Διάφορα > Ρε δεν ΠΑΣ καλα!

ΚΥΨΕΛΗ

<< < (3/3)

ΛΑΜΙΑ FANS:

--- Παράθεση ---
Κυψέλη, η πεμπτουσία της αθηναϊκής ιστορίας


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Αναλογική φωτογραφία (1995). «Είδα πώς φτιάχνεται η πόλη μέσα από τις ανθρώπινες χειρονομίες», λέει ο Λ. Μπαρτατίλας.

Ως το αγέρωχο κέντρο ομόκεντρων κύκλων, η Ακρόπολη επιθεωρεί το Λεκανοπέδιο. Οσο απομακρύνεται κανείς από εκεί τόσο δημιουργείται η εντύπωση ότι η υπόλοιπη πόλη είναι «άσχημη» ή «αδιάφορη». Η θέα προς την Ακρόπολη λειτουργεί κατευναστικά για τους περισσότερους – δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας, μια σιγουριά ότι η Αθήνα έχει από κάπου να πιαστεί. Η θέα από γειτονιές, οι οποίες στο φαντασιακό των πολιτών έχουν καταχωριστεί ως «αποκρουστικές», δημιουργεί ένα πλέγμα σωτηρίας, υπό την έννοια ότι «τίποτα δεν χάθηκε ακόμα»· άλλες φορές, λειτουργεί ως παρωπίδα της πίσω και εκατέρωθεν «αφόρητης αστικής αισθητικής».

Οπως κάθε περιπέτεια, έτσι και η Αθήνα, ως διαρκώς μεταβαλλόμενο σώμα που επιζητεί την ανακάλυψή του, συντίθεται από τα διάφορα στάδια η δυσκολία των οποίων είναι ευθέως ανάλογη με τη χρήση του αστικού σώματος από κατοίκους αλλά και επισκέπτες. Οσο περισσότερο οι κάτοικοι μιας πόλης, ιδιαιτέρως της Αθήνας, συνοψίζουν την καθημερινότητά τους στο επίπεδο ενός εν πολλοίς εξαντλητικού πηγαινέλα στη ρουτίνα τους τόσο περισσότερο η πόλη θα μοιάζει να πνίγεται από τη συνθήκη της φερώνυμης ασχήμιας.

Στις παρυφές του κέντρου, η Κυψέλη στέκει, θαρρείς, αποκαμωμένη. Ως γειτονιά-απαύγασμα της κοινωνικής και πολεοδομικής εξέλιξης της Αθήνας, τόπος που δέχθηκε μερικά από τα σοβαρότερα τραύματα εντός του κλεινού άστεως αλλά και σημείο τομής ανάμεσα στη μητρόπολη και το χωριό, η Κυψέλη παρουσιάζεται ως ανεξάντλητος χώρος παρέμβασης, ως αστείρευτη πηγή δημιουργίας μιας νέας μυθολογίας. Με μια πολύχρωμη κοινωνική και πολεοδομική βεντάλια, η γειτονιά μπορεί ν’ αποτελέσει συναγερμό για την επαναθεώρηση της στάσης των πολιτών.

«Η Κυψέλη, παρά τα αρνητικά στερεότυπα της τελευταίας δεκαετίας, αν την εξετάσουμε προσεκτικότερα, θα δούμε ότι μας προσφέρει μια σειρά από λόγους ώστε να την αντιληφθούμε διαφορετικά. Τρεις είναι οι πιο σημαντικοί για μένα, η διαφορετικότητα (diversity) κατοίκων και κτιρίων, η ιστορική της συνέχεια και η αίσθηση της γειτονιάς που αποπνέει», μας λέει από το Βερολίνο, όπου βρίσκεται αυτή την περίοδο, ο Λουκάς Μπαρτατίλας, ο οποίος δραστηριοποιείται δημιουργικά μεταξύ των πεδίων του κοινωνικού αστικού σχεδιασμού (social urban planning) και τέχνης στον δημόσιο χώρο μέσα από συμμετοχικές πρακτικές (public art).

