Αποστολέας Θέμα: Ασιατικό ποδόσφαιρο  (Αναγνώστηκε 1267 φορές)

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Ασιατικό ποδόσφαιρο
« στις: Σαβ 22 Δεκ 2018 00:08 »
Παράθεση
Ινδικό ποδόσφαιρο: ψάχνοντας το ταλέντο, την ισότητα και την ελευθερία


Ήταν μέρες του 2013 όταν έσκασε η είδηση μιας νέας ποδοσφαιρικής λίγκας. Όχι στην Βραζιλία, την Αργεντινή, τις ΗΠΑ ή σε κάποια Ευρωπαϊκή χώρα, αλλά στην Ινδία. Η IMG-Reliance Industries και η Star India, σε συνεργασία με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας, βγήκαν μπροστά και χρηματοδότησαν τη νέα αυτή κλειστή λίγκα που αποτελούνταν από 8 ομάδες (πλέον είναι 10), με μοναδικό σκοπό -όπως είπαν- να διαδώσουν το άθλημα του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που -στην πλειοψηφία της- το αγνοεί παντελώς. Σύμφωνα με έρευνα εκείνης της περιόδου, στην Ινδία υπήρχαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι, όλων των ηλικιών, που δεν ήξεραν (ή δεν είχαν ακούσει ποτέ) ονόματα παικτών όπως του Μέσι και του Ρονάλντο. Φυσικά και ο ισχυρός άνδρας της ΦΙΦΑ, Σεπ Μπλάτερ, είχε βοηθήσει στο όλο εγχείρημα, όχι επειδή είχε ενδιαφερθεί στο να μάθουν οι Ινδοί το ποδόσφαιρο, αλλά επειδή έβλεπε πολλά δισεκατομμύρια να εισρέουν, στις τσέπες του, από μια τεράστια «παρθένα» αγορά, που είχε, έχει, και φυσικά θα έχει πάντα, το άθλημα του κρίκετ ως «θρησκεία». Το Eurosport ανέλαβε τα τηλεοπτικά δικαιώματα και άρχισε να βάζει αυτό το νέο προϊόν στα σπίτια των Ευρωπαίων κάθε Σαββατοκύριακο. Στην αρχή με επιτυχία.

Είναι αλήθεια ότι το ποδόσφαιρο στην Ινδία δεν είναι καθόλου διαδεδομένο. Δεν είναι επίσης τυχαίο πως σπανίως βλέπουμε ποδοσφαιριστές με καταγωγή απ’ την Ινδία να βρίσκονται σε ομάδες μεγάλων πρωταθλημάτων, κάτι που γίνεται ακόμα πιο περίεργο αν αναλογιστούμε πως μιλάμε για μια χώρα που βρέθηκε υποταγμένη σε μια χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, την Βρετανία, για πολλά χρόνια. Τα πρώτα χρόνια μάλιστα που το ποδόσφαιρο ξεκίνησε να υπάρχει ως άθλημα. Ακόμα πιο περίεργο είναι πως στην Ινδία υπάρχουν ομάδες πιο παλιές ακόμα κι από ιστορικά κλαμπ της Ευρώπης όπως είναι η Λίβερπουλ, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης. Το 1947 η Βρετανική Ινδία έφτανε μέχρι το Πακιστάν, με την Βεγγάλη να έχει χωριστεί στα δύο. Μετά την ανεξαρτησία, ένας τεράστιος όγκος προσφύγων άφησε το ανατολικό Πακιστάν (μετέπειτα Μπαγκλαντές) και βρέθηκε στην Νότια Βεγγάλη. Ήταν τόσοι πολλοί που η τοπική οικονομία δεν μπόρεσε με τίποτα να τους απορροφήσει και να τους βοηθήσει.



Όπως ήταν φυσικό, η οικονομία της περιοχής κατέρρευσε και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να σταθούν στα πόδια τους όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος όγκος Ινδουιστών είχε μείνει στο ανατολικό Πακιστάν. Στην Βεγγάλη δημιουργήθηκε, μετά από όλες αυτές τις κοινωνικές ανακατατάξεις, και η μεγαλύτερη κόντρα του Ινδικού ποδοσφαίρου, ανάμεσα στην Ανατολική Βεγγάλη και την Μοχούν Μπαγκάν, που ιδρύθηκε από αριστοκρατικές οικογένειες Βεγγαλών της Βόρειας Καλκούτας το 1889. Δύο ομάδες που υπάρχουν για πάνω από 120 χρόνια, έχουν κερδίσει πάνω από 170 τρόπαια (με όλες τις άλλες ομάδες να μετρούν περίπου 40) και θεωρούνται οι δύο πιο επιτυχημένες ομάδες στην Ινδία με την κόντρα τους να αγγίζει επίπεδα μίσους. Οι δύο αυτές ομάδες δεν αγωνίζονται στην Ινδική Σούπερ Λίγκα.

«Η κόντρα ανάμεσα στις δύο ομάδες ξεκίνησε μετά την ανεξαρτησία» σύμφωνα με τον Σιρανζίτ Οτζίχα, έναν εκ των σπουδαιότερων αθλητικογράφων της χώρας, σε μια περίοδο που η χώρα κέρδισε την «ελευθερία» της στηριζόμενη στις διδαχές του Γκάντι περί επανάστασης άνευ βίας. Η δεκαετία του ’50 και του ’60 ήταν μια πολύ καλή περίοδος για το ποδόσφαιρο της χώρας. Η Ανατολική Βεγγάλη γιγαντώθηκε ποδοσφαιρικά και έφτασε να πάρει μέρος ακόμα και σε διεθνή τουρνουά με ομάδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η επιτυχία μάλιστα ήταν τόσο μεγάλη που η εθνική της χώρας κέρδισε ομάδες όπως η Βόρεια Κορέα, η Ταϊλάνδη και το Ιράν. Η Ινδία μάλιστα είχε προσκληθεί να πάρει μέρος στο Μουντιάλ του 1950 αλλά δεν είχε δεχθεί μιας και η πλειοψηφία των παικτών δεν ήθελε να αγωνιστεί φορώντας παπούτσια. Μετά από συζητήσεις -και όπως ήταν λογικό- η ΦΙΦΑ δεν δέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε την συμμετοχή. Μια συμμετοχή που ίσως να είχε καταφέρει να αλλάξει το ποδόσφαιρο της χώρας -εννοείται- προς το καλύτερο. Για την ιστορία, η Ανατολική Βεγγάλη είναι η πρώτη -και μοναδική- ομάδα της χώρας που έχει κερδίσει το διεθνές τουρνουά Asian Club Championship, το 2003. Για να καταλάβουμε καλύτερα την κόντρα ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες αξίζει να αναφέρω τα γεγονότα του IFA Shield το μακρινό 1975.

Η Ανατολική Βεγγάλη ήταν ανίκητη σε ντέρμπι για 6 σερί χρόνια και έφτασε να διεκδικεί το τρόπαιο στον τελικό με την Μοχούν Μπαγκάν. Η Ανατολική Βεγγάλη θα παρουσιάσει εξαιρετικό ποδόσφαιρο, και στον τελικό θα διασύρει την μεγάλη της αντίπαλο με 5-0. Ένας απ’ τους φανατικότερους οπαδούς των ηττημένων, ο Ουμακάντο Παλοντχί, μη μπορώντας να αντέξει και να διαχειριστεί αυτή την ήττα, θα δώσει τέλος στη ζωή του, αφήνοντας ένα ανατριχιαστικό σημείωμα, δείχνοντας με τον χειρότερο τρόπο τον φανατισμό που μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο όμορφο σπορ (ένα παιχνίδι) όπως είναι το ποδόσφαιρο. «Δεν μπορώ να αντέξω αυτή την ήττα και αυτή την ντροπή. Ελπίζω στην επόμενή μου ζωή να επιστρέψω ως παίκτης της ομάδας, που αποτελεί το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μου, και να μπορέσω να πάρω εκδίκηση γι’ αυτή την ντροπιαστική μας ήττα. Μια ήττα από αυτούς που μισώ». Η κόντρα και το μίσος ανάμεσα στις δύο ομάδες παραμένει ακόμα και στις μέρες μας και μάλιστα σε ντέρμπι το 2012, οι οπαδοί της Μοχούν Μπαγκάν είχαν δημιουργήσει σοβαρά επεισόδια πετώντας τούβλα προς τους αντίπαλους οπαδούς και παίκτες. Μάλιστα ένα από αυτά είχε τραυματίσει σοβαρά τον δικό τους παίκτη, Σιντ Ραχίμ Ναμπί, που είχε προσπαθήσει να τους ηρεμήσει.

Το μοντέρνο ποδόσφαιρο της Ινδίας δεν γίνεται να υπάρξει δίχως αυτή την κόντρα και δίχως αυτό το ντέρμπι μίσους. Μια κόντρα που είναι πολύ δύσκολο να συγκριθεί με οποιαδήποτε άλλη μιας και οι ρίζες της βρίσκονται στην πτώση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, την διαίρεση μιας αρχαίας φυλής, την κόντρα για την θρησκεία και όλα αυτά ξέροντας πως ό,τι και να συμβεί, αυτές οι δύο ομάδες, θα βρίσκονται στην σκιά του πιο δημοφιλούς σπορ της χώρας. Του κρίκετ. Αξίζει να σημειώσω πως η Δυτική Βεγγάλη κυβερνήθηκε για 34 χρόνια (1977-2011) απ’ την Καλκούτα και το Αριστερό Μέτωπο. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ινδίας δηλαδή. Αυτή ήταν η μακροβιότερη δημοκρατικά εκλεγμένη κομμουνιστική κυβέρνηση στον κόσμο. Το 2011 το Αριστερό Μέτωπο έχασε τις εκλογές απ’ το συνέδριο Τριναμούλ. Παράλληλα ξεκίνησαν οι διώξεις πολλών Ινδών Κομμουνιστών, με αρκετούς από αυτούς να δέχονται ακόμα και δολοφονικές επιθέσεις. Φαινόμενα και γεγονότα που δεν διαβάζουμε γι’ αυτά στον Δυτικό (και «πολιτισμένο») κόσμο που ζούμε.



Αν υπάρχει κάποιος που κατάφερε να ενώσει -έστω και λίγο- όλους τους ανθρώπους που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο της Ινδίας αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον παλαίμαχο διεθνή ποδοσφαιριστή, Μπάτσουνγκ Μπουτία. Ένας σπουδαίος ποδοσφαιριστής τόσο για γι’ αυτά που έκανε εντός των αγωνιστικών χώρων αλλά και εκτός αυτών, δίνοντας σπουδαία μαθήματα ζωής. Ο Μπουτία είχε την τύχη να αγωνιστεί και στις δύο ομάδες που προανέφερα, ενώνοντας το φανατικό τους κοινό, όσο είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Το σημαντικότερο όλων βέβαια είναι το γεγονός πως αγωνίστηκε στην Αγγλία με τα χρώματα της Μπέρι, δίνοντας όραμα και ελπίδα σε όλα τα νέα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στην Ινδία για να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.

Ο σπουδαίος Ινδός αθλητικογράφος, Μπαρμπάγκ Σαρμάχ έγραψε πρόσφατα για τον Μπουτία: «Ακόμα και μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση, συνέχισε να αποτελεί μια κυριαρχική φιγούρα για το ποδόσφαιρο της Ινδίας. Πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε λατρεύοντας τον. Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησαν να κλωτσάνε μια μπάλα, βλέποντας τις επιτυχίες του. Το σημαντικότερο πράγμα που έκανε ήταν να εμπνεύσει ένα έθνος να ασχοληθεί πραγματικά με το ποδόσφαιρο. Το άλλο -και ακόμα πιο σημαντικό- ήταν να σπάσει τα δεσμά για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές και να ακολουθήσει μια ξεκάθαρα δική του διαδρομή, ανοίγοντας το δρόμο για ακόμα πιο σημαντικά πράγματα, δείχνοντας σε ολόκληρο τον πλανήτη πως υπάρχει ποδόσφαιρο και στην δική του χώρα».

