικών της Αθλέτικ που υποδέχεται την Ατλέτικο για το κύπελλο Ισπανίας.

Σε άλλα νέα, το σ/κ που μας πέρασε στα οχτώ παιχνίδια της Σούπερ Λιγκ κόπηκαν συνολικά 33.206 εισιτήρια.
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 15.188
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #32 στις: Πεμ 06 Φεβ 2020 19:40 »
Παράθεση
Σε ένα πρωτάθλημα που βλέπεις γήπεδα γεμάτα με ανθρώπους όλων των ηλικιών, πολλές γυναίκες και παιδιά, είναι πολύ ανησυχητικό ότι τον τελευταίο καιρό υπάρχουν όλο και περισσότερα κρούσματα βίας, αλλά και ρατσισμού. Μια ματιά πάνω σε ένα πρόβλημα που φαίνεται να εμφανίζεται ξανά στα ισπανικά γήπεδα:



Η Επάνοδος του Χουλιγκανισμού στην Ισπανία
«Δέχθηκα σήμερα ρατσιστική επίθεση από την εξέδρα». Μετά το τέλος του ματς της Εσπανιόλ με την Αθλέτικ Μπιλμπάο ο Ινιάκι Γουΐλιαμς βγήκε και έκανε την παραπάνω δήλωση. Δε μίλησε για το ματς, δεν τον ενδιέφερε η ήττα της Μπιλμπάο. Ο Γουίλιαμς ήταν το τελευταίο θύμα της εξέδρας της Εσπανιόλ, που η αλήθεια είναι έχει ένα μεγάλο ιστορικό τέτοιων συμπεριφορών.

Πριν το ματς, στην Κορνελιά, στα προάστια της Βαρκελώνης, είχαν πλακωθεί οι οργανωμένοι οπαδοί των δύο συλλόγων. Και μπορεί αυτοί της Εσπανιόλ να είναι τόσο λίγοι που μετράνε απουσίες στο γήπεδο, αλλά στην Ισπανία δεν υπάρχει η κουλτούρα οι οπαδοί να ταξιδεύουν με την ομάδα στα εκτός έδρας ματς, όπως στην Αγγλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία ή την Ιταλία. Συνήθως μιλάμε για εσωτερικούς μετανάστες, οπαδούς συλλόγων που ζουν ήδη στην πόλη όπου διεξάγεται το ματς.


Η φωτογραφία από τη Marca που πέρασε τις ιαχές πιθήκου που έκαναν οι οπαδοί της Εσπανιόλ.

Οι οργανωμένοι οπαδοί της Εσπανιόλ σχετίζονται με την άκρα δεξιά, ενώ αυτοί της Αθλέτικ με τον αναρχικό χώρο. Σε κάποια άλλη χώρα η απορία θα ήταν: «Mα γιατί σας πήρε τόσο καιρό να πλακωθείτε;». Στην Ισπανία η απάντηση είναι ότι απλώς δεν είχαν βρεθεί. Υπάρχει διαφορά μεταξύ του «κάποιοι σκόρπιοι μέσα στην εξέδρα», που δεν τους πειράζει κανείς, και του οργανωμένου οπαδού.

Λίγες ώρες μετά στη Βαλένθια οργανωμένοι του τοπικού συλλόγου και οργανωμένοι της Μπαρσελόνα πλακώθηκαν πριν το μεταξύ τους ματς. Από τη Βαλένθια το υπεύθυνο οπαδικό κλαμπ ήταν οι «Γιομούζ», σκληρά ακροδεξιό φαν κλαμπ, που από το Σεπτέμβρη η επίσημη Βαλένθια το είχε πετάξει εκτός γηπέδου λόγω επιθέσεων σε άλλα φαν κλαμπ του συλλόγου που δε μοιράζονταν τις ακραίες θέσεις τους. Από την πλευρά της Μπαρσελόνα ήταν οι γνωστοί από πάντα «Μπόσος Νόις». Οπαδικό κλαμπ που ξεκίνησε από τα αριστερά για να καταλήξει με τα χρόνια στην εθνικιστική, καταλανική στην περίπτωσή του, δεξιά και ακροδεξιά (για όποιον ενδιαφέρεται, εδώ μια πιο αναλυτική ιστορία αυτής της μετάβασης).



Τα επεισόδια αυτά έρχονται να προστεθούν σε διάφορα πλακώματα, όπως στο τοπικό μικρό ντέρμπι της Μαδρίτης, Λεγανές-Χετάφε (σαν να λέμε Προοδευτική-Ιωνικός), στο περυσινό Γαλιθιάνικο ντέρμπι και σε συναντήσεις με οπαδούς ξένων συλλόγων, όπως με αυτούς της Λυών. Μετά τη δολοφονία του οπαδού της Λα Κορούνια από μέλος του Φρέντε Ατλέτικο στη Μαδρίτη, υπήρξε μια περίοδος ύφεσης, όμως αρχικά η έξαρση των ρατσιστικών επιθέσεων στα ισπανικά γήπεδα και, κατά δεύτερον, η προσπάθεια ανασύνταξης των χουλιγκάνων, κυρίως των μεγάλων κλαμπ, αρχίζει να δημιουργεί πάλι ένα επικίνδυνο σκηνικό από τα παλιά.

Σε μεγάλο βαθμό, όπως πάντα φυσικά, την ευθύνη την έχουν οι διοικήσεις. Οι Μπόσος Νόις έχασαν όλα τους τα ερείσματα όταν ο Λαπόρτα τους πέταξε έξω. Οι επιτυχίες του συλλόγου μετά και η παγκοσμιοποίηση της εξέδρας του Καμπ Νόου τους έκανε περιττούς και αδιάφορους. Άλλωστε υπάρχουν άλλες «Πένιας» (έτσι λέγονται στην Ισπανία τα κλαμπς οπαδών) που κάνουν κερκίδα χωρίς επεισόδια. Ο Φλορεντίνο Πέρεθ έχει τους Ούλτρα Σουρ κάτω από απόλυτο έλεγχο και στο Μπερναμπέου δεν συμβαίνει το παραμικρό. Ακόμα και μικρότεροι σύλλογοι με μεγάλες οπαδικές βάσεις, όπως η Μπέτις και η Σεβίλλη, έχουν αρκετά μεγάλο έλεγχο των οργανωμένων οπαδών τους.

Εδώ να διευκρινίσουμε ότι όταν λέμε «έλεγχο», τουλάχιστον στην Πριμέρα, δεν εννοούμε ότι κάνουν ό,τι πει ο πρόεδρας ως καλός στρατός. Έλεγχος σημαίνει, στα Ισπανικά μέτρα, ότι όσο δεν προκαλούν επεισόδια και πηγαίνουν στο γήπεδο ως φαν κλαμπς χωρίς να επιβάλλουν στους άλλους τη νοοτροπία τους είναι όλα καλά από την πλευρά του συλλόγου. Ο σύλλογος με τη σειρά του αναγνωρίζει τις «Πένιας» ως επίσημες, με τα μπόνους στις τιμές των εισιτηρίων που φέρει αυτό, και έτσι είναι όλοι χαρούμενοι. Κάπως έτσι για παράδειγμα κατέληξε η Ατλέτικο να ανέχεται το φασιστικό Φρέντε στις εξέδρες της για πολλά χρόνια, μέχρι που κάποιο μέλος του δολοφόνησε κάποιον οπαδό φιλοξενούμενης ομάδας. Θα μου πείτε τώρα, αν δολοφονούσαν εκτός ποδοσφαιρικού πλαισίου δεν ενδιέφερε το σύλλογο; Και η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι. Το αυτό ισχύει και για τους Γιομούζ της Βαλένθια. Έφυγαν από την εξέδρα μόνο όταν επιτέθηκαν σε άλλα μέλη της, όχι πριν.



Αντίθετα η Μπαρσελόνα ήταν τρομακτικά ευτυχής που είχε πετάξει τα Τρελά Αγόρια (αυτό σημαίνει Μπόσος Νόις στα Καταλανικά) εκτός γηπέδου. Οι Μπόσος ήταν μια συνεχής πηγή επεισοδίων, πριν καν φτάσουμε στις γραφικότητες με τα μπουκάλια ουίσκι και τις γουρουνοκεφαλές στον Φίγκο. Το θέμα στη Βαρκελώνη είναι ότι όταν η ομάδα σταμάτησε να έχει τις συνεχόμενες επιτυχίες και με πρόεδρο ένα μαρκετίστα ντολμά όπως ο Μπαρτομέου χάθηκε ο έλεγχος. Στην περίπτωση της Μπαρσελόνα βέβαια υπάρχει άλλος ένας παράγοντας που έχει μια διττή επίδραση στο οπαδικό της κομμάτι.

Το Καταλανικό ζήτημα έχει δημιουργήσει δύο αντίρροπες τάσεις. Στη Βαρκελώνη, υπάρχει μια προσπάθεια ανασύνταξης των Μπόσος Νόις πάνω στη βάση του καταλανικού εθνικισμού, της διεκδίκησης της ανεξαρτησίας και του τι θεωρούν ότι η Μπαρσελόνα ως σύλλογος συμβολίζει σε αυτό το πλαίσιο. Η προσπάθεια βέβαια στηρίζεται όπως λένε οι ίδιοι στο να γίνουν ξανά «οι οπαδοί που θα προκαλούν τον περισσότερο τρόμο σε όλη τη Λα Λίγα». Όπως έγραφε και ο δημοσιογράφος που έκανε το ρεπορτάζ γι’ αυτούς στην «Ελ Παΐς», προσοχή στη χρήση του «Λα Λίγα» και όχι «της Ισπανίας».

