Τα χαρακώματα
Το καλοκαίρι του 1914 η Wiener στέφθηκε για πρώτη φορά πρωταθλήτρια Αυστρίας, κερδίζοντας στην ισοβαθμία το πρωτάθλημα από τη Rapid, ενώ η First Vienna, ο πρωτοπόρος σύλλογος της αυστριακής πρωτεύουσας, υποβιβάστηκε στη 2η κατηγορία. Στην Ουγγαρία η MTK πήρε τα σκήπτρα μετά από την κυριαρχία της Ferencváros, ενώ στην Τσεχία δε διεξήχθη πρωτάθλημα, με τα σκήπτρα να κρατάει από την προηγούμενη χρονιά η Slavia Πράγας. Στην Ιταλία, η Casale θριάμβευσε επί της Lazio στον τελικό της Prima Categoria για να κερδίσει τον πρώτο και μοναδικό τίτλο της ιστορίας της. Αυτά ήταν τα τελευταία πρωταθλήματα που διεξήχθησαν σε ειρηνικές συνθήκες…
Στις 28 του Ιούνη, ο διάδοχος του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος, βρέθηκε στο Σάράγεβο προκειμένου να επιθεωρήσει τις στρατιωτικές ασκήσεις της αυστροουγγρικής διοίκησης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η περιοχή αυτή είχε περιέλθει δικαιωματικά στην Αυστροουγγαρία με τη Συνθήκη του Βερολίνου, το 1878, μία συμφωνία που ουσιαστικά άναψε το φυτίλι της Ιστορίας στα Βαλκάνια, εκφράζοντας ταυτόχρονα τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, καθώς και την ύστατη προσπάθεια διαφύλαξης των αυτοκρατοριών της Ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, η περιοχή παρέμενε ουσιαστικά οθωμανική επαρχία ως και το 1908, όταν με την άνοδο των Νεότουρκων και την αστάθεια στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Αυστροουγγαρία αποφάσισε να διαφυλάξει τις αυτοκρατορικές κτήσεις στα Βαλκάνια και προσάρτησε ολοκληρωτικά την επαρχία στην επικράτειά της. Η κίνηση αυτή ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τις εθνικές επιδιώξεις των Σέρβων, που είχαν αποκτήσει επίσης το δικό τους εθνικό κράτος με τη συνθήκη του Βερολίνου.
Ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος, σε μια συμβολική κίνηση, φρόντισε να πραγματοποιήσει την επίσκεψη αυτή την ημέρα του Vidovdan, δηλαδή την επέτειο της μάχης του Κοσσυφοπέδιου, καθώς θεωρείται η πρώτη πατριωτική θυσία απέναντι στην κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, που λειτούργησε και ως γενεσιουργός της σερβικής εθνικής συνείδησης. Έτσι, ο διάδοχος του αυστροουγγρικού θρόνου, θέλησε να επιδείξει τη σιδερένια πυγμή της δικής του Αυτοκρατορίας, που είχε τη δυνατότητα να επιδεικνύει την ισχύ της απέναντι στα μικρότερα εθνικά κράτη σε ένα από τα διαχρονικά ευρωπαϊκά πεδία των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η επιλογή του αυτό, ωστόσο, απεδείχθη θανάσιμη, καθώς ο Gavrilo Princip, μέλος της σερβοβοσνιακής παραστρατιωτικής οργάνωσης “Μαύρο Χέρι”, δολοφόνησε το διάδοχο και τη σύζυγό του Σοφία. Σε μια εποχή που έτσι κι αλλιώς μύριζε μπαρούτι, με την κούρσα των εξοπλισμών στα αναδυόμενα εθνικά καπιταλιστικά κράτη και τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες να κρατάει για περίπου μισό αιώνα, η σκανδάλη του Princip πυροδότησε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τη σφαίρα που είχε τοποθετήσει στο όπλο του: η Ευρώπη θα άλλαζε ριζικά και η Ιστορία θα σημάδευε το τέλος των αυτοκρατοριών. Μαζί με τις αυτοκρατορίες, ωστόσο, θα έβρισκαν τέλος οι ζωές περίπου 9 εκατομμυρίων ανθρώπων, σε μια τετραετή πολεμική σύρραξη που τότε ονομάστηκε “Ο Μεγάλος Πόλεμος”.

Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου είχε ως αποτέλεσμα τη διαίρεση των αυτοκρατοριών των κεντρικών δυνάμεων, δηλαδή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε μια σειρά εθνικών κρατών. Έτσι, σχηματίστηκε το κράτος της Γιουγκοσλαβίας στα Βαλκάνια, η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Τσεχοσλοβακία στα εδάφη της Αυστροουγγαρίας, Η δημοκρατία της Βαϊμάρης, ενώ με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ άνοιξε ο δρόμος για τη δημιουργία των κρατών της Πολωνίας, της Λιθουανίας, της Εσθονίας και της Λετονίας. Φυσικά, στο ίδιο διάστημα η Οκτωβριανή Επανάσταση δημιούργησε το πρώτο στην ιστορία εργατικό κράτος, τη Σοβιετική Ρωσία και μετέπειτα τη Σοβιετική Ένωση, που θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στις ιδεολογικές διαδικασίες που αφορούσαν τις πολιτικές εξελίξεις των νέων εθνικών κρατών.
Τα χρόνια του λεγόμενου “πολέμου των χαρακωμάτων” το ποδόσφαιρο δε σταμάτησε. Στη γενέτειρά του, την Αγγλία, μπορεί να έπεσε το επίπεδο και η ένταση του ανταγωνισμού, όμως συνέχισε να αποτελεί διέξοδο για τις εργατικές μάζες, που ειδικά υπό το βάρος της πολεμικής κατάστασης έψαχναν στο σπορ την απαραίτητη ψυχική ανακούφιση. Οι γυναίκες που πήραν τη θέση των ανδρών στα εργοστάσια, όσο αυτοί πολεμούσαν στα χαρακώματα, έφτιαξαν και τις δικές τους ποδοσφαιρικές ομάδες, γράφοντας χρυσές σελίδες στην ιστορία του σπορ, τόσο σημαντικές που θεωρήθηκαν επικίνδυνες ώστε μεταπολεμικά να προκαλέσουν την απαγόρευση του γυναικείου σπορ για περίπου μισό αιώνα. Πολλοί φαντάροι, εξαντλημένοι από έναν πόλεμο στον οποίο δεν καταλάβαιναν για ποιο λόγο θα σκοτωνόντουσαν, επέστρεφαν στη χώρα τους και βρίσκονταν στα γήπεδα, δηλώνοντας αδυναμία στράτευσης.
Στην Αυστρία, η Wiener Amateur του Hugo Meisl κέρδισε το πρωτάθλημα του 1915, για να ξαναπάρει τα σκήπτρα η εργατική Rapid το 1916 και 1917. Στην Ουγγαρία το πρωτάθλημα διακόπηκε για 2 σεζόν, όμως στα μέσα του πολέμου η MTK συνέχισε την κυριαρχία της υπό τον Jimmy Hogan, κερδίζοντας τα πρωταθλήματα του 1917 και 1918. Στην Τσεχία, η DFC Prag, κληρονόμος των παραδόσεων της Regatta, κέρδισε το πρωτάθλημα του 1917, με δεύτερη μια άλλη ομάδα του γερμανόφωνου κομματιού της Πράγας, τη Viktoria Žižkov. Στην Ιταλία, ωστόσο, διεξήχθη μόνο το πρωτάθλημα της σεζόν 1914-15, το οποίο και κέρδισε η Genoa, επικρατώντας στον τελικό γύρο της Torino, της Inter και της Milan, για να παραλάβει τον τίτλο της όμως μόνο μετά το τέλος του πολέμου.
Αν και το τέλος του πολέμου σήμαινε την ήττα για την Αυστροουγγρική αυτοκρατορία, όσο αφορά το ποδόσφαιρο του Δούναβη ξεκινούσε η πιο λαμπρή εποχή του, ίσως γιατί το ίδιο συνέβαινε και με τις προσδοκίες των λαών αυτών για την επόμενη μέρα σε έναν ειρηνικό κόσμο.