Τον Μπουτία τον έφερε στη Μπέρι, στην Φούτμπολ Λιγκ, το ’99 ο Νιλ Γουόρνοκ, κάνοντας τον τον πρώτο Ινδό ποδοσφαιριστή που αγωνίστηκε στην Ευρώπη (και την Αγγλία) μετά τον σπουδαίο Μοχάμεντ Σαλίμ, πίσω στο μακρινό 1936. Γνωστός και ως «ο ξυπόλητος ποδοσφαιριστής». Ο Μπουτία ήταν για πολλά χρόνια το κεντρικό πρόσωπο της Nike και της Adidas, στην Ινδία, κερδίζοντας πολλά εκατομμύρια. Βέβαια η δόξα και τα χρήματα δεν μπόρεσαν ποτέ να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του, τις αξίες του και τα ιδανικά του, πιστεύοντας πάντα σε ένα καλύτερο κόσμο. Όπως είχε μάθει δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια, ζώντας φτωχικά και κλωτσώντας φθαρμένες μπάλες στο χωριό του, στο Σικκίμ στα ανατολικά Ιμαλάια. Μια απ’ τις πιο σημαντικές στιγμές του θα είναι πάντα η άρνηση του να τρέξει με την Ολυμπιακή Φλόγα στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου το 2008, διαμαρτυρόμενος, και βάζοντας ασπίδα υπεράσπισης για την Ελευθερία του Θιβέτ. Βέβαια ο κόσμος του ποδοσφαίρου θα τον θυμάται πάντα ως τον άνθρωπο που άνοιξε τον δρόμο, και έσπασε τα στερεότυπα, για τους Ινδούς ποδοσφαιριστές στο να κάνουν μια καριέρα στην Ευρώπη, παίρνοντας -επιτέλους- ίσες ευκαιρίες με όλους τους άλλους και αποβάλλοντας από πάνω τους αυτό τον «ποδοσφαιρικό ρατσισμό».

Θυμάμαι τον προπονητή της Λιντς, Τζορτζ Γκρέιαμ, να δηλώνει, εκείνη την περίοδο: «Η Λίβερπουλ μπορεί να έχει τον Μάικλ Όουεν αλλά και εμείς έχουμε τον Χάρπαλ Σινγκ» για τον 20χρόνο ταλαντούχο επιθετικό του, που τελικά δεν μπόρεσε να καθιερωθεί. Ήταν η εποχή που οι Ινδοί δεν έφταναν στην Αγγλία για να παίξουν κρίκετ, αλλά και ποδόσφαιρο. Tελικά ο Σινγκ δεν μπόρεσε να καθιερωθεί στα «παγώνια» και λίγο καιρό αργότερα, έγινε και αυτός παίκτης της Μπέρι, δίπλα στον μέντορά του. Ήταν μια εξαιρετική περίοδος για αρκετούς Ινδούς ποδοσφαιριστές, μιας και το αγγλικό ποδόσφαιρο έδωσε το πράσινο φως σε πολλούς να δοκιμαστούν, μπας και μπορέσουν να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα. Ο Αιβάρ Ουντίν βρέθηκε στην Γουέστ Χαμ, ο Μάικλ Τσόπρα στην Νιούκαστλ, ο Αμρίτ Σίντμπου στην Ντέρμπι, ο Ναβίν Σαρόγια στην Μπρέντφορντ και ο Ραβίντρα Μαθάρου επίσης στη Λιντς. Όλα αυτά δεν λένε -σχεδόν- τίποτα στην μεγαλύτερη μερίδα των ποδοσφαιρόφιλων, και το ταλέντο όλων των παραπάνω  -για να είμαι ειλικρινής- δεν ήταν τόσο μεγάλο για να σταθούν στα γήπεδα της Πρέμιερ Λιγκ και της Τσάμπιονσιπ, αλλά στα μάτια εκατομμυρίων Ινδών ήταν μια μεγάλη νίκη. Μια νίκη ισότητας. Επιτέλους μπορούσαν και αυτοί να δοκιμαστούν σε ένα επαγγελματικό χώρο με πολλά φώτα. Ο τοίχος είχε πλέον γκρεμιστεί και η λέξη ευκαιρία υπήρχε πλέον στα στόματα όλων των παιδιών που κλωτσούσαν μια μπάλα κάπου στην Ινδία. Όπως δηλαδή συνέβαινε με τα περισσότερα μέρη αυτού εδώ του κόσμου. Επιτέλους το όραμα που είχε ο Μαχάτμα Γκάντι για την ισότητα και την ελευθερία, και μέσα απ’ το ποδόσφαιρο- αποκτούσε σάρκα και οστά, έστω και μετά από πολλά χρόνια.



Ο Γκάντι είχε βρεθεί ως ασκούμενος δικηγόρος στην Νότια Αφρική το 1893 σε μια περίοδο που το ποδόσφαιρο είχε αρχίσει να γίνεται ευρέως γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκεί ανακάλυψε την δύναμη αυτού του νέου σπορ και το πώς (και πόσο) μπορούσε να επιδράσει θετικά στις μάζες. Μέσω αυτού του υπέροχου σπορ, ο σπουδαίος Ινδός ακτιβιστής, επαναστάτης και πολιτικός κατάφερε να φέρει πολύ κοντά μια διχασμένη από τον ρατσισμό μερίδα του κόσμου. Λευκούς και μαύρους. Για την ιστορία ο Γκάντι είχε δημιουργήσει την πρώτη ερασιτεχνική ομάδα ποδοσφαίρου από μη-λευκούς. Μια νίκη κατά του ρατσισμού, πολύ πριν απογειωθεί η μάχη κατά του Απαρτχάιντ από τον Νέλσον Μαντέλα. Αν και όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν ένας κάκιστος παίκτης, όσες φορές τουλάχιστον είχε προσπαθήσει να παίξει, έβλεπε στο ποδόσφαιρο αυτό που οι περισσότεροι θεωρητικοί της εποχής αδυνατούσαν να δουν. Την δύναμη που αυτό είχε. Την επίδρασή του στην κοινωνία, φέρνοντας τους ανθρώπους κοντά, ασχέτως χρώματος, θρησκείας και κοινωνικού-οικονομικού επιπέδου του καθενός. Βοήθησε μάλιστα να στηθούν τρεις ομάδες, στο Ντούρμπαν, στην Πρετόρια και φυσικά στο Γιοχανεσμπουργκ διαδίδοντας ένα άθλημα που μπορεί να μην γνώριζε καλά, αλλά έβλεπε σε αυτό, όλα τα καλά που μπορούσε να προσφέρει στην κοινωνία.

Το ποδόσφαιρο μπορεί να προσφέρει ένα μέσο για κοινωνικό διάλογο, όταν κάποιος νιώθει να απειλείται κάθε μορφή -και έννοια- δημοκρατίας και ισότητας. Ο Γκάντι -μέσω και του ποδοσφαίρου- ήταν ο πρώτος άνθρωπος της πολιτικής που μπόρεσε να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορούσε να διαδραματίσει το ποδόσφαιρο. Ένα σημαντικό ρόλο στην δημιουργία της ηθικής των μαζών, προωθώντας πάνω απ’ όλα την ισότητα και την ομαδικότητα του πνεύματος των παικτών και κατ’ επέκταση των θεατών. Ο Γκάντι έβλεπε το ποδόσφαιρο ως ένα σπουδαίο λαϊκό φαινόμενο (όπως και είναι) με τεράστιες δυνατότητες στο να κάνει τον κόσμο καλύτερο, προσφέροντας σε όλους όσους ασχολούνται με αυτό, την πνευματική διαύγεια για να κατανοήσουν καλύτερα το γενικό ομαδικό πνεύμα της κοινωνίας, την αγάπη προς τον πλησίον και φυσικά την αίσθηση της αλληλεγγύης, πράγματα δηλαδή που χρειάζονται όλοι οι άνθρωποι για να γίνονται ολοένα και καλύτεροι. Πράγματα που ευτυχώς για όλο τον κόσμο κατάφερε να μεταλαμπαδεύσει στην ανθρωπότητα και να κάνει τον κόσμο καλύτερο. Πράγματα που δυστυχώς στις εποχές που ζούμε, αυτοί που ηγούνται του ποδοσφαίρου αλλά πάνω απ’ όλα αυτοί που ηγούνται των εθνών δεν μπορούν -ή δεν θέλουν- να κατανοήσουν, κάνοντας τον κόσμο καλύτερο.
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #1 στις: Σαβ 22 Δεκ 2018 00:11 »
Παράθεση
Η ιστορία του ξυπόλητου εξτρέμ


Κι εκεί που διαβάζεις την είδηση για τη μεταγραφή του Τζόρβα σε ομάδα της Ινδίας με συγκαταβατικό χαμόγελο, έρχεται το μήνυμα από την αδίστακτη εργοδοσία του sombrero, σαν ice bucket challenge, να σου παγώσει το χαμόγελο. «Μήπως τώρα που είναι στην επικαιρότητα η Ινδία να γράψεις για τον Μοχάμεντ Σαλίμ και το πέρασμα του από τη Σέλτικ;» με το «Μήπως» και το ερωτηματικό να έχουν μπει για τυπικούς λόγους στην πρόταση.

Δεν ξέρω λοιπόν αν κάποτε θα μνημονεύουν το πέρασμα του Άλεξ Τζόρβα από το ινδικό ποδόσφαιρο στο sombrero.in, αλλά σίγουρα η ιστορία του Μοχάμεντ Σαλίμ αξίζει να ειπωθεί. Γεννημένος το 1904 στην Καλκούτα, έδειξε από μικρός ελάχιστο ενδιαφέρον για την ακαδημαϊκή του μόρφωση, αντιστρόφως ανάλογο με το ταλέντο του στο ποδόσφαιρο. Ο Σαλίμ λοιπόν έγινε ποδοσφαιριστής, σε μια εποχή μάλιστα που οι Ινδοί,  στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από τη βρετανική κυριαρχία, χρησιμοποιούσαν το ποδόσφαιρο ως έναν τρόπο να αποδείξουν ότι δεν είναι κατώτεροι, αφού σε πολλές περιπτώσεις οι ομάδες των φτωχών και ξυπόλητων Ινδών κατάφερναν να κερδίσουν τις ομάδες των παπουτσωμένων Βρετανών κατακτητών.

Φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας του ΄30, ο Σαλίμ ήταν βασικό μέλος της Μοχαμένταν Σπόρτινγκ Κλαμπ στην Καλκούτα, κερδίζοντας όχι μόνο συνεχόμενους τίτλους, αλλά και την καθολική αναγνώριση των οπαδών, αφού, σύμφωνα με τις περιγραφές, ήταν ένας παίκτης πραγματική ατραξιόν, με εξαιρετικό κοντρόλ και ντρίμπλα και μια μοναδική ικανότητα στις πάσες στις οποίες, όπως έλεγαν, ήξερε ακόμα και σε τι ακριβώς ύψος έπρεπε να στείλει την μπάλα.

Μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1936, ο Σαλίμ κλήθηκε να λάβει μέρος σε δύο φιλικούς αγώνες εναντίον της Ολυμπιακής ομάδας της Κίνας, κάτι που, χωρίς να το ξέρει, ήταν ο πρόλογος στο κομμάτι της ποδοσφαιρικής ιστορίας που επρόκειτο να γράψει σύντομα. Ο Σαλίμ αγωνίστηκε στο πρώτο παιχνίδι, έχοντας τόσο εξαιρετική απόδοση που δεν πρόλαβε να αγωνιστεί στο δεύτερο, αφού εξαφανίστηκε πριν την έναρξή του, αναγκάζοντας ακόμα και την αστυνομία να τον αναζητήσει, αναρτώντας μάλιστα και δημοσιεύσεις σε εφημερίδες. Μια αναζήτηση που απέβη μάταια, καθώς ο Σαλίμ ήταν ήδη εν πλω για τη Μεγάλη Βρετανία, μετά από την παρότρυνση του ξάδερφού του Χασίμ, που ζούσε στην Αγγλία αλλά έτυχε να βρίσκεται στην Καλκούτα και παρακολούθησε τον φιλικό αγώνα, και, εντυπωσιασμένος από την απόδοσή του, τον έπεισε να δοκιμάσει την τύχη του σε Ευρωπαϊκή ομάδα.