Αυτή η νέα συσπείρωση γύρω από το καταλανικό των νέων Μπόσος Νόις δημιουργεί αντίδραση στην υπόλοιπη Ισπανία από τα ακροδεξιά, Φραγκικά φαν κλαμπ όπως το Φρέντε ή οι Γιομούζ. Το σκηνικό είναι εύκολο να στηθεί. “Έρχονται οι Καταλανοί εδώ που είναι Ισπανία και θα τους δείξουμε εμείς”. Και ανάποδα, “έρχονται οι κατακτητές Ισπανοί στην Καταλωνία, να πάρουν μια γεύση ανεξαρτησίας”. Και τώρα στην ερώτηση του εκατομμυρίου, πώς και στο clasico δε συμβαίνει τίποτα; Διότι, όπως είναι αυτονόητο, εκεί υπάρχει πολύ μεγάλος έλεγχος. Παρά την αγωνιστική πτώση των δύο μεγάλων Ισπανών, το clasico είναι το πιο εμπορικό παιχνίδι του κόσμου. Και ναι, οι διοικήσεις ασχολούνται και το προστατεύουν.



Κλείνοντας, θα συνοψίσω την εκτίμηση για την άνοδο του χουλιγκανισμού στην Ισπανία σε τρία βασικά σημεία. Πρώτον, ο μειωμένος έλεγχος των διοικήσεων πάνω στους οπαδούς. Σε κλαμπ όπως η Ρεάλ Μαδρίτης, όπου κάποιος ασχολείται σοβαρά με το θέμα, δεν υπάρχουν κρούσματα. Στις Μπαρσελόνα, Ατλέτικο, Βαλένθια, Μπιλμπάο και σε άλλες υπάρχει θέμα. Δεύτερον, το καταλανικό ζήτημα που δημιουργεί μια ανασύνταξη, στους οπαδούς της Μπαρσελόνα κυρίως, και αντιδράσεις από τα φαν κλαμπς που σχετίζονται με την φραγκική ακροδεξιά στην υπόλοιπη χώρα. Και τρίτον, σε μικρότερο βαθμό, η πτώση του επιπέδου του πρωταθλήματος, σε συνδυασμό με τη διεθνοποίηση της Λα Λίγα που αφήνει χώρο στα εξωαγωνιστικά και δημιουργεί συνθήκες αποξένωσης του ντόπιου πληθυσμού από τους συλλόγους.

Να πω εδώ ότι δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για το κοντινό μέλλον. Οι διοικήσεις των ομάδων ασχολούνται με τους χορηγούς σε Ασία και Αμερική, η Λα Λίγα παλεύει να διοργανώσει ένα παιχνίδι πρωταθλήματος στο Μαϊάμι και πρόεδρος της Ομοσπονδίας είναι ένας δηλωμένος ακροδεξιός. Αν όλα αυτά δεν είναι τρομακτικά για το «Πρωτάθλημα που συγκινεί τον κόσμο», τότε εγώ πάω πάσο. Τουλάχιστον ακόμα στην Ισπανία η ταυτοποίηση των δραστών και το πέταγμα τους εκτός γηπέδου γίνεται το πολύ σε 48 ώρες από το συμβάν.
sombrero.gr

Παράθεση
Boixos Nois. Η Ιστορία των φανατικών της Barça


Με το τέλος της δικτατορίας του Franco στην Ισπανία, νεαροί οπαδοί των περισσότερων αθλητικών συλλόγων στην χώρα, προσπάθησαν να δημιουργήσουν τους δικούς τους ιδεολογικούς χώρους και να αποκτήσουν μια ιδιαίτερη ταυτότητα σε μια κοινωνία που εμφανώς βρισκόταν σε φάση αλλαγής και προσαρμογής στα νέα δεδομένα που έφερνε το δημοκρατικό πια, πολίτευμα.

Στα τέλη του 1970 το Camp Nou ήταν ένα γήπεδο όπου χιλιάδες κόσμου μαζεύονταν κάθε Κυριακή για να απολαύσει την αγαπημένη του Barcelona. Μια μερίδα φιλάθλων όμως, νεαρής ηλικίας στην πλειοψηφία τους, θεωρούσαν ότι η ατμόσφαιρα στο γήπεδο δεν ήταν ενθουσιώδης, τουλάχιστον στον βαθμό που κατά την γνώμη τους άρμοζε στον σύλλογο.

Έτσι το 1981 μια ομάδα 50 ανθρώπων με μπροστάρη έναν πρώην αθλητή του συλλόγου, τον Josep Tortosa, ιδρύει έναν σύνδεσμο φιλάθλων που φιλοδοξεί να βάλει φωτιά με την παρουσία του στις κερκίδες του Camp Nou. Ο σύνδεσμος βαφτίζεται Boixos Nois (τρελά αγόρια) ένας συνδυασμός της λέξης τρελός (boig) και της γειτονιάς Can Boixeres, του μέρους όπου συγκεντρώνονταν τα μέλη του συνδέσμου πριν και μετά τους αγώνες. Για λογότυπο επιλέγεται το αγγλικό μπουλντόγκ. Στα πρώτα του βήματα η οργάνωση του συνδέσμου ήταν υποτυπώδης. Οι συναντήσεις των μελών περιορίζονταν μόνο στις ημέρες που διεξάγονταν οι αγώνες της ομάδας.

Ωστόσο οι επιρροές από κουλτούρες άλλων χωρών δεν αργούν να κάνουν την εμφάνιση τους. Σε αυτό βοήθησε και η διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1982 στην Ισπανία, το οποίο αποτέλεσε μια πολύ σημαντική πηγή έμπνευσης και αλληλεπίδρασης για τους νεαρούς Καταλανούς που γνωρίστηκαν και αντάλλαξαν απόψεις με Άγγλους και Ιταλούς (κυρίως) οπαδούς και έμαθαν τον τρόπο λειτουργίας τους. Πολλοί μάλιστα, στη συνέχεια πραγματοποιούν ταξίδια στην Βρετανία και την Ιταλία για να παρακολουθήσουν από κοντά την ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν εκεί οι ντόπιοι οπαδοί.

Στο μεταξύ στη Βαρκελώνη, η χορήγηση από την διοίκηση του συλλόγου, φθηνών εισιτηρίων στη μαθητική νεολαία με σκοπό να προσελκύσει νέους σε ηλικία φιλάθλους στο γήπεδο, συγκυριακά ευνόησε και τους Boixos Nois, στις τάξεις των οποίων εντάσσονταν νέοι από όλα τα κοινωνικά στρώματα της πόλης με σκοπό να γεμίσουν το Camp Nou με χρώματα και ενθουσιασμό που όμοιος του δεν θα είχε εμφανιστεί ποτέ ξανά. Το κάτω διάζωμα στη Νότια πλευρά του γηπέδου, έγινε το δεύτερο σπίτι τους.

Η αντίληψη τους σε ότι αφορούσε την υποστήριξη της ομάδας, ήταν πως: «Κάποιοι πηγαίνουν στο γήπεδο για να απολαύσουν θέαμα. Εμείς προτιμούμε να δημιουργούμε θέαμα. Πρόκειται για το πώς αντιλαμβάνεται κανείς την διασκέδαση»

Η ανάπτυξη του συνδέσμου υπήρξε ραγδαία. Το πάθος τους για την ομάδα καθώς και ο δεδηλωμένος καταλανισμός, τους έκαναν αρχικά ιδιαίτερα συμπαθείς τόσο στις τάξεις των παικτών όσο και στους υπόλοιπους μη οργανωμένους φιλάθλους. Τα μέλη των Boixos άρχισαν επίσης να εμπορεύονται μπλούζες, σημαίες και κασκόλ του συνδέσμου, δείγμα κι’ αυτό της οργάνωσης που άρχισαν να αποκτούν.

Ωστόσο οι Boixos Nois δεν έμελλε να γίνουν ποτέ ένας απλός σύνδεσμος υποστηρικτών της Barcelona. Οι πολιτικές πεποιθήσεις τους και η (τουλάχιστον στο ξεκίνημα τους) αριστερή ιδεολογία, τους έφερε κοντά με αντίστοιχους συνδέσμους άλλων συλλόγων, όπως οι Herri Norte Taldea της Athletic Bilbao, οι Indar Gorri της Osasuna, οι Pena Mujika της Real Sociedad και οι Brigadas Amarillas της Cadiz. Ταυτόχρονα οι ακροδεξιών πεποιθήσεων  Ultras Sur της Ρεάλ Μαδρίτης, οι LFN της Zaragoza και μετέπειτα οι Brigadas Blanquiazules της Espanyol και οι Yomus της Valencia, έγιναν ορκισμένοι εχθροί τους. Η ιστορία επρόκειτο να ξεφύγει πολύ σύντομα από τα αμιγώς αθλητικά πλαίσια..

Η αρχή της βίας και η γέννηση των Blanquiazules


Η ταχεία εξέλιξη των Boixos συνοδεύτηκε και από μία εξίσου γρήγορη εμφάνιση φαινομένων βίαιης συμπεριφοράς και βανδαλισμών από μέλη του συνδέσμου που στη συνέχεια εξελίχθηκαν και σε συγκρούσεις σώμα με σώμα με οπαδούς άλλων ομάδων. Η πρώτη σημαντική βίαιη αντιπαράθεση συνέβη το 1983.