Η εποχή των χαμένων ονείρων
Στη νεοσύστατη Αυστρία, η επόμενη μέρα του Μεγάλου Πολέμου διαμόρφωσε ένα ουσιαστικά διπολικό κράτος, με μία τεράστια πολιτική και κοινωνική ανισομετρία και αντίθεση μεταξύ της πρωτεύουσας, της Βιέννης και της υπόλοιπης χώρας. Το εργαστήρι του αυστριακού ποδοσφαίρου όμως ήταν η κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα και στο έδαφος των εξελίξεων σε αυτήν συντελέστηκαν και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες που εξέλιξαν την Αυστρία στη μεγαλύτερη ίσως ποδοσφαιρική δύναμη της εποχής. Από το 1919 ως το 1934 η δημοτική διοίκηση της πόλης πέρασε στην κυριαρχία των Σοσιαλδημοκρατών και το κόμμα SDAP. Σε μία ιδεολογική διαπάλη με τους αυστριακούς κομμουνιστές, οι σοσιαλδημοκράτες υποστήριζαν την μετάβαση στο σοσιαλισμό με τη χρήση των εργαλείων διακυβέρνησης της αστικής εξουσίας, κάτι που όποτε κι αν συνέβη στην ιστορία, πριν ή μετά από εκείνη την εποχή, είχε δυστυχώς πάντα εντυπωσιακή αρχή και τραγική κατάληξη. Ωστόσο, η εντυπωσιακή μετάβαση στη σοσιαλιστική, τη λεγόμενη “Κόκκινη Βιέννη”, εκφράστηκε με την κατασκευή εργατικών κατοικιών, με προεξέχον το συγκρότημα Karl-Marx-Hof, καθώς και μεταρρυθμίσεις στη δημόσια υγεία, την εκπαίδευση, την παιδική μέριμνα και τη λαϊκή κουλτούρα. Η σοσιαλιστική ουτοπία που ήταν πλέον καθημερινότητα για τους εργαζόμενους της Βιέννης, τροφοδοτούσε την αντιπαλότητα των συντηρητικών επαρχιών, υποσκάπτοντας σιγά σιγά την ύπαρξη της, μέχρι την τελική σύγκρουση και κατάρρευση το 1934, από το καθεστώς του Engelbert Dollfuss. Αυτά τα χρόνια όμως ήταν καθοριστικά για την εκτόξευση του βιεννέζικου και συνεπώς αυστριακού ποδοσφαίρου, που γινόταν η υλοποίηση των οραμάτων μιας φιλόδοξης ελίτ διανοούμενων.

Σε αυτές τις συνθήκες εμφανίστηκε με μια νέα μορφή, με μεγαλύτερο φιλοσοφικό βάθος, η αντιπαράθεση για τον επαγγελματισμό στο ποδόσφαιρο. Στη Βρετανία ο επαγγελματισμός υπήρχε από πολύ νωρίς, περίπου μια δεκαετία ύστερα από την ίδρυση της Football Association, και επετεύχθη ως αξίωση των εργατικών σωματείων που δε μπορούσαν διαφορετικά να εξασφαλίσουν τον ελεύθερο χρόνο για προπόνηση και αγώνες στους αθλητές τους που αναγκάζονταν να δουλέψουν για την επιβίωση τους. Ωστόσο, υπό το σοσιαλδημοκρατικό καθεστώς της Βιέννης, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, η είσοδος του επαγγελματισμού συνδεόταν με την εμπορευματοποίηση του παιχνιδιού, κάτι που συνέβη και στη Βρετανία, φέρνοντάς το ξανά υπό τον έλεγχο της άρχουσας τάξης. Έτσι προέκυπτε ένα ηθικό και ιδεολογικό ερώτημα που κρατάει ως τις μέρες μας: είναι ο επαγγελματισμός σύμφυτος με την καπιταλιστική εκμετάλλευση του αθλήματος; Η ιστορία του κόσμου γενικά και του ποδοσφαίρου ειδικά απέδειξε ότι το μόνο που είναι σύμφυτο με τη φύση του αθλήματος είναι η οικονομική βάση, το πολιτικό-κοινωνικό σύστημα της κάθε εποχής. Ο επαγγελματισμός είναι αναγκαίος για να μπορούν να συμμετέχουν και να διακρίνονται σ’αυτό ανεξαιρέτως αθλητές από όλες τις κοινωνικές τάξεις, ωστόσο η εμπορευματική εκμετάλλευσή του ως προϊόντος ή η ανάδειξή του ως κοινωνικού φαινομένου εκπροσώπησης ιδεολογικών ως και φιλοσοφικών αντιλήψεων έχει να κάνει με τον τύπο της οικονομίας. Στην καπιταλιστική οικονομία θα είναι εμπόρευμα, σε μια οικονομία με κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και αντίστοιχο έλεγχο του παραγόμενου πλούτου είναι μια μη εμπορεύσιμη ανάγκη και καθολικό δικαίωμα.