Μετά από μερικές ημέρες στο Λονδίνο ο Σαλίμ βρέθηκε στη Γλασκόβη όπου ο ξάδερφός του, εκτελώντας άτυπα χρέη μάνατζερ, μίλησε στον προπονητή της Σέλτικ, Γουΐλι Μάλεϊ, για έναν εξαιρετικό παίκτη που έχει έρθει με πλοίο από την Ινδία και αξίζει να τον δοκιμάσει και επίσης να παραβλέψει το γεγονός ότι παίζει ξυπόλητος. Ο Χασίμ ήταν τόσο πειστικός, που κατάφερε να μετατρέψει το αρχικό γέλιο του Μάλεϊ σε επίσημη δοκιμή του Σαλίμ, μπροστά σε 1.000 μέλη της ομάδας και τρεις προπονητές, η οποία αποδείχτηκε ένας μικρός ξυπόλητος θρίαμβος. Ο Σαλίμ όχι απλά τους έπεισε, αλλά μετά από λίγες ημέρες ήταν στην 11άδα της Σέλτικ, στη νίκη με 5-1 απέναντι στη Χάμιλτον, όπου σκόραρε, κέρδισε ένα πέναλτυ αλλά κυρίως έγινε ο πρώτος Ινδός παίκτης που έπαιξε ποτέ σε ευρωπαϊκή ομάδα. Στο δεύτερό του αγώνα με τη Σέλτικ, στο 7-1 εναντίον της Γκάλστον, ο Σαλίμ έγινε πρωτοσέλιδο, αναγκάζοντας την Scottish Daily Express να γράψει για τον Ινδό ζογκλέρ και το νέο ξυπόλητο στυλ, με τα μαγικά δάχτυλα του ποδιού του να έχουν συμμετοχή σε τρία γκολ.

Παρά την απόλυτα επιτυχημένη παρουσία του όμως, ο Σαλίμ πολύ σύντομα άρχισε να νιώθει νοσταλγία για την πατρίδα του και αποφάσισε να επιστρέψει. Οι άνθρωποι της Σέλτικ προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, προτείνοντάς του  μάλιστα να οργανώσουν έναν φιλανθρωπικό αγώνα προς τιμήν του, από τα έσοδα του οποίου ο ίδιος θα έπαιρνε το 5%. Ο Σαλίμ αρνήθηκε να κρατήσει τα λεφτά και πρότεινε να δοθεί το ποσό αυτό στα ορφανά τα οποία θα ήταν οι επίσημοι προσκεκλημένοι στον αγώνα. Μια πρόταση στην οποία επέμεινε ακόμα και όταν συνειδητοποίησε ότι το ποσό αυτό ήταν τελικά γύρω στις 1.800 λίρες, νούμερο απίστευτο για τα δεδομένα της εποχής.

Ο Σαλίμ τελικά επέστρεψε στην Ινδία και την Μοχαμένταν Σπόρτινγκ Κλαμπ, την ομάδα που αναδείχθηκε, ωστόσο ένα γεγονός που συνέβη χρόνια μετά, είναι ενδεικτικό της κληρονομιάς που άφησε πίσω του. Ο Σαλίμ, γέρος και άρρωστος πια, χρειαζόταν νοσηλεία. Ο γιος του, Ρασίντ, έγραψε ένα γράμμα στη Σέλτικ, στο οποίο ζήτησε τη βοήθειά τους. Οι Σκωτσέζοι όχι απλά απάντησαν αλλά του έστειλαν και μια επιταγή 100 λιρών για τα νοσήλια, μια χειρονομία που εντυπωσίασε τον Ρασίντ, όχι τόσο για τα χρήματα, αλλά γιατί βεβαιώθηκε για το ότι ο πατέρας του αποτελεί κομμάτι της ιστορίας της Σέλτικ. Ο Ρασίντ δεν εξαργύρωσε ποτέ την επιταγή, αποφάσισε να την κρατήσει ως ενθύμιο μαζί με μια κλασική ασπροπράσινη εμφάνιση της Σέλτικ, φυσικά χωρίς παπούτσια.
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #2 στις: Παρ 11 Ιαν 2019 20:44 »
To 2015 γράφαμε για τον απίθανο Καζουγιόσι Μιούρα που στα 48 του έβγαζε ακόμα το ψωμί του παίζοντας μπάλα. Tέσσερα χρόνια έχουν περάσει από τότε και ο Μιούρα όχι μόνο συνεχίζει αλλά πριν λίγες μέρες υπέγραψε και νέο συμβόλαιο για άλλη μια σεζόν!

Παράθεση
Ο 48χρονος επαγγελματίας ποδοσφαιριστής


Γυρολόγοι ποδοσφαιριστές υπάρχουν πολλοί. Αυτό που κάνει ενδιαφέρουσα την ιστορία του Καζουγιόσι Μιούρα είναι ότι ο σχετικά άγνωστος παγκοσμίως Γιαπωνέζος ποδοσφαιριστής (εκτός αν βλέπεις anime), είναι θρύλος στη χώρα του. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά. Σαν καλός Ιάπωνας τουρίστας, ο Μιούρα πήρε την φωτογραφική του μηχανή τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και σε ηλικία 15 χρονών μετανάστευσε στη Βραζιλία. Βρήκε καταφύγιο στην Κλούμπε Ατλέτικο Γιουβέντους μια μικρή ομάδα του Σάο Πάολο και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα. Φαίνεται ότι κάτι πρέπει να έκανε καλά γιατί κατάφερε το 1986 να βρει ένα συμβόλαιο στην Σάντος. Μπορεί βέβαια η καριέρα του στο «εξωτερικό» να ήταν επιπέδου Άννας Βίσση, έγινε όμως γρήγορα διάσημος πίσω στην πατρίδα του. Δυστυχώς το γεγονός ότι μιλάμε για τριάντα χρόνια πίσω δεν βοηθάει πολύ στο να βρεις στατιστικά, φαίνεται πάντως ότι ο Καζουγιόσι σκόραρε τουλάχιστον δυο φορές με την ομάδα του Πελέ:



Η καριέρα του στη Βραζιλία είχε περάσματα από Παλμέιρας και Κοριτίμπα και άλλες λιγότερο γνωστές ομάδα όπως την 15η Νοεμβρίου (ναι είναι όνομα ομάδας) και την Ματσουμπάρα. Μετά από μια πενταετία περίπου στη Βραζιλία, ο Μιούρα αποφάσισε ότι είχε μάθει όλα τα κόλπα του ποδοσφαίρου που μπορούσε και επέστρεψε στην πατρίδα του και στην Γιομιούρι του Τόκιο, ομάδα με πολλά χρήματα που μάζευε ότι καλύτερο κυκλοφορούσε στο γιαπωνέζικο ποδόσφαιρο. Εκεί ξεκίνησε να χτίζει το όνομά του σκοράροντας συνέχεια και κατακτώντας τίτλους. Γρήγορα το όνομά του ταξίδεψε στην Ευρώπη και το 1995 έγινε ο πρώτος Γιαπωνέζος που έπαιξε ποτέ στην Serie A, για μια σεζόν δανεικός στην Τζένοα. Μπορεί να μην έλαμψε ποτέ εκεί, αλλά το γκολ του άνοιξε το σκορ σε ένα τοπικό ντέρμπι με την Σαμπντόρια και σίγουρα ήταν σημαντικό.


Στο Γουέμπλει, μετά από φιλικό με την Αγγλία.

Επέστρεψε στην Ιαπωνία και στην Γιομιούρι που λεγόταν Καβασάκι πλέον και συνέχισε να σκοράρει ακατάπαυστα, τόσο με τον σύλλογό του, όσο και με την εθνική Ιαπωνίας την φανέλα της οποίας φόρεσε 89 φορές σημειώνοντας συνολικά 55 γκολ. Ο Καζουγιόσι συνέπεσε με την άνθιση του τοπικού πρωταθλήματος και έγινε ένας πραγματικός σούπερ-σταρ στη χώρα που ως γνωστόν είναι εύκολο να τρελαθεί με κάποιον. Το 98-99 σε ηλικία 32 ετών έκανε ξανά το ταξίδι στην Ευρώπη και έγινε ο πρώτος Γιαπωνέζος που αγωνίστηκε στο πρωτάθλημα της Κροατίας, το πέρασμά του όμως από τη Διναμό Ζάγκρεμπ δεν ήταν επιτυχημένο, άγνωστο τι είδαν οι Κροάτες και τον θυμήθηκαν τόσο μεγάλο σε ηλικία. Γυρίζοντας στην Ιαπωνία αγωνίστηκε και σε άλλες ομάδες έχοντας γενικά μια άριστη σχέση με τα δίχτυα, ενώ μια περίοδο το έριξε στο futsal και μάλιστα έπαιξε και σε αυτή την εθνική της χώρας. Δυο ακόμα φορές έφυγε από την Ιαπωνία, μια για να αγωνιστεί στην Αυστραλία, όπου έπαιξε στην Σίδνεϋ σε ηλικία… 38 ετών και μια όταν δοκιμάστηκε στην Αγγλία αρκετά χρόνια πριν, αλλά δεν έπεισε.

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο γεννηθείς το 1967 Καζουγιόσι, συνεχίζει και αγωνίζεται μέχρι και σήμερα. Κάντε την αφαίρεση. Ναι, 48 ετών πλέον και παίζει στην Γιοκοχάμα στη Β’ Εθνική της Ιαπωνίας. Παρά τις μόλις 4 εμφανίσεις του φέτος, η ομάδα φρόντισε να του επεκτείνει το συμβόλαιο και ο μεγαλύτερος Ιάπωνας ποδοσφαιριστής όλων των εποχών θα συνεχίσει να παίζει. Το πόσο καλός πλέον είναι δεν το ξέρω και μπορεί να μην φτάσει να παίζει στην ηλικία του Ντίκι, πάντως ο «Κινγκ Καζού» συνεχίζει να σκοράρει και τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα να χορεύει στους πανηγυρισμούς. Οι Γιαπωνέζοι λένε ότι είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία επαγγελματίας ποδοσφαιριστής στον κόσμο, μπορεί και ναι, μπορεί και όχι, αλλά τι σημασία έχει; Χαρά στο κουράγιο του:

sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #3 στις: Παρ 19 Ιούλ 2019 18:58 »
Παράθεση
Το παιχνίδι της ζωής τους


Το 2002 δυο Βρετανοί κινηματογραφιστές πήραν ειδική άδεια για να μπούνε στη Βόρεια Κορέα και να γυρίσουν ένα ντοκιμαντέρ που καταπιάνεται με την, απρόσμενα επιτυχημένη, συμμετοχή της Βόρειας Κορέας στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 στην Αγγλία, την πρώτη και μοναδική της παρουσία σε Μουντιάλ μέχρι το 2010 όταν και κατάφερε να βρεθεί στα γήπεδα της Νοτίου Αφρικής και να τραβήξει πάνω της αρκετά βλέμματα ανθρώπων που δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι κάπου στον πλανήτη ζούνε άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες.