Η Barcelona αντιμετώπιζε στην Σαραγόσα την Ρεάλ Μαδρίτης για τον τελικό του Copa Del Rey. Η ταυτόχρονη παρουσία των Boixos Nois και των Ultras Sur στις κερκίδες προκάλεσε σοβαρές συμπλοκές μεταξύ των φανατικών, την ώρα που η αστυνομία φανερά απροετοίμαστη, έμεινε θεατής των επεισοδίων. Ο απλός κόσμος πίσω στη Βαρκελώνη άρχισε να δείχνει τη δυσφορία του για την συμπεριφορά των Boixos, ωστόσο οι εκρήξεις βίας έμελλε πλέον να είναι αλυσιδωτές.

Η τραγωδία στο Heysel στις 29 Μαϊου 1985 όπου 39 άνθρωποι που βρισκόταν στις κερκίδες των υποστηρικτών της ιταλικής Juventus έχασαν τη ζωή τους και πάνω από 600 τραυματίστηκαν, όταν οι οπαδοί της Liverpool παραβίασαν ένα κιγκλίδωμα που τους χώριζε από τους Ιταλούς, με τραγικά στη συνέχεια αποτελέσματα, αποτέλεσε την αφορμή για τις αρχές και στην Βαρκελώνη για να ασχοληθούν πιο σοβαρά με τα φαινόμενα βίας στα γήπεδα, αλλά δυστυχώς έδωσε και το έναυσμα στους Boixos για να προχωρήσουν σε άλλη μια κίνηση ντροπής.

Στις 5 Μαρτίου 1986 η Barcelona υποδέχτηκε την Juventus στα πλαίσια μιας αναμέτρησης των δύο ομάδων για το πρωτάθλημα Ευρώπης. Η παρουσία της αστυνομίας ήταν ισχυρή. 800 αστυνομικοί περιφρουρούσαν τους 5000 Ιταλούς οπαδούς, ωστόσο το Camp Nou πήρε φωτιά όταν στην κερκίδα των Boixos Nois υψώθηκε πανό που ευχαριστούσε τους οπαδούς της Liverpool για την τραγωδία της προηγούμενης χρονιάς, προκαλώντας την αντίδραση ακόμη και των υπόλοιπων φιλάθλων των Καταλανών που βρισκόταν στο γήπεδο.

Σε συνέντευξη που έδωσε μέλος των Boixos τον Απρίλιο του 2004 δήλωσε για το συγκεκριμένο περιστατικό: «Θυμάμαι το Heysel. Έβλεπα τον αγώνα από την τηλεόραση και πανηγύριζα για τους Άγγλους χούλιγκανς. Ένιωθα να μεγαλώνει μέσα μου η αίσθηση του χουλιγκανισμού και μου άρεσε πολύ! Πολιτικά βέβαια οι Άγγλοι μου είναι αδιάφοροι..»

Η αστυνομία σε συνεργασία με την διοίκηση εντατικοποίησε τους ελέγχους στο νότιο τμήμα του γηπέδου, εκεί που κατοικοέδρευαν οι Boixos, εγκαταστάθηκαν κάμερες ασφαλείας και το νότιο διάζωμα χωρίστηκε με την βοήθεια κιγκλιδωμάτων σε 8 τομείς. Δημιουργήθηκαν έτσι κάποιες μικρότερες ομάδες όπως οι Anarko Sud και κάποιες πολυάριθμες όπως οι Cel - Lules Blaugrana.

Εν τω μεταξύ οι Boixos είχαν ξεκινήσει να δημιουργούν προβλήματα και σε άλλα γήπεδα όπως στη Sarria, έδρα της Espanyol, παραδοσιακού αντιπάλου της Barcelona. Όταν οι blaugrana αγωνιζόταν εκεί, οι Boixos προπηλάκιζαν νεαρούς υποστηρικτές της Espanyol, μέλη της Penya Juvenil, ενός συνδέσμου που είχε δημιουργηθεί με την παρότρυνση της διοίκησης των Pericos και αποτελούνταν από νεαρούς, κυρίως φιλήσυχους όμως, οπαδούς. Οι σκληροπυρηνικοί της Espanyol αποφάσισαν τότε να ιδρύσουν έναν σύνδεσμο στα πρότυπα των Boixos. Τον ονόμασαν Brigadas Blanquiazules, αδελφοποιήθηκαν με τους Ultras Sur της Μαδρίτης και παρακολουθούσαν μάλιστα μαζί πολλούς αγώνες των ομάδων τους. Ξεκίνησε έτσι στην Βαρκελώνη ένας φαύλος κύκλος κλιμακούμενης εχθρότητας.

Η συχνότητα των συμπλοκών στην ευρύτερη περιοχή της Βαρκελώνης αυξήθηκε δραματικά το 1986. Τραυματίζονται πολλοί, μαχαιρώνεται οπαδός των Boixos από έναν Ultra της Espanyol ενώ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς μετά από έναν αγώνα μεταξύ των δύο ομάδων στο Camp Nou, οι υπεύθυνοι ασφαλείας παραδέχονται ότι απέτυχαν να διαχωρίσουν τους οπαδούς, οι οποίοι χρησιμοποιώντας τις ζώνες των παντελονιών τους και τα κοντάρια των σημαιών, μετατρέπουν το γήπεδο σε πεδίο μάχης. «Παλαιότερα, πηγαίναμε στη Sarria και κάναμε ότι θέλαμε. Δεν υπήρχε καμία αντίσταση. Στη συνέχεια όμως με τη δημιουργία των Blanquiazules τα πράγματα άλλαξαν. Άρχισαν να φέρουν μαχαίρια και υπήρχε κάποιο ρίσκο για εμάς». (Συνέντευξη μέλους των Boixos, Μάρτιος 2004)

Το μακελειό δεν έχει τέλος. Τον Δεκέμβρη του 1990 άλλος ένας 21χρονος οπαδός των Boixos μαχαιρώνεται σε στάση λεωφορείου και τα αντίποινα δεν αργούν. Ένα μήνα μετά πέντε μέλη των Boixos επιτίθενται σε δύο μέλη των Blanquiazules. Ο 16χρονος Jose Maria Arboleas τραυματίζεται σοβαρά και ο 19χρονος Frederic Rouquier δολοφονείται.

Η μακροχρόνια αντιπαλότητα της Barcelona και της Espanyol σε συλλογικό επίπεδο, φάνταζε πλέον σαν πταίσμα μπροστά στις αθλιότητες των φανατικών των δυο ομάδων.

Οι Sang Cule και η δολοφονία του Guillem Agullo


Η κατάσταση στα τέλη της δεκαετίας του’80, είχε εμφανώς πλέον ξεφύγει από τον έλεγχο. Η αστυνομία διαμαρτυρόταν ότι δεν είχε την αμέριστη συμπαράσταση της διοίκησης του συλλόγου στο κυνήγι των ταραξιών, καταλογίζοντας της ότι δεν αναγνώριζε πιθανούς υπόπτους που συλλαμβάνονταν ενώ από την μεριά της η διοίκηση ισχυριζόταν ότι οι αρμοδιότητες της τελείωναν στον έλεγχο των εντός γηπέδου δραστηριοτήτων των Boixos Nois και ότι για όσα συνέβαιναν εκτός Camp Nou, αποκλειστικός υπεύθυνος ήταν η αστυνομία.

Μετά από μια σειρά σοβαρών επεισοδίων εντός του Camp Nou, η διοίκηση αποφάσισε να απομακρύνει τους Boixos από την παραδοσιακή τους θέση, μεταφέροντας τους το 1989 στο πάνω διάζωμα του νότιου πετάλου του γηπέδου.  Εν τω μεταξύ στον πυρήνα των Boixos Nois ο οποίος στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ ομογενής, είχε παρεισφρήσει (από το 1986) σημαντικός αριθμός ακροδεξιών skinheads, που ευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό για τα επεισόδια που περιγράφονται στο δεύτερο μέρος. 

Έτσι όταν στα τέλη του 1990 οι Boixos επέστρεψαν στο αγαπημένο τους κάτω διάζωμα, ένα μέρος τους αρνήθηκε να τους ακολουθήσει, σχηματίζοντας έναν άλλο σύνδεσμο, τους Sang Cule Cor Catala (cule αίμα, Καταλανική καρδιά).

Οι Sang Cule αποφάσισαν να αποστασιοποιηθούν από τους Boixos Nois, στους οποίους όλο και μεγάλωνε η επιρροή νέο-φασιστικών και νέο - Ναζιστικών ιδεών. Οι Sang Cules που έφταναν σε αριθμό περίπου τα 550 μέλη, ήταν έντονα πολιτικοποιημένοι και ταγμένοι στον “Καταλανικό σκοπό” και παρακολουθούσαν εκτός από τους αγώνες της ποδοσφαιρικής ομάδας και αντίστοιχους άλλων τμημάτων του συλλόγου, όπως του μπάσκετ και του χάντμπολ. Ήταν επίσης αντίθετοι στην χρήση βίας για αθλητικούς λόγους, όχι όμως και για πολιτικούς..

Αντίθετοι στην χρήση βίας ήταν και οι Almogavers, άλλο ένα γκρουπ που σχηματίστηκε μάλιστα προγενέστερα των Sang Cules, αριθμούσε κοντά στα 600 μέλη και απέκτησε εξειδίκευση στα coreo. Παρόλο που το όνομα τους παρέπεμπε στους Καταλανούς μισθοφόρους που κατά τον 14ο αιώνα λεηλατούσαν πολλές περιοχές στην Ευρώπη, οι Almogavers διαχώρισαν εξ’ αρχής την θέση τους από τους βίαιους Boixos Nois και θεωρούσαν επίσης ότι η πολιτική δεν έχει θέση στο ποδόσφαιρο.