Ο αρχιτέκτονας και εικαστικός, στο πλαίσιο του Community Project του οργανισμού ΝΕΟΝ του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, έκανε μια επιτόπια έρευνα και, ταυτόχρονα, μια θεωρητική ανάλυση και πρακτική καταγραφή της Κυψέλης σήμερα, με τη βοήθεια της Ουρανίας Μαυρίκη αλλά και της Μαρίας Κικίδου. Το corpus του έργου του, έκτασης 136 σελίδων, αποτέλεσε το προσωπικό στοίχημα ενός Κυψελιώτη που αποφάσισε να συμβάλει στο χτίσιμο του νέου αφηγήματος της γειτονιάς του, με το βλέμμα στραμμένο σε όλη την πρωτεύουσα και στις εξελίξεις παγκοσμίως. «Στην Κυψέλη διακυβεύονται προκλήσεις και προσδοκίες οι οποίες εντοπίζονται και σε πολλές άλλες σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Με άλλα λόγια, είδα ότι η Κυψέλη αποτελεί ένα case study αστικών προβληματισμών, τα διδάγματα των οποίων μπορούν να χρησιμεύσουν και αλλού – όχι σε μια λογική copy-paste αλλά σε συνάρτηση πάντα με το συγκείμενο της κάθε γειτονιάς», λέει ο κ. Μπαρτατίλας στην «Κ».

Οι πολλαπλές αναγνώσεις της Κυψέλης εδράζονται στις λεπτομέρειές της. Η χαρτογράφηση της πολυκατοικίας της αντιπαροχής και του καθ’ ύψος κοινωνικού διαχωρισμού, των εισόδων υπηρεσίας στα κτίρια και του αρτιφισιέλ στην αισθητική τους, τα ζητήματα ασφάλειας και ξενοφοβίας αλλά και η καταγραφή των τοποσήμων της Κυψέλης αποτελούν πυξίδα του πολυεπίπεδου πλούτου που εκείνη προσφέρει. «Η ατμόσφαιρα της γειτονιάς, εκτός από το γεγονός ότι δημιουργεί μια πιο οικεία και ευχάριστη ατμόσφαιρα για τους κατοίκους, βοηθάει και στη δημιουργία ενός νέου αφηγήματος για την πόλη», σημειώνει ο Λουκάς Μπαρτατίλας.

Ετσι, μια βόλτα στα Σκαλιά της Σκοπέλου, στα μπιλιάρδα της Αιγίνης, στο «Ριάλτο» της οδού Κυψέλης, στο 60ό Γυμνάσιο - Λύκειο Αθηνών, στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, στη Φωκίωνος Νέγρη με τα σιντριβάνια, τον πλάτανο, την «Αράχνη» και τη Δημοτική Αγορά, στα Νταμάρια της Αλεπότρυπας και στα τετράγωνα Πατησίων - Κύπρου - Αγίας Ζώνης - Φωκίωνος Νέγρη - Θήρας και Τήνου - Σπετσών - Τροίας - Δροσοπούλου θα συντονίσει την εξωτερική πραγματικότητα με τις εσωτερικές προσδοκίες για μια «άλλη» πόλη. Μια, έστω και ακροθιγής, παρατήρηση της γειτονιάς μέσα από τα καταστήματα και τα προπολεμικά και μεταπολεμικά κτίρια, που καταδεικνύουν μέσα από τις λεπτομέρειές τους την αστική αίγλη που επικρατούσε στην περιοχή, θ’ αποτελέσει γέφυρα όσων χάθηκαν με όσα παραμένοντας αρκούν για να μετατοπιστεί το βλέμμα από την Ακρόπολη στ’ αδιόρατα παραμύθια που λέει η πρωτεύουσα.

Η έρευνα και χαρτογράφηση του Λουκά Μπαρτατίλα είναι ένα πρώτο –σοβαρό και μαζί συγκινητικό– βήμα προς την ανασύσταση, με εφαλτήριο της Κυψέλη, της Αθήνας ως πόλης που δεν έχει χάσει το τρένο.

Μπορεί να μην καταφέρει ποτέ να γίνει, για παράδειγμα, Βερολίνο, σίγουρα, όμως, θα μπορέσουν οι κάτοικοί της κάποτε να νιώσουν Βερολινέζοι – έστω και με το βλέμμα επίμονα κολλημένο στην Ακρόπολη.

​​Ολόκληρη η έρευνα του Λουκά Μπαρτατίλα βρίσκεται εδώ: http://bit.ly/2aus8o7
--- Τέλος παράθεσης ---

από kathimerini.gr

ΛΑΜΙΑ FANS:

--- Παράθεση ---Κυψέλη, η διαχρονική

Ένα μωσαϊκό κατοίκων, νοικοκυραίων μεταναστών, φοιτητών του Erasmus, τουριστών airbnb. Η γειτονιά είναι έτοιμη να βρει την παλιά της αίγλη.