Το βραβευμένο ντοκιμαντέρ, που ανέβηκε για πρώτη φορά ολόκληρο στο διαδίκτυο με Αγγλικούς υπότιτλους μόλις πριν λίγες μέρες, τιτλοφορείται «Το παιχνίδι της ζωής τους» και περιλαμβάνει συνεντεύξεις με τους εφτά ποδοσφαιριστές της ομάδας που ήταν ζωντανοί το 2002, εικόνες από τη Βόρεια Κορέα της εποχής εκείνης, αρκετό αρχειακό υλικό από τα παιχνίδια της διοργάνωσης και από όλο το ταξίδι της ομάδας στην Αγγλία αλλά και πολλά εξτρά σκηνικά που το κάνουν να ξεφεύγει από την κλίμακα ‘Βαρετή καταγραφή ενός ιστορικού γεγονότος’ και να αγγίζει επίπεδα ‘Απρόσμενα διασκεδαστική εξιστόρηση ενός εντυπωσιακού ποδοσφαιρικού επιτεύγματος με πολλές κοινωνικο-πολιτικο-ανθρωπιστικές χιουμοριστικές πινελιές οι οποίες σου προσφέρουν και γνώσεις για τον πιο ιδιαίτερο λαό αυτού του πλανήτη, ο οποίος όλως τυχαίως βρίσκεται και στην επικαιρότητα αυτόν τον καιρό, όπως πιθανόν θα έχεις ακούσει αν δεν είσαι ο Γιώργος ο Κατίδης’.

Ανάμεσα σε πολλά άλλα ξεχωρίζουν:

η αποκάλυψη πως για να πάνε οι Βορειοκορεάτες στην Αγγλία έπρεπε να παίξουν δυο παιχνίδια με τους Αυστραλούς, τα οποία για λόγους ουδετερότητας διεξήχθησαν και τα δυο στην Καμπότζη, με το βασιλιά της χώρας να διατάζει το μισό γήπεδο να υποστηρίζει τη Β. Κορέα και το άλλο μισό την Αυστραλία
τα άπειρα παράσημα που κρέμονται στους ηλικιωμένους, πλέον, πρωταγωνιστές της ιστορίας
η αναπάντεχη υποστήριξη που βρήκαν από τους ανθρώπους του Μίντλεσμπρο, στο οποίο διεξήχθησαν οι αγώνες του ομίλου
τα διπλωματικά προβλήματα που παρουσιάστηκαν λόγω της παρουσίας στην Αγγλία ενός έθνους το οποίο δεν είχε και την καλύτερη προϊστορία στις πολεμικές συμμαχίες του
τα ποδοσφαιρικά γεγονότα που καταγράφονται που παραμένουν αξιοθαύμαστα, καθώς δεν είναι και λίγο πράγμα μια ομάδα κοντοστούπηδων Ασιατών να αποκλείει στην πρώτη της συμμετοχή στη διοργάνωση την ομάδα της Ιταλίας, αναγκάζοντας την να δεχτεί στο αεροδρόμιο της Ρώμης αυγά και ντομάτες (!) κατά την πρόωρη επιστροφή της
τα αμέτρητα σεμεδάκια στο σπίτι-βγαλμένο-από-το-1960 του παίκτη που ξεχώρισε περισσότερο από εκείνη την ομάδα
τα εντυπωσιακά πλάνα από τις γιορτές που οργανώνονται για χάρη του ‘Μεγάλου Ηγέτη’, κατά τις οποίες στις κερκίδες εναλλάσσονται μέσα σε ελάχιστο χρόνο κάποια choreo που κάνουν τα καλύτερα choreo των μεγάλων ποδοσφαιρικών ομάδων να φαίνονται προχειροδουλειές
η συνεχής αναφορά του ονόματος ‘Μεγάλος Ηγέτης’, ακόμα και σε περιπτώσεις που δεν θα περίμενες ότι κολλάει ο ‘Μεγάλος Ηγέτης’
το γεγονός πως οι Βορειοκορεάτες πανηγύριζαν τη μεγάλη νίκη επί της Ιταλίας πίνοντας στα αποδυτήρια λεμονάδες
όλη η ιστορία με το πρόβλημα που προέκυψε μετά την πρόκριση στον επόμενο γύρο όταν και, ελλείψει προγραμματισμού και πίστης ότι η ομάδα θα περάσει στην επόμενη φάση, δεν είχε κάπου να μείνει, με αποτέλεσμα να φιλοξενηθεί σ’ ένα κέντρο διαμονής για Ρωμαιοκαθολικούς πιστούς στο οποίο είχαν κάνει κράτηση οι Ιταλοί και το οποίο φυσικά δεν ήταν και το κατάλληλο μέρος για να υποδεχθεί ένα τσούρμο άθεους Κομμουνιστές.

sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #4 στις: Κυρ 20 Οκτ 2019 21:52 »
Ο Δημήτρης Τζουβάρας βρήκε στο Ομάν τα αυτονόητα που λείπουν από την Ελλάδα


Ένας Έλληνας προπονητής στη μεγαλύτερη ακαδημία του Ομάν! Ο Δημήτρης Τζουβάρας μιλάει στο gazzetta.gr για την ποδοσφαιρική ξενιτιά, τα όσα συνάντησε στην Αραβική Χερσόνησο, τις διαφορές με την Ελλάδα, αλλά και τα στερεότυπα που γκρεμίζονται όταν τα ζεις. 

Η ιδιότητα του προπονητή μάλλον δεν αποκαλύπτει όλη την αλήθεια. Ο Δημήτρης Τζουβάρας είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Είναι ένας μελετητής και αναλυτής του παιχνιδιού, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει το όμορφο παιχνίδι ολιστικά και η προσέγγιση του απέναντι στα παιδιά ξεφεύγει από το αμιγώς αθλητικό. Είναι ένας παιδαγωγός με ακαδημαϊκή θεώρηση του ποδοσφαίρου, συνδυάζοντας παράλληλα την θεωρία με την πράξη και εφαρμόζοντας στο χορτάρι το απόσταγμα των γνώσεων και των εμπειριών του.

Ο Τζουβάρας συνεργάτης στη σύνταξη του βιβλίου «F.C Barcelona: Προπόνηση Τακτικής για 34 τακτικές καταστάσεις», το οποίο βραβεύτηκε από την ιταλική ομοσπονδία και τον Αρίγκο Σάκι, αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια τις προπονητικής του καριέρας στο ποδόσφαιρο ως εργαλείο ένταξης. Δούλεψε στην ομάδα Samaritan's Purse, την αμερικανική ΜΚΟ που κατάλαβε τη δύναμη της στρογγυλής θεάς ως μέσο επούλωσης του τραύματος των ξεριζωμένων, ως συνεκτικό παράγοντα, ως δημιουργό μιας  μορφής κανονικότητας στα παιδιά που πάλεψαν με τα κύματα για να ξεβραστούν σε έναν ξένο τόπο, πασχίζοντας να ξεκινήσουν ξανά τη ζωή τους. Kι έπειτα, στην ομάδα της ΑΡΣΙΣ, στην οποία βίωσε την τεράστια αλλαγή που το ποδόσφαιρο μπορεί να φέρει στην παιδεία και την ψυχολογία των χαρακτήρων που βρίσκονται από διαμόρφωση.

Παράλληλα με την δουλειά στις ομάδες αυτές, ο πρώην προπονητής των ακαδημιών του Άρη δεν σταμάτησε να επιμορφώνεται, να ψάχνεται και να ερευνά. Και οι συνθήκες ωρίμασαν, ώστε να κάνει το βήμα για έναν τόπο μακρινό, αλλά όχι τόσο ξένο όσο φαντάζονται οι περισσότεροι. Έναν τόπο που παρά τις σοκαριστικές πρώτες εικόνες για όσους προέρχονται από τη Δύση, δείχνει ότι στο ποδόσφαιρο έχει οργάνωση και ταυτότητα: Το Ομάν και την κορυφαία ακαδημία της χώρας, τη Muscat Football Academy. Μια ακαδημία που ;φιλοξενεί 200 παιδιά, 5-16 χρονών. Μάλιστα, η MFA έχει κάνει και πρόταση στον πρώην συνεργάτη του Έλληνα προπονητή στην ομάδα της ΆΡΣΙΣ. Τον Χρήστο Σαββάκη, ο οποίος είναι απόφοιτος ΤΕΦΑΑ και έκανε την πρακτική του στον Άρη. Η ελληνική παροικία της ακαδημίας αναμένεται λοιπόν να μεγαλώσει!



«Σεβασμός, ταπεινότητα, φιλοξενία»
«Χρόνια τώρα προσπαθούμε να μελετήσουμε τι γίνεται στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και να δούμε και εμείς πώς θα μπορούσαμε να έχουμε κάποιες εμπειρίες στο εξωτερικό», εξηγεί ο Δημήτρης Τζουβάρας στο gazzetta.gr και συνεχίζει: «Πριν από κάποια χρόνια είχαμε έτοιμη μια ομάδα προπονητών με επικεφαλής τον Θάνο Τερζή, η οποία θα πήγαινε στην Αλ Ιτιχάντ στα τμήματα υποδομής αλλά τελικά δεν προχώρησε. Άλλαξε η ηγεσία και εκεί που ήμασταν έτοιμοι με τις βαλίτσες να πάμε για κάποια χρόνια τελικά δεν έγινε αυτό το βήμα. Ίσως δεν ήμασταν κι εμείς έτοιμοι ακόμα, γιατί πρέπει να είσαι έτοιμος σε πολλούς τομείς. Τώρα αυτό που άλλαξε, τουλάχιστον για εμένα, είναι ότι έχω μεγαλύτερη εμπειρία. Έχοντας μια επαφή τουλάχιστον για δύο χρόνια με πρόσφυγες στην Ελλάδα, κατάλαβα καλύτερα την κουλτούρα αυτών των ανθρώπων. Όχι μόνο την αραβική, αλλά και την αγγλική, γιατί είχαμε επαφή με συναδέλφους από την Αγγλία κυρίως με τους Samaritan's Purse. Όπως και με προπονητές από Φινλανδία, Σκωτία, Αμερική. Οπότε πήρα αρκετά ερεθίσματα και γενικά υπήρξε μια απομυθοποίηση, αλλά και προσαρμογή με διαφορετικές κουλτούρες».

Κίνητρα επίσης για την αναζήτηση του εξωτερικού ήταν η περιέργεια, αλλά και η απογοήτευση. «Ήθελα να ζήσω λίγο μακριά από την Ελλάδα και από περιέργεια, αλλά και την απογοήτευση που νιώθουμε όλοι για το εργασιακό μας περιβάλλον και δεν εννοώ μόνο το οικονομικό κομμάτι. Εδώ τρέχουμε πανικόβλητοι σαν το σκυλί που τρέχει πίσω από την ουρά του και δεν κάνουμε τίποτα απολύτως. Δεν κάνουμε αυτά που έχουμε διδαχθεί ή δίνουμε μάχες για να τα επιβάλλουμε. Μάχες με κάθε υπεύθυνο ακαδημίας, ο οποίος ναι μεν μας προσλαμβάνει, αλλά δίνει τις κατευθύνσεις και τις περισσότερες φορές είναι κατώτερος των περιστάσεων, είτε απέναντι στους γονείς, οι οποίοι δεν μας αφήνουν να κάνουμε καλό στα παιδιά τους. Εδώ αυτό δεν συμβαίνει. Ο υπεύθυνος ακαδημίας και οι γονείς μας ευχαριστούν μετά από κάθε προπόνηση για το παιδαγωγικό μας έργο».