Στη φιλελεύθερη και σοσιαλδημοκρατική Βιέννη ήταν ίσως λογικό να επικρατήσει η λογική της αναγκαιότητας του επαγγελματισμού, κάτι που δε συνέβη σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, όπου αν και υπήρχε ήδη η ποδοσφαιρική αγορά, με την έννοια των μεταγραφών, δεν επιτρεπόταν οι ποδοσφαιριστές να λαμβάνουν επίσημα μισθό για να παίζουν ποδόσφαιρο. Πρωτεργάτης αυτής της διαδικασίας και ουσιαστικά ιδεολογικός της θεμελιωτής ήταν ο Hugo Meisl, ο οποίος ανέδειξε φυσικά όλους τους τρόπους με τους οποίους το ποδόσφαιρο ήταν ήδη ένα εμπορεύσιμο προϊόν, μέσω της πώλησης εισιτηρίων, που συνδέονταν με τις μεταγραφές και άρα με την επίδοση των συλλόγων. Επίσης, στις οικονομικές σχέσεις που αφορούσαν το προ-επαγγελματικό ποδόσφαιρο της Αυστρίας συμπεριέλαβε τις άτυπες πληρωμές των ποδοσφαιριστών, μέσω αμοιβών για συμβολική εργασία σε άλλους φορείς – κάτι που επαναλήφθηκε αρκετές φορές στην Ιστορία από καθεστώτα που μάχονταν υπέρ του ερασιτεχνικού πνεύματος. Το ποδόσφαιρο, με 40 ως 50 χιλιάδες θεατές στους αγώνες της πρώτης κατηγορίας του πρωταθλήματος, ήταν ήδη μια επιχείρηση – το μόνο ερώτημα ήταν αν και οι ποδοσφαιριστές θα θεωρούνταν εργαζόμενοι σε αυτήν. Αυτή η αλλαγή είχε και ως αποτέλεσμα την ίδρυση του πρώτου συνδικάτου ποδοσφαιριστών στην ηπειρωτική ευρώπη, με πρόεδρο τον Josef Brandstetter, αμυντικό και αρχηγό της εργατικής Rapid Βιέννης.
Οι εξελίξεις στη Βιέννη επηρέασαν άμεσα τα πρωταθλήματα της Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας, που αν και πλέον δε βρίσκονταν εντός της ίδιας κρατικής οντότητας, το δίκτυο επικοινωνίας και συνεργασίας μεταξύ των τριών πρωτευουσών λειτουργούσε καταλυτικά στο να διαδίδονται οι ίδιες ιδέες και αποφάσεις πολύ γρήγορα από τη μία χώρα στην άλλη. Έτσι, το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα Αυστρίας ξεκίνησε τη σεζόν 1924-25, την επόμενη χρονιά ξεκίνησε το πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα της νεοσύστατης Τσεχοσλοβακίας και την επόμενη, δυο χρόνια μετά την Αυστρία, ξεκίνησε και το επαγγελματικό πρωτάθλημα στην Ουγγαρία.