Ένα περιστατικό που συνέβη τον Απρίλιο του 1993, επιβεβαίωσε την πεποίθηση των Sang Cule ότι οι Boixos Nois δεν διέφεραν σε τίποτα από τους ακροδεξιούς Ultras Sur της Μαδρίτης. Ο Guillem Agullo, αντιφασίστας και μέλος μάλιστα των Boixos στην περιοχή της Βαλένθια, δολοφονήθηκε από Ultras των Yomus, του ακροδεξιού συνδέσμου της ποδοσφαιρικής ομάδας των νυχτερίδων, οι οποίοι μια εβδομάδα αργότερα στον αγώνα εναντίον της Albacete, ύψωσαν προσβλητικού περιεχομένου πανό για τον αποθανών.

Λίγους μήνες μετά, οι Sang Cules υποκίνησαν μια διαμαρτυρία εναντίον των Yomus στην οποία συμμετείχαν και πολλά μέλη των Boixos Nois, όχι όμως και τα ακροδεξιοί μέλη, γεγονός που προκάλεσε σοβαρό σχίσμα στις τάξεις τους. Πολλοί προσχώρησαν στους Sang Cules ενώ κάποιοι άλλοι δημιούργησαν λίγο αργότερα (1992) ένα τρομακτικό φασιστικό έκτρωμα: τους Casuals FCB. Την ίδια στιγμή στους εναπομείναντες Boixos Nois τα ηνία πήραν οι ακροδεξιοί. Ο εμφύλιος στις κερκίδες του Camp Nou ήταν πλέον μια υπαρκτή κατάσταση. Έπρεπε να ληφθούν μέτρα και μάλιστα άμεσα.

Η ιδέα της Granda Joven και πώς έπεσε στο κενό


Ακολουθώντας μια αλληλουχία δυσάρεστων και τραγικών περιστατικών, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η El Mundo Deportivo και σχεδόν όλοι οι σύνδεσμοι φιλάθλων της Barcelona ξεκινούν μια εκστρατεία για να πείσουν την διοίκηση ότι όλα τα γκρουπ πρέπει να ενωθούν σε μία κοινή εξέδρα. Η ιδέα βαφτίζεται Grada Joven.

Η διοίκηση τελικά συμφωνεί να διαμορφώσει το κάτω βόρειο (αυτή τη φορά) διάζωμα του Camp Nou, η χωρητικότητα του οποίου είχε πέσει στις 1.000 θέσεις (μετά και τις επιταγές της UEFA περί καθήμενων) και να το παραχωρήσει για την υλοποίηση της Granda Joven. Οι επικεφαλής των συνδέσμων αντιδρούν και δείχνουν απογοητευμένοι καθώς τα μέλη τους αριθμούν περί τα 2.000. Κατά την δική τους οπτική η διοίκηση έχει παραβιάσει την αρχική  τους συμφωνία, που μιλούσε για κερκίδα χωρητικότητας 4.000 θέσεων.

Συμφωνούν εντέλει να συμμετάσχουν στο πρότζεκτ, οι βασικές αρχές του οποίου κατατίθενται και υπογράφονται από όλους τους συνδέσμους, οι οποίοι δεσμεύονται ότι εντός του σταδίου θα σταματήσουν να προτάσσουν τις ιδεολογικές απόψεις τους, γεγονός που στο παρελθόν υπήρξε η αιτία των περισσότερων εμφύλιων συγκρούσεων. Οι Boixos που αποτελούν πλέον (όχι άδικα) το κόκκινο πανί, μετατρέπονται σε επίσημη penya το 1995 και διακηρύσσουν ότι έχουν απομακρύνει από τις τάξεις τους τα ακροδεξιά στοιχεία.

Η Granda Joven αποτελείται τελικά από 4 διαφορετικούς συνδέσμους: Boixos Nois, Almogavers, Unibarcataris και Sang Cule. Οι Boixos εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι οι μόνοι δυναμικοί υποστηρικτές της ομάδας ενώ οι υπόλοιποι σύνδεσμοι παραμένουν φανερά αντίθετοι στον εκτός λογικής χουλιγκανισμό των Nois.  Παρόλο που οι ηγέτες των συνδέσμων προσπαθούν να αποτρέψουν εκ νέου συγκρούσεις, οι πολιτικές διαφορές είναι τόσο ισχυρές που οι εκ νέου εμφύλιες διαμάχες είναι αναπόφευκτες.

Το 1997 οι Sang Cule εγκαταλείπουν την ιδέα της Granda Joven και επιστρέφουν στο νότιο διάζωμα. Δύο χρόνια μετά αποχωρούν και οι άλλοι σύνδεσμοι και οι Boixos Nois μένουν και πάλι μόνοι τους. Τον Δεκέμβριο του 1997 σε έναν αγώνα εναντίον της Atletico, ένα περιστατικό έρχεται για να διαταράξει και πάλι τις ισορροπίες και να δημιουργήσει πρόβλημα στον σύλλογο.

Οι Boixos Nois απαιτούν από την διοίκηση να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή στη μνήμη ενός 26χρονου μέλους τους, που πριν λίγες ημέρες είχε φύγει από τη ζωή. Ο συγκεκριμένος, καταδικασμένος παλαιότερα για πολλά περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς, όταν το 1991 είχε εμφανιστεί σε ένα ντοκιμαντέρ που αφορούσε τους skinheads, στην ισπανική τηλεόραση, είχε ερωτηθεί αν θεωρούσε έγκλημα την δολοφονία ενός ομοφυλόφιλου (γεγονός που είχε λάβει χώρα στη Βαρκελώνη) και απάντησε χωρίς δισταγμό όχι!

Οι Boixos απειλούσαν τώρα ότι αν δεν τηρούνταν ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του, θα εγκατέλειπαν τις θέσεις τους προκαλώντας προβλήματα στις υπόλοιπες κερκίδες. Τελικά, αν και αρχικά η διοίκηση ήταν αντίθετη, συμφώνησε στο αίτημα των Nois. Την ώρα λοιπόν του ενός λεπτού σιγής, πολλοί φίλαθλοι με πρώτους τους Sang Cule αποδοκίμασαν με σφυρίγματα και φώναξαν συνθήματα: «Ναζί έξω από το Camp Nou!»  Αμέσως μέλη των Boixos κατευθύνθηκαν στις κερκίδες που βρισκόταν οι Sang Cule. Η αστυνομία και το προσωπικό ασφαλείας απέτυχε να τους εμποδίσει, με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να τραυματιστούν. Δύο μέλη των Sang Cule μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, ο ένας εκ των οποίων με συντριπτικά κατάγματα στο κρανίο!

Λίγες ημέρες αργότερα οι Sang Cule ανακοίνωσαν την προσωρινή διάλυση τους. Ένα μεγάλο κομμάτι τους ίδρυσε τους Dracs, οι οποίοι υφίστανται μέχρι και την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Δηλώνουν αντίθετοι στην χρήση βίας και παρακολουθούν πιστά τους αγώνες του συλλόγου κυρίως στο μπάσκετ και στο χάντμπολ. Σπάνια επισκέπτονταν οργανωμένα το Camp Nou, υπό τον φόβο των Boixos Nois. Η Granda Joven είχε αποτύχει.

Casuals FCB, ICC και φασισμός


Οι πρώτες φασιστικές και ακροδεξιές τάσεις στους Boixos Nois, έκαναν την εμφάνιση τους στα μέση της δεκαετίας του ’80. Μετά και την δολοφονία του Rouquier το 1991 οι Skinheads ακροδεξιοί αποφάσισαν να αλλάξουν στρατηγική για να διαφύγουν της προσοχής των αρχών. Δημιουργήθηκε έτσι το 1992 το πιο σκληροπυρηνικό παρακλάδι των Boixos, οι Casuals FCB.

Θέλοντας να αποφύγουν λοιπόν της προσοχής της αστυνομίας, άλλαξαν τρόπο ενδυμασίας (από εκεί και το.. casuals) επιλέγοντας ρούχα της Umbro, της Kappa και της Adidas και μετατράπηκαν σε “κυριλέ χούλιγκανς”. «Υιοθετούμε τα αγγλικά πρότυπα και αφήνουμε στην άκρη τις ιταλικές επιρροές» (συνέντευξη μέλους των Casuals, Μάιος 1992)

Παρόλο που θεωρητικά επιθυμούν να μείνουν στην αφάνεια, παραδόξως υψώνουν πανό με το όνομα τους στο Camp Nou, ενώ η δράση τους είναι τόσο έντονη που αναπόφευκτα γίνονται το επίκεντρο αρνητικής δημοσιότητας και συνδέονται μάλιστα με μια σκληροπυρηνική Βρετανική ακροδεξιά οργάνωση, την διαβόητη Combat 18. Ακόμη και μέλη των Blanquiazules (των φανατικών της Espanyol) εντάσσονται στις τάξεις τους, ακλόνητη απόδειξη ότι η παρουσία και των Casuals καμία απολύτως σχέση δεν έχει με την Barcelona.