Πώς είναι όμως ξαφνικά από τη Θεσσαλονίκη να προσγειώνεσαι στην Αραβική Χερσόνησο; Είναι αυτονόητο πως οι πρώτες εικόνες ξενίζουν, όμως στη συνέχεια αρχίζεις και καταλαβαίνεις κάποια πράγματα. Και κυρίως, ότι τα στερεότυπα συνήθως υπάρχουν για να γκρεμίζονται. «Βρίσκομαι εδώ τρεις γεμάτες εβδομάδες. Τα πρώτα δείγματα ήταν λίγο σοκαριστικά σε όλους τους τομείς, παρότι ήμουν προετοιμασμένος. Για παράδειγμα, ήρθα εδώ στη μία το βράδυ και είχε πάνω από 35 βαθμούς Κελσίου οπότε αναρωτήθηκα αν είναι έτσι τη νύχτα, τη μέρα τι γίνεται; Ο ήλιος όμως είναι διαφορετικός σε σχέση με αυτό που έχουμε συνηθίσει, πιο άκακος. Και νυχτώνει σχετικά νωρίς, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα με τις προπονήσεις, που είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Ένα σοκ επίσης ήταν το πολιτισμικό, γιατί είχα μεν επαφή, αλλά το να βλέπεις παντού τριγύρω σου ανθρώπους με παραδοσιακά ρούχα σε ένα ποσοστό 80%, είναι λίγο πρωτόγνωρο. Όπως και το να βλέπεις ότι υπάρχει πλατεία εκτελέσεων, η οποία βέβαια πλέον είναι μόνο ιστορικό μέρος. Ήμουν λοιπόν λίγο σοκαρισμένος στην αρχή, είχα τις φοβίες που έχουμε όλοι, αλλά είδα τελικά ότι είμαστε πολύ λάθος. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των ανθρώπων είναι ο σεβασμός, η ταπεινότητα, η φιλοξενία. Καυχόμαστε εμείς για τη φιλοξενία, αλλά είμαστε πολύ πίσω. Εδώ θα ακούσεις πολύ σπάνια ανθρώπους να διαπληκτίζονται. Μόνο μια φορά άκουσα έναν να φωνάζει σε άλλον, σε ένα βενζινάδικο. Στην Ελλάδα ξέρουμε πολύ καλά τι γίνεται. Δεν υπάρχουν κορναρίσματα στους δρόμους, γενικά βλέπεις σεβασμό, όπως και προς τις γυναίκες που υπάρχει μια εικόνα στο εξωτερικό διαφορετική. Οι σύζυγοι ή οι συγγενείς τις βλέπουν με απόλυτο σεβασμό, δεν υπάρχει χυδαιότητα, καμιά εμμονή ή φοβία. Είναι τόσο ομαλά τα πράγματα σε σχέση με εμάς, που μπορώ να πω ότι έχω ηρεμήσει.

Ως προς το επαγγελματικό κομμάτι, ένιωσα τον σεβασμό από την πρώτη στιγμή από τον Τσακ Μαρτίνι, τον παλιό τερματοφύλακα της Λέστερ και της Τότεναμ που είναι ο επικεφαλής στην ακαδημία που ήρθα, της Muscat Football Academy, η οποία είναι και η καλύτερη στη χώρα. Είχε μάλιστα συμπαίκτη τον Ζαγοράκη στη Λέστερ και μου είπε τα καλύτερα! Η ακαδημία έχει παραρτήματα επίσης στη Ντόχα του Κατάρ και στη Μπαγκόγκ. Αισθάνθηκα λοιπόν τον σεβασμό από την πρώτη μέρα και στις ακαδημίες. Ο Μαρτίνι ξέρει καλά την ορολογία και τον κόσμο του ποδοσφαίρου και καταλαβαίνει ποιος είναι γνώστης και ποιος όχι. Από τις πρώτες στιγμές λοιπόν κέρδισα τον σεβασμό του. Ήταν ένα σοκ που ήρθε να με πάρει από το αεροδρόμιο με Lamborghini. Εδώ τα αυτοκίνητα είναι Lambo, Lexus, Porsche, είναι λίγο σοκαριστικό. Η οργάνωση στους δρόμους είναι απίστευτη, δεν το συζητάμε. Είναι τόσο ευγενικοί παντού, στο σούπερ μάρκετ, στα εμπορικά κέντρα. Την πρώτη μέρα πήγα στη θάλασσα και δεν ήταν κανένας, οπότε κατάλαβα πως η κίνηση είναι κυρίως στα εμπορικά κέντρα κυρίως λόγω της θερμοκρασίας. Υπάρχει όμως και μια ισορροπία όταν βλέπουν έναν ξένο Ευρωπαίο. Θέλουν να δείξουν ότι είναι φιλόξενοι, ότι έχουν παιδεία και κουλτούρα και πράγματι έχουν. Είναι πολύ σημαντικό όμως να δείξεις και εσύ σεβασμό. Το ήξερα πολύ καλά.»

Ταυτότητα και σταθερότητα
Πέρα από την καθημερινότητα, ο Τζουβάρας πήγε στο Ομάν για να δουλέψει σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Στο ποδόσφαιρο. Και προερχόμενος από μια χώρα με δομικές παθογένειες, δεν γινόταν να μην αισθανθεί άμεσα κάποιες διαφορές, να γνωρίσει καλύτερα τη φιλοσοφία της Τσέλσι και της ολλανδικής ομοσπονδίας που αποτελούν τα θεμέλια της Muscat Football Academy. «Δεν είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο η οργάνωσή τους, αλλά δεν έχουν σίγουρα αυτή τη στρέβλωση που έχουμε στην Ελλάδα. Έχουν ταυτότητα. Είναι χαμηλό το επίπεδο, αλλά έχουν ταυτότητα. Εμείς ξέρεις πολύ καλά ότι δεν έχουμε, νομίζουμε ότι κάνουμε κάτι, αλλά δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Παρότι γίνεται προσπάθεια με νέα παιδιά, όπως με τον Θάνο Τερζή και τον Μιχάλη Tσοκατσίδη που γράφουν βιβλία και προπονητές με επίπεδο, τουλάχιστον στη Θεσσαλονίκη που ξέρω, δεν υπάρχει το πλαίσιο να δουλέψουμε καλά. Εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Με  υποδέχθηκαν σαν πρίγκιπα, σαν ένα προπονητή που είχε μεγάλη εμπειρία και γνώσεις, ενώ υπάρχουν στην ακαδημία προπονητές όπως ο Γουίλς Ρίτσαρντς, ο οποίος ήταν για χρόνια στις ακαδημίες της Τσέλσι στο Λονδίνο και σε άλλα μέρη, όπως στη Σιγκαπούρη κ.ο.κ. Το πρόγραμμα δεν έχει πολλές διαφορές με το Juventus project που δούλευα εγώ στη Θεσσαλονίκη, στα εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη, το οποίο υπάρχει ακόμα στην Αθήνα στα εκπαιδευτήρια Κωστέα Γείτονα. Υπάρχει η ίδια πολιτική προστασίας για το παιδί, μια φιλοσοφία, ένα πλάνο, ένας προγραμματισμός και ένας τεχνικός διευθυντής που δείχνει τις κατευθύνσεις. Το πνεύμα εστιάζεται στο παιδί.



Υπάρχει οργάνωση, αλλά το περιβάλλον δεν είναι αυστηρά ανταγωνιστικό όπως θεωρούν ότι πρέπει να είναι οι περισσότεροι στην Ελλάδα. Λέμε ότι κάνουμε ανταγωνιστικά τμήματα και πρωταθλητισμό, ενώ είμαστε όλοι πολύ μακριά. Ακόμα και ο ΠΑΟΚ που κάνει πρωταθλητισμό, είναι αρκετά βήματα πίσω ως προς το σεβασμό και την ενσωμάτωση. Γίνονται βέβαια βήματα, αλλά είμαστε πολύ πίσω γιατί δεν υπάρχει συγκεκριμένη κατεύθυνση και σταθερότητα. Εδώ υπάρχει σταθερότητα. Ακόμα και εγώ που ήρθα με νέες ιδέες και μου ζήτησαν να περάσω αμέσως στις πρώτες προπονήσεις κάποια δικά μου πράγματα, προσπαθώ να να τα προσαρμόσω με βασικό άξονα τον πυλώνα της Τσέλσι. Γνώρισα επίσης έναν εξαιρετικό άνθρωπο, τον Λι Μόργκαν, ο οποίος ήταν στα τμήματα υποδομής της Εθνικής Ουαλίας, που έχτισαν ένα εξαιρετικό οικοδόμημα με δάσκαλους όπως ο Ανρί, ο Αρτέτα, ο Ραϊμόντ Φερχάιχεν και αρκετούς ακόμα. Έχουν μελετήσει όλο τον κόσμο οι άνθρωποι και έχουν βγάλει πλάνο. Και ξέρουμε ότι είναι μια εθνική που ξεκίνησε από τη θέση 124 στον κόσμο και έφτασε στο νούμερο 6. Έχουν ένα κοινό πλάνο από μικρές ηλικίες, από την under 6 μέχρι την πρώτη ομάδα. Κινούνται κυρίως στα πρότυπα της ολλανδικής Ομοσπονδίας. Έχουν φανταστικές ιδέες, είδα πολλά πράγματα και τα έχω ενσωματώσει ώστε τα επόμενα βιβλία που έχω το χρόνο να δουλεύω εδώ να τα εμπεριέχουν. Έχουμε στο πλάνο 4-5 βιβλία με τον Γιάννη Τσανικλίδη, θα πάρουμε αρκετά από τη φιλοσοφία της Τσέλσι αλλά και από τη δομή της Ουαλίας που είναι φανταστική».

Χωνευτήρι ποδοσφαίρου!
Κάποια στοιχεία της κουλτούρας μιας χώρας δεν γίνεται να μην περάσουν και στο ποδόσφαιρο. Η διαμορφωθείσα κατάσταση όμως κάνει την ακαδημία του Μουσκάτ ένα πολύχρωμο παζλ, στο οποίο οι διαφορετικές κουλτούρες συναντιόνται και το αποτέλεσμα είναι πολύ ενδιαφέρον. «Έχει αρκετά ταλέντα, αλλά έχουν ένα θέμα. Οι ανατολίτες έχουν ένα ζήτημα με το χρόνο, δηλαδή μπορεί να ξεκινήσεις προπόνηση και να έρθουν λίγο αργότερα. Αυτό το ήξερα ήδη από την Ελλάδα, ισχύει και στην Τουρκία και στον αραβικό χώρο, αλλά και σε κάποιες χώρες της Αφρικής. Λόγω της σχέσης μου με τον Πέτρο Κούκουρα, που ήταν στην Γκάνα και τώρα στην εθνική του Σουδάν ως ασίσταντ, ήμουν προετοιμασμένος για το τι θα βρω. Η ακαδημία χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις ενός ιδιωτικού σχολείου που είναι, ας πούμε, υπό την προστασία του στρατού. Από ό,τι καταλαβαίνω ενδεχομένως να δουλεύουν κάποιοι άνθρωποι εκεί ή να στέλνουν τα παιδιά τους κάποιοι που βρίσκονται στον στρατό ή σε υπηρεσίες. Οπότε το ένα γήπεδο που χρησιμοποιούμε είναι αυτό και ένα το άλλο βρίσκεται σε μια περιοχή που μένουν άνθρωποι, οι οποίοι δουλεύουν στα πετρέλαια. Πρόκειται λοιπόν για ανθρώπους από όλο τον κόσμο, παιδιά που ζουν με τους γονείς τους εδώ. Από Ρωσία, από Αγγλία, από Αμερική, από όπου μπορείς να φανταστείς. Συν το ότι έχουμε συνεργασία με τρία διεθνή σχολεία (international schools) και όλα αυτά μου θυμίζουν κάποια πράγματα από τη Θεσσαλονίκη, μοιάζει πολύ με το πώς ήταν πράγματα στα εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη ή στο κολέγιο Ανατόλια που κατά διαστήματα γίνονταν κάποιες συναντήσεις, με πιο καλή οργάνωση και πιο καταρτισμένους ανθρώπους.



Πριν ακόμα ξεκινήσουμε τη χρονιά, κλήθηκε η ακαδημία εντελώς απροετοίμαστη να παίξει σε ένα τουρνουά στην Ιταλία με ομάδες από το εξωτερικό όπως η Στεάουα, η Μίλαν, η Γιουβέντους η Ίντερ. Και αυτό δείχνει τον σεβασμό που αποδίδουν σε αυτόν τον άνθρωπο που είναι ο επικεφαλής οι Ευρωπαίοι αλλά και τη θέληση να υπάρξει σύνδεσμος. Γιατί υπάρχει πραγματικά μεγάλο κενό ως προς την ανίχνευση ταλέντων, το βλέπω και μέσω αντίστοιχων τουρνουά που έχουν πάει τα παιδιά στην Αγγλία. Ένας τερματοφύλακάς μας είχε επιλεγεί από ένα τμήμα του Άγιαξ, πήγε έναν χρόνο και έκανε προπονήσεις. Θα μπορούσε να μείνει αν το ήθελε, αλλά δεν μπορούσε να μείνει μακριά από τους δικούς του. Δεν είναι εύκολο για ένα παιδί να αφήσει την οικογένειά του και να πάει σε έναν ξένο χώρο και να αντιμετωπίσει  τέτοιες καταστάσεις. Το βλέπουμε με παιδιά από ακαδημίες και ισπανικών ομάδων. Δεν είναι καθόλου αυτονόητο για ένα παιδί να αφήσει την πόλη ή το χωριό του και να κυνηγήσει το όνειρό του. Δεν είναι άντρας για να το κάνει, είναι παιδί».