Η πορεία της Τσεχοσλοβακίας μετά τον πόλεμο έμοιαζε επίσης με ουτοπία, ωστόσο όχι τόσο λόγω της επικράτησης των σοσιαλιστικών ιδεών. Το νέο κράτος, που περιλάμβανε την περιοχή της Σουδητίας, μιας γερμανόφωνης περιοχής με αρκετούς τους κατοίκους του να επιθυμούν την ένταξη σε ένα από τα γερμανικά κράτη της Αυστρίας ή της Γερμανίας, βάζοντας τον σπόρο αρνητικών μελλοντικών εξελίξεων, τη Βοημία και Μοραβία, τη Σλοβακία και την Υποκαρπαθιακή Ρουθηνία. Έτσι, η Τσεχοσλοβακία, που δεν υπήρχε ποτέ στο παρελθόν ως ανεξάρτητο κράτος, παρέμεινε μια οντότητα με πολυεθνική σύσταση, καθώς στο έδαφος της ζούσαν, πέρα από τους Τσέχους, Γερμανοί, Ούγγροι, Σλοβάκοι και Ρουθήνιοι, μία ανατολική σλαβική εθνοτική ομάδα.
Η νέα αστική δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, ουσιαστικά δανείστηκε τα ίδια ιδεολογικά εργαλεία που είχαν χρησιμοποιηθεί προηγουμένως στην Αυστροουγγαρία, ώστε να αξιοποιήσει το ποδόσφαιρο ως μέσο κοινωνικής και εθνικής σύγκλισης. Όσο αφορά τους τίτλους, αυτοί ήταν μια σχεδόν αποκλειστική υπόθεση μεταξύ Slavia και Sparta Πράγας, με τη γερμανόφωνη Viktoria Žižkov να κερδίζει μόνο τον τίτλο της σεζόν 1927-28. Ωστόσο, το καθεστώς προστάτευσε την ανάπτυξη των συλλόγων όλων των εθνοτικών ομάδων, αξιοποιώντας τον ενιαίο χώρο του νέου εθνικού πρωταθλήματος ως ενσάρκωση της νέας εθνικής ταυτότητας.
Πολύ πιο ταραχώδης ήταν, ωστόσο, από την αρχή της, η μεσοπολεμική περίοδος στην Ουγγαρία. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από την Αυστροουγγαρία συνέβη το 1918, με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου. Λίγους μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1919, σε αντίθεση με την αστικοδημοκρατική σοσιαλιστική ουτοπία της Βιέννης, εγκαθιδρύθηκε η Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία με επικεφαλής τον Béla Kun, έναν εβραίο αξιωματικό του Αυστροουγγρικού στρατού που αιχμαλωτίστηκε από τους Ρώσους το 1916 και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στα Ουράλια, όπου και ήρθε σε επαφή με το Κόμμα των Μπολσεβίκων και στη συνέχεια ίδρυσε την Ουγγρική πτέρυγα του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Kun, που στο εσωτερικό των Μπολσεβίκων αντιτάχθηκε στον Lenin, κατηγορώντας τον για συμβιβαστικούς χειρισμούς με τις μεγάλες δυνάμεις κατά την περίοδο της προσπάθειας εκεχειρίας για την εξασφάλιση της εξόδου της Ρωσίας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνασπίστηκε με άλλους αριστεριστές λεγόμενους “ριζοσπάστες”, όπως ο Ιταλός Terracini και ο Ούγγρος Rákosi γύρω από τη γραμμή των Grigory Zinoviev και Karl Radek. Επιστρέφοντας στην Ουγγαρία, ο Kun οργάνωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, παίρνοντας με το μέρος του ένα σημαντικό κομμάτι της μορφωμένης και υπερδραστήριας εβραϊκής κοινότητας της Βουδαπέστης, ανοίγοντας κυριολεκτικό και όχι μόνο ιδεολογικό πόλεμο με τους Σοσιαλδημοκράτες, σε μια πορεία που οδήγησε στην εγκαθίδρυση σοβιετικής εξουσίας στις 21 Μαρτίου του 1919. Όσο όμως ο Kun οργάνωνε την πάλη απέναντι στους Σοσιαλδημοκράτες της πρωτεύουσας, οι αντιδραστικές εθνικιστικές δυνάμεις οργανώνονταν με τη συνδρομή Ρουμάνων εθνικιστών και υπό την ηγεσία του ναύαρχου Miklós Horthy, ώστε το αριστερίστικης γραμμής εγχείρημα να ανατραπεί τον Αύγουστο του 1919, σηματοδοτώντας την αρχή μιας περιόδου τρομοκρατίας απέναντι σε κάθε προοδευτικό στοιχείο και εξαιρετικά επιθετικού αντισημιτισμού που κορυφώθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Λευκή Τρομοκρατία του Horthy ουσιαστικά δέχθηκε τρομερό πλήγμα τον Ιούνη του 1920, όταν με τη Συνθήκη του Τριανόν, στις Βερσαλλίες, η Ουγγαρία έχασε με τη συνθήκη αυτή περίπου το εν τρίτο των εδαφών της και από τότε ζει μεταξύ της πάλης των όποιων προοδευτικών στοιχείων και των τάσεων του ακραίου αλητρωτισμού.