Κωνσταντίνος Ματσούκας

Διασχίζοντας το Πεδίον του Άρεως, το κατώτατο όριο της Κυψέλης, σταματώ και βγάζω το καπέλο στην Άτυπη Συνέλευση των Σκύλων. Κάθε ράτσα, κάθε σχήμα, χρώμα και μέγεθος έρχονται καθημερινά με τους ιδιοκτήτες τους στον ανοικτό χώρο κάτω από την πλατεία Πρωτομαγιάς μπροστά στο «Άλσος» (πάλαι πότε θερινό θέατρο) για να συμμετέχουν σ’ ένα αυτοσχέδιο πάρτι. Μάτια που λάμπουν από κοινωνικότητα, ξέφρενα κυνηγητά και κρεμασμένες γλώσσες, κορμιά που χαίρονται απ’ άκρη σ’ άκρη. Αδύνατον να μη σε αγγίξει η ενέργεια που εκλύουν.


Μπαίνω κατόπιν στην αγαπημένη Βαβέλ, όπου ένας καινούργιος αέρας πνέει, ίσως μια δειλή πνοή μόνο, που πρέπει να ζεις εκεί για να τη νιώσεις. Τα νεοκλασικά της έχουν αρχίσει να συντηρούνται. Οι πληθυσμοί μεταναστών που συναθροίζονταν στους κοινούς χώρους έχουν αραιώσει, όλο και περισσότεροι μετανάστες προάγονται στην τάξη των νοικοκυραίων και ποντάρουν στη μόρφωση των παιδιών τους. Το Μπαγκλαντές, η Βουλγαρία, η Ρωσία, η Αφρική έχουν ανοίξει ραφτάδικα, mini-market, κουρεία. Το άνοιγμα του καινούργιου κτιρίου της ΑΣΟΕ στην οδό Τροίας πριν δυο χρόνια, και το πρόγραμμα υποτροφιών Erasmus, έχoυν φέρει εδώ νέα παιδιά απ’ όλη την Ευρώπη. Η Ιταλία συγκατοικεί με τη Γαλλία και δημιουργούν τα δικά τους στέκια για καφελάτε και κρουασάν. Γίνονται τακτικοί θαμώνες στην αναβαθμισμένη πλατεία του Αγ. Γεωργίου, όπου δείχνουν με το δάχτυλο και σχολιάζουν πώς το κυκλικό σχήμα της πλατείας καθρεφτίζεται στις καμπυλωμένες προσόψεις των κτιρίων.

Περισσότερο από άλλες περιοχές στην πόλη, η Κυψέλη δείχνει να κερδίζει, έστω αργά κι επίπονα, το στοίχημα της πολυπολιτισμικότητας.

Είναι μια εξέλιξη που δύσκολα θα μάντευε κανείς κοιτώντας την Κυψέλη του ’50, ’60 και ’70. Εκείνο το κράμα από παλιά αίγλη και εργατικό υπόβαθρο, πολυτελή οροφοδιαμερίσματα στη Φωκίωνος και τη Δροσοπούλου, τις ιδιωτικές κατοικίες Σαντορινιών και Ναξιωτών που έρχονταν να ξεχειμωνιάσουν στην Αθήνα, κι ενδιάμεσα, τις πολυκατοικίες χωρίς ταυτότητα που κτίστηκαν με τις αντιπαροχες του ’60. Ανέκαθεν ένα μωσαϊκό, ακριβώς αυτό που λέει το όνομά της, με έντονη κοινωνική και πολιτιστική ζωή, πυκνός αστικός ιστός όπου διέγραψαν τις λαμπρές τροχιές τους στέκια όπως η Quinta και το Media Luz, σινεμά όπως το Ριάλτο, το Κυψελάκι και η Λουζιτάνια (όπου γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με καράτε και Γκοτζίλα, πριν το μετατρέψει σε θέατρο ο Κολάτος), και καφετέριες όπως ο Φλόκας και η Φαίδρα (με θαμώνες τον Τσιφόρο, τον Ελύτη και άλλους)...