Όλοι τους σε ηλικίες μεταξύ των 20 και 30, προχωρούν σε τρομερούς βανδαλισμούς και πληγώνουν και αυτοί τον σύλλογο. Στις 16 Ιανουαρίου 2000, σε έναν αγώνα των blaugrana στην Σαραγόσα, αγοράζουν κρυφά εισιτήρια μέσα στην κερκίδα των αντίπαλων οπαδών και ακολουθεί πραγματικό μακελειό. Δεν περιορίζονται όμως μόνο σε εντός των συνόρων διενέξεις.

Τον Σεπτέμβριο του 2002, ενώ η Barcelona ετοιμάζεται να αγωνιστεί στα πλαίσια του Champions League με την Βελγική Bruge στο Camp Nou, κάποιοι φανατικοί Βέλγοι απειλούν μέσω διαδικτύου τους Boixos και τους Casuals FCB. Πριν τον αγώνα, σε ένα μπαρ όπου οπαδοί των φιλοξενούμενων είναι συγκεντρωμένοι, πραγματοποιείται άλλη μια σύγκρουση. Μαχαίρια και  μπουκάλια στον αέρα συνθέτουν το σκηνικό της μάχης. Η αστυνομία συλλαμβάνει 5 οπαδούς των Casuals. Οι 4 αφήνονται ελεύθεροι λίγο πριν την έναρξη του αγώνα.

Ναζιστικά σύμβολα, ρατσιστικές προσβολές και προπηλακισμοί, είναι το υπόβαθρο των Casuals και των Boixos, μέσα σε έναν πραγματικό ναό της δημοκρατίας όπως είναι το Camp Nou. Ακόμη και οι παραδοσιακά καλές σχέσεις τους με τους οργανωμένους ομάδων κυρίως από την χώρα των Βάσκων, διαταράσσονται. Τον Ιανουάριο του 1995 μέλη των Boixos επιτίθενται απροκάλυπτα μέσα στο Camp Nou σε δύο οπαδούς της Athletic Bilbao. Το ίδιο συμβαίνει και με οπαδούς της Atleti (Frente Atletico) ενώ αναφορές της αστυνομίας μιλούν για κοινό δίκτυο εγκληματικότητας στην Βαρκελώνη και την Μαδρίτη, μεταξύ των Casuals FCB και των παιδιών του Φράνκο, τους Ultras Sur της Ρεάλ Μαδρίτης δηλαδή. 

«Υπήρξαν κάποιες αξιοσημείωτες μεταμορφώσεις. Αριστερών πεποιθήσεων οπαδοί μετατρέπονταν σε ακροδεξιούς skinheads μέσα σε μια νύχτα! Έχω στην κατοχή μου φωτογραφίες με ανθρώπους που φέρουν σβάστιγκες και κάποτε δήλωναν αριστεροί. Είχαν κάνει μάλιστα και φυλακή για χάρη της ιδεολογίας τους και τώρα.. Τι να πω, φαίνεται ότι αλλάζουν απόψεις ανάλογα με την μόδα των καιρών..» (Συνέντευξη μέλους των Boixos, Απρίλιος 2004)

Εκτός των Casuals FCB, αναφοράς αξίζει και άλλο ένα γκρουπ, οι ICC (Inter City Cule). Αποτελούμενοι από πρώην μέλη των Cel lules Blaugranes, οι ICC πήραν το όνομα τους από τους οπαδούς μιας αγγλικής ομάδας, της West Ham Utd. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα μικρό γκρουπ 15 ατόμων που ήταν έντονα πολιτικοποιημένοι αλλά και κατά της φασιστικής ιδεολογίας. «Θεωρούμε τους εαυτούς μας χούλιγκανς. Θα παλέψουμε με οπαδούς άλλων ομάδων, δεν θα επιτεθούμε όμως ποτέ σε έναν πατέρα που θα είναι στο γήπεδο με το παιδί του, ακόμη και αν είναι φίλαθλος της Μαδρίτης.» (συνέντευξη μέλους ICC, Απρίλιος 2004)

Η γνώμη των ICC για τους Boixos Nois και τους Casuals FCB αντικατοπτρίζεται στην ίδια συνέντευξη: «Αυτοί οι άνθρωποι (σ.σ. αναφέρονται στους Nois) πιστεύουν ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές ανθρώπων. Αυτή είναι μια ανοησία, επειδή ο ρατσισμός καμία σχέση δεν έχει με τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά της Καταλονίας και της Barcelona, που έχουν παράδοση στην υποδοχή και ενσωμάτωση μεταναστών. Εμείς πιστεύουμε μόνο στους Paisos Catalans και τα αυτόνομα Καταλανικά εδάφη..»

Οι ICC, μεγάλοι πλέον σε ηλικία και οι περισσότεροι με οικογένειες, έχουν εγκαταλείψει την χρήση βίας. Συνεχίζουν πάντως να δίνουν το παρών στους αγώνες στο Camp Nou.

Τα παιδιά του προέδρου


Από το καλοκαίρι του 2000 την προεδρία του συλλόγου ανέλαβε ο Joan Gaspart. Κατηγορήθηκε πολλάκις ότι διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους Boixos Nois αλλά και με ηγετικά στελέχη των Casuals FCB. Οι ενέργειες του, είναι αλήθεια ότι υπήρξαν τουλάχιστον περίεργες.

Είχε προσωπικά εκφράσει πολλές φορές δημόσια την συμπάθεια του για τους Boixos, δηλώνοντας μάλιστα ότι όταν θα αποχωρούσε από τον προεδρικό θώκο θα γινόταν μέλος του συνδέσμου! Διατηρούσε βέβαια ήδη από το 1995 (χρονιά που οι Boixos μετατράπηκαν σε επίσημη penya) στην κατοχή του, την κάρτα μέλους με αριθμό Νο1. Οι Boixos Nois αποκαλούνταν πλέον, “τα παιδιά του προέδρου.”

Τους είχε παραχωρηθεί δικός τους χώρος στο Camp Nou όπου φύλασσαν τα εμβλήματα τους και αυτό ήταν το λιγότερο. Ο σύλλογος παραχωρούσε εισιτήρια σε χαμηλότερες τιμές, ακόμα και δωρεάν είσοδο στο γήπεδο, σε μέλη των Boixos Nois και των Casuals FCB. «Πολλά εισιτήρια που τα παίρναμε δωρεάν από την διοίκηση, τα πουλούσαμε μετά στη μαύρη αγορά για να καλύψουμε τις ..οικονομικές μας ανάγκες!» (συνέντευξη μέλους των Boixos, το 2004)

Διαβόητα μέλη ταξίδευαν επίσης μαζί με την ομάδα σε εκτός έδρας αναμετρήσεις και έμεναν μάλιστα στο ίδιο ξενοδοχείο με την αποστολή, με όλα τα έξοδα πληρωμένα από την διοίκηση, άλλοι πάλι προσλαμβάνονταν από ανθρώπους του Δ/Σ στις προσωπικές τους επιχειρήσεις ως προσωπικό ασφαλείας σε ιδιωτικούς χώρους στάθμευσης.

Αποσπασματικά, γίνονταν κάποιες προσπάθειες για να περιοριστεί η δράση τους μέσα στο Camp Nou, όπως ήταν η τοποθέτηση γυάλινου τοίχου στις αρχές του 2003 στο βόρειο και το νότιο κάτω διάζωμα του σταδίου, για να απομονωθούν από το υπόλοιπο γήπεδο, παρά τις αντιρρήσεις της τοπικής κυβέρνησης που πίστευε ότι η κίνηση αυτή θα προκαλούσε περαιτέρω συγκρούσεις.

Επίσης τον Ιανουάριο του 2003 δόθηκαν από την διοίκηση περίπου 2.000.000€ για επιπρόσθετα μέτρα ασφαλείας, που αφορούσαν κυρίως τον περιορισμό ρίψης αντικειμένων στον αγωνιστικό χώρο, γεγονός που είχε αρχίσει να κοστίζει ποικιλοτρόπως πλέον στην Barcelona τόσο οικονομικά (υπό την μορφή προστίμων και τιμωρίας της έδρας) όσο και σε επίπεδο γοήτρου.

Τα φαινόμενα βίας ωστόσο συνεχίζονταν. Τον Αύγουστο του 2003 σε αγώνα εναντίον της Boca Juniors, τρία μέλη των Casuals επιτέθηκαν σε 2 Μαροκινούς. Και οι δύο άτυχοι άνθρωποι, μεταφέρθηκαν σε νοσοκομείο για να τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες.

Η διοίκηση Gaspart (που είχε στο μεταξύ αποχωρήσει από τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους) ακροβάτησε σε μια ισορροπία τρόμου. Η επίσημη Barcelona κινδύνευε να συνδεθεί με συμπεριφορές που ουδεμία σχέση δεν είχαν με τις αρχές που διέπουν από τα γεννοφάσκια του ακόμη, τον σύλλογο.

Κυνήγι δικαίων και αδίκων ή κάθαρση;


«Οι στρατηγικές που ακολουθούνταν έως τώρα, ήταν προσωρινές και δεν έπειθαν. Όποτε οι Boixos Nois αντιδρούσαν, κάναμε πίσω. Υπήρχαν φυσικά άνθρωποι που δούλευαν πάνω στα θέματα βίας, αλλά τίποτα οργανωμένο. Όπως γνωρίζετε επίσης, όλοι οι φάκελοι που αφορούν μέλη των Boixos, έχουν μυστηριωδώς εξαφανιστεί.» (συνέντευξη του υπεύθυνου ασφαλείας της διοίκησης Laporta, Μάιος 2004).