Η εβραϊκή κοινότητα της Βουδαπέστης, που είχε εξέχοντα ρόλο στην ποδοσφαιρική ανάπτυξη της ουγγρικής πρωτεύουσας, βρέθηκε προφανώς στο στόχαστρο του νέου καθεστώτος. Ωστόσο, το γεγονός ότι ήταν αφομοιωμένη πολύ βαθιά στην ουγγρική κοινωνία, καθώς και οι κυρώσεις που πλήρωσε ένα πολυεθνικό κράτος που επιθυμούσε να γίνει εθνικό, λειτούργησαν ανασταλτικά, ώστε από το 1920 και μετά, παρά τον συνεχή συστημικό αντισημιτισμό, να σταματήσουν οι διωγμοί και τα πογκρόμ και η τρομοκρατία που κύριο στόχο είχε πρωταρχικά τους πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος και όχι τις εθνικές μειονότητες.
Παρόλα αυτά, η Λευκή Τρομοκρατία είχε οδηγήσει ήδη των Hogan σε απομάκρυνση, καθώς χωρίς να αναφέρεται ότι έχασε τη θέση του προπονητή, την ίδια περίοδο εργάστηκε στην Ελβετία για τη Young Boys, ενώ άλλοι εβραϊκής καταγωγής ποδοσφαιριστές, όπως οι αδελφοί Konrád, Kalmán και Jenö, μεταγράφηκαν στη Wiener Amateure του Hugo Meisl, ενώ ο Péter Szabó εντάχθηκε στο δυναμικό της Nürnberg. Οι απώλειες αυτές δε φάνηκε να επηρέασαν την υπεροχή της MTK, τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο, καθώς το tour που πραγματοποίησε στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1919 συγκέντρωσε μεγάλα πλήθη, με τα αποτελέσματα απέναντι στις υποδεέστερες γερμανικές ομάδες να είναι θριαμβευτικά. Μάλιστα, μετά από το παιχνίδι με αντίπαλο τη Bayern Μονάχου, που διεξήχθη υπό τα βλέμματα 10,000 θεατών και το τελικό σκορ ήταν 7-1 για τους Ούγγρους, η Bayern ξεκίνησε τη διαδικασία αναμόρφωσης της ποδοσφαιρικής φιλοσοφίας της με σκοπό την υιοθέτηση των αρχών του Ποδοσφαίρου του Δούναβη.
Το κενό του Hogan κάλυπτε εκείνη την εποχή μια άλλη μεγάλη μορφή του ποδοσφαίρου, που έπαιξε τεράστιο ρόλο στην εξαγωγή της Κεντρικής Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας στην Ελβετία και τη Λατινική Αμερική, ο Dori Kürschner. Επίσης εβραϊκής καταγωγής, ο Kürschner έφυγε το 1920 προκειμένου να αναλάβει επίσημα χρέη προπονητή στη Nürnberg. Ωστόσο, παρά την αναταραχή, η MTK συνέχιζε να θριαμβεύει και εντός των συνόρων, κερδίζοντας μετά το 1919 και τα πρωταθλήματα του 1920 και 1921, ενώ την επόμενη σεζόν ως προπονητής προσελήφθη ένας άλλος εκπρόσωπος του εργατικού ποδοσφαίρου του Manchester, ο Herbert Burgess, ο οποίος αφού πρώτα αγωνίστηκε στις City και United, εντάχθηκε στο δυναμικό της MTK ως ποδοσφαιριστής τα χρόνια του πολέμου και τελικά την οδήγησε από τη θέση του τεχνικού στην κατάκτηση του πρωταθλήματος του 1922. Εκείνη τη σεζόν μάλιστα, που η MTK σημείωσε μόλις μια ήττα σε 22 αγώνες, αγωνίστηκε για μοναδική χρονιά με τα χρώματά της μια ακόμα μεγάλη μορφή που γέννησε ο σύλλογος της Βουδαπέστης, ο επίσης εβραϊκής καταγωγής Béla Guttmann, που έμελε να αφήσει εποχή ως τεχνικός και μέντορας άλλων βασικών εκπροσώπων ολόκληρων ποδοσφαιρικών αντιλήψεων, αλλά και αστέρων του ποδοσφαίρου. Ο Guttmann, ωστόσο, όπως και άλλοι Εβραίοι, έφυγε γρήγορα για τη Βιέννη, στο πιο φιλικό περιβάλλον της αυστριακής σοσιαλδημοκρατικής πρωτεύουσας.