Δεν είναι όμως μόνο τα κοσμικά μαγαζιά που οι παλιοί Κυψελιώτες αναθυμούνται με τρυφερότητα. Είναι και τα μανάβικα, ψαράδικα και μπακάλικα της Κεντρικής Αγοράς στη Φωκίωνος όπου για δεκαετίες ο κόσμος συνδύαζε τα ψώνια με τον καφέ. Είναι τα πάμπολλα θερινά σινεμά, τα υπόγεια ταβερνάκια με το μεταπολιτευτικό τους μπουζούκι, τα μπιλιαρδάδικα με τα πρώτα ηλεκτρονικά παιχνίδια στην Κεφαλληνίας (με ονόματα όπως Wembley και Monte Carlo), το παλαιότερο όλων, καφενείο-θεσμός Κοσμικόν, εκεί που η Φαιδριάδων εκβάλλει στην πλατεία Κυψέλης. Ακόμα, τα μπαράκια με κονσομασιόν κοντά στην Πατησίων κι οι άφθονες χαρτοπαικτικές λέσχες, πολλές ιδιωτικές με τον οικοδεσπότη να παίρνει γκανιότα, δηλαδή ποσοστά από τους κερδισμένους... Ένα καθαρά αστικό σύμφυρμα όπου, στις δεκαετίες άνθησης της Κυψέλης, η κοινωνικότητα αποδεικνυόταν ισχυρότερος δεσμός από πολιτικές διαφορές και αντίπαλες ομάδες. Όπου, επίσης, παρά το εν πολλοίς άσωτο ήθος του προαστίου, οι πόρτες των ανθρώπων παρέμεναν ξεκλείδωτες μέχρι και μέσα στη δεκαετία του ’80! 

Αυτοί οι καιροί έχουν, ναι, περάσει ανεπιστρεπτί. Η θέα της βορειοαφρικανικής djellaba και ο ήχος του djembe έχουν πια μπολιάσει την ντόπια αστική κουλτούρα. Tα αφρικανά πιτσιρίκια, τα στολισμένα από τους γονείς τους για την κυριακάτικη λειτουργία στην Επτανήσου, είναι από μόνα τους μια εθνολογική μελέτη.  Όμως ο παλιός τρόπος ζωής έχει αφήσει πίσω μια πατίνα που δεν χάνεται εύκολα, παρόλες τις ζυμώσεις και προκλήσεις των τελευταίων χρόνων. Στο γύρισμα του αιώνα το προάστιο λογιζόταν ανάμεσα στα πιο πυκνοκατοικημένα του πλανήτη! Παρά την εισροή νέων, και λιγότερο προνομιούχων, πληθυσμών, παρά την απειλή, πραγματική και φανταστική, της ξενότητας, οι ζυμώσεις δείχνουν να έχουν εδραιώσει τόσο την ανθεκτικότητα όσο και τη φιλοξενία της σημερινής Κυψέλης.

Τα ενοικιαστήρια που αφθονούσαν στις προσόψεις των πολυκατοικιών τώρα πια σπανίζουν γιατί, όπως εξηγούν οι μεσίτες, έχει αυξηθεί η ζήτηση για στέγη. Εάν ένας αλλοδαπός πλέον δυσκολεύεται να βρει σπίτι να νοικιάσει είναι επειδή τα νοίκια έχουν πάρει ξανά την ανιούσα, και ο θεσμός του airbnb γνωρίζει τεράστια εξάπλωση. Ντόπιοι επαγγελματίες εν μέσω της πάλης τους με τις τρέχουσες συνθήκες της σκαιής φορολογίας πιστοποιούν ότι, ναι, η Κυψέλη έχει τις βάσεις για ν’ ανέβει. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια της η αρχική πολυμορφικότητα δείχνει να της παρέχει ένα διαχρονικό προνόμιο. Καθώς δεν ήταν, και δεν πρόκειται να υπάρξει, ομογενοποιημένη, η Κυψέλη παραμένει ανεπιτήδευτη! Μένει να δούμε πώς θα επηρεάσει τον τόσο ιδιαίτερο παλμό της η επερχόμενη επέλαση του μετρό.


--- Τέλος παράθεσης ---

https://www.athensvoice.gr/life/urban-culture/athens/412696_kypseli-i-diahroniki

ΛΑΜΙΑ FANS:

Πλοήγηση

[0] Λίστα μηνυμάτων

[*] Προηγούμενη σελίδα

Μετάβαση στην πλήρη έκδοση