Τα πράγματα για τους Boixos Nois από το καλοκαίρι του 2003 φαίνεται να αλλάζουν δραματικά. Μετά την αποχώρηση Gaspart (Φεβρουάριος 2003) και την μεταβατική διοίκηση Enric Reyna, τις τύχες του συλλόγου αναλαμβάνει η διοίκηση Laporta. Δηλώνει αποφασισμένη να τους απομακρύνει από τον σύλλογο και συνεργάζεται στενά με τις διωκτικές αρχές. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ήδη η βάση των Boixos ήταν διαιρεμένη. Πολλά μέλη τους είχαν ήδη αποχωρήσει είτε για να διαφύγουν της προσοχής της αστυνομίας, είτε λόγω των μεταξύ τους ιδεολογικών διαφορών.

Στον πρώτο επίσημο αγώνα για το πρωτάθλημα την αγωνιστική περίοδο 2003-04, επιτρέπεται η είσοδος στο γήπεδο μόνο 20 μελών του συνδέσμου, οι οποίοι φωνάζουν συνθήματα: «Ένα πραγματικό μέλος, μένει έξω από το γήπεδο…» ενώ στην διάρκεια εκείνης της χρονιάς η παρουσία τους στους εντός έδρας αγώνες δεν ξεπερνά ποτέ σε αριθμό τα 50 άτομα.

Οι δύο αγώνες απέναντι στην Deportivo La Coruna την ίδια σεζόν, αφιερώνονται στην μνήμη του Manuel Rios Suarez (που έχασε τη ζωή του σε επεισόδια). Πριν τον αγώνα στο Camp Nou οι δύο ομάδες κρατούν ένα πανό που αναγράφει “Όχι Στη Βία”. Η επίσημη Barcelona φτιάχνει κοντά στον περιβάλλοντα χώρο του σταδίου έναν “τοίχο κατά της βίας.” Εκατοντάδες φίλαθλοι αλλά και επισκέπτες από άλλες χώρες υπογράφουν πάνω του. Οι Boixos Nois σβήνουν με graffiti τις υπογραφές και αναγράφουν απειλητικά συνθήματα κατά της νέας διοίκησης.

Η βία εν τω μεταξύ εκτός γηπέδου συνεχίζεται αν και σε μικρότερη συχνότητα σε σχέση με παρελθόντα έτη. Μέλη των Casuals FCB και των Boixos Nois που συχνάζουν σε μπαρ στην περίμετρο του Camp Nou, επιτίθενται σε φιλοξενούμενους οπαδούς αλλά και σε φίλους της ομάδας.  Οι εκτός έδρας αναμετρήσεις της Barcelona εξακολουθούν να αποτελούν άλυτο πρόβλημα. Boixos και Casuals επιτίθενται εντός γηπέδων σε άλλους συνδέσμους, αρπάζοντας πανό, ντραμς και προπηλακίζοντας κόσμο.

Ταυτόχρονα οι επιθέσεις και οι προσβολές στην διοίκηση Laporta και στον ίδιο προσωπικά, συνεχίζονται μέχρι και το 2009 όταν τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς στο Μόναχο, μέλη των Boixos Nois επιτίθενται σε άτομα της προσωπικής ασφάλειας του προέδρου. Αναγνωρίζεται ο άνθρωπος που τους πούλησε τα εισιτήρια για να μεταβούν στο Μόναχο και να παρακολουθήσουν τον αγώνα απέναντι στην Bayern.  Πρόκειται για τον γραμματέα ενός κατά τ’ άλλα φιλήσυχου συνδέσμου, της La Pena Barcelonista Riojana De Logrono. Ο σύνδεσμος δηλώνει άγνοια για την κίνηση του μέλους της και τον αποβάλει από τις τάξεις του.

Ωστόσο η διοίκηση Laporta κατηγορείται από μερίδα φιλάθλων που ισχυρίζεται ότι τα σκληρά μέτρα και ο αποκλεισμός από το γήπεδο των Boixos Nois και των Casuals, συμπαρασύρει και άλλους συνδέσμους που ουδεμία σχέση έχουν με βίαιες συμπεριφορές. Στην επταετία Laporta συνέβησαν πολλά περιστατικά με πρωταγωνιστές τους οργανωμένους και την διοίκηση του Καταλανού δικηγόρου, κάποια από τα οποία αναφέρονται στο αφιέρωμα που έχουν κάνει οι balacticos στον Laporta οπότε εκτιμώ ότι δεν χρειάζεται να αναπαράγουμε και εδώ. Οι Boixos Nois πάντως, σταδιακά περιορίζονται και η δράση τους μειώνεται.

Από το καλοκαίρι του 2010 η διοίκηση Laporta αποτελεί παρελθόν. Αναλαμβάνει ο Sandro Rosell. Οι Boixos Nois εν έτη 2012 εξακολουθούν να υφίστανται (έχουν και την δική τους επίσημη ιστοσελίδα στο διαδίκτυο) ωστόσο η παρουσία τους στις εντός έδρας αναμετρήσεις είναι ισχνή και δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μέσα σε ένα διάστημα 30 χρόνων από την ίδρυση τους, οι σχέσεις των Boixos Nois με τις εκάστοτε διοικήσεις του συλλόγου ήταν στο σύνολο τους διφορούμενες. Σίγουρα έγιναν λάθος εκτιμήσεις, καθώς κάποιες διοικήσεις τους παραχώρησαν προνόμια θέλοντας να τους κρατήσουν μακριά από ακρότητες εντός του Camp Nou, θεωρώντας (κατά την γνώμη μου λανθασμένα) ότι μόνο εκεί καθρεφτίζεται η εικόνα του συλλόγου.

Από την άλλη μεριά, η ιδιαίτερη πολιτική και πολιτιστική ταυτότητα της Barcelona, υπήρξε ευχή και κατάρα για τους ίδιους τους χούλιγκανς. Σε μια περιοχή με τόσο ευαίσθητες και εύθραυστες ισορροπίες, όπως είναι η Καταλονία, βρήκαν τον χώρο που χρειαζόταν και προτάσσοντας τον ριζοσπαστικό Καταλανικό εθνικισμό, προχώρησαν σε ακρότητες που καμία σχέση δεν είχαν με τις ιδέες που θεωρητικά ευαγγελίζονταν. Ωστόσο κάποιες ακροδεξιές και εθνικιστικές αντιλήψεις που εισχώρησαν πολύ νωρίς στα ενδότερα τους, προκάλεσαν την διάσπαση του πυρήνα τους και έφεραν νομοτελειακά την περιθωριοποίηση τους.

Ζήτησα ενόσω επεξεργαζόμουν αυτόν τον Φάκελο, από τον φίλο Dimo El Grec, που ζει στην Βαρκελώνη, να μου μεταφέρει (όσο είναι δυνατόν) πως ο ίδιος οσμίζεται την αντίληψη και την γνώμη των απλών ανθρώπων εκεί, για τους Boixos Nois. Μου μετέφερε λιτά ότι ο κόσμος δεν τους βλέπει με καλό μάτι και τους θεωρεί χούλιγκανς. Θα μπορούσε να είναι και αλλιώς;

Πηγές: Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του αφιερώματος, βασίστηκε στην μελέτη του Ramon Spaaij, λέκτορα και ερευνητή σε δύο πανεπιστήμια κοινωνιολογίας, στο Άμστερνταμ και την Μελβούρνη , όπως αυτή αποτυπώθηκε στο εξαιρετικό βιβλίο “Undestanding Football Hooligansm (2006)”. Άλλες πηγές: La Vanguardia, El Mundo Deportivo, Sport, wikipedia, Guardian, boixosnois.com,ultras-tifo.net.
Νίκος Περπερίδης
balacticos.blogspot.com

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 15.188
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #33 στις: Παρ 21 Φεβ 2020 17:57 »
Παράθεση
Οι ομάδες δεν είναι μόνο οι παίκτες τους, είναι κι οι υπόλοιποι άνθρωποί τους. Η πολύ όμορφη ιστορία του Ραϊμόν Φερρέρ που πριν από 34 χρονιά αυτοπροτάθηκε για να φροντίζει το γρασίδι της Λεβάντε και έγινε θρύλος του συλλόγου χάρη και στο ποδοσφαιρικό μουσείο/ταβερνάκι του δίπλα στο γήπεδο, γεμάτο με κειμήλια και αναμνήσεις της ομάδας, αλλά και την καλύτερη παέγια.


The Greenkeeper

Όταν ο Φλορεντίνο Πέρεθ ανέλαβε ξανά την προεδρία της Ρεάλ Μαδρίτης, η πρώτη μεταγραφή που έκανε ήταν να πάρει το φροντιστή του γρασιδιού από την Άρσεναλ, Πωλ Μπάργκες, και να τον φέρει στο Μπερναμπέου. Στην Μπαρσελόνα υπάρχει ένα ολόκληρο τμήμα από αρχιτέκτονες, γεωπόνους και μετεωρολόγους για τη φροντίδα του χόρτου. Η Ατλέτικο Μαδρίτης έχει συνεργασία με ένα από τα μεγαλύτερα γεωπονικά ινστιτούτα της Μαδρίτης για το χορτάρι του Γουάντα Μετροπολιτάνο. Στη Λα Λίγα υπάρχει ειδική θέση επιβλέποντα για την ποιότητα των γηπέδων την οποία έχει ένας μηχανικός αγρονόμος. Όπως λέει ο ίδιος: «Το χορτάρι είναι η εικόνα του πρωταθλήματος σε όλον τον κόσμο. Και φυσικά ένα βασικό στοιχείο για την υγεία των παικτών».

Σε ένα πρόσφατο αφιέρωμα της Λα Λίγα για τα γήπεδά της, όπου μίλησαν σχεδόν όλοι οι φροντιστές του χόρτου των 20 συλλόγων που συμμετέχουν, ξεχώρισε ο παλαιότερος όλων, ο Ραϊμόν Φερρέρ, γνωστός ως «Γκρινκήπερ», εδώ και 34 χρόνια φροντιστής του χόρτου της Λεβάντε. Παρ’ όλα τα πτυχία, τα Μάστερ, τις ειδικές γνώσεις που έχουν οι συνάδελφοί του στα μεγάλα κλαμπς της Ισπανίας, ο Ραΐμόν Φερρέρ είναι ένας πατριάρχης της γεωπονικής και ένας από τους σπουδαιότερους αφανείς ήρωες του ποδοσφαίρου. Φροντίζει το χόρτο στο Σιουτάτ δε Βαλένσια 34 χρόνια και δεν υπάρχει ούτε ένας φροντιστής χόρτου στη χώρα που να μην έχει μιλήσει μαζί του έστω τηλεφωνικά. Το καλύτερο από όλα είναι ότι αυτή, όπως λέει ο ίδιος, δεν είναι καν η κύρια δουλειά του.



Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με τη Λεβάντε τότε στη Σεγούνδα Β (Τρίτη κατηγορία), ένας εικοσάρης του οποίου οι γονείς ήταν αγρότες και διατηρούσαν ταβέρνα παρουσιάστηκε στα γραφεία της Λεβάντε. Μόλις είχε αποφοιτήσει από τη σχολή γεωπονικής και ζήτησε δουλειά ως φροντιστής χόρτου στη Λεβάντε, της οποίας δήλωσε οπαδός. Όταν τον ρώτησαν «πώς και έτσι;», απάντησε «Για να πάω κόντρα στο ρεύμα. Εδώ όλοι στηρίζουν τη Βαλένθια». Του έκαναν ένα συμβόλαιο ωρομίσθιου με δοκιμαστική περίοδο. Την πρώτη μέρα άναψε φωτιά στο πλάι του γηπέδου και με την εμπειρία που είχε από την ταβέρνα των γονιών του έκανε το τραπέζι σε όλα τα μέλη του συλλόγου, που φυσικά μιας και μιλάμε για Βαλένθια, ήταν με παέγια. Όλοι έμειναν τόσο εντυπωσιασμένοι που ο Φερρέρ ανέλαβε και τις δύο δουλειές, χόρτο και μαγείρεμα ταυτόχρονα.

Με τα χρόνια έστησε δίπλα στο γήπεδο το «Αλ Ρικουνέτ», αυτολεξής μετάφραση από τα Βαλενθιάνικα «Η Γωνίτσα». Ένα μέρος όπου σερβίρεται μια από τις καλύτερες παέγιες της χώρας και παράλληλα ένα ποδοσφαιρικό μουσείο που θα ζήλευαν και οι καλύτερες λίγκες. Ο Ραϊμόν Φερρέρ είναι άρρωστος συλλέκτης και έχει στο Ρικουνέτ φανέλες, φωτογραφίες, αποκόμματα, παπούτσια, μπάλες, αυτόγραφα και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Έχει συνδεθεί τόσο πολύ με το γήπεδο της Λεβάντε που οποιοσδήποτε δίνει συναυλία σε αυτό υποχρεούται να φάει στο «Αλ Ρικουνέτ», από το πρωτόκολλο. Έτσι στους τοίχους του μπορεί κάποιος να βρει φωτογραφίες του Κρόιφ και του Μπρους Σπρίνγκστιν, του Μαραντόνα και του Χοακίν Σαμπίνα (θρυλικός Ισπανός τραγουδοποιός), του Μέσσι και του Καντάτ (Καταλανός τροβαδούρος). Ο ίδιος αγαπάει τη μουσική και διοργανώνει συχνά βραδιές καραόκε. Μάλιστα δήλωσε στο κανάλι της Λα Λίγα ότι το καλύτερο δίδυμο το είχε κάνει με τον Χοακίν Καπαρός.



Μέσα σε όλους αυτούς φυσικά κυριαρχεί η Λεβάντε. Ο Σέρχιο Μπεγιεστέρος, αρχηγός της ομάδας της Λεβάντε που βγήκε Ευρώπη, ο Μανουέλ Πρεθιάδο, πρώην προπονητής που απεβίωσε νέος, ο Μοράλες, η ομάδα που κέρδισε την άνοδο για την Πριμέρα το 2004. Ο Φερρέρ λέει ότι τα πιο σπουδαία κειμήλια είναι το κομμάτι του τοίχου που έπεσε πάνω στο πόδι του Μαρτίν Παλέρμο όταν αυτός πανηγύριζε ένα γκολ στο Σιουτάτ δε Βαλένσια και η φανέλα του Μαραντόνα. Στην ερώτηση αν του την έχει φέρει ο ίδιος ο Ντιέγο απαντάει «όχι, δυστυχώς δεν τον γνώρισα προσωπικά. Μου την έφερε ο Γουίλι Καμπαγιέρο».

«Η φιλοδοξία μου ήταν να μην είμαι ένας ακόμα υπάλληλος που θα δουλεύει κάτω από τον ήλιο. Αλλά να φτιάξω ένα μέρος συνάντησης για όλη την γκρανότα οικογένεια». Και αυτή η σχέση είναι αμφίδρομη. Ο σύλλογος της Λεβάντε όταν το 2011 ήταν για κάποια στιγμή πρωτοπόρος της Λα Λίγα έδωσε για το μηνιαίο περιοδικό μια φωτογραφία του Ραϊμόν Φερρέρ στη διοργανώτρια. Όχι του προπονητή ή των παιχτών, αλλά του πραγματικού θρύλου του συλλόγου. Το «Αλ Ρικουνέτ» είναι το μέρος όπου κάθε μέλος της Λεβάντε πάει για να ξεφύγει, να απομονωθεί, να φάει και να περάσει καλά.



«Πλέον μόνο από τη μυρωδιά που αφήνει το χόρτο ξέρω σε τι κατάσταση είναι». Και φροντίζει τα πάντα. Το χόρτο του γηπέδου, του προπονητικού, της ομάδας γυναικών, των ακαδημιών. «Όταν ήρθα ήμασταν ένας σύλλογος με περισσότερα χρόνια στην τρίτη κατηγορία απ’ ότι στην Πριμέρα. Πλέον άλλαξαν πολλά, ο σύλλογος μεγάλωσε, αλλά προσπαθούμε να είμαστε οικογένεια». Θυμάται ότι όταν η Λεβάντε προκρίθηκε στους 32 του Γιουρόπα Λιγκ έπρεπε να μιλήσει με μια εταιρία για να βάλει υβριδικό χόρτο. «Δούλευα τότε 10 ώρες τη μέρα. Αλλά αυτά συμβαίνουν όταν μεγαλώνει ο σύλλογος».

Τον γνωρίζουν όλοι ως «Γκρινκήπερ», όχι μόνο στη Βαλένθια αλλά σε όλη την Ισπανία. Είναι ένας γκουρού του γρασιδιού που σταματάνε όλοι να του μιλήσουν. Ο ίδιος όμως λέει ότι δεν είναι η βασική του δουλειά αυτή. «Βασικά, είμαι σαν τον Πέπε Ρέινα. Οι περισσότεροι με ξέρουν για τις παέγιας μου παρά για όσα κάνω στο χορτάρι».

Φέτος η Λεβάντε γιορτάζει τα 110 χρόνια ιστορίας της. Ο πρόεδρος της ομάδας, Κίκο Καταλάν, έδωσε πάνω από 1.500 ενθύμια στον Ραϊμόν Φερρέρ για να τα βάλει στο μαγαζί του. Επίσης, η Λεβάντε αλλάζει το τουρ του γηπέδου της ώστε να συμπεριλάβει σε αυτό μια ξενάγηση και στο «Αλ Ρικουνέτ». Η επίσημη Λεβάντε αναγνωρίζει ότι αυτό το μαγαζί είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του συλλόγου. Μάλιστα ο Κίκο Καταλάν δήλωσε στη συνέντευξη τύπου «Είπα στον Ραϊμόν ότι όταν σκεφτεί τη συνταξιοδότηση το Αλ Ρικουνέτ πρέπει δικαιωματικά να το γράψει στη Λεβάντε και όχι στην κόρη του».
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 15.188
    • Προφίλ
Απ: Ισπανικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #34 στις: Σαβ 28 Μάρ 2020 20:30 »
Η Ιρένε όχι μόνο λάτρευε το ποδόσφαιρο, όχι μόνο έγινε η πρώτη γυναίκα επιθετικός και τερματοφύλακας στην Ισπανία παίζοντας ανάμεσα στους άντρες, αλλά ίδρυσε και τη δική της ομάδα. Η ιστορία του κοριτσιού από την Κορούνια, που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 19 του χτυπημένο από τη φυματίωση, αλλά άφησε το στίγμα του στο αγαπημένο μας άθλημα:



Το κορίτσι που τόλμησε να παίξει μπάλα
Είναι δύσκολο να γράφεις για το ποδόσφαιρο αυτή την εποχή. Πέρασε πολύ γρήγορα και αθόρυβα χαμηλότερα στις προτεραιότητές μας. Όχι στην αγάπη μας, όχι στο πόσο μας λείπει, γιατί το ποδόσφαιρο για πολλούς και πολλές από μας είναι η κανονικότητα, τρόπος ζωής. Αλλά εν μέσω της κρίσης του κορωνοϊού δεν έχεις και πολλά να πεις γι’ αυτό. Εν μέσω όμως του φόβου για το παρόν, αλλά και για το μέλλον και πόσο αυτό θα αλλάξει, ψάχνεις πράγματα που θα σε κάνουν να ξεχαστείς ή θα σου δώσουν λίγο κουράγιο. Κι η ιστορία της Ιρένε Γκονθάλεθ Μπαράντα είναι μια τέτοια. Μια ιστορία θάρρους, από μια κοπέλα (ούτε καν γυναίκα καλά καλά) που δεν έδωσε σημασία στο περιβάλλον της εποχής, δεν φοβήθηκε και αφοσιώθηκε σε αυτό που αγαπούσε. Την μπάλα.

Η Ιρένε γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1909, στις 26 Μαρτίου εκείνης της χρονιάς, στην Α Κορούνια της Γαλικίας, στα βορειοδυτικά της Ισπανίας. Ήταν ένα παιδάκι γεμάτο ενέργεια, έτρεχε πάνω κάτω, δεν την τραβούσαν οι συνήθειες και τα παιχνίδια των άλλων κοριτσιών. Και όταν είδε στη γειτονιά Οριγιάμαρ την μπάλα να κυλά για πρώτη φορά, ερωτεύτηκε. Ας μην ξεχνάμε ότι το ποδόσφαιρο τότε δεν ήταν αυτό το παγκόσμιο φαινόμενο που είναι σήμερα. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να κολλάνε στις τηλεοράσεις τους και θα γέμιζε με συναισθήματα τον κόσμο. Στην Ισπανία, όπως και στα περισσότερα μέρη ήταν μια νέα “μόδα”. Ο πρώτος επίσημος αγώνας  στη χώρα είχε γίνει το 1890, το Κόπα ντελ Ρέι ξεκίνησε το 1903 και η ισπανική Π.Ο. ιδρύθηκε τη χρονιά που η Ιρένε γεννήθηκε. Αλλά αυτό το καινούριο σπορ, που σε πολλά μέρη της Ισπανίας έφεραν οι Άγγλοι, κέρδισε την καρδιά της Ιρένε.



Η Ιρένε δεν έπαιζε χαριστικά. Έπαιζε με τα αγόρια και ήταν καλή. Ήταν γρήγορη, είχε ισχυρό χαρακτήρα και κυρίως, δεν φοβόταν. Δεν της χαρίζονταν και ούτε το ζητούσε κι αυτή. Έπαιξε σε πολλές παιδικές ομάδες, ξεκινώντας από την τοπική Ράθινγκ-Αθλέτικ και περνώντας και από άλλα σωματεία. Στη Λούγκο ιδιαίτερα ήταν πολύ αγαπητή και όπως λένε οι λίγες πληροφορίες της εποχής από τη Γαλικία, ο κόσμος τη λάτρευε και ζητούσε να παίζει πάντα. Φυσικά δεν ήταν όλα ρόδινα. Ο πατέρας της δεν ήταν καθόλου υπέρμαχος της ιδέας να βλέπει την κόρη του να παίζει ποδόσφαιρο, αλλά και πολλοί από τους φιλάθλους έκαναν σχόλια από τις εξέδρες, την ειρωνεύονταν. Η Ιρένε όμως είχε τόσο ισχυρό χαρακτήρα που δεν καταλάβαινε τίποτα. Άλλωστε με τα (λίγα) χρήματα που έβγαζε στήριζε και το πολύ φτωχικό σπιτικό της.

Ξεκίνησε παίζοντας ως επιθετικός, αλλά γρήγορα γύρισε πιο πίσω και έγινε τερματοφύλακας. Και μάλιστα εξαιρετική τερματοφύλακας, παίζοντας στις μικρές ομάδες της περιοχής. Έκανε εξόδους μαζεύοντας ψηλά την μπάλα και ήταν ατρόμητη στα τετ α τετ, όπως έγραφαν οι τοπικές εφημερίδες. Είχε γίνει ατραξιόν για το κοινό του ποδοσφαίρου, το κορίτσι που μαζί και απέναντι σε 21 αγόρια. Αλλά η πρωτοπορία της δεν έμεινε στο ότι ήταν η πρώτη Ισπανίδα επιθετικός και τερματοφύλακας, δεν στάθηκε μόνο σε αυτά.



Το 1924 έγινε και η πρώτη γυναίκα… πρόεδρος. Στα 15 της χρόνια μόλις, έφτιαξε τη δική της ομάδα, την Irene F.C., στην οποία ήταν πρόεδρος και τερματοφύλακας. Διοργάνωσε μάλιστα και τουρνουά με άλλες παιδικές ομάδες, ενώ κατάφερε να κλείσει φιλικά για την ομάδα της και με “κανονικές” ομάδες, που αγωνίζονταν στο ανδρικό επίπεδο. Δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες για την καριέρα της, υπάρχει όμως αυτή η εξαιρετική φωτογραφία που βλέπετε στην αρχή του κειμένου. Η Ιρένε βρίσκεται στο Ριαθόρ [το στάδιο επίσημα ξεκίνησε το 1939, αλλά ήταν ο χώρος ήταν ήδη το γήπεδο της Ντεπορτίβο από το 1906] κάτω από τα γκολπόστ, με φαρδύ σορτσάκι μέχρι τα γόνατα και ποδοσφαιρικά παπούτσια της εποχής να κοντρολάρει μια μπάλα. Η “φανέλα” ήταν ένα δώρο του Ρικάρντο Θαμόρα, ενός από τους καλύτερους τερματοφύλακες στην ιστορία του ισπανικού και του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Αν κάποιος έψαχνε πίσω από το τέρμα, θα έβρισκε και το γούρι της. Ένα κουκλάκι ποδοσφαιριστή που τοποθετούσε πάντα εκεί, μια συνήθεια που πήρε από τον Θαμόρα.

Η Ιρένε λάτρευε το ποδόσφαιρο και πολλές πληροφορίες γι’ αυτή, έρχονται από τον Ροντρίγκο Βιθόσο. Έναν άλλον σπουδαίο τερματοφύλακα που έπαιξε στην Ντεπορτίβο και αργότερα και στη Ρεάλ. Ο Βιθόσο θυμάται την πιτσιρίκα να έρχεται στο γήπεδο να τον δει και να κάθεται πίσω από την εστία του εμψυχώνοντάς τον. Η ζωή της ήταν το ποδόσφαιρο και είχε το θάρρος να ασχοληθεί με αυτό σε μια εποχή που δεν ήταν ευνοϊκή. Η ομάδα της, σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο ήταν κάτι ανάμεσα σε ερασιτεχνικό και επαγγελματικό, έκλεινε πολλά ματς και ο κόσμος πήγαινε με ενδιαφέρον να τη δει. Τα έσοδα τα μοιράζονταν όλοι στην ομάδα. Και δυστυχώς για εμάς δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να φέρει το μέλλον. Βλέπετε, η ανθρωπότητα πάντα είχε ασθένειες που την χτυπούσαν. Και για αιώνες, μια από αυτές ήταν η φυματίωση. Ή μάλλον είναι ακόμα, μια που σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ. η φυματίωση συγκαταλέγεται μέσα στα δέκα συχνότερα αίτια θανάτου στον κόσμο και είναι από τις πρώτες μεταδιδόμενες νόσους σε θανάτους, πολύ κοντά με το HIV. Κάπως έτσι κι η Ιρένε έπεσε θύμα αυτής της ασθένειας. Μόλις στα 19 της χρόνια αναγκάστηκε να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Διοργανώθηκε ένας ποδοσφαιρικός αγώνες για να συγκεντρωθούν χρήματα, η εφημερίδα “Φωνή της Γαλικίας” κάλεσε τον κόσμο να προσφέρει: “αν αρκετοί από εσάς χαρίσετε το 1/4 από όσα δίνετε για ένα εισιτήριο θα κάνετε καλό”, έγραψε. Ένα σεβαστό πόσο συγκεντρώθηκε. Χρήματα που η Ιρένε είχε ανάγκη για ρούχα, για το ενοίκιό της, για ένα στρώμα κρεβατιού. Δυστυχώς όμως, δεν τα κατάφερε. Στις 28 Απριλίου του 1928, περίπου ένα μήνα αφού έκλεισε τα 19 της έφυγε από τη ζωή. Η Irene F.C. έσβησε μαζί της, η Ιρένε Γκονθάλεθ Μπαράντα δεν κατάφερε να κλείσει την καριέρα της όπως θα ήθελε, να χορτάσει το ποδόσφαιρο. Η μνήμη της όμως έμεινε ζωντανή χάρη σε δημοσιογράφους και ιστορικούς που πριν από μερικά χρόνια έκαναν μια έρευνα για τη ζωή της και μας έφεραν όλα τα παραπάνω στοιχεία. Μέσα σε όλα αυτά και ένα τραγουδάκι που έλεγαν εκείνα τα χρόνια τα κοριτσάκια στη Γαλικία:

Μαμά θέλω να γίνω ποδοσφαιριστής,
να παίζω όμορφα όπως η Ιρένε,
μαμά όταν μεγαλώσω
θα βγάλω πολλά χρήματα από το ποδόσφαιρο


blog.stoiximan.gr
El Sombrero