Την ίδια μεταπολεμική εποχή, η Ιταλία, η οποία είχε αποσχιστεί από τις Κεντρικές Δυνάμεις και είχε πολεμήσει στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων, όντας ανάμεσα στους νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ταλανιζόταν από μεγάλα προβλήματα, καθώς η διάσπαση της Αυστροουγγαρίας της έδωσε πολύ ισχνές εδαφικές προσαρτήσεις, με τη νίκη να αποκαλείται “vittoria mutilata”, δηλαδή “κακοποιημένη”. Ο έντονος μεταπολεμικός πληθωρισμός, η ανεργία και η ακρίβεια, δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη ικανοποιητικών συνθηκών ζωής για τις εργατικές μάζες, ενώ υπό την επιρροή των διεθνών εξελίξεων τα εργατικά σωματεία και οι σοσιαλιστικοί, κομμουνιστικοί και αναρχικοί φορείς μεγάλωναν οργανωτικά, το ίδιο και η επιρροή τους. Η ιταλική αστική τάξη ένιωσε την απειλή μιας κομμουνιστικής επανάστασης και στο σχέδιο απεμπλοκής της από αυτό το σενάριο βρήκε το “σωτήρα” της στο πρόσωπο ενός διωγμένου από το σοσιαλιστικό κόμμα τυχωδιωκτικού στοιχείου. Ο Benito Mussolini, εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στη λαϊκή προπαγάνδα και αξιοποιώντας τις εθνικιστικές επιδιώξεις της μεταπολεμικής ιταλικής αστικής τάξης, δημιούργησε τις πρώτες ένοπλες ομάδες “μελανοχιτώνων” που είχαν στο στόχαστρό τους κάθε εργατικό επαναστατικό στοιχείο. Το 1922, όταν ξεκίνησε τη διαβόητη “Πορεία προς της Ρώμη”, ο βασιλιάς Vittorio Emmanuele ο Γ’ του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το φασιστικό κόμμα εδραίωσε σταδιακά την αυταρχική εξουσία του, κατήργησε τα υπόλοιπα κόμματα, ενέτεινε τους πολιτικούς διωγμούς, ωστόσο διατήρησε φιλικές σχέσεις με τη γείτονα Αυστρία, υπό το φόβο μιας γερμανικής επίθεσης, που θεωρούνταν η μεγαλύτερη απειλή για την εθνική κυριαρχία της Ιταλίας.
Όσο κι αν σήμερα φαίνεται παράδοξο, υπό τη γνώση της ιστορικής συνέχειας, τα πρώτα χρόνια της φασιστικής εξουσίας στην Ιταλία δεν υπήρχαν φυλετικές διώξεις και ιδίως δεν υπήρχαν διώξεις των Εβραίων, που αποτελούσαν επίσης ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού του σχετικά νεοσύστατου κράτους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σειρά Εβραίων τεχνικών και ποδοσφαιριστών από την κυρίαρχη ουγγρική σχολή να ξεκινήσει να διαρρέει προς την Ιταλία, όπου μπορούσε να εργαστεί σε πολύ καλύτερες συνθήκες.