«Τα παιδιά δεν είναι άβουλα όντα»
Ο Δημήτρης Τζουβάρας είπε πως στο Ομάν οι γονείς ευχαριστούν τους προπονητές για το παιδαγωγικό τους έργο. Δεν είναι ότι εκεί δεν παθιάζονται. Απλά καταλαβαίνουν το ρόλο του εκπαιδευτή και τον δικό τους. Κι αυτό είναι επίσης ζήτημα κουλτούρας και φιλοσοφίας. «Είναι και εδώ στα κάγκελα οι γονείς. Θα χρειαστεί να τους εκπαιδεύσουμε και εγώ έχω ξεκινήσει αυτές τις κινήσεις για αν τους κάνω να καταλάβουν ότι το παιδί ή θα ακούει εμάς ή εσάς και ότι είναι διαφορετικό να υποστηρίζεις ψυχολογικά και να το κατευθύνεις από το να παρεμβαίνεις. Η διαφορά είναι ότι από τις πρώτες κουβέντες δείχνουν να καταλαβαίνουν και φαίνεται ότι θέλουν να δείξουν ενθουσιασμό προς το παιδί και όχι να ακυρώνουν εμάς. Εδώ νιώθεις ότι είσαι προπονητής, δείχνουν σεβασμό, ξέρουν οι γονείς ότι αυτός που βρίσκεται με το παιδί τους είναι δάσκαλος, έχει επιλεγεί γι' αυτό. Στο κάτω-κάτω δεν υπάρχουν κλίκες όπως στην Ελλάδα, όπου θα προωθηθεί ο γνωστός του γνωστού, ή εκείνος που έχει συγγένεια με τον πρόεδρο. Είπαμε, υπάρχουν εξαιρετικοί προπονητές, αλλά κάποιοι δεν θα έπρεπε να περνάνε ούτε απ' έξω. Όλοι παίρνουν κάποια πτυχία εξειδίκευσης από την UEFA, αλλά ένας άνθρωπος που δεν έχει περάσει από το πανεπιστήμιο με την συνολική καθολική εκπαίδευση και με το επίπεδο που απαιτείται πώς είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει, κυρίως σε ακαδημίες;».



Εξάλλου, η λογική της ακαδημίας είναι να δίνει πρωτοβουλίες στο παιδί, να μην το έχει απλά έναν στρατιώτη. Και η φιλοσοφία αυτή είναι ένας από τους βασικούς λόγους όπου ο 44χρονος προπονητής σκοπεύει να συνεχίσει το ποδοσφαιρικό του ταξίδι.«Τα πράγματα πάνε εξαιρετικά και χαίρομαι πολύ γι' αυτό. Το μότο που είναι να απολαμβάνω και να σχεδιάζω. Το μέλλον δεν ξέρω που θα με βρει, αν θα συνεχίσω εδώ. Θα ήθελα να το κάνω για τα επόμενα δύο χρόνια που έχουμε συμβόλαιο. Μπορεί να πάω στην Ντόχα ή να γυρίσω στην Ελλάδα, αλλά σίγουρα όσο χρόνο μείνω εδώ θα προσπαθήσω να απολαύσω την κάθε στιγμή, να μάθω ακόμα καλύτερα το ποδόσφαιρο, να μάθω ακόμα καλύτερα τα παιδιά και να ονειρευόμαστε μαζί. Η φιλοσοφία της ακαδημίας είναι να λύνουμε μαζί τους τα προβλήματα που υπάρχουν στο χώρο του ποδοσφαίρου. Μιλάμε μαζί, μελετάμε μαζί το ποδόσφαιρο, συζητάμε, παίρνουν κάποιες αποφάσεις που αφορούν τη σύνθεση της ομάδας και λύνουμε όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν. Τα παιδιά έχουν λόγο, δεν είναι άβουλα όντα...».

Αυτονόητα πράγματα; Δυστυχώς, όχι για όλους.
gazzetta.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #5 στις: Σαβ 26 Οκτ 2019 10:58 »
Παράθεση
Μπύρες, ναπάλμ, νάρκες, Βιετνάμ


Ανυπόφορη υγρασία, ζέστη, κουνούπια, ο απειλητικός βόμβος ενός ελικοπτέρου που μόλις καλύπτει κάτι που μοιάζει – και είναι – ο θόρυβος από διαδοχικές επιθέσεις με όλμους κάπου κοντά, ανιχνευτές ναρκών, δακρυγόνα, και τώρα πέτρες που πέφτουν βροχή από τις κερκίδες: ίσως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα αυτή η σειρά φιλικών ματς στο Βιετνάμ, ειδικά που βρισκόμαστε στον Νοέμβριο του 1967, της πιο φονικής χρονιάς ενός πολέμου που μαίνεται από το 1955 και θα διαρκέσει συνολικά είκοσι έτη.

Μπορούμε εύλογα να υποθέσουμε ότι οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Αυστραλίας που βρίσκονται εδώ και μιάμιση ώρα κλεισμένοι στα αποδυτήρια του σταδίου Κονγκ Χόα της Σαϊγκόν προκειμένου να γλιτώσουν από 30.000 εξαγριωμένους Βιετναμέζους φιλάθλους, γελούν πικρά με την ονομασία του τουρνουά στο οποίο κλήθηκαν να πάρουν μέρος, μαζί με τους όχι λιγότερο τυχερούς παίκτες άλλων επτά εθνικών ομάδων: Friendly Nations Tournament, το Τουρνουά των Φιλικών Εθνών.

Τα φιλικά, ως προς το Νότιο Βιετνάμ, έθνη (Νέα Ζηλανδία, Νότια Κορέα, Ταϋλάνδη, Χονγκ Κονγκ, Σιγκαπούρη, Μαλαισία, Αυστραλία) είναι αφενός σύμμαχοί του, όπως και οι Αμερικάνοι, στον πόλεμο εναντίον του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, δηλαδή του Βόρειου Βιετνάμ. Αφετέρου, δεν διαθέτουν ιδιαίτερη ποδοσφαιρική παράδοση. Η Αυστραλία, ίσως η ισχυρότερη όλων, είχε αποκλειστεί, αν και γηπεδούχος, στους Ολυμπιακούς της Μελβούρνης από την Ινδία, ενώ στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966 διαλύθηκε (6-1, 3-1) από τη Βόρεια Κορέα, μια ομάδα που, βέβαια, θα κάνει πράματα και θάματα στην Αγγλία –αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.


Ο αμυντικός Γκάρι Γουίλκινς δένει τα κορδόνια του εν μέσω οπαδών της αντίπαλης ομάδας

Τι στο καλό οδήγησε όλους αυτούς τους νεαρούς, κατά κύριο λόγο ερασιτέχνες, ποδοσφαιριστές, στη Σαϊγκόν; Πρώτα από όλα, λόγοι προπαγάνδας και δημόσιων σχέσεων: ο τοπικός πληθυσμός αντιμετωπίζει με δυσπιστία τα ξένα συμμαχικά στρατεύματα και, ως γνωστόν, ο αθλητισμός ενώνει – κι ανυψώνει το ηθικό των μαχομένων. Ο πιο σημαντικός όμως παράγοντας είναι το γεγονός ότι, όταν οι αθώοι παίκτες δέχτηκαν την πρόσκληση των κυβερνήσεων και των ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών τους να πάρουν μέρος στο τουρνουά, δεν είχαν ιδέα για το τι θα αντιμετωπίσουν.

Οι Αυστραλοί το είδαν σαν ένα ακόμη σταθμό της δίμηνης περιοδείας τους στην Ασία, μια ευκαιρία να παίξουν λίγο μπάλα, να προετοιμαστούν για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 και να γνωρίσουν νέες χώρες –μετά από το Βιετνάμ, θα πήγαιναν στη Μαλαισία. Έχουν ακούσει, βέβαια, ότι γίνεται πόλεμος, μερικοί έχουν φίλους που ήδη συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις, αλλά η ιδέα που έχουν για το τι ακριβώς σημαίνει αυτό είναι πολύ αφηρημένη και υποψιαζόμαστε ότι η ενημέρωση που είχαν πριν ξεκινήσουν δεν ήταν η πληρέστερη δυνατή. Η Αυστραλία και ο συντηρητικός πρωθυπουργός της Χαρολντ Χολτ θα στείλουν συνολικά 60.000 στρατιώτες στη μάχη ενάντια στον κομμουνισμό· μόνο για το 1967, θα μετρήσουν 81 νεκρούς.

Η περιπέτεια αρχίζει ήδη πριν πατήσουν τη ναρκοθετημένη γη της Σαϊγκόν, όταν ο πιλότος του αεροπλάνου τούς ζητά συγγνώμη για την απότομη αλλαγή ύψους στην πτήση : κάποιοι Βιετκόνγκ – σύντμηση των λέξεων «Βιετναμέζοι» και «Κομμουνιστές» – παραταγμένοι στους ορυζώνες πυροβολούν το σκάφος. Αποβιβάζονται εν μέσω δεκάδων βομβαρδιστικών αεροπλάνων κι ενώ γύρω τους κινούνται πάνοπλοι στρατιώτες διαφορετικών εθνικοτήτων. Κατευθείαν στην Πρεσβεία για μια σύντομη ενημέρωση σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας που πρέπει να ακολουθούν για καλό και για κακό. Πρώτον, να αποφεύγουν τους ποδηλάτες, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να είναι αντάρτες με εκρηκτικά – η ζουμερή λεπτομέρεια είναι ότι στη Σαϊγκόν κυκλοφορούν δεκάδες χιλιάδες ποδήλατα. Δεύτερον, να αποφεύγουν να συναναστρέφονται με τους κύριους στόχους των επιθέσεων, δηλαδή τους σύμμαχους Αμερικάνους, οι οποίοι έχουν πάνω από 200.000 στρατιώτες στη χώρα.



Μια τελευταία συμβουλή από τον Μπράιαν Κόριγκαν, τον γιατρό της ομάδας : να μην πίνουν το αμφιβόλου ποιότητας νερό και να προτιμούν την μπύρα. Με την τελευταία αυτή οδηγία που πρόσθεσε μια νότα κεφιού στο ταξίδι, ξεκινούν για το Golden Building, το Χρυσό Κτίριο που κάποτε ήταν ξενοδοχείο. Κάθε ομάδα έχει έναν όροφο. Αργότερα θα αποκαλυφθεί πως οι Βιετκόνγκ σχεδίαζαν να ανατινάξουν τον όροφο της Νότιας Κορέας, ακριβώς κάτω από αυτόν των Αυστραλών. Συνελήφθησαν ενώ κουβαλούσαν τα εκρηκτικά.

Μένουν τέσσερις-τέσσερις στα δωμάτια, έχοντας ως άτυπους συγκατοίκους τις ευμεγέθεις σαύρες που τρέχουν στους διαδρόμους. Ο Σταν Άκερλυ, που είχε ξεκινήσει την καριέρα του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πριν ξενιτευτεί στην Αυστραλία, πάτησε κάτι γυμνά ηλεκτρικά καλώδια και κόντεψε να μείνει στον τόπο. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου το έχει σκάσει, παίρνοντας μαζί του όλα τα δελτία τροφίμων για το εστιατόριο, κι έτσι οι παίκτες τρώνε στο στρατόπεδο, ακούγοντας προειδοποιητικούς πυροβολισμούς κάθε φορά που ένας ύποπτος, δηλαδή ένας ποδηλάτης, πλησιάζει τις εγκαταστάσεις. Συχνά παίζουν για ζέσταμα και ένα φιλικό με τους συμπατριώτες τους, πριν οι τελευταίοι βάλουν στολή και ζωστούν τα όπλα για να πάνε να πολεμήσουν.

Η προετοιμασία για τα ματς είναι ένα άλλο ακανθώδες ζήτημα. Έχει αρχίσει η περίοδος των βροχών και το χωράφι που τους έχει διατεθεί για να προπονηθούν είναι σε άθλια χάλια. Όταν κάποιος έχει τη λαμπρή ιδέα να τρέξει να πιάσει την μπάλα που κατέληξε από στραβοκλωτσιά στην άλλη μεριά του φράχτη, οι περίεργοι που έχουν μαζευτεί να τους καμαρώσουν πανικοβάλλονται : «Μα τι κάνεις! Μη! Έχει νάρκες!». Στη Σαϊγκόν του 1967, η ευστοχία είναι υπέρτατη αρετή. Καταλήγουν να τρέχουν για ζέσταμα στην ταράτσα του ξενοδοχείου, από όπου μπορούν να βλέπουν από ψηλά τα άρματα μάχης να οργώνουν τους δρόμους, τα πολεμικά αεροπλάνα να απογειώνονται στο βάθος και τους δόλιους κατοίκους της Σαϊγκόν να τρέχουν αλαφιασμένοι στον ήχο των εκρήξεων. Ο αρχηγός της ομάδας και θρύλος του αυστραλιανού ποδοσφαίρου Τζόνι Γουόρεν θα γράψει αργότερα στην αυτοβιογραφία του ότι όταν είδε το φιλμ Good Morning Vietnam αναγνώρισε στην οθόνη μερικές από τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που κι  οι ίδιοι έζησαν.



Στο πρώτο ματς κερδίζουν τους Νεοζηλανδούς 5-3. Στο δεύτερο αντιμετωπίζουν τους γηπεδούχους σε ένα ματς μεγάλης σημασίας –ο αντιπρόεδρος της βιετναμέζικης κυβέρνησης κατεβαίνει στο ημίχρονο στα αποδυτήρια για να υποσχεθεί έξι μήνες μισθούς ως πριμ νίκης. Οι Αυστραλοί κερδίζουν με ένα γκολ του Γουόρεν στο 35΄ και καταλήγουν έτσι όπως τους είδαμε στην αρχή : κλεισμένοι στα αποδυτήρια ενώ έξω βρέχει πέτρες. Η σκηνή δεν έχει τίποτε να κάνει με τον πόλεμο· είναι απλώς αυτό που αντιμετωπίζουν ποδοσφαιριστές σε όλον τον κόσμο όταν οι θεατές είναι φανατισμένοι και δυσαρεστημένοι, ακόμη κι όταν το ματς είναι φιλικό, ακόμη κι αν ο αντίπαλος είναι, θεωρητικά, σύμμαχος. Θεωρητικά, διότι η φήμη λέει ότι οι συνεχείς βομβιστικές επιθέσεις σταματούσαν στη διάρκεια των αγώνων επειδή οι ποδοσφαιρόφιλοι Βιετκόνγκ προτιμούσαν να πάνε κι αυτοί στο γήπεδο να δουν μπάλα. Οι Αυστραλοί έφυγαν μετά από δυο ώρες αναμονή, ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο πούλμαν και με τους σάκους τους πάνω από το κεφάλι  για κάθε ενδεχόμενο.

Μετά κι από την τρίτη νίκη τους (5-1 τη Σιγκαπούρη) παίζουν ημιτελικά με τον δεύτερο του άλλου ομίλου, τη Μαλαισία. Τα επεισόδια αυτή τη φορά ξεκινούν από τον αγωνιστικό χώρο. Οι Μαλαισιανοί παίζουν σκληρά, οι Αυστραλοί ανταποδίδουν, η κατάσταση εκτραχύνεται με τσαμπουκάδες και ξύλο. Θα χρειαστεί η επέμβαση της αστυνομίας και του στρατού και η ρίψη δακρυγόνων ώστε να συνεχιστεί το ματς. Ο Αμπόνι, μικρό όνομα Αττίλας, που θα αναδειχτεί πρώτος σκόρερ του τουρνουά, θα χάσει πέναλτι αλλά τελικά οι Αυστραλοί θα κερδίσουν στην παράταση με γκολ του Ρέι Μπαάρτζ.

Ο τελικός θα παιχτεί στις 14 Νοεμβρίου. Οι Βιετναμέζοι υποστηρίζουν τώρα σύσσωμοι τους Socceroos απέναντι στη μισητή Νότια Κορέα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ανέλπιστη υποστήριξη είναι υπερβολικά μαζική: το γήπεδο είναι φίσκα και οι Αυστραλοί στρατιώτες που παρακολουθούν φανατικά όλα τα ματς της Εθνικής τους, δεν χωράνε. Τελικά και αφού ο Τζόνι Γουόρεν απειλεί ότι θα πάρει την ομάδα να φύγει, θα καθίσουν στο χορτάρι, δίπλα στις γραμμές. Στην αρχή θα στριμωχτούν λίγο ώστε να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος του τερέν για νάρκες αλλά στην συνέχεια θα καμαρώσουν την ομάδα τους να νικά 3-2 και να κερδίζει αήττητη το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία της,


Ο ουγγρικής καταγωγής προπονητής Τζόε Βλάσιτς και οι παίκτες με τα μετάλια

Μετά τον τελικό, οι μπαρουτοκαπνισμένοι νικητές πετάχτηκαν να γιορτάσουν τη νίκη στην αυστραλιανή στρατιωτική βάση του Βουνγκ Τάο, στη νότια άκρη της βιετναμέζικης χερσονήσου με ένα αεροπλάνο-σουρωτήρι από τις σφαίρες. Απτόητοι, ξαναγύρισαν στο Βιετνάμ για προετοιμασία το 1970 και το 1972, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν. Το πριμ νίκης που τους περίμενε μετά τον θρίαμβό τους ήταν η δυνατότητα να κρατήσουν ως δώρο τις πρασινοκίτρινες αθλητικές τους εμφανίσεις.



Για πολλούς αυτή η νίκη αλλά κι αυτή η απίστευτη περιπέτεια στο εμπόλεμο Βιετνάμ, η οποία, όσο να΄ναι, δημιούργησε μοναδικό κλίμα ομοψυχίας ανάμεσα στους παίκτες, ήταν το ιδρυτικό γεγονός της Εθνικής Αυστραλίας.

Οχτώ από τους θριαμβευτές της Σαϊγκόν, μαζί κι ο αρχηγός τους, οδήγησαν τους Socceroos για πρώτη φορά σε τελικά Παγκοσμίου Κυπέλλου. Θα είναι στα 1974, στο Μουντιάλ της Δυτικής Γερμανίας, που υπήρξε ίσως το πιο πολιτικό από όλα. Έχασαν από τις δυο Γερμανίες και ήρθαν ισόπαλοι με τη Χιλή. Το 2017, πενήντα χρόνια μετά τη νίκη της Σαϊγκόν, τα μέλη της αποστολής, συγκινημένοι και θαλεροί γέροντες οι περισσότερο, θα τιμηθούν από την Ομοσπονδία για την προσφορά τους στο ποδόσφαιρο.
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #6 στις: Σαβ 04 Απρ 2020 23:40 »
Τον λένε Φατχούλο Φατχούλοεφ (όχι, δεν κάνουμε πλάκα, έτσι τον λένε), είναι 30 χρονών, παίζει στο κέντρο, είναι ένα από τα αστέρια του πρωταθλήματος του Τατζικιστάν που ξεκινάει αύριο και μπορεί τώρα να μην έχεις ιδέα ποιος είναι αλλά αν συνεχιστεί αυτό για καιρό ίσως διεκδικήσει με αξιώσεις το βραβείο του καλύτερου παίκτη του κόσμου της FIFA για φέτος.


&feature=youtu.be
El Sombrero

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #7 στις: Τρι 17 Νοέ 2020 21:08 »


Η μέρα που η Αργεντινή του Ντιέγκο έπαιξε με την Αυστραλία για μια θέση στο Μουντιάλ
Ήταν το τελευταίο λεπτό. Ο 28χρονος Ομάρ Αλ Σομά είχε στήσει τη μπάλα προσεκτικά, είχε πάρει φορά και περίμενε το σινιάλο του διαιτητή για να εκτελέσει το πιο σημαντικό φάουλ της καριέρας του. Ο διαιτητής σφύριξε, ο επιθετικός της Συρίας εκτέλεσε με το δεξί του πόδι και ο θόρυβος που έκανε η μπάλα όταν χτύπησε το αριστερό δοκάρι του Μάθιου Ράιαν δεν θα ξεχαστεί ποτέ από τους πρωταγωνιστές εκείνης της ημέρας. Η Συρία αποχαιρέτησε το όνειρο του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου στην ιστορία της και η Αυστραλία έκανε ένα ακόμα βήμα προς τον στόχο. Τι έμεινε; Το τελευταίο μπαράζ.

Αν υπάρχει μια εθνική που ξέρει τι σημαίνει ‘μπαράζ για μια θέση στο Μουντιάλ’ αυτή είναι αναμφίβολα η ομάδα από την απομακρυσμένη ήπειρο στο κάτω δεξιά μέρος του παγκόσμιου χάρτη. Όλη η ιστορία του ποδοσφαίρου της Αυστραλίας είναι ουσιαστικά μια ατέλειωτη διαδικασία μπαράζ. Αυτό που κάποιες χώρες έζησαν ή θα ζήσουν μια, δυο ή τρεις το πολύ φορές, οι Αυστραλοί το περνάνε σχεδόν κάθε τέσσερα χρόνια!

H αρχή έγινε το 1966, στην πρώτη προσπάθεια της χώρας να πάρει μέρος σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να περάσει το εμπόδιο της άγνωστης και απομονωμένης Βόρειας Κορέας, σ’ένα διπλό μπαράζ που διεξήχθη στην ουδέτερη Καμπότζη. Αποτέλεσμα; Δυο βαριές ήττες με συνολικό σκορ 2-9! Στη συνέχεια πήρε σειρά το Μουντιάλ στο Μεξικό. Οι, ερασιτέχνες ακόμα, Αυστραλοί βρίσκονται ξανά στα μπαράζ, όπου αντιμετωπίζουν το Ισραήλ. Το αποτέλεσμα ξανά το ίδιο. Πλήρης αποτυχία με μια ήττα εκτός και μια ισοπαλία στο Σίδνεϊ.

Ακολουθεί μια μικρή πετυχημένη παρένθεση το 1974, με την ομάδα να προκρίνεται για πρώτη φορά σε Μουντιάλ αφήνοντας εκτός τη Νότια Κορέα, έστω και με το ζόρι (δυο ισοπαλίες και νίκη με 1-0 στο τρίτο παιχνίδι στο ουδέτερο Χονγκ Κονγκ) και μετά επιστροφή στην κανονικότητα και τις αποτυχίες.

Ήταν Νοέμβριος του 1985 όταν οι Αυστραλοί ταξίδεψαν στη Γλασκώβη για το πρώτο μπαράζ με αντίπαλο τη Σκωτία. Για να φτάσουν εκεί οι Σκωτσέζοι χρειάστηκαν ένα πέναλτι στα τελευταία λεπτά του αγώνα με τους Ουαλούς. Το πέναλτι μπήκε, η ομάδα κέρδισε τον χρυσό πόντο αλλά έχασε τον προπονητή της, αφού η καρδιά του 63χρονου Τζοκ Στέιν δεν άντεξε την πίεση και το άγχος. Τη θέση του στον πάγκο ανέλαβε ο βοηθός του, ο 44χρονος προπονητής της Αμπερντίν τότε, Άλεξ Φέργκιουσον.



Εκμεταλλευόμενοι και τον χειμωνιάτικο καιρό, οι Σκωτσέζοι κερδίζουν με 2-0. Η αποστολή της Αυστραλίας γυρνάει στην πατρίδα αποφασισμένη να κάνει ό,τι περνάει απ’τα χέρια της για να ανατρέψει το σκορ. O προπονητής Φράνκ Άροκ προειδοποιεί τους Σκωτσέζους με την ατάκα “μην ξεχάσετε να πάρετε μαζί το αντηλιακό σας” αλλά την ώρα που όλοι στην ομάδα ποντάρουν στην εξαντλητική μεσημεριανή ζέστη που θα λυγίσει τους Σκωτσέζους, η ομοσπονδία τους ‘κρεμάει’ και σε συνεργασία με τη ΦΙΦΑ ορίζει το παιχνίδι για αργά το απόγευμα, με τη δροσούλα. Το ματς λήγει 0-0 και οι Αυστραλοί βλέπουν ένα ακόμα Μουντιάλ από την τηλεόραση.

Κάπως έτσι, φτάνουμε στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1994. Οι Αυστραλοί είναι πιστοί στο ραντεβού τους με τα μπαράζ, περνάνε το πρώτο εμπόδιο του Καναδά (έστω και στα πέναλτι) και περιμένουν τον τελικό αντίπαλο τους από τη ζώνη της Λατινικής Αμερικής αυτή τη φορά. Και τότε έρχεται το σοκ αφού ο αντίπαλος που περιμένουν είναι άλλος απ’αυτόν που τελικά συναντάνε. Η Κολομβία των Βαλντεράμα, Ασπρίγια και Ρινκόν κάνει πάρτι μέσα στο Μονουμεντάλ στην τελευταία αγωνιστική των ομίλων και με μια ξεγυρισμένη πεντάρα (0-5) στέλνει τη φιναλίστ του προηγούμενου Μουντιάλ και νικήτρια του τελευταίου Κόπα Αμέρικα, Αργεντινή, στα μπαράζ. Η ομάδα Νο2 στην παγκόσμια κατάταξη, με παίκτες όπως ο Μπατιστούτα, ο Σιμεόνε, ο Ρεδόνδο, ο Ρουτζέρι, ο Μπάλμπο και ο Γκοικοετσέα αναγκάζεται για πρώτη φορά να παίξει μπαράζ και οι Αργεντίνοι, όπως συνήθως, δεν το παίρνουν και πολύ ψύχραιμα.

To ‘El Grafico’ κυκλοφορεί με ένα κατάμαυρο εξώφυλλο και μια μόνο λέξη στο κάτω μέρος: Ντροπή. Ο κόσμος αγανακτισμένος τα βάζει με όλους και με όλα (αφού η ομάδα κόντεψε να μείνει ακόμα και εκτός μπαράζ, αλλά για καλή της τύχη η Παραγουάη δεν μπόρεσε να σκοράρει στα τελευταία λεπτά του αγώνα με το Περού) και ο προπονητής, Άλφιο Μπασίλε, ψάχνει τρόπους για να ανατρέψει το κλίμα. Ο 33χρονος Ντιέγκο Μαραντόνα, που προέρχεται από 15μηνη απουσία λόγω της τιμωρίας του για το θέμα του ντόπινγκ, καλείται εσπευσμένα για τα μπαράζ, παρά το ότι εκείνη τη σεζόν έχει παίξει όλα κι όλα 5 ματς με τη Νιούελ’ς.



Την ίδια ώρα που οι Αργεντίνοι έχουν το πιστόλι στον κρόταφο, μ’ένα άρρωστο ποδοσφαιρικά έθνος κρεμασμένο πάνω τους, οι Αυστραλοί απολαμβάνουν την ξαφνική φήμη δίνοντας συνεντεύξεις παντού ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να λύσουν τα δικά τους… θεματάκια. “Μας είχαν δώσει σ’εκείνα τα προκριματικά να φορέσουμε τη χειρότερη στολή που έχει φορεθεί ποτέ σε οποιοδήποτε σπορ” θυμάται ο μέσος Ρόμπι Σλέιτερ. “Ακόμα και σήμερα τα παιδιά στο Fox Sports βάζουν μια στο τόσο τη φωτογραφία μου μ’εκείνη τη φανέλα και κάθε φορά που τη βλέπω ταράζομαι”. Η εμφάνιση ήταν τόσο τραγική που οι παίκτες απειλούσαν πως δεν θα προπονηθούν αν τους ανάγκαζαν να τη φορέσουν ξανά.

Η ομοσπονδία υποχώρησε, δεχόμενη να φορεθεί η παλιά εμφάνιση, κι έτσι στο ιστορικό πρώτο παιχνίδι των δυο ομάδων στο Σίδνεϊ, και με τους παγκόσμιους προβολείς στραμμένους πάνω τους, οι ‘Socceroos’ (όπως είναι το μάλλον αποτυχημένο, για τα δικά μα γούστα, παρατσούκλι τους) αφοσιώθηκαν στον πολύ μεγάλο αντίπαλο τους. Σ’ένα κατάμεστο γήπεδο η Αργεντινή, με τον Ντιέγκο αρχηγό, πήρε προβάδισμα με μια κεφαλιά του Μπάλμπο στο 37′ αλλά πριν προλάβει να χαρεί το 0-1, οι γηπεδούχοι ισοφάρισαν με γκολ του Βίντμαρ. Το δεύτερο ημίχρονο είχε κάποιες φάσεις και για τις δυο ομάδες αλλά το σκορ δεν άλλαξε. Η πρώτη έκπληξη είχε ήδη γίνει, αφού κανένας δεν πίστευε ότι η αδύναμη Αυστραλία, που σε μεγάλο βαθμό είχε στο ρόστερ της ημι-επαγγελματίες από το εγχώριο πρωτάθλημα, θα κοντράριζε στα ίσα τη φημισμένη αντίπαλο της.



Ο Σλέιτερ, τον οποίο οι Αργεντινοί αποκαλούσαν απλά “ο κόκκινος”, λόγω του χρώματος των μαλλιών του, έκλεψε τις εντυπώσεις, καταφέρνοντας να περιορίσει τον Ντιέγκο σε πολύ μεγάλο βαθμό. Μετά το τέλος του ματς ένα μέλος της αργεντίνικης αποστολής του είπε ότι η γυναίκα του Μαραντόνα, που βρισκόταν στην κερκίδα, είχε ζητήσει τη φανέλα του. Ο Αυστραλός την έδωσε χωρίς δεύτερη σκέψη. Λίγο αργότερα στα αποδυτήρια τον ενημέρωσαν πως ο Μαραντόνα ήθελε να τον δει. Ο Ντιεγκίτο του χάρισε τη φανέλα του και του έδωσε ραντεβού στο Μπουένος Άιρες. “Φυσικά την έχω ακόμα” λέει με περηφάνια ο 53χρονος πλέον ποδοσφαιρικός σχολιαστής.

Δυο εβδομάδες αργότερα σε ένα ασφυκτικά γεμάτο Μονουμεντάλ η Αργεντινή πήρε το χρυσό εισιτήριο πολύ πιο δύσκολα απ’ότι περίμεναν όλοι, μ’ένα τυχερό αυτογκόλ από μια σέντρα του Μπατιστούτα στο δεύτερο ημίχρονο. “Όταν φτάσαμε εκεί, ο πρόεδρος της Αργεντινής δήλωσε ότι δεν υπάρχει κανένα άλλο αποτέλεσμα πέρα από τη νίκη. Όλοι ξέραμε ότι αν δεν κέρδιζαν η μέρα εκείνη θα έμενε στην ιστορία ως μέρα θλίψης” θυμάται ο αρχηγός Πόλ Γουέιντ. Οι Αυστραλοί τα έδωσαν όλα, πίεσαν για την ισοφάριση και τελικά ‘έπεσαν’ με ψηλά το κεφάλι, απέναντι σε ένα μεγαθήριο του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Η ανακούφιση και τα έξαλλα πανηγύρια του Μαραντόνα και όλων των υπολοίπων στο φινάλε αποτελούν παράσημο μέχρι και σήμερα για το ποδόσφαιρο της χώρας.



Σ’αυτά ήρθε αρκετά χρόνια αργότερα να προστεθεί και μια περίεργη δήλωση του Ντιεγκίτο. Όντας καλεσμένος σε μια τηλεοπτική εκπομπή το 2011 και θέλοντας να επιτεθεί στον ισχυρό άντρα της ομοσπονδίας της χώρας, Χούλιο Γκροντόνα, αποκάλυψε πως πριν από τον επαναληπτικό οι παίκτες της αλμπισελέστε είχαν πιει έναν καφέ που είχε μέσα κάποια ουσία που τους βοήθησε “να τρέχουν περισσότερο”. “Υπήρχε αντι-ντόπινγκ κοντρόλ σε κάθε ματς εκτός από εκείνο που ήταν και το πιο κρίσιμο και ο Γκροντόνα το ήξερε αυτό” ήταν μια ακόμα από τις αμφιλεγόμενες ατάκες του Μαραντόνα στην εκπομπή. Τις επόμενες ημέρες αρκετοί συμπαίκτες του επιβεβαίωσαν ότι πράγματι δεν έγινε κανένας έλεγχος για ντόπινγκ στο ματς εκείνο αλλά αρνήθηκαν ότι αυτοί κατανάλωσαν κάτι ύποπτο. Όσο για τους απέναντι, ο Γουέιντ αντιμετώπισε το θέμα ανέλπιστα χαλαρά: “Όταν το άκουσα, αρχικά σοκαρίστηκα. Αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, είναι μεγάλο κομπλιμέντο για εμάς. Πρέπει να είχαν φοβηθεί πολύ στη σκέψη ότι θα τους πετάξουμε εκτός Μουντιάλ”.

Μετά από τα ιστορικά εκείνα παιχνίδια με την Αργεντινή, ακολούθησαν δυο ακόμα αποτυχημένα μπαράζ: ένα με το Ιράν για το Μουντιάλ του 1998 και ένα με την Ουρουγουάη γι’αυτό του 2002. Η ‘κατάρα’ έσπασε στα προκριματικά του 2006 όταν η ομάδα του Γκους Χίντινγκ με τους Βίντουκα, Κιούελ, Κέιχιλ, Αλοΐζι και Σβάρτσερ στο ρόστερ, κατάφερε να πάρει εκδίκηση από τους Ουρουγουανούς, να τους αποκλείσει στα πέναλτι και να δώσει το παρών στο πρώτο της Μουντιάλ από το 1974.



Η ευεργετική ‘μετακόμιση’ της ομάδας από την ομοσπονδία της Ωκεανίας, σ’αυτήν της Ασίας την ίδια χρονιά βοήθησε ώστε οι Αυστραλοί να προκριθούν και στις επόμενες δυο διοργανώσεις, κάτι που σημαίνει ότι αν το πρωί της Τετάρτης η ομάδα του 38χρονου αγέραστου Τιμ Κέιχιλ καταφέρει να ξεπεράσει το εμπόδιο της Ονδούρας (στην έδρα της οποίας οι δυο ομάδες ήρθαν 0-0), το Μουντιάλ της Ρωσίας θα είναι το τέταρτο συνεχόμενο στο οποίο θα δώσει το παρών. Και για μια χώρα που μέχρι πριν 12 χρόνια η σπουδαιότερη επιτυχία της ήταν το ότι κάποτε κράτησε τη φημισμένη Αργεντινή του Μαραντόνα στο 1-1 εντός έδρας, αυτό είναι σίγουρα ένα τεράστιο επίτευγμα.
sombrero.gr

Αποσυνδεδεμένος fon7

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
  • Μηνύματα: 20.061
    • Προφίλ
Απ: Ασιατικό ποδόσφαιρο
« Απάντηση #8 στις: Τετ 06 Οκτ 2021 20:40 »

Στο πολύπαθο Κασμίρ το σύνθημα "πωπωπω πωπωπω, πώς θα φύγετε από'δω;" αποκτάει άλλη αξία.

Για την ιστορία, το ομώνυμο κομμάτι των Ζέπελιν γράφτηκε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού τους στο Μαρόκο. Κανείς τους δεν είχε πάει ποτέ στο Κασμίρ.

El Sombrero