Όσο αφορά το εθνικό πρωτάθλημα, οι προπολεμικές δυνάμεις του βιομηχανικού βορρά συνέχισαν να κυριαρχούν, με τους τίτλους των πρώτων χρόνων να κερδίζουν η Inter (που σύντομα μετονομάστηκε σε Ambrosiana από το φασιστικό καθεστώς), η Pro Vercelli, η Genoa, η Bologna και η Juventus. Από αυτές τις ομάδες, η Bologna ήταν αυτή που είχε τα χαρακτηριστικά που αντιστοιχούσαν περισσότερο από κάθε άλλη με τη φυσιογνωμία του ποδοσφαίρου της Κεντρικής Ευρώπης. Σύλλογος σε μια κατ’εξοχήν ακαδημαϊκή πόλη, ιδρύθηκε από ένα εθνικά ετερογενές μίγμα μορφωμένων μετοίκων και ντόπιων που είχαν διδαχθεί το ποδόσφαιρο στις γειτονικές χώρες της Αυστρίας και της Ελβετίας. Ακόμα και τα χρώματά της προέρχονταν από το κολλέγιο του Schönberg στο Rossbarg της Ελβετίας, εκεί όπου είχε φοιτήσει και έπαιξε για πρώτη φορά ποδόσφαιρο ο πρώτος αρχηγός της, Arrigo Gradi. Η φυσιογνωμία αυτή της Bologna έπαιξε ρόλο στη θεαματική ιστορία που κατέγραψε κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής του Κεντροευρωπαϊκού Ποδοσφαίρου, ή της λεγόμενης Σχολής του Δούναβη. Προπονητής της ομάδας στο πρώτο της πρωτάθλημα, το 1925, ήταν ο αυστριακός Hermann Felsner, που έμεινε στο τιμόνι της Bologna από το 1920 ως το 1931 και στη συνέχεια από το 1938 ως το 1942, προερχόμενος από τη σχολή της Wiener Sport-Club, ενός από τους πρώτους αθλητικούς και ποδοσφαιρικούς συλλόγους της Βιέννης, που ιδρύθηκε το 1883 και απέκτησε ποδοσφαιρικό τμήμα το 1907.
Το 1926, με τη “Χάρτα του Viareggio” που απέστειλε η Ιταλική Ομοσπονδία στη φασιστική κυβέρνηση, ο επαγγελματισμός εισήχθη και στην Ιταλία, με τη διάλυση των προηγούμενων πρωταθλημάτων και τη δημιουργία της Divisione Nazionale. Στον τελικό γύρο του πρωταθλήματος, στον οποίο συμμετείχαν 6 ομάδες, η Torino κατέκτησε την πρώτη θέση, μπροστά από τη Bologna, όμως ο τίτλος αφαιρέθηκε, καθώς αποκαλύφθηκε σκάνδαλο διαφθοράς, με τους παράγοντας της Torino να εξαγοράζουν παίχτες της Juventus, ώστε να εξασφαλίσουν τη νίκη στο μεταξύ τους παιχνίδι – που τελικά ήρθε, με σκορ 2-1 – η οποία τους έδωσε το πρωτάθλημα. Η Torino κέρδισε τελικά επίσημα τον πρώτο επαγγελματικό τίτλο την επόμενη σεζόν, επικρατώντας στο τελικό τουρνουά 8 ομάδων και τερματίζοντας μπροστά από τη δεύτερη Genoa.
Μέσα σε μια πορεία ανασυγκρότησης μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, όλες οι χώρες της Σχολής του Δούναβη είχαν περάσει από πολυτάραχες πολιτικές διαδικασίες, με δημοκρατικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα να εγκαθίστανται και τελικά να κυριαρχούν. Ωστόσο, όσο αφορά το ποδόσφαιρο, παρά την αναταραχή που επηρέασε το καθεστώς εργασίας πολλών εκ των πρωταγωνιστών του, σε όλες τις χώρες εξελίχθηκε σε επαγγελματικό, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη μητρόπολή του, την Αγγλία. Η είσοδος στην επαγγελματική εποχή θα άνοιγε την πόρτα στη χρυσή περίοδο αυτής της Σχολής Ποδοσφαίρου, με την οργάνωση πρωτόγνωρων θεσμών που έβαλαν τις βάσεις για τη διεθνή υπόσταση του αθλήματος